Ελληνικά μουσικά blogs

Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2012 0:19 πμ |



Ακραία

 
Ακραία μουσικά φαινόμενα
Ανεβάζει τις ηχογραφημένες εκπομπές του στον Poplie, κριτικές συναυλιών, σχόλια για δίσκους, προτείνει τραγούδια. Βλέπω ονόματα όπως Ty Segall, Baby Guru, A Place to Bury Strangers, My Bloody Valentine.
http://fantasmenios.blogspot.gr

 



Helmet

 
Helmet
Γράφει για ονόματα και δίσκους που ανακαλύπτει, επερχόμενες συναυλίες, σινεμά, βιβλία, video, mixtapes. Ονόματα: Larry Gus, Holly Herndon, Mutwawa, Betty Loop Loop, Pye Corner Audio. 
http://nhelmet.blogspot.gr

 



Just

 
Just Name It Laika
Ενημερώνει για επερχόμενες κυκλοφορίες συνοδεύοντας το post με τραγούδια απ' αυτές. Ονόματα: Veronica Falls, Avec Sans, Crashes, Krasnoznamennaya Diviziya Imeni Moei Babushki, HTRK & Tropic of Cancer.
http://justnameitlaika.wordpress.com

 



Music

 
Music Will Save Us All
Ποστάρει και σχολιάζει νέα κομμάτια από YouTube και Soundcloud. Ονόματα: Yvette, Last Harbour, Deftones, Mushy, Team Ghost.
http://www.zeugolator.gr

 



One Will

 
One Will Burn Music
Κριτικές δίσκων με βαθμολόγηση αλά Pitchfork. Ονόματα: Godspeed You! Black Emperor, Θάνος Ανεστόπουλος, Flying Lotus, Animal Collective, Ταφ Λάθος.
http://onewillburnmusic.blogspot.gr

 



Orphan

 
Orphan Drugs
Ποστάρει και σχολιάζει νέα τραγούδια, στίχους, θυμάται τα παλιά, γράφει ιστορίες. Ονόματα: Blacklevel Embassy, Zachary Cale, This is Nowhere/De Sades, Dark Rags, Heart Attack Alley.
http://orphan-drugs.blogspot.gr

 



sad songs

 
Sad Songs We Love
Παρουσιάζει συγκροτήματα που τον ενθουσιάζουν, ελληνικές κυκλοφορίες, αναγγέλλει συναυλίες, βάζει video και playlists. Ονόματα: Palma Violets, Barbie's Hysterectomy, Decomposer, Le Page, The Noise Figures.
http://sadsongswelove.blogspot.gr

 



Slacker

 
Slackerblud
Φορτωμένα κείμενα για/με αφορμή δίσκους, μουσικούς, οτιδήποτε. Ονόματα: Prince Rama, King Dude, Boo Radleys, Talk Normal, ... And You will Know us by the Trail of Dead.
http://www.slackerblud.com

 



Suicide

 
Suicide Dots
Πληροφορεί για/ σχολιάζει επερχόμενες κυκλοφορίες βάζοντας και ένα-δυο τραγούδια που έχουν διαρρεύσει. Ονόματα: Widowspeak, Melodie Nelson, HMWWAWCIAWCCW?, When Dinosaurs Ruled the Earth, Horse Lords.
http://suicidedots.blogspot.gr

 



Ten

 
Ten Thousand Eyes
Παρουσιάζει δίσκους και συγκροτήματα απ'το παρελθόν αλλά δε λέει όχι αν κάτι του φανεί ενδιαφέρον απ' το παρόν. Ονόματα: Trespass, Rain Gods, De Div, The You And What Army Faction, Flowers of Romance.
http://dekaxiliadesmatia.blogspot.gr

 



Σπίτι

 
Το Σπίτι Με Τα Παράξενα
Ενημέρωση για νέες κυκλοφορίες, παρουσίαση συγκροτημάτων, τραγούδια μετά σχολίων, κριτικές συναυλιών. Ονόματα: Pete Namlook, Kids Without Instruments, Julia Holter, Crystal Castles, Tame Impala.
http://tospitimetaparaxena.blogspot.gr

 



Πρόσωπο-θρύλος

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012 10:48 πμ |

alt

Πρόσωπο-θρύλος, αστέρι της ροκ, πολυσυζητημένος Δον Ζουάν με χιλιάδες κατακτήσεις, αμφιλεγόμενη προσωπικότητα. Ο λόγος για τον Βρετανό τραγουδιστή των Rolling Stones Μικ Τζάγκερ. Ανατρεπτικές ερωτικές επιστολές ξεδιπλώνουν, όμως, μια άλλη πτυχή της προσωπικότητάς του, που είναι ευαίσθητη, ονειρική, συγκρατημένη.

Αυτή η πλευρά εμφανίζεται σε μια σειρά από ερωτικές επιστολές που έστειλε ο Τζάγκερ στα τέλη της δεκαετίας του '60 από την Αυστραλία στην τότε ερωμένη του Μάρσα Χαντ -πηγή έμπνευσης του Brown Sugar και αργότερα μητέρα του πρώτου του παιδιού.
 
Τα γράμματα του καλλιτέχνη προς την Μάρσα Χαντ θα δημοπρατηθούν στις 12 Δεκεμβρίου από τον οίκο Sotheby's και αναμένεται να πιάσουν τις 70.000 έως 100.000 στερλίνες.
 
Αιτία πώλησης των γραμμάτων, η ανάγκη για επιβίωση. «Δεν έχω μία» δήλωσε χαρακτηριστικά η -66χρονη πλέον- Μάρσα Χαντ, ισχυριζόμενη ότι κατά καιρούς δεν έχει να πληρώσει ούτε το ηλεκτρικό ρεύμα στην κατοικία της στη Γαλλία.
 
Η ίδια ελπίζει πως οι αγοραστές θα εκτιμήσουν πως πρόκειται για «ένα κομμάτι της ιστορίας».
 
«Οι επιστολές μιλούν για τον Μικ σε μια απίστευτη συγκυρία της ζωής μας το καλοκαίρι του '69. Ήταν το τέλος μιας ολόκληρης εποχής του επαναστατικού πνεύματος -εμείς δεν γνωρίζαμε πώς θα τελείωνε όλο αυτό» αναφέρει.
 
Μέσα στις δέκα επιστολές του Ιουλίου και του Αυγούστου του 1969, ο Μικ Τζάγκερ εξιστορεί περιστατικά που στάθηκαν καταλυτικά στη ζωή του, φλογερά στοιχεία της σχέσης του με την Μάρσα Χαντ, ενώ υπάρχουν και ενθουσιώδεις αναφορές στην αποστολή του Apollo 11 και τα πρώτα βήματα του ανθρώπου στη Σελήνη.
 
«Αυτός είναι ο Μικ με τα δικά του λόγια. Είναι μέρος της αγγλικής ιστορίας, είναι μέρος της ιστορίας της ροκ, μέρος της πολιτιστικής ιστορίας και διορθώνει οποιαδήποτε παραπληροφόρηση», αναφέρει η Χαντ.
 
Η ίδια δηλώνει ότι μίλησε στον Τζάγκερ για την πρόθεσή της να πουλήσει τις επιστολές. Το υποστηρίζει; «Δεν νομίζω, αλλά δεν είναι δικά του» απαντά η Χαντ.
 
(πηγή tanea.gr)

Επτά περίεργες ιστορίες πίσω απ' τον μύθο των Rolling Stones

Κυριακή, 15 Ιουλίου 2012 1:45 μμ |

alt

Κατά διαβολεμένη σύμπτωση, η μέρα ήταν και τότε Πέμπτη. Περίπου 80 άντρες και 30 γυναίκες έχουν μαζευτεί στο ταπεινό Marquee Club της περίφημης Oxford Street στο Λονδίνο, φορώντας όχι και τα πολύ καλά τους. Σύμφωνα με τον Cristopher Sandford, τον βιογράφο της μπάντας και συγγραφέα του "The Rolling Stones: Fifty Years", το κοινό απαρτίζεται από πολλούς λάτρεις της τζαζ, γι' αυτό και στα πρώτα λεπτά του 50λεπτου σετ των πρωτοεμφανιζόμενων "Mick Jagger and the Rollin' Stones", η ατμόσφαιρα είναι μουντή και άνευρη.

Επί σκηνής, ένας 18χρονος ονόματι Mick Jagger, o συμμαθητής του από το Dartford Grammar School, Keith Richards, και ο αυτοκαταστροφικός Brian Jones είναι οι 3 "φουνταριστοί" της μπάντας, ενώ αρκετά πιο πίσω συνοδεύουν ο μετέπειτα ντράμερ των Kinks, Mick Avory, και κάποιος Mick Taylor, προσωπικός φίλος του Richards, στο μπάσο.

Ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία που οι Rolling Stones έπαιζαν "ζωντανά" μουσική. Το ίδιο βράδυ, όπως και όλα τα βράδια της ζωής τους μέχρι τότε, οι Jagger και Richards θα κοιμηθούν σπίτι, με τους δικούς τους. Πέφτοντας στο κρεβάτι αποκλείεται να φαντάζονταν ότι 50 χρόνια μετά, οι "Rollin' Stones" θα έχουν προσθέσει ένα "g" στο όνομά τους, θα έχουν κυκλοφορήσει 29 studio albums και θα κοντράρονται με τους Beatles στις συνειδήσεις εκατομμυρίων μουσικόφιλων για το ποια είναι η σπουδαιότερη μπάντα όλων των εποχών.

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο...

http://sarotiko.blogspot.gr/2012/07/7-50-rolling-stones.html


Προαναγγέλλοντας τον θάνατο της ροκ

Τρίτη, 22 Μαρτίου 2011 11:04 μμ |

alt

Είναι ένας ισχυρισμός που έχει ακουστεί επανειλημμένα στο παρελθόν, όμως τα πρόσφατα στοιχεία που βγήκαν στη δημοσιότητα φαίνεται να τον επιβεβαιώνουν: το ροκ εν' ρολ πεθαίνει. Την περασμένη χρονιά ο αριθμός των ροκ τραγουδιών στον κατάλογο πωλήσεων των σινγκλ έπεσε στο πιο χαμηλό επίπεδο των τελευταίων 50 χρόνων, με μόνο τρία κομμάτια στη λίστα των 100 τραγουδιών που έκαναν τις μεγαλύτερες πωλήσεις στη Βρετανία.

Το ποσοστό των ροκ τραγουδιών έπεσε από το 27% το 2008 στο 13% το 2009 για να φτάσει στο θλιβερό 3% πέρσι - πολύ πίσω από το χιπ-χοπ και την R'n'B (47%), την ποπ (40%) και την dance (10%), σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσε το Music Week.

