Το κιτρινόμαυρο παραμύθι, με το πρίγκιπα και το βάτραχο.

Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2008 5:03 μμ |

Το καλοκαίρι του 1977 δύο κοσμοϊστορικά γεγονότα σημάδεψαν την ύπαρξή μου. Παραθερίζοντας στο σπίτι του παππού μου ερωτεύτηκα ένα ψηλό, ξανθό κορίτσι που ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερό μου, δηλαδή οκτώ. Αυτό θα πρέπει να συνέβη στα μέσα Ιουνίου, γιατί θυμάμαι πως ίδρωνα και έχανα τη μιλιά μου για καμιά δεκαριά μέρες, ωσότου ήρθαν οι γονείς μου να με πάρουν.

alt

Στο ταξίδι της επιστροφής ήμουν, φυσικά, χάλια, καθώς πίστευα ότι η ζωή μου δεν θα μπορούσε να παρουσιάζει κανένα ενδιαφέρον μακριά από εκείνο το κορίτσι. Τότε, όμως, συνέβη κάτι μαγικό: ο πατέρας μου σταμάτησε να αγοράσει τσιγάρα και μου έφερε έξι καινούργια αυτοκόλλητα, από αυτά που απεικόνιζαν ποδοσφαιριστές και τα οποία, όλοι εμείς οι ένθερμοι επτάχρονοι των καιρών εκείνων, συλλέγαμε με θρησκευτική ευλάβεια. Σε ένα από τα συγκεκριμένα αυτοκόλλητα δέσποζε η αγέρωχη φιγούρα ενός τύπου με κίτρινη φανέλα, με κοντό καλοχτενισμένο μαλλί και με ύφος αγέρωχου πρίγκιπα, βγαλμένου από κάποιο αδιευκρίνιστο παραμύθι. «Ποιος είναι αυτός ο Μπάγεβιτς;» ρώτησα τον μπαμπά μου. «Είναι ο καινούργιος μας σέντερ φορ», μου απάντησε εκείνος. Και ακριβώς τότε ήταν, θαρρώ, που έσβησε ο έρωτάς μου για το κορίτσι της Πάτρας.

Μπάγεβιτς, Μαύρος, Νικολάου και οι συμπαίκτες τους πανηγυρίζουν γκολ της ΑΕΚ επί του Ολυμπιακού το 1978 στο Καραϊσκάκη
Μπάγεβιτς, Μαύρος, Νικολάου και οι συμπαίκτες τους πανηγυρίζουν γκολ της ΑΕΚ επί του Ολυμπιακού το 1978 στο Καραϊσκάκη

Πρώτη φορά που είδα τον καινούργιο μου ήρωα να παίζει, ήταν λίγους μήνες αργότερα, σε ένα ματς ΑΕΚ-Αιγάλεω. Θα ακολουθούσαν και άλλα παιχνίδια, πάντα δίπλα στον μπαμπά μου, παιχνίδια από τα οποία ρίζωσε μέσα μου το επιβλητικό στυλ του πρίγκιπα, με τη μέση ψηλά, την κλειστή ντρίμπλα, την καρφωτή κεφαλιά και τις περίτεχνες συνεργασίες με τους άλλους μεγάλους, τον Παπαϊωάννου, τον Μαύρο, τον Αρδίζογλου και τον Νικολάου (για να αναφέρω τους αγαπημένους μου).

Ο Ντούσαν να απογειώνεται και να σκοράρει, να εκνευρίζεται στιγμιαία για ένα σκληρό μαρκάρισμα, να πανηγυρίζει με εκείνο το άλμα της σηκωμένης γροθιάς στα ουράνια και, προπάντων, να διαχειρίζεται την ένταση του αγώνα με μια φαινομενική ανωτερότητα που ακροβατεί ανάμεσα στο τουπέ και την απάθεια. Ω, από κάποιο σημείο και μετά, μπορούσα να προβλέψω όλες του τις αντιδράσεις και σπανίως έπεφτα έξω. Kαι έπειτα από μια τετραετία διαστημικής μπάλας, που ενδυνάμωσε για πάντα μέσα μου την αεκτζίδικη συνείδηση, έφτασα στα έντεκά μου να δηλώνω αθεράπευτα «κολλημένος» μαζί του.