Η είδηση ότι το ροκ τραγούδι με τις μεγαλύτερες πωλήσεις ήταν το «Don't Stop Believing», ένα κομμάτι των βετεράνων Journey με ηλικία 30 χρόνων, το οποίο έγινε δημοφιλές εξαιτίας της αμερικανικής τηλεοπτικής σειράς Glee, πρόσθεσε άλλη μια νότα απαισιοδοξίας. «Είναι το τέλος της ροκ εποχής. Τελείωσε με τον ίδιο τρόπο που τελείωσε και η εποχή της τζαζ», είπε ο βετεράνος DJ και «καθηγητής της ποπ» Πολ Γκαμπατσίνι. «Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα υπάρξουν κι άλλοι καλοί ροκ μουσικοί, αλλά το ροκ ως κυρίαρχο στυλ ανήκει πια στην ιστορία της μουσικής».

Το πρόβλημα οφείλεται, εν μέρει, στις δισκογραφικές, που επενδύουν λιγότερο στα ταλέντα του μέλλοντος και περισσότερο σε άμεσα κερδοφόρους καλλιτέχνες, όπως οι σταρ του Xfactor, υποστηρίζει ο Γκαμπατσίνι. «Λυπάμαι για τους ροκ καλλιτέχνες σήμερα, γιατί οι δισκογραφικές κυνηγάνε το βραχυπρόθεσμο κέρδος και όχι τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη».

Τα άλλα δύο ροκ κομμάτια που πέρασαν στο Top 100 της περυσινής χρονιάς ήταν το «Train» των Soul Sister και το «Dog Days Are Over» των Florence + the Machine.

Υπάρχουν ροκ συγκροτήματα που εξακολουθούν να τα πηγαίνουν πολύ καλά, όμως ανήκουν στην παλιά φρουρά. Οι Bon Jovi ήταν το συγκρότημα που είχε τις περισσότερες εισπράξεις από συναυλίες το 2010, συγκεντρώνοντας 201,1 εκατομμύρια δολάρια από εισιτήρια. Ωστόσο, ο αρχηγός τους είναι ήδη 48 ετών και, σύμφωνα με μια πρόσφατη έρευνα, το 40% των επικεφαλής των δημοφιλέστερων ροκ συγκροτημάτων θα έχουν περάσει τα 60 τους την επόμενη χρονιά.

Ωστόσο, η ροκ μουσική πάει πολύ καλύτερα όσον αφορά τα άλμπουμ. Τα ροκ συγκροτήματα είχαν το 27% των άλμπουμ με τις μεγαλύτερες πωλήσεις το 2010, μια μόνο μονάδα λιγότερο από το 2009. Αυτό εν μέρει οφείλεται στο ότι οι οπαδοί του ροκ είναι πιο πιθανό να αγοράσουν άλμπουμ παρά σινγκλ. Συνολικά, όμως, οι πωλήσεις των άλμπουμ, ψηφιακών και κανονικών, πέφτουν από χρονιά σε χρονιά, ενώ αυξάνεται το παράνομο downloading τραγουδιών.

Δεν είναι λίγοι, πάντως, εκείνοι που διατηρούν την ελπίδα αναγέννησης. Οπως λέει ο Πολ Στόουκς, συντάκτης του New Music Express, «η μουσική είναι κυκλική υπόθεση. Μας έχουν πει και άλλοτε ότι πέθανε το ροκ -στα τέλη του '80 και του '90- αλλά το είδαμε να επανέρχεται».

Η οικονομική κρίση μπορεί επίσης να επιταχύνει την αναγέννηση, σύμφωνα με τον Μάρτιν Τάλμποτ, διευθυντή της Official Charts Company. «Η πιο ενδιαφέρουσα και προκλητική ροκ μουσική αναδύεται μέσα από περιόδους οικονομικής λιτότητας και συντηρητικών κυβερνήσεων. Και τώρα διανύουμε μια τέτοια περίοδο».


The Guardian

http://trans.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_qsite2_1_14/02/2011_378148



Άρωμα βινυλίου

Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2011 10:29 μμ |

alt

Coleman Hawkins Encounters Ben Webster

Τά κομμάτια του δίσκου:

1) Blues For Yolande
2) It Never Entered My Mind
3) Rosita
4) You'd Be So Nice To Come Home To
5) Prisoner Of Love
6) Tangerine

7) Shine On Harvest Moon

Η ηχογράφηση έγινε στην ετικέτα της Verve
Έτος : 1959
Συμμετέχουν :
Coleman Hawkins - tenor saxophone
Ben Webster - tenor saxophone
Herb Ellis - guitar
Ray Brown - bass
Alvin Stoller - drums
Oscar Peterson - piano

Η παρουσίαση αυτού τού δίσκου, γίνεται με την προσδοκία, ν'ακουστεί από όσο γίνεται περισσότερους
φίλους της καλής μουσικής. Στό εξώφυλλο, φιγουράρουν τα γελαστά πρόσωπα τών δύο γιγάντων
τής Jazz με τα σαξόφωνά τους ανα χείρας.

Με τις πρώτες νότες, σού γίνεται κατανοητό, οτι πρέπει να κλείσεις τα μάτια και να συγκεντρωθείς σ'αυτό
πού αφορά μόνο την αίσθηση της ακοής.! Το ρυθμικό μέρος ξεκινάει καί καταλαβαίνεις οτι προετοιμάζει
την ''πάσα'' στον σολίστα. Το τενόρο σαξόφωνο του C.Hawkins, αρχίζει να παίζει, ξεδιπλώνοντας, την
απίθανη μελωδία τού ''Blues For Yolande''. Ο Ben Webster κρατάει ένα σεκόντο στο θέμα και σταματάει
περιμένοντας. Όταν τελειώνει ο αυτοσχεδιασμός του C.Hawkins, αμέσως ξεκινάει κι αυτός με τη σειρά του,
παίζοντας την ίδια μελωδία, πού όμως είναι αρκετά διαφορετική σε ύφος. Το εξεραιτικό αυτό blues,
τελειώνει με τα δύο σαξόφωνα να παίζουν μαζί.

Όταν καί η τελευταία νότα σβήνει, το μυαλό ανατρέχει στόν τίτλο του δίσκου. ''Coleman Hawkins 
Encounters Ben Webster.'' Δηλαδή ο ένας συναγωνίζεται τόν άλλον. Τότε αντιλαμβάνεσαι, οτι σε κάθε κομμάτι, θα πρέπει να ψηφίζεις την καλύτερη εκτέλεση από τα δύο σαξόφωνα.!

Τίς σκέψεις αυτές, τις σβήνουν οι πρώτες γλυκές νότες του Oscar Peterson, και μετά από έξι μέτρα
η Θεϊκή εισαγώγή του B.Webster στό ''It never entered my mind''.!!! Ο τίτλος με καλύπτει πλήρως,!
ποτέ δεν μού πέρασε απ'το μυαλό, οτι το αγαπημένο αυτό jazz standard μπορεί ν'ακουστεί έτσι.!!!!!
Ερωτισμός και παράπονο, γιά τη χαμένη αγάπη. Γλύκα καί δάκρυ, γιά τη θύμισή της.! Στό τελευταίο
φύσημα, δεν ακούγεται φθόγγος, μόνο ένα μακρόσυρτο φφφφφφφφ.! Ανασηκώνεσαι, λές κι εσύ ούφ.!
Έχω σκεφτεί, οτι ο C.Hawkins θα είχε εκνευριστεί, όσο άκουγε τί έπαιζε ο φίλος του. Δέν εξηγείται
διαφορετικά το τι ακολουθεί.!!! Αρχίζει η ίδια μελωδία και κάθε νότα, είναι μπακλαβάς σιροπιαστός,
μόνο που ο C.Hawkins τον βουτάει στο βάζο με το μέλι.!!!! Εδώ, κάθε τελείωμα φράσης έχει φφφφφφ.!!!
Έχω πολλούς προσωπικούς δίσκους του C.Hawkins, σε κανέναν δεν έχει παίξει έτσι.!
-It never entered my mind-!

Στο ''Rosita'' που ακολουθεί, ο Alvin Stoller δίνει το ρυθμό του bolero και μετά την πολύ όμορφη
εισαγωγή, αλλάζει το ρυθμό σε mid tempo, γιά να ανοίξουν οι μελωδικές νότες τών πνευστών.
Στήν επόμενη σύνθεση τού Cole Porter: ''You'd be so nice to come home to'' πάλι μπαίνει πρώτος
ο B.Webster και γι'άλλη μιά φορά πρέπει να επιλέξεις στο τέλος τόν καλύτερο μελωδό.
Η συνέχεια είναι ανάλογη, κάθε κομμάτι πού ακολουθεί, είναι κι ένας πίνακας, ζωγραφισμένος με το στόμα
Ακούγονται τά υπέροχα : ''Prisoner Of Love'', ''Tangerine'' και ''Shine On Harvest Moon'' πού 
βέβαια είναι στό ίδιο κλίμα. Μία ενότητα με jazz μπαλάντες παιγμένες από τούς γίγαντες τού είδους.

 

Υπάρχουν πολλοί δίσκοι, στούς οποίους οι καλλιτέχνες συναγωνίζονται στίς τεχνικές δεξιότητες.
Θυμηθείτε στο ''Made in Japan'' τον Gillan με τον Blackmore γιά παράδειγμα. Εδώ όμως ο συναγωνισμός
γίνεται στό συναίσθημα, γι'αυτό όλο το έργο, αποκτά ξεχωριστή αξία.

Δέν θα πρέπει να ξεχάσω ν'αναφερθώ στούς μουσικούς τού ρυθμικού σχήματος, οι οποίοι είναι η παλέτα,
πού πάνω της απλώνονται τα ηχοχρώματα των δύο σαξοφώνων. Η επιλογή τους δέν ήταν καθόλου τυχαία.
Ο Ray Brown την εποχή εκείνη, ήταν ο καλύτερος μπασίστας στήν πιάτσα καί βασικό μέλος της ορχήστρας
του Duke Ellington. Ο Oscar Peterson είχε το χάρισμα της γλυκήτητας, εκτός της εκπληκτικής του 
δεξιοτεχνίας και έτσι έδενε στο ύφος της μουσικής, που θα παιζόταν στο στούντιο. Ο Alvin Stoller στα ντράμς
είναι συγκρατημένος και αφήνει όλο το χώρο στούς σολίστες, πράγμα που λίγοι ντράμερ πετυχαίνουν. Όταν 
χρειάζεται όμως, όπως π.χ. στο : ''Rosita'' περνάει μπροστά καί διαμορφώνει το θέμα, βάζοντας τη δική του
σφραγίδα. Στήν κιθάρα (Herb Ellis), δέν έχει δοθεί κάποιο ιδιέταιρο σόλο, κρίνεται όμως απαραίτητη η παρουσία της
στο ηχητικό σύνολο κι έτσι η ενορχήστρωση ακούγεται πλήρης. - Δεν υπάρχουν στοιχεία γι'αυτήν. - Όλα
τα κομμάτια είναι στο ίδιο κλίμα κι έτσι ο δίσκος ακούγεται σαν ''concept'' έργο. Με λίγα λόγια, μια σουίτα
jazz σε 7 μέρη.!

Άν κάποιος με ρωτούσε, ποιοί είναι για σένα οι 5 καλύτεροι δίσκοι jazz; θα τού έλεγα:

1) Coleman Hawkins Encounters Ben Webster
2) John Coltrain & Johnny Hartman
3) Miles Davis - Kind Of Blue
4) Kenny Burrell - Midnight Blue
5) Charlie Rouse - Bossa Nova Bacchanal

Μεταξύ εκατοντάδων αναπληρωματικών.!!!



Πηγή: http://www.musicheaven.gr/html/modules.php?name=News&file=article&sid=2370#ixzz1GELazFAo


30-11-1982

Τρίτη, 30 Νοεμβρίου 2010 1:21 πμ |

30-11-1982

Μάικλ Τζάκσον κυκλοφορεί το άλμπουμ με τις μεγαλύτερες πωλήσεις όλων των εποχών,το Thriller.

 alt

Ο θάνατός του συγκλόνισε όλον τον μουσικό κόσμο και έδωσε τέλος σε μία μακροχρόνια καριέρα γεμάτη δόξα, επιτυχίες, αλλά και μπόλικα σκάνδαλα. Τοφαινόμενο Μάικλ Τζάκσον -γιατί περί αυτού πρόκειται- πέρασε σαν σίφουνας από την δεκαετία του '80 κάνοντας εκατομμύρια πωλήσεις παγκοσμίως, για να καταλήξει την δεκαετία του '90 να ταλαιπωρείται από δεκάδες πλαστικές επεμβάσεις, κατηγορίες για αποπλάνηση ανηλίκων και ένα σωρό ακόμα σκάνδαλα που έδωσαν κατά καιρούς "τροφή" στα tabloids και τους παπαράτσι. 

Γεννημένος στις 29 Αυγούστου του 1958 στο Γκάρι της Ιντιάνα, ξεκίνησε την καριέρα του σαν τραγουδιστής με το συγκρότημα Jackson Five στο πλευρό των αδερφών του στα τέλη της δεκαετίας του '60. Όλοι τότε μιλούσαν για ένα «παιδί θαύμα» με χαρακτηριστική φωνή και κίνηση. Το πρώτο σίνγκλ από το ντεμπούτο του συγκροτήματος "I Want You Back", έγινε τεράστια επιτυχία και εκτόξευσε την δημοσιότητα του πιτσιρικά Jackson στα ύψη μόλις το 1969 και σε ηλικία 11 χρονών. Όντας ακόμα μέλος των Jackson 5, το 1971 ξεκίνησε τις πρώτες σόλο ηχογραφήσεις. Το "Ben" υπήρξε το πρώτο σόλο του άλμπουμ για την ομώνυμη ταινία του 1972. Το 1975 το συγκρότημα αποχώρησε από τη εταιρεία Motown και εντάχθηκε στο δυναμικό της Epic αλλάζοντας το όνομα σε Jacksons. 

Το 1979 κυκλοφορεί το Off the Wall, το οποίο μπορεί να μην ήταν το πρώτο του σόλο άλμπουμ, αλλά ουσιαστικά σηματοδότησε την έναρξη της συνεργασίας του με τον παραγωγό Quincy Jones. Ένας νέος ποπ σταρ γεννιόταν και το άστρο του θα έλαμπε για πολλά χρόνια ακόμα. Τότε τραγουδούσε το ''Don't Stop Til You Get Enough,'' και όπως όλα έδειξαν, τρεις δεκαετίες μετά οι θαυμαστές του δεν σταμάτησαν να τραγουδούν τα κομμάτια του. 

alt

Το 1982 έκανε το μεγάλο «μπαμ». Πάλι σε παραγωγή του Quincy Jones, ο Τζάκσον κυκλοφόρησε το θρυλικό "Thriller", ένα άλμπουμ το οποίο περιείχε τρία από τα πιο γνωστά κομμάτια του που έμειναν στην ιστορία. Το 'Billie Jean,'' το ''Beat It'' και το ομώνυμο ''Thriller,'' λατρεύτηκαν όσο τίποτα άλλο από τους θαυμαστές του και εκτόξευσαν τις πωλήσεις του άλμπουμ στα ύψη. Το Thriller κατέκτησε τον τίτλο του πρώτου σε πωλήσεις δίσκου στην ιστορία παραμένοντας μέχρι και σήμερα το άλμπουμ με τις μεγαλύτερες πωλήσεις όλων των εποχών, σύμφωνα με το Guinness World Records. Έμεινε στην κορυφή του Billboard album chart για 37 εβδομάδες, κέρδισε 7 βραβεία Grammy και 7 τραγούδια του ανέβηκαν στο top-10. Ο Βασιλιάς της Ποπ είχε ήδη κατακτήσει το στέμμα του. Αλλά δεν σταματάει εδώ. Το 1983 κλέβει την παράσταση στο Motown 25 TV specialχρησιμοποιώντας την χαρακτηριστική «κυλιόμενη» κίνηση προς τα πίσω, η οποία θα γίνει αργότερα γνωστή ως moonwalking, και θα τον καθιερώσει ως έναν από τους μεγαλύτερους περφόρμερς. 

Το 1985 γράφει μαζί με τον Lionel Richie την επιτυχία "We are the world" και καλεί στο πλευρό του την dream team της τότε μουσικής σκηνής. Τα έσοδα από τις πωλήσεις του κομματιού διατέθηκαν στο κίνημα για τα παιδιά της Αφρικής. Στο κομμάτι τραγούδησαν μεταξύ άλλων οι Dan Aykroyd, Harry Belafonte, Lindsey Buckingham, Kim Carnes, Ray Charles, Bob Dylan, Stevie Wonder, Tina Turner και Diana Ross. 

Πέντε χρόνια μετά το φαινόμενο του Thriller, ο Μάικλ επιστρέφει με νέο look και ...; άγριες διαθέσεις. Το "Bad" μπορεί να μην πλησίασε σε πωλήσεις το προηγούμενο άλμπουμ, αλλά έμεινε και αυτό στην ιστορία με κλασσικά κομμάτια όπως τα ''Smooth Criminal,'' ''Man in the Mirror,'' και ''The Way You Make Me Feel'', που έγιναν τα hits της εποχής και παίζονταν σε όλα τα ραδιόφωνα. 


Το σκαθάρι που δεν γέρασε ποτέ

Κυριακή, 10 Οκτωβρίου 2010 2:53 μμ |

«Δεν νιώθω σαν να έχουν περάσει τριάντα χρόνια από τη δολοφονία του, μου φαίνεται σαν ακόμα και χθες να ήταν δίπλα μου», έλεγε η Γιόκο Ονο σε μια πρόσφατη επίσκεψή της στις γειτονιές του Λίβερπουλ που έζησε ως παιδί ο Τζον. Επισκέφθηκε και το σχολείο του, εκεί όπου υπάρχει ακόμα το χειρόγραφο εγγραφής του τραγουδοποιού με το όνομα και τη διεύθυνσή του.

Η 77χρονη Γιόκο προετοιμάζει και μια σειρά εκδηλώσεων στην Ισλανδία προς τιμήν του Λένον. Θα φωταγωγήσει το «Imagine Peace Tower», έναν πύργο που η ίδια έστησε ως φόρο τιμής. Ο πύργος αποτελεί στην ουσία μια στήλη φωτός, που ξεπηδά μέσα από μια λευκή πέτρινη βάση και βρίσκεται στο νησί Βιντέι κοντά στο Ρέικιαβικ. Θα παίξει και η μπάντα της Γιόκο Ονο, αλλά αυτό δεν ξέρω αν είναι καλό ή κακό, κρίνοντας από τα ακραία ηχητικά, αβανγκάρντ, κομμάτια που υπογράφει η ίδια. Εκεί, στην Ισλανδία, θα απονεμηθούν και τα Peace Awards στον σκηνοθέτη του Gasland Τζον Φοξ, τον συγγραφέα Michael Pollan, τη συγγραφέα και ακτιβίστρια Alice Walker και την επίσης ακτιβίστρια Barbara Kowalcyk. Ο γιος του, Τζούλιαν Λένον, θα βρίσκεται, πάντως, στο Λίβερπουλ για τα αποκαλυπτήρια του Peace And Harmony μνημείου.

Και φυσικά θα έχουμε και πολλές συναυλίες απόψε - στο www.imaginepeace.com υπάρχει το πλήρες πρόγραμμα. Στο Beacon Theatre της Νέας Υόρκης στήνεται το All Star Tribute Concert με τους Τζάκσον Μπράουν, Πάτι Σμιθ, Σίντι Λόπερ κ.ά. Στο Χόλιγουντ θα έχουμε την Imagine There's Νο Hunger συναυλία, ενώ ένα ακόμα tribute concert διοργανώνεται στο Λίβερπουλ με ανοιχτό ακόμα line up. Στη Νέα Υόρκη θα προβληθεί και το ντοκιμαντέρ LENNONYC με υλικό από τη ζωή του στη Νέα Υόρκη.

Ο δολοφόνος του Λένον, πάντως, ο Μαρκ Τσάπμαν, ακόμα και να ήθελε δεν θα μπορούσε να παρευρεθεί στις εκδηλώσεις. Η Επιτροπή Απονομής Χάριτος της Πολιτείας της Νέας Υόρκης απέρριψε την αίτηση αποφυλάκισης, που κατέθεσε πριν από μερικές εβδομάδες, επικαλούμενη «ανησυχίες για την αδιαφορία του απέναντι στους κανόνες της κοινωνίας και στην ιερότητα της ανθρώπινης ζωής». Ανάμεσα στις επιστολές που έφτασαν ενάντια στην αποφυλάκισή του ήταν και αυτή της Γιόκο Ονο, στην οποία επισήμαινε πως ο Τσάπμαν αποτελεί απειλή για την ίδια και τους δύο γιους του Λένον.

Η απορία πάντως δεν θα μας λυθεί ποτέ, όπως συμβαίνει άλλωστε με όλους τους καλλιτέχνες που έφυγαν νωρίς από τη ζωή.

Πώς θα ήταν άραγε ο Τζον Λένον σήμερα; Σε πόσο υψηλό επίπεδο θα είχε διατηρήσει την έμπνευσή του; Θα είχε στερέψει; Ή μήπως θα είχε μετατραπεί σε έναν ακτιβιστή των σαλονιών, να χαριεντίζεται με προέδρους κρατών σε διεθνή φόρα; Και πώς θα έβλεπε μουσικά φαινόμενα τύπου Lady Gaga; Θα έμπαινε και αυτός στον πειρασμό να επανασυνδέσει τους Beatles, όπως κάνουν σχεδόν όλοι; *

Oh Yoko, Dear Yoko

Αποσπάσματα από τη βιογραφία του Λένον που έγραψε η Ελίζαμπεθ Πάτριτζ. Κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Αγκυρα.