Και ακριβώς τότε, ήταν, θαρρώ, που (όπως είχε συμβεί και με το κορίτσι της Πάτρας), όλα διαλύθηκαν: το καλοκαίρι του 1981 ήρθαν οι γονείς του να τον πάρουν (ή, αν όχι οι γονείς του, ο μάνατζέρ του). Το πώς μια τέτοια αγάπη έφτασε, 15 χρόνια αργότερα, να μεταμορφωθεί σε μίσος, είναι κάτι που δεν θα μπορούσε να εξηγήσει ούτε ο Σέξπιρ (μέγας ειδήμων των ακραίων παθών) ούτε ακόμα και ένας θολωμένος αεκτζής του 1996.

Η ιστορία είναι απλή. Το 1988 η ΑΕΚ συμπληρώνει κάμποσα πέτρινα χρόνια, ο Ζαφειρόπουλος αποχωρεί και τον Φεβρουάριο της ίδιας χρονιάς ο Δημήτρης Τυροβολάς φεύγει μυστικά για το Μόσταρ προκειμένου να φέρει πίσω τον ήρωα των παιδικών μας χρόνων. Και έτσι, το καλοκαίρι, καταφθάνει ο προπονητής πια Ντούσαν Μπάγεβιτς για να ανοίξει ένα δεύτερο κεφάλαιο παθιασμένης αγάπης, που θα αποδεικνυόταν οδυνηρά παράφορο, επικίνδυνα ιδανικό, και (ως εκ τούτων) εξαιρετικά σκληρό.

Μια νέα εποχή διαστημικής μπάλας ανατέλλει, και εμείς, ενήλικοι πλέον, πηγαίνουμε στη Νέα Φιλαδέλφεια χωρίς τους μπαμπάδες μας, αλλά με την ίδια επιστημονική καφρίλα που μας κάνει να νομίζουμε ότι μπορούμε να προβλέψουμε κάθε κίνηση του ινδάλματός μας. Οταν κερδίζει κάνει δηλώσεις στα ελληνικά, όταν χάνει μιλάει στη γλώσσα του, όταν μπαίνει βλοσυρός στο γήπεδο πάει να πει ότι έχει τσακωθεί με τον Μανωλά, όταν μπαίνει χαμογελαστός ότι έχει κερδίσει στο τάβλι τον Πανταζή, και άλλα τέτοια.

Στο μεταξύ, πλακώνεται με τις βεντέτες (ίσως επειδή ο ίδιος ήταν βεντέτα όταν έπαιζε), λέει στους μέσους τύπου Τσάρτα να ματώνουν τα γόνατά τους, τρώει τούβλα στο κεφάλι (προς Φάληρο μεριά), μοιράζει εξάρες, κάνει διαρκώς την πρώτη του αλλαγή μεταξύ 61ου και 63ου λεπτού (ανάλογα με το ρολόι που φοράει), και γενικώς μας δείχνει πώς είναι οι ωραίοι σαραντάρηδες που είναι σοβαροί αλλά και μάγκες την ίδια στιγμή: με κομψό ντύσιμο, ξυρισμένο πρόσωπο και μετρημένο βλέμμα. Και κάπου εκεί, αφού μας έχει κάνει πάλι να τον αγαπήσουμε, η οθόνη σκοτεινιάζει και ο Μπάγεβιτς, ο δικός μας πρίγκιπας του κιτρινόμαυρου παραμυθιού, ποζάρει, μέσα από μια σειρά από ήξεις-αφίξεις που κρατούν περίπου ένα τρίμηνο, με το μοναδικό χρώμα που μέχρι τότε υποδήλωνε τη σχέση μας μαζί του: το κόκκινο της φωτιάς.

«Δεν θέλω ούτε να τον βλέπω», έλεγε στον πατέρα του ο ώριμος πλέον (καθότι 26 ετών) νέος. «Μα γιατί; Επαγγελματίας είναι», απαντούσε εκείνος. Τίποτα ο νέος. Ούτε το ότι ήταν πλέον δημοσιογράφος, ούτε το ότι είχε μόλις δημοσιεύσει το πρώτο του μυθιστόρημα στάθηκαν ικανά να τον αποτρέψουν από το να υιοθετήσει μια κανιβαλιστική συμπεριφορά εκείνο το δευτεριάτικο απόγευμα που η ΑΕΚ φιλοξένησε τον Ολυμπιακό του «προδότη», εν μέσω καταιγίδας, στο κατάμεστο «Νίκος Γκούμας». Τα έκτροπα ήταν πολλά. Ενα αχαρακτήριστο πανό, δεκάδες αντικείμενα στον αγωνιστικό χώρο και μια ΑΕΚ βγαλμένη από καυτό μέταλλο που ήθελε να τιμωρήσει, για λογαριασμό του κόσμου, την «προδοσία». Βρίσαμε, μουτζώσαμε, πετάξαμε ψεύτικα πεντοχίλιαρα. Κοινώς, λειτουργήσαμε ως απατημένοι. Δεν χρειάζεται να ανατρέξεις στον Σέξπιρ για να το εξηγήσεις. Κοινή λογική ήταν. Η λογική του έρωτα.