«Υπήρχε κι άλλο ένα πρόβλημα με τη μετακόμιση του Τζον Λένον στο Λος Αντζελες, μακριά από τη Γιόκο Ονο. Δεν θα τα έβγαζε πέρα μόνος του. Ολη τη ζωή του, κάποιοι άλλοι κάλυπταν τις βασικές ανάγκες του. Δεν ήξερε να ψωνίζει, να πλένει τα ρούχα του ή να σηκώνει χρήματα από την τράπεζα. Δεν είχε οδηγήσει ποτέ στην Αμερική και δυσκολευότανε να κάνει ακόμα και απλά τηλεφωνήματα.

Η Γιόκο βρήκε λύση: την 22χρονη βοηθό τους, Μάι Πανγκ. Ηταν εξαιρετικά ευσυνείδητη, λάτρευε τον Τζον και τη μουσική του. Η Μάι δεν κάπνιζε, δεν έπινε, δεν έπαιρνε ναρκωτικά. Η Γιόκο πρότεινε να συνοδεύσει η Μάι τον Τζον στο Λος Αντζελες και μετά προχώρησε κι ένα βήμα παραπάνω: τους παρότρυνε να γίνουν εραστές. Εξάλλου, αυτό ήταν καλύτερο από το να πέφτει στο κρεβάτι κάθε βράδυ και με διαφορετική θαυμάστριά του».

«Από τα λεγόμενα του Πολ Μακάρτνεϊ ήταν φανερό ότι οι Beatles ανήκαν στο παρελθόν. Ο Τύπος αφηνίασε. Η διάλυση των Beatles έγινε πρωτοσέλιδο στις εφημερίδες όλου του κόσμου και προκάλεσε ραδιοφωνικά και τηλεοπτικά σχόλια. Ο Τζον έγινε έξαλλος με αυτόν τον υποσκελισμό. Οργάνωσε μία συνέντευξη και δήλωσε ότι ο Πολ δεν μπορούσε να φύγει από την ορχήστρα, αφού ο ίδιος τον είχε απολύσει. Σε μία συνέντευξη ο Πολ απάντησε καυστικά: "Ο Τζον ερωτεύθηκε τη Γιόκο και έπαψε να είναι ερωτευμένος με τους υπόλοιπους τρεις μας".

alt

Κάποιος έπρεπε να αναλάβει την ευθύνη. Ο Τύπος συμφώνησε με τον Πολ: το πρόβλημα ήταν η Γιόκο. Αν δεν είχε φλερτάρει τον Τζον, εκείνος δεν θα είχε περάσει σε αυτή την ακατανόητη πρωτοποριακή φάση του και οι Beatles -ακόμα και ο γάμος του με τη Σίνθια- θα είχαν διατηρηθεί ανέπαφοι. Τα σχόλια του Τύπου σε βάρος της Γιόκο ήταν ρατσιστικά, γεμάτα χολή. Αυτή ήταν η αρχή ενός μακροχρόνιου και γεμάτου πίκρα "διαζυγίου" με μηνύσεις και κόντρα μηνύσεις, καθώς οι Beatles προσπαθούσαν να αποδεσμευτούν από τις υποχρεώσεις των συμβολαίων τους και να αντιμετωπίσουν τα πληγωμένα και θυμωμένα συναισθήματά τους».

Σαράντα χρόνια Λένον

1968: Συνδέεται με τη Γιόκο Ονο. Παντρεύτηκαν στις 20 Μαρτίου του 1969.


23 Μαρτίου 1969: Ξαπλωμένοι στο κρεβάτι του δωματίου 902 στο Χίλτον του Αμστερνταμ, διαμαρτύρονται ενάντια στη βία.


4 Ιουλίου 1969: Κυκλοφορεί το «Give Peace Α Chance».


10 Απριλίου 1970: Ο Πολ Μακάρτνεϊ εγκαταλείπει τους Beatles.


1971: Κυκλοφορεί το «Imagine», το πιο εμπορικό άλμπουμ στη σόλο καριέρα του Λένον. Μετακομίζει στη Νέα Υόρκη.


8 Δεκεμβρίου 1980: Ο Μαρκ Τσάπμαν τον δολοφονεί με τέσσερις σφαίρες έξω από το σπίτι του, στη Νέα Υόρκη.

Χρόνια πολλά  Τζόν, και οπως έλεγες «Είναι ώρα για δράση και η δράση είναι ειρήνη!»


Το «λιοντάρι του Καμερούν» επιστρέφει

Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2010 4:57 πμ |

alt


Ενας από τους σπουδαιότερους μουσικούς της αφρικανικής ηπείρου- και όχι μόνο-, ο σαξοφωνίστας Μανού Ντιμπάνγκο, ο αποκαλούμενος και «λιοντάρι του Καμερούν», θα βρεθεί για μία ακόμη φορά στην Αθήνα προκειμένου να παρουσιάσει συνθέσεις-σταθμούς της πολύχρονης και επιτυχημένης καριέρας του. 

Ο Μανού Ντιμπάνγκο υπήρξε ένας από τους πρωτοπόρους αφρικανούς μουσικούς που επαναπροσδιόρισαν την τζαζ «μεταφέροντάς» τη στις ιστορικές ρίζες της. Σημειώνοντας πωλήσεις τις οποίες θα ζήλευαν και οι πιο διάσημοι ποπ σταρ, κατάφερε μέσα από μια σειρά σημαντικά άλμπουμ, με πιο γνωστό το «Soul Μakossa» του 1972, να κάνει γνωστό τον ήχο του σαξοφώνου του σε ολόκληρο τον πλανήτη. 

Γεννημένος πριν από 76 χρόνια στο Καμερούν, άρχισε να σπουδάζει πιάνο σε πολύ μικρή ηλικία. Η καριέρα του ξεκίνησε ουσιαστικά τη δεκαετία του 1950 από τις Βρυξέλλες και το Παρίσι, το οποίο ήδη από τότε θεωρούνταν το κέντρο του κόσμου αναφορικά με τον έθνικ ήχο. 

Iκανότατος μουσικός, που μπορούσε με μεγάλη ευκολία να μεταπηδά από την τζαζ στη σόουλ και από εκεί στη ρέγκε, στα σπιρίτσουαλ και στα μπλουζ, ο Μανού Ντιμπάνγκο συνεργάστηκε στη διάρκεια της μεγάλης πορείας του με δεκάδες άλλους σπουδαίους καλλιτέχνες, όπως η Μίριαμ Μακέμπα , η Ανζελίκ Κιτζό, ο Ντον Τσέρι, ο Φέλα Κούτι, οΜορί Καντέ, αλλά και ο Ρέι Λέμα. Μαζί με τον τελευταίο θα τον απολαύσουμε αυτή τη φορά στην Αθήνα. 

Ο Ρέι Λέμα ξεκίνησε παίζοντας όργανο σε εκκλησίες της Κινσάσα και στη συνέχεια σε διάφορα κλαμπ του Ζαΐρ, όπου έδειξε τη σαφή προτίμησή του στη ροκ μουσική της δεκαετίας του 1970 και στα ηλεκτρικά μπλουζ του Τζίμι Χέντριξ και λιγότερο στα σούκου, το ιδίωμα της περιοχής. Το 1974 ανέλαβε τη διεύθυνση του Εθνικού Μπαλέτου του Ζαΐρ και στη συνέχεια ηχογράφησε μερικούς από τους σημαντικότερους τζαζ-world δίσκους της τελευταίας εικοσαετίας. 


Πού και πότε


* Gazarte (Βουτάδων 32, Γκάζι) 


* Στις 10, 11 και 12 Φεβρουαρίου 


* Τιμές εισιτηρίων: 50, 45, 40 και 30 (όρθιοι) ευρώ 


* Προπώληση: www.i-ticket.gr


Για πάντα νέος

Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2010 8:31 μμ |

alt


Αλλος ένας χρόνος τελειώνει, μάλιστα σύντομα θα περάσουμε σε μια νέα δεκαετία, και σαν να μην άλλαξε τίποτα, το συγκρότημα των Beatles καταφέρνει να κυριαρχεί στη μουσική σχεδόν 40 χρόνια μετά την επίσημη διάλυσή του.

Αυτό που δεν είχε απασχολήσει ιδιαίτερα αυτούς που ασχολούνταν με τη μουσική του συγκροτήματος, ήταν η ικανότητά τους να ανακαλύπτουν νέα ταλέντα. Αναφέρομαι, βέβαια, στην περίοδο που δημιούργησαν την εταιρεία Apple, στα τέλη της δεκαετίας του '60, και οι αρχικές επιλογές τους ήταν ονόματα όπως οι Mary Hopkin, Jackie Lomax, Billy Preston, Badfinger, Hot Chocolate, ο συνθέτης κλασικής μουσικής John Tavener και ο James Taylor.

Οι περισσότεροι από αυτούς διακρίθηκαν ιδιαίτερα, αλλά οι δύο τελευταίοι κατάφεραν να είναι στην επικαιρότητα ακόμα και σήμερα, αρκετές δεκαετίες μετά την πρώτη τους εμφάνιση, αποδεικνύοντας ότι εκτός από το μουσικό τους ταλέντο, τα μέλη των Beatles είχαν και μουσική άποψη για τις καλλιτεχνικές αξίες. Ο James ήταν μάλιστα ο πρώτος καλλιτέχνης που υπέγραψε στην Apple.

Ο James Taylor έγινε μεγάλο αστέρι στον μουσικό χώρο όταν ακόμα ήταν 20 ετών. Συγκεκριμένα, το 1968 κυκλοφόρησε το πρώτο του άλμπουμ με τίτλο το όνομά του. Στα πρώτα του τραγούδια, που ηχογραφήθηκαν με παραγωγό τον φίλο τού Paul McCartney, Peter Asher, ο Taylor, με την πλούσια εκφραστική φωνή του, τραγουδά για τη ζωή και τον έρωτα, αρχίζοντας το πολύχρονο ταξίδι του στα μονοπάτια της μουσικής φολκ. Ο McCartney συμμετέχει σ' αυτό το άλμπουμ παίζοντας μπάσο στο κλασικό Carolina On My Mind. Στο ίδιο τραγούδι έπαιζε και ο George Harrison, που άκουσε μάλλον το Something In The Way She Moves, που υπάρχει στο πρώτο άλμπουμ του τραγουδοποιού, κι έγραψε το δικό του Something.

Σπουδάζοντας μουσική θεωρία, ο James, αρχικά ασχολούνταν με το cello, αλλά η αδιαφορία των φίλων του γι' αυτό το έγχορδο όργανο τον έκανε να στραφεί στην κιθάρα, που από τότε είναι ο αχώριστος σύντροφός του.

Μεγαλωμένος σε μια οικογένεια που περιλάμβανε αρκετά ακόμα ταλαντούχα αδέλφια, ο μεγάλος τραγουδοποιός είχε την ευκαιρία να περνάει τον καιρό του σε δύο διαφορετικές τοποθεσίες της αμερικανικής γης. Τα καλοκαίρια του ήταν γεμάτα από τη θαλάσσια αύρα της Νέας Αγγλίας και ο χρόνος περνούσε ανέμελα στο παραλιακό Martha's Vineyard, περιοχή όπου έκαναν τις διακοπές τους όλοι σχεδόν οι επιφανείς Αμερικανοί συμπεριλαμβανομένων και των εκάστοτε προέδρων της χώρας.

Τον χειμώνα η οικογένεια έμενε στο 28 δωματίων σπίτι της στη Βόρεια Καρολίνα, κοντά στο πανεπιστήμιο, όπου ο πατέρας του ήταν γνωστό μέλος της ιατρικής κοινωνίας.

Ενας από τους παιδικούς του φίλους στο Martha's Vineyard, όταν ήταν 15 ετών, ήταν ο Danny Kootch (Danny Kortchmar). Μαζί του ο James έφτιαξε το συγκρότημα Flying Machine και σε ηλικία 18 ετών έπαιζαν σε διάφορους χώρους της Νέας Υόρκης, ζώντας βασικά από τα χρήματα των γονέων τους.

Ομως η ζωή στην αμερικανική μεγαλούπολη τον οδήγησε στον κόσμο των ναρκωτικών και σύντομα το 1968 αποφάσισε να πάει στο Λονδίνο, μήπως και καταφέρει να απεξαρτηθεί από τις κακές του συνήθειες, που γίνονταν όλο και πιο επικίνδυνες, αφού η ηρωίνη είχε μπει για τα καλά στη ζωή του, σ' έναν δρόμο χωρίς επιστροφή.

Οι εμπειρίες του από αυτή την περίοδο έγιναν τραγούδι και ο James ζητάει τη βοήθεια του Ιησού για να γλιτώσει, στη μεγάλη επιτυχία του Fire And Rain. Αρχικά, την έκκληση βοηθείας απηύθυνε στη Maggie, αλλά επειδή υπήρχε αναφορά και σε άλλη γυναίκα στο ίδιο τραγούδι, ο McCartney του συνέστησε ότι δεν είναι σωστό να αναφέρει δύο γυναίκες στο ίδιο τραγούδι. Η άλλη ήταν η Suzanne, για την οποία δεν έχει διευκρινιστεί η ταυτότητά της, αν και λέγεται ότι ήταν μία από τις γνωριμίες του στην κλινική, που αυτοκτόνησε. Το Fire And Rain είχε γραφτεί σε τρία στάδια, με το πρώτο μέρος του να γράφεται στο Λονδίνο, το δεύτερο σε κλινική του Μανχάταν και το τρίτο και τελευταίο σε κέντρο αποτοξίνωσης στη Μασαχουσέτη.

Μετά την ολιγόμηνη παραμονή του στο Λονδίνο, όπου είχε πάει για να ξεφύγει από τα προβλήματά του και να παρουσιάσει τα τραγούδια στην Apple, ο James θα κυκλοφορήσει το πρώτο του άλμπουμ και θα επιστρέψει στη Νέα Υόρκη, όπου και θα παραμείνει για αρκετό διάστημα σε κλινική απεξάρτησης από τα ναρκωτικά. Με την έξοδό του θα ηχογραφήσει το Sweet Baby James, που θα τον κάνει γνωστό σε ολόκληρο τον κόσμο.

Ηταν από τους πρώτους συνθέτες που ερμήνευαν οι ίδιοι τα τραγούδια τους, μέχρι τότε κυριαρχούσαν τα συγκροτήματα ή οι γνωστοί συνθέτες έγραφαν τραγούδια για άλλους. Με την επιτυχία του Fire And Rain ακολούθησαν οι Elton John, Carly Simon, Billy Joel κ.ά.

Το Mud Slide Slim And The Blue Horizon του 1971 θα τον επιβάλει οριστικά χάρη στη διασκευή του στο You've Got Α Friend της φίλης του Carole King, που θα γίνει Νο 1 το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς. Η πρώτη ερμηνεία του τραγουδιού υπήρχε στο άλμπουμ του συγκροτήματος The City, με το οποίο η Carole κυκλοφόρησε το άλμπουμ Now That Everything's Been Said, που πέρασε απαρατήρητο και λίγο αργότερα το ηχογράφησε ξανά για το άλμπουμ της Tapestry.

Αξίζει να αναφερθεί στην ίδια περίοδο η συμμετοχή του στο άλμπουμ τού Neil Young, Harvest, όπου μαζί με τη Linda Ronstadt κάνουν φωνητικά στα Heart Of Gold και Old Man.

Την επόμενη χρονιά, εξαιτίας του γάμου του με την Carly Simon θα αρχίσει να απασχολεί και τις στήλες των περιοδικών ευρείας κατανάλωσης μαζί με αυτές των εφημερίδων, λόγω των πολιτικών του δραστηριοτήτων, μια και από τότε είχε έντονη παρουσία στα κοινά.

Η όχι και τόσο συχνή παρουσία του με νέους δίσκους, μια και κυκλοφορούσε συνήθως καινούριο άλμπουμ στην καλύτερη περίπτωση κάθε 4-5 χρόνια, δεν στάθηκε εμπόδιο η καλλιτεχνική του πορεία να δώσει το όνομα σε αυτό που, εδώ και αρκετές δεκαετίες, ο κόσμος και οι ειδικοί της μουσικής αποκαλούν συνθέτης-τραγουδιστής, αφού η αναφορά αυτού του όρου αυτομάτως παραπέμπει στον James Taylor.

Στις αρχές της δεκαετίας του '80 συμβαίνουν αρκετές σημαντικές αλλαγές στη ζωή του: χωρίζει με την Carly Simon, με την οποία είχαν αποκτήσει δύο παιδιά, πεθαίνουν οι δύο καλύτεροι φίλοι του, ο John Belushi και ο Dennis Wilson των Beach Boys, καταφέρνει να απομακρυνθεί οριστικά από τα ναρκωτικά και αφοσιώνεται στα παιδιά του. Στα μέσα της δεκαετίας θα παντρευτεί την ηθοποιό Kathryn Walker.

Τα σημαντικότερα τραγούδια που κυκλοφόρησε στη δεκαετία του '70, έχουν συγκεντρωθεί στο άλμπουμ Greatest Hits, που σταθερά από τότε είναι στα πιο πετυχημένα, με πωλήσεις που μόνο στις Ην. Πολιτείες ξεπερνούν τα 11 εκατ. αντίτυπα, φέρνοντάς το στη λίστα με τα εμπορικότερα όλων των εποχών.

Με αρκετά βραβεία Γκράμι στο ενεργητικό του, συγκεντρωμένα σε διαφορετικές δεκαετίες, ο Taylor συνεχίζει να κυκλοφορεί άλμπουμ και στη δεκαετία που τελειώνει και να απολαμβάνει την εκτίμηση γνωστών καλλιτεχνών που έχουν επηρεασθεί από αυτόν. Το 2006, σε ειδική τελετή στο Λος Αντζελες, συγκεντρώθηκαν κι ερμήνευσαν τραγούδια του γνωστοί καλλιτέχνες που, όπως δήλωσαν, ο James Taylor έπαιξε ρόλο στην απόφασή τους να γίνουν τραγουδιστές, ανάμεσά τους οι: Sting, Bruce Springsteen, Jackson Browne, Sheryl Crow, Alison Kraus, The Dixie Chicks, Bonnie Raitt κ.ά.

Η πιο πρόσφατη εμφάνισή του ήταν στην κινηματογραφική ταινία Funny People, όπου ερμηνεύει το Carolina On My Mind.


Σαν σήμερα

Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2010 5:25 μμ |


alt

Η  Τζόαν Σάντος Μπαέζ  γεννήθηκε στις 9 Ιανουαρίου του 1941 στο Στέιτεν Αϊλαντ της Νέας Υόρκης και πέρασε τα παιδικά της χρόνια μετακινούμενη μαζί με την οικογένειά της σε διάφορες περιοχές των ΗΠΑ, λόγω της δουλειάς του πατέρα της ο οποίος ήταν εκπαιδευτικός. Ξεκίνησε την καριέρα της τραγουδώντας σε καφέ ενώ τα πρώτα βήματά της προς τη δόξα τα έκανε το 1959 στο Φολκ Φέστιβαλ του Νιούπορτ. Η δισκογραφική της καριέρα άρχισε την επόμενη χρονιά, με μεγάλη επιτυχία και συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια. Οι θαυμαστές της, την κατέταξαν σε μια από τις πιο ροκ προσωπικότητες του αιώνα, είτε λόγω της έντονης μουσικής της πορείας είτε λόγω των απόψεών της που πάντα χαρακτηρίζονταν ρηξικέλευθες και ριζοσπαστικές και ποτέ δεν φοβήθηκε να τις διατρανώνει. Πολεμήθηκε και αγαπήθηκε για τον πολιτικό και κοινωνικό της ακτιβισμό, υπερασπιζόμενη τη μη χρήση βίας, τα ανθρώπινα δικαιώματα και το περιβάλλον. Η Μπαέζ είναι κλείνει στη μουσική σκηνή περίπου 50 χρόνια, ενώ έχει κυκλοφορήσει περισσότερους από 30 δίσκους. Αν και γράφει τραγούδια, της αρέσει να ερμηνεύει εκείνα που της γράφουν άλλοι μεγάλοι δημιουργοί: The Allman Brothers Band, The Beatles, Jackson Browne, Bob Dylan, The Rolling Stones, Paul Simon, Stevie Wonder κ.α.

H «Ματωμένη Κυριακή» της Β. Ιρλανδίας.

Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2010 2:23 μμ |

alt

Πριν 38 χρόνια , η Κυριακή 30 Ιανουαρίου 1972  έμελλε να μείνει στην ιστορία ως η «Ματωμένη Κυριακή» της Β. Ιρλανδίας.

Στα μέσα Γενάρη του 1972, ο βρετανικός στρατός πραγματοποιεί εκτεταμένες συλλήψεις Καθολικών στο Μπέλφαστ, με πρόσχημα την εκκαθάριση του Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού (IRA). Στις16 του Γενάρη, η τοπική κυβέρνηση των Προτεσταντών ανακοινώνει τη δημιουργία νέου στρατοπέδου συγκέντρωσης, όπου κρατούνται οι συλληφθέντες Καθολικοί. Ταυτόχρονα, παρατείνεται για άλλους έξι μήνες η απαγόρευση ανοιχτών εκδηλώσεων διαμαρτυρίας. Είναι η σταγόνα που κάνει το νερό να ξεχειλίσει στο ποτήρι της μειονότητας. Την επομένη, η Ενωση Πολιτικών Ελευθεριών, μια οργάνωση που πρωτοστατεί στις κινητοποιήσεις των Καθολικών, εξαγγέλλει για τις 30 του Γενάρη, στο Λοντοντέρι, το λίκνο του κινήματος για την απελευθέρωση της Β. Ιρλανδίας, συγκέντρωση και πορεία, με στόχους την αποφυλάκιση των πολιτικών κρατουμένων και την αποχώρηση των βρετανικών στρατευμάτων από τη Βόρεια Ιρλανδία.