Προσωπικά οφείλω να πω ότι νόμιζα πως το γυαλί είχε ραγίσει για τα καλά. Γι' αυτό και η φυγή του από τον Ολυμπιακό με άφησε αδιάφορο. Βλέπεις μια πρώην σου να αλλάζει τον επόμενο σύντροφό της με κάποιον άλλον και το αντιμετωπίζεις αδιάφορα. Δεν τη θέλεις πίσω, δεν είσαι έτοιμος. Και προχωράς. Το πέρασμά του από τον ΠΑΟΚ, πάλι αδιάφορο με άφησε. Και μετά η πρώτη επιστροφή. Με κρύα καρδιά κι εγώ κι αυτός. Χωρίς αντιπαλότητα, αλλά και χωρίς ενθουσιασμό. Και μετά πάλι αντίο, αυτήν τη φορά χωρίς να φταίει. Και το ταξίδι στον Αρη. «Αυτό ήταν», να λέω, «όλα τελείωσαν, ας πάει όπου θέλει, στον Παναθηναϊκό ή στον Ηρακλή». Οπου θέλει. Δικός μου δεν είναι πια. Είναι κοινός. Ανήκει σε όλους. Σε όσους τον χρειάζονται. Πάει, χτίζει, φεύγει.

Ωσπου την περασμένη εβδομάδα, τον χρειάστηκε η ομάδα της καρδιάς του. Η Τρίπολη τον περίμενε έχοντας στρώσει κόκκινα χαλιά, το περιβάλλον του να διαψεύδει τα περί ΑΕΚ, ο Κωστένογλου να περιμένει το χρίσμα. Και ο ίδιος, έχοντας πληρώσει το αντίτιμο του 1996 με όλες αυτές τις προσβολές που κορυφώθηκαν εκείνη την Κυριακή του Γενάρη του 2004, να βρίσκεται και πάλι στην είσοδο του σπιτιού του, εξηντάρης πια, πλημμυρισμένος από βιώματα και αποφασισμένος προφανώς να αποκαταστήσει το σημαντικότερο κεφάλαιο της σπουδαίας καριέρας του.

«Είσαι υπέρ Ντούσκο; Μα, εσύ τον έβριζες!» να μου λένε οι φίλοι μου. Και εγώ να επισφραγίζω την κωλοτούμπα μου για χάρη ενός ανθρώπου που, παρά τη χλεύη και τις βρισιές, επιστρέφει εκεί όπου νομίζει ότι ανήκει, και για χάρη ενός εφτάχρονου αγοριού που το 'χει ανάγκη να πιστέψει ότι δεν είναι τα πεντοχίλιαρα που ορίζουν τις ζωές μας, αλλά οι αληθινές αγάπες, εκείνες που στο τέλος απομένουν για να μας υπενθυμίζουν ότι ζούμε με τα λάθη μας, τις αδυναμίες μας και τους έρωτες που μας σημάδεψαν για πάντα.




* πηγη απο το αρθρο του ΣΤΕΦΑΝΟY ΔΑΝΔΟΛΟY στο www.ethnos.gr



RSS Feed για αυτό το θέμα 1

allotino

από ΑΝΔΡΕΑΣ ΔΗΛΕΣ | Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2008 6:51 μμ

Ο ανθρωπος Θανο ειναι καραγκιοζης.
Εχει αλλαξει ολες της ομαδας της ψωροκωσταινας,και παραπερα τιποτα.
Ειναι απο τους λιγους ποδοσφαιριστες που ενω υπηρξαν επιθετικοι λατρευοι σαν προπονητης να παιζει αμυντικα και στη κοντρα με αντεπιθεσεις.
τον λατρεψαν γιατι ψηλομαζεψε τα χαλια καποιων ομαδων,αλλα γιατι δεν γινεται ΛΟΧΙΑΣ;
Κομπλαιξηκος,και ητοπαθεις,το γεγονος οτι ειναι σαραντα χρονια τουρκικα σε αυτο το τοπο και δεν μηλα ελληνικα,τα λεει ολα.
ΝΑ ΤΟΝ ΧΑΙΡΟΝΤΑΙ....

Παρακαλώ αφήστε το σχόλιο σας εδώ

Έχετε λογαριασμό στο Pathfinder;

Δέν επιτρέπεται η χρήση HTML tags για τα σχόλια αυτού του blog