Στις 25 του Γενάρη σε μυστική σύσκεψη μελών της προτεσταντικής κυβέρνησης, της στρατιωτικής και της αστυνομικής διοίκησης αποφασίζεται το αιματοκύλισμα της διαδήλωσης. Οι Βρετανοί επιστρατεύουν τους διαβόητους για τη σκληρότητά τους αλεξιπτωτιστές της μονάδας «Para-1».

Την Κυριακή 30 του Γενάρη 1972, παρά την απειλητική ατμόσφαιρα, ένα μαχητικό πλήθος περίπου 10.000 Καθολικών συγκεντρώνεται σε μια από τις καθολικές συνοικίες και ξεκινά πορεία για το ιστορικό κέντρο του Λοντοντέρι. Οταν οι δυνάμεις καταστολής σταματάνε τους διαδηλωτές, οι διοργανωτές της πορείας καλούν τον κόσμο να διαλυθεί για να μη δώσουν πάτημα στον αντίπαλο. Πραγματικά, το πλήθος διαλύεται, ενώ τελευταία αποχωρεί μια ομάδα νεαρών που είχαν προηγουμένως πετάξει πέτρες κατά των σιδερόφραχτων αστυνομικών. Τη στιγμή της αποχώρησης, όμως, βγαίνουν από τα οδοφράγματα της Αστυνομίας οι αλεξιπτωτιστές της «Para-1» και αρχίζουν να καταδιώκουν τους διαδηλωτές, να συλλαμβάνουν αδιακρίτως και να κακοποιούν βάναυσα όποιον έβρισκαν μπροστά τους. Ταυτόχρονα, τεθωρακισμένα οχήματα των ειδικών δυνάμεων εισβάλλουν από τρία διαφορετικά σημεία και αποβιβάζουν στρατιώτες που παίρνουν θέσεις απέναντι στους εναπομείναντες διαδηλωτές. Ξαφνικά, ακούγονται ριπές αυτομάτου όπλου και ένας 17χρονος πέφτει νεκρός. Ακολουθεί πανικός, πανδαιμόνιο, καταιγισμός πυροβολισμών και μέσα στα επόμενα δέκα λεπτά, η άσφαλτος βάφεται κόκκινη από το αίμα 13 νεκρών και 16 βαριά τραυματισμένων. Ολα σχεδόν τα θύματα είναι νέοι και παιδιά, ηλικίας 16-25 ετών.

Ο θρήνος στα γκέτο των Καθολικών συνοδεύεται από πολιτικό σάλο. Ο βουλευτής του Εργατικού Κόμματος Τζον Χιούμ, αυτόπτης μάρτυρας της σφαγής, καταγγέλλει ότι πωρωμένοι αλεξιπτωτιστές πυροβολούσαν πισώπλατα άοπλους εφήβους που προσπαθούσαν να σωθούν και μιλάει για «Ματωμένη Κυριακή», όπως θα μείνει στην Ιστορία η 30ή του Γενάρη 1972.

Η διεθνής κατακραυγή που ξέσπασε ανάγκασε τη Συντηρητική κυβέρνση του Έντουαρτ Χηθ να προχωρήσει σε έρευνα του αιματηρού συμβάντος. Ο αρχιδικαστής Γουάιτζερυ, που επελήφθη της υποθέσεως, δεν απέδωσε ευθύνες στους στρατιώτες, υιοθετώντας πλήρως τη στρατιωτική εκδοχή της σφαγής, που αποδόθηκε στο κλασικό επιχείρημα της αυτοάμυνας, μια και «ανάμεσα στους διαδηλωτές υπήρχαν μέλη του IRA που άνοιξαν πυρ». 

Το 1998 ο Τόνι Μπλερ ύστερα από πιέσεις της ιρλανδικής πλευράς ανέθεσε στον λόρδο Σαβίλ να διεξαγάγει νέα έρευνα για την υπόθεση. Στα στοιχεία που συλλέχθηκαν κατά την διάρκεια της έρευνας περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, έγγραφα που αποδεικνύουν την ύπαρξη εντολής «υψηλά ισταμένου στρατιωτικού» να πυροβολούνται με πραγματικά πυρά οι διαδηλωτές.


«Βρε, πώς πέρασαν τα χρόνια!»

Παρασκευή, 1 Ιανουαρίου 2010 6:33 μμ |

alt

Ο πρώτος κιόλας χρόνος εκείνης της δεκαετίας έδειχνε πως ο ρυθμός των γεγονότων θα ήταν καταιγιστικός στην πολιτική, την κοινωνία, στις τέχνες. Ηταν 1960 όταν ο Τζον Κένεντι εξελέγη πρόεδρος των ΗΠΑ, φέρνοντας την ελπίδα για μια «νέα Αμερική», και όταν το αντισυλληπτικό χάπι ανακαλύφθηκε από τον καθηγητή Μαιευτικής και Γυναικολογίας του Πανεπιστημίου του Xάρβαρντ Tζον Pοκ, ανοίγοντας το δρόμο στο γυναικείο κίνημα και στη σεξουαλική απελευθέρωση. Την ίδια χρονιά, ο Ελβις Πρίσλεϊ έπαιρνε το απολυτήριο του στρατού και επέστρεφε στην πατρίδα από τη Γερμανία όπου υπηρετούσε, για να γίνει ο αδιαμφισβήτητος «βασιλιάς» του ροκ εν ρολ, και στα κλαμπ του Λίβερπουλ ένα άσημο γκρουπ έκανε τις πρώτες εμφανίσεις του: ήταν οι Silver Beatles, τα κατοπινά «Σκαθάρια».

Αλλά και στην Ελλάδα, η αυγή των sixties έφερνε σημαντικές αλλαγές, ειδικά στην πρωτεύουσα. Ο Γρηγόρης και ο Σταμάτης, τα πρώτα φανάρια διαχείρισης της κυκλοφορίας, μπήκαν στη ζωή των Αθηναίων στις 4 Αυγούστου 1960, ενώ, λίγες ημέρες νωρίτερα, είχαν δημιουργηθεί οι πρώτοι μονόδρομοι -Ερμού, Μητροπόλεως, Σόλωνος και Σκουφά-, κάνοντας τους αισιόδοξους να μιλούν για οριστική επίλυση του κυκλοφοριακού χάους της πόλης. Για φαντάσου! Λίγους μήνες αργότερα, το σαββατόβραδο 15 προς 16 Οκτωβρίου, τα τραμ πραγματοποιούσαν τα τελευταία δρομολόγιά τους: Ομόνοια - Ρουφ και Αριστείδου - Κολοκυνθού. Η Αθήνα άλλαζε λοιπόν, όχι όμως αναγκαστικά και οι κάτοικοί της: με καμπάνια του, τότε, ο Οδοντιατρικός Σύλλογος Αθήνας διαμαρτυρόταν πως μόνο το 8% των Ελλήνων χρησιμοποιούσαν οδοντόβουρτσα και καλούσε το κοινό να ανακαλύψει τα οφέλη της στοματικής υγιεινής...

Το 1960 ο Διονύσης Σαββόπουλος ήταν μόλις 16 ετών. Και το 1963 αποφάσισε να εγκαταλείψει τη Θεσσαλονίκη και τις σπουδές του στη Νομική και να κατεβεί στην Αθήνα για να ζήσει το όνειρό του, να ανακαλύψει τα όριά του - να ασχοληθεί με τη μουσική. Μια τέτοια επιλογή είχε οπωσδήποτε το τίμημά της: αναγκάστηκε να δουλέψει ως γκαρσόνι, μπογιατζής, ακόμη και... γυμνό μοντέλο στη Σχολή Καλών Τεχνών, μέχρι που το 1964 αποφάσισε να χτυπήσει την πόρτα του Αλέκου Πατσιφά, που μόλις είχε ιδρύσει τη δισκογραφική εταιρεία Lyra. Ο ίδιος ο Πατσιφάς θα έλεγε, μερικά χρόνια αργότερα, σε συνέντευξή του: «Ηρθε στο γραφείο μου ένας νέος ψηλός -και πολύ αδύνατος τότε- και μου είπε: «Είμαι μουσικός, θα ήθελα να βρω έναν εργοδότη να με εκμεταλλευτεί καταλλήλως». Οταν πρωτοπήγαμε στο στούντιο ηχοληψίας και άρχισε να τραγουδάει, μόνος με την κιθάρα του, έρχεται ένας από τους διευθυντές και με ρωτάει: «Τώρα, αυτόν τι τον θέλετε; Τι περιμένετε να βγει από αυτό το πράγμα;». Τέλος πάντων. Κάτι βγήκε ...»alt

Φωτογραφίες με βαρύ «φορτίο»

Πολλά βγήκαν, για την ακρίβεια: γεγονότα, ιδέες, συναισθήματα, σημαντικά τραγούδια και κείμενα. Η δεκαετία του '60 ήταν μια δεκαετία γεμάτη και μαγική για τον Διονύση Σαββόπουλο αλλά και για τη γενιά του. Από την αυλαία της, το 1969, συμπληρώνεται φέτος μια 40ετία και με αυτή την αφορμή ο τραγουδοποιός αποφάσισε να φέρει λίγη από την ατμόσφαιρα των sixties στη γιορτινή Αθήνα, με ένα «πανηγύρι» που θα απλωθεί σε όλη την πόλη: στο Παλλάς, στο Μικρό Παλλάς, στο Ιδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, στην Παλαιά Βουλή, στο City Link, στο μετρό Συντάγματος και στον κινηματογράφο Τριανόν.

Ομως, οι εικόνες έχουν πάντα μια μοναδική δύναμη. Ετσι, η έκθεση φωτογραφίας που θα φιλοξενείται -στο πλαίσιο αυτής της... υπερπαραγωγής- στο Μουσείο Μπενάκη αξίζει την προσοχή σας. Τίτλος της είναι «Του '60 οι εκδρομείς. Πώς ζήσαμε τα '60s στην Ελλάδα». Το σχεδιασμό και την καλλιτεχνική επιμέλεια υπογράφει ο Σταμάτης Ζάννος, επιμελητής της είναι ο Τάσος Σακελλαρόπουλος, με συνεργάτες την Αλεξάνδρα Χαριτάτου και τον Λάμπρο Λιάβα. Τι θα δείτε εκεί; Φωτογραφίες από το προσωπικό λεύκωμα του Διονύση Σαββόπουλου αλλά και εικόνες «με βαρύ πολιτικό και συναισθηματικό φορτίο», όπως επισημαίνει ο Τάσος Σακελλαρόπουλος, από τα γεγονότα που σημάδεψαν τον πλανήτη μέσα στη δεκαετία: από τα εξαθλιωμένα παιδιά της Μπιάφρας και τον πόλεμο του Βιετνάμ, στο Μάη του '68 και στην κατάκτηση της Σελήνης. Από την ανέγερση του Τείχους του Βερολίνου και την άνοιξη της Πράγας, στο Γούντστοκ και στις δολοφονίες του Τζον Κένεντι και του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ.

Αλλά και το ελληνικό «κομμάτι» της έκθεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλο: η Αθήνα της ανοικοδόμησης, οι συναυλίες του Μίκη Θεοδωράκη και του Μάνου Χατζιδάκι, μια παρέα σε μια τυπική αθηναϊκή ταβέρνα, οι Stones στο γήπεδο της λεωφόρου Αλεξάνδρας, οι Beatles στην Αράχοβα, η Μαργκό Φοντέιν στο Ηρώδειο, η κηδεία του Σωτήρη Πέτρουλα, τα Ιουλιανά, οι γιορτές πολεμικής αρετής της χούντας στο Παναθηναϊκό Στάδιο, το Νέο Κύμα και οι «σταρ» του λαϊκού τραγουδιού.alt

Οι ασπρόμαυρες εικόνες κυριαρχούν στην έκθεση. Ο Διονύσης Σαββόπουλος έχει μια εξήγηση γι' αυτό: «Τους Beatles ή το κίνημα του 114 μόνο ασπρόμαυρα τα νιώθω, ενώ τον Τζίμι Χέντριξ να παίζει τον ύμνο των ΗΠΑ ή τους βουδιστές μοναχούς να αυτοπυρπολούνται στους δρόμους της Σαϊγκόν τούς σκέφτομαι μόνο έγχρωμους», λέει στο «Κ». «Ενα περίεργο πράγμα συμβαίνει. Είναι όπως στο σινεμά. Το ασπρόμαυρο μας φαίνεται πιο παραμυθένιο και το έγχρωμο πιο ρεαλιστικό, ενώ θα έπρεπε να συμβαίνει το αντίθετο. Φαίνεται πως η ωμότητα πάντα έχει χρώμα, ενώ το παραμύθι όχι...»

Τον ρωτώ αν μπαίνει στη διαδικασία ενός απολογισμού εκείνης της μυθικής δεκαετίας, που για τον ίδιο έφερε αλλαγές τόσο καλλιτεχνικές -τη δυναμική είσοδό του στα μουσικά πράγματα και πολλούς σημαντικούς δίσκους- αλλά και προσωπικές - από τα έδρανα της Νομικής Θεσσαλονίκης στο Παρίσι και στα κρατητήρια της οδού Μπουμπουλίνας, ο γάμος του με την Ασπα και η γέννηση του Κορνήλιου, του πρώτου γιου του. «Απολογισμό δεν κάνω», απαντά εκείνος. «Mόνο, μερικές φορές, λέω: Βρε, πώς πέρασαν τα χρόνια! Αλλά με ένα ευχάριστο συναίσθημα. Οχι με θλίψη». Και αν έπρεπε κάποια στιγμή να μιλήσει για τη δεκαετία του '60 στους δύο εγγονούς του, που σήμερα είναι πέντε και τριών ετών, πώς θα την περιέγραφε; «Θα τους έλεγα: Φανταστείτε Χριστούγεννα που να κρατάνε δώδεκα μήνες και όλο αυτό επί δέκα χρόνια. Θα αρκούσε, φαντάζομαι...»

info 
«Του '60 οι εκδρομείς. Πώς ζήσαμε τα '60s στην Ελλάδα», έκθεση εικόνων, αντικειμένων και ήχων, Μουσείο Μπενάκη, Κουμπάρη 1, Κολωνάκι, 210-36.71.000, έως 10-1-2010. Είσοδος ελεύθερη.

Πηγή: Περιοδικό «Κ»


10 μουσικές από το σινεμά για τη δεκαετία που πέρασε

Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2009 12:37 πμ |


alt
1. Ερωτική Επιθυμία και 2046

Ο ατμοσφαιρικός συνδυασμός του Ουμεμπαγιάσι με τον Νατ Κινγκ Κόουλ. Σαν νυχτερινή λούπα που μοιάζει με φετιχιστικό άγγιγμα. Μαγικοί ήχοι. 

2.  Requiem for a dream

Λυρικό, εφιαλτικό, trippy, από τον Βρετανό Κλιντ Μανσέλ, που ξέρει να συνδυάζει ηλεκτρονική και κλασική, και κυρίως, καταλαβαίνει τι θέλει να (μην) πει ο Αρονόφσκι, αρθρώνοντας πλουσιοπάροχα. Παρεμπιπτόντως, ένα από τα πιο περιζήτητα soundtrack στην Ελλάδα. Απροσδόκητο φαινόμενο.

3.  Kill Bill

Με τον φόρο τιμής στο ασιατικό σινεμά δράσης και υπέρβασης, ο Ταραντίνο ξεσκόνισε μια άλλη πλευρά της πλούσιας δισκοθήκης του εκτός από τη νευρώδη σόουλ και γνώρισε στο κοινό συνθέτες κινηματογραφικής μουσικής, με απίστευτης γκάμας και ομορφιάς θέματα, γνωστά και ξεχασμένα, από γνωστά και ξεχασμένα (κυρίως) b movies. Μπακάλοφ, Τροβαγιόλι, Χέρμαν και Μορικόνε. Συνέχισε το υπέροχο κόλλημα και με τις επόμενες ταινίες του στη δεκαετία που τελειώνει. 

4.  Αλεξάντρ Ντεπλά

Είναι πολυγραφότατος, έχει βαλθεί να ξεπεράσει τον Λεγκράν σε όγκο και αναγνωρισιμότητα και μέσα στη φιλοδοξία του κάνει παπάδες. Ποια από τις μουσικές του να ξεχωρίσει κανείς; Τη Βασίλισσα; Το Painted Veil, που μου άρεσε πολύ; Η τη ρομαντική Νέα Σελήνη, ένα φοβερό soundtrack, όπως συμφωνήσαμε όταν τα βάλαμε κάτω με τον φίλο μου και αυθεντία στο είδος Σπύρο Κατσιμίγκο; Από τα παλιά, το Κορίτσι με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι; Ή μήπως τη Γέννηση; Μόνο το 2009 υπέγραψε 7 soundtrack, το ένα καλύτερο από το άλλο. Με την εργασιομανία του, αν δεν του δώσουν σύντομα Όσκαρ, θα πάρει το βραβείο για τη συνολική προσφορά του σε τρία το πολύ χρόνια - μόνος του! 

5.  Εξιλέωση

Το τέλειο μουσικό soundtrack για δράμα και ρομάντσο, της δεκαετίας. Από τον Ιταλό Ντάριο Μαριανέλι.

6.  Αλμπέρτο Ιγκλέσιας

Συνεχίζει να είναι το αυτί του Αλμοδόβαρ, ο ήχος των χρωμάτων του, η ψυχή των πρωταγωνιστών του. Του ταιριάζει γάντι. Από τα '00s, δύσκολο να διαλέξει κάποιος ανάμεσα στις Ραγισμένες Αγκαλιές, το Volver και το Μίλα Της. 

7.  Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών

Με τη σοβαρότητα της μουσικής του Χάουαρντ Σορ, οι τρεις Άρχοντες ψήλωσαν κι άλλο. Υπογραφή σε μια περιπέτεια που βράζει εσωτερικά. (Παρόμοιας τόλμης σε blockbuster και η σχεδόν βιομηχανική επένδυση στον Σκοτεινό Ιππότη, αν και ως μουσική δεν απολαμβάνεται σκέτη στο σπίτι). Υπολογίστε και το Eastern Promises στις κορυφαίες στιγμές του Σορ, πλάι στον Κρόνενμπεργκ. 

8.  Almost Famous

Ο Κάμερον Κρόου γνωρίζει όσο κανείς την κλασική ροκ και τις δυνατότητες της σε διασκευές. Στο Elisabethtown δεν έτυχε. Στο Almost Famous πέτυχε. Πρέπει να σηκώνουν και οι χαρακτήρες τόσα τραγούδια. Στην ίδια φλέβα και το High Fidelity. 

9.  Βαβέλ

Ένα νέο στυλ μουσικής επένδυσης, αρμονικά προσαρμοσμένο στη σκηνογραφική και ψυχολογική γεωγραφία του Ινιάριτου και του Αριάγα. Από τον Γκουστάβο Σανταολάγια. 

10.   Ω Αδελφέ πού είσαι.

Έκανε μόδα το bluegrass. Διασκεδαστικό, φολκ, νοσταλγικό, εκτός σειράς αλλά τόσο επιτυχημένο. 

ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΟΔΩΡΗ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟ

Ο Πολ Μακ Κάρτνεϊ στη Νέα Υόρκη

Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2009 3:33 μμ |


alt

Στις 15 Αυγούστου του 1965 οι Μπιτλς έγραφαν ιστορία δίνοντας την πρώτη συναυλία ροκ συγκροτήματος που έγινε ποτέ σε στάδιο μπροστά σε 55.000 εκστασιασμένους θεατές. Ο χώρος ήταν το περίφημο Shea Stadium, έδρα των Νew Υork Μets. Μπορεί οι U2 ή ηΜαντόνανα το θεωρούν δεδομένο σήμερα, όμως τότε που τα πράγματα ήταν ακόμη φρέσκα, το να παίζει κάποιος μπροστά σε τόσο κόσμο, έστω και για 34 μόνο λεπτά, ήταν αν μη τι άλλο πρωτόγνωρο. Το 2008 ο Πολ Μακ Κάρτνεϊ έπαιξε και πάλι στον ίδιο χώρο συμβολικά για την κατεδάφισή του, αυτή τη φορά μαζί με τονΜπίλι Τζόελ. Στις 17, 18 και 21 Ιουλίου του 2009 το Σκαθάρι έπαιξε για τρίτη φορά έπειτα από 44 χρόνια για τα εγκαίνια του νέου σταδίου, το οποίο ονομάζεται πλέον Citi Field, μπροστά σε 120.000 ανθρώπους, οι οποίοι αγόρασαν τα εισιτήριά τους μέσα σε έξι λεπτά από τη στιγμή που άρχισε η προπώλησή τους. Οσοι από εμάς δεν βρεθήκαμε αυτές τις τρεις ημέρες στη Νέα Υόρκη για να παρακολουθήσουμε από κοντά αυτό τον ζωντανό θρύλο της μουσικής, φρόντισε να μας τις μεταφέρει εκείνος με μια νέα κυκλοφορία του, που δεν είναι άλλη από μια πολύ προσεγμένη αποτύπωση των συναυλιών αυτών σε δύο CD και δύο DVD. 

Αρέσει δεν αρέσει, ο Πολ Μακ Κάρτνεϊ είναι συνδεδεμένος άρρηκτα με την εξέλιξη της σύγχρονης μουσικής και το όνομά του συνδέεται με ρεκόρ τα οποία μάλλον δεν θα ξεπεραστούν ποτέ, όπως επίσης, και αυτό είναι το σημαντικότερο, με δεκάδες τραγούδια τα οποία θα αποτελούν πάντα τυφλοσούρτη για όποιον επιχειρήσει να γράψει έστω και μία νότα ποπ και ροκ μουσικής, και όχι μόνο. Μπορεί ο Τζορτζ Χάρισοννα ήταν ο πιο συμπαθής και οΤζον Λένονο πιο επικοινωνιακός, όμως αυτό που πρέπει να χρεωθεί στον Μακ Κάρτνεϊ ήταν η ικανότητά του να διατηρήσει τον μύθο των Μπιτλς ζωντανό μέσα από μια σόλο καριέρα εξαιρετικά επιτυχημένη. Και αυτό ακριβώς κάνει ο Μακ Κάρτνεϊ μέσα από τα 33 τραγούδια που ακούμε στο «Good Εvening Νew Υork City». Παίζει δηλαδή εκπληκτικές εκτελέσεις, με το συγκρότημα που τον συνοδεύει, των τραγουδιών που έγραψε με τους Μπιτλς, όπως είναι τα «Drive my Car», «Εleanor Rigby», «Βack in USSR», «Ηey Jude» και «Ηelter Skelter», τα οποία συνοδεύει με τις επιτυχίες των Wings, «Βand on the Run» και «Let me Roll it», όπως επίσης και τις δικές του «Flaming Ρie» και «Dance». 

Γιατί αυτό είναι τελικώς ο Πολ Μακ Κάρτνεϊ, πέρα από το 1,2 δισ. ευρώ περιουσία που κατέχει αυτή τη στιγμή, τα 60 πλατινένια και χρυσά άλμπουμ και τα εκατομμύρια των πωλήσεων που έχει σημειώσει από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 ως σήμερα: είναι ένας εξαιρετικός μουσικός με αντίληψη, που γνωρίζει τι εστί ρεφρέν και πώς να το γράψει, ενώ την ίδια στιγμή έχει πείσει το κοινό να τον ακολουθεί κατά βήμα σε κάθε του κίνηση, όσο πειραματική κι αν είναι, όπως έγινε πρόσφατα με το σχήμα Τhe Firemen ή ακόμη και με την πορεία του στις κλασικές διαδρομές. 

Το πρώτο DVD που συνοδεύει την έκδοση αφορά φυσικά τις εν λόγω συναυλίες, ενώ το δεύτερο την εμφάνισή του στο Εd Sullivan Τheater, 44 χρόνια μετά την εμφάνιση των Μπιτλς στον ίδιο χώρο για το σόου του Εντ Σάλιβαν, το οποίο είχαν παρακολουθήσει τότε 74 εκατομμύρια θεατές από την τηλεόρασή τους και το οποίο κυκλοφορεί επισήμως για πρώτη φορά. 


Τι είπε το Σκαθάρι


Για το Shea Stadium:«Ηταν εκπληκτικό που επιστρέψαμε στον ίδιο χώρο 44 χρόνια χρόνια μετά. Και είναι βέβαιο ότι είχαμε πολύ καλύτερο εξοπλισμό από τους Μπιτλς. Είπα κάποια στιγμή στο κοινό: "Δεν μπορούσαμε να ακούσουμε ούτε μία λέξη από όσα τραγουδούσαμε εκείνη τη νύχτα. Δεν μπορούσαμε να ακούσουμε από τις στριγκλιές των κοριτσιών". Και το είπα πολύ αθώα και χωρίς πρόθεση. Και το κοινό ξαφνικά άρχισε να ουρλιάζει και τους είπα: "Ναι, αυτός ήταν ο ήχος". Είμαι ευτυχής που καταγράψαμε αυτή τη συναυλία». 

Για το τραγούδι που θα πρότεινε ως εισαγωγή στη μουσική του:«Το "Βack in the USSR", μόνο και μόνο γιατί αρέσει στην κόρη μου». 

Για το πώς κρατιέται σε φόρμα:«Είναι το κοστούμι που ξεγελά. Μέσα από αυτό είμαι χάλια. Δεν κάνω τίποτε για να είμαι ειλικρινής. Τρέχω λίγο και κάνω γυμναστική περιστασιακά. Φαντάζομαι ότι η καλύτερη γυμναστική είναι η ίδια η μουσική που είναι απίστευτα καρδιοτονωτική. Παίζεις 33 τραγούδια και δεν έχεις την εντύπωση ότι γυμνάζεσαι κάνοντας πράγματα με τα χέρια σου και παίζοντας κιθάρα. Δεν μοιάζει με άσκηση και όμως είναι». 

Για το αν χρειάστηκε να ξαναμάθει κάποια τραγούδια:«Βεβαίως. Εχω γράψει τόσα πολλά. Δεν είναι ότι έχω γράψει πέντε και μπορώ να τα θυμηθώ. Ενα τραγούδι σαν το "Day Τripper" είναι πραγματικά δύσκολο. Είχα πει ότι ποτέ δεν θα το επιχειρούσα. Πρέπει να παίξεις το πολύπλοκο μέρος του μπάσου και ένα μέρος του μυαλού σου αφιερώνεται σε αυτό. Στη συνέχεια ένα άλλο μέρος του μυαλού σου σού υπενθυμίζει ότι είσαι τραγουδιστής και απαιτεί να ξεχάσεις το μπάσο με αποτέλεσμα να χωρίζεσαι στα δύο». 

Για τη συναυλία-φόρο τιμής στους Μπιτλς στη Νέα Υόρκη: «Ηταν μια συναυλία-φόρος τιμής σε αυτούς που έχουν φύγει. Οταν τραγουδώ τραγούδια των Μπιτλς θυμάμαι τις πρόβες μαζί τους. Οταν τραγουδώ το "Something" θυμάμαι τον Τζορτζ να παίζει το γιουκαλίλι. Το ίδιο συμβαίνει με τον Τζον και τη Λίντα. Κατά κάποιον τρόπο είσαι σε επαφή μαζί τους μέσω των τραγουδιών. Είναι λυπηρό και βαθιά συναισθηματικό. Υπάρχει ένα τραγούδι που λέγεται "Ηere Τoday" που έχω γράψει για τον Τζον. Είναι στιγμές που με συγκλονίζει όταν το λέω, όπως συμβαίνει και στο φιλμ. Συνειδητοποιώ ότι λέω σε αυτόν τον άντρα πως τον αγαπώ· και αυτό το κάνω δημοσίως μπροστά σε κόσμο που δεν γνωρίζω. Είναι φορές που αναρωτιέμαι γιατί το κάνω». 


ΣΑΚΗΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ | Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2009



Η σταρ της σύγχρονης τζαζ μπαλάντας

Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2009 10:46 πμ |


alt

«Η μαμά μου είχε μια συλλογή με οκτώ άλμπουμ της Billie Holiday. Κι εμένα μου άρεσε να διαλέγω ένα από αυτά, κάθε φορά, και να το παίζω ασταμάτητα», είχε εξομολογηθεί η Norah Jones σε παλαιότερη συνέντευξή της στο BBC. 
Η Norah Jones είναι η πρώτη σε πωλήσεις τζαζ ερμηνεύτρια από το 2000 μέχρι σήμερα, στα βήματα του σπουδαίου ειδώλου της. Αλλά δεν είναι μόνο οι πωλήσεις, είναι και τα εννέα βραβεία Grammy που έχει αποσπάσει η τριαντάχρονη σταρ από το 2002, οπότε πρωτοεμφανίστηκε. 
Ο Will Hermes σχολιάζει στο Rolling Stone: «Οταν έχεις πουλήσει 36 εκατομμύρια δίσκους, σου επιτρέπεται να ανακαλύπτεις ξανά και ξανά τον εαυτό σου επ' άπειρον»! Και ποιος θα μπορούσε να διαφωνήσει;

διαβάστε περισσότερα.....
http://www.facebook.com/album.php?aid=178076&id=204342032488



Ξεκίνησε μαζί με τον Presley και συνεχίζει...

Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2009 9:01 μμ |

alt


Η παρουσία καλλιτεχνών που είναι ηλικιακά γύρω στα 70 και κινούνται στον χώρο της μουσικής στα καθημερινά μας δρώμενα, πραγματικά είναι παραπάνω από εντυπωσιακή.

Πιστεύω ότι η όλη κατάσταση θυμίζει τις εποχές που κυριαρχούσε αυτό που σήμερα αποκαλούμε κλασική μουσική κι έχει να κάνει με το γεγονός ότι δεν έχουν αλλάξει ουσιαστικά και πολλά πράγματα στη μουσική που ακούμε εδώ και σχεδόν 70 χρόνια.

Περνάμε λοιπόν τη φάση όπου αρκετά από τα ακούσματα που παρουσιάστηκαν από τις αρχές της δεκαετίας του '30 εντάσσονται σταδιακά στον χώρο της κλασικής μουσικής, χωρίς απαραίτητα να ταιριάζουν ηχητικά απολύτως με αυτό που πιστεύουν αρκετοί, τουλάχιστον στην Ελλάδα, ότι προσδιορίζει τον χώρο.

Ο Paul Simon έχει πίσω του 52 χρόνια και όμως παραμένει δημιουργικός, όπως σε ανάλογη ηλικία έγραφαν μουσική αρκετοί μεγάλοι συνθέτες στους προηγούμενους αιώνες.

Ξεκίνησε το 1957, σε ηλικία μόλις 16 ετών, ως μέλος του ντουέτου Tom & Jerry, αλλά ουσιαστικά στα μέσα της δεκαετίας του '60, με τη συνεργασία του με τον Art Garfunkel στο ντουέτο Simon and Garfunkel, μας έκαναν γνωστό τον αρμονικό ήχο που μας χάρισε η συνεργασία τους μέχρι το τέλος της το 1970, που διαλύθηκαν, παρότι περιστασιακά συνεργάστηκαν, κυρίως σε συναυλίες, τα επόμενα χρόνια.

Με τον Garfunkel τραγούδησαν για πρώτη φορά μαζί σε ηλικία 13 ετών σε μία σχολική παράσταση του θεατρικού έργου Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων. Λίγους μήνες αργότερα θα φτιάξουν και το πρώτο τους a capella συγκρότημα με τις αδελφές Ida και Angel Pelligrini.

Ο ήχος που παρουσίασαν ως ντουέτο με τα ονόματά τους, ήταν βασισμένος στη φολκ μουσική που είχαν ηχογραφήσει παλαιότερα καλλιτέχνες όπως οι Pete Seeger, Weavers, Peter, Paul and Mary, ο Bob Dylan,αλλά και καλλιτέχνες από τον χώρο του ροκ, όπως οι Everly Brothers, στα φωνητικά των οποίων στηρίχτηκε και ο δικός τους ήχος. Οσο για την κιθάρα που διάλεξε σαν όργανο ο Simon, αυτό οφείλεται στην επιρροή που δέχτηκε από τον Elvis Presley που κυριαρχούσε στη δεκαετία του '50, όταν ο Paul μάζευε εμπειρίες από τους μουσικούς που άκουγε και παρακολουθούσε στην τηλεόραση, όπως οι περισσότεροι από τους νέους της εποχής.

Αλλες σημαντικές επιρροές του, όπως έχει δηλώσει ο ίδιος, ήταν το μαύρο ντουέτο Robert and Johnny, ο Chuck Berry, με το Maybellene να είναι το αγαπημένο του τραγούδι και στη μελωδία του να βασίζονται στη συνέχεια αρκετές από τις μετέπειτα, προσωπικές κυρίως, επιτυχίες του, ενώ το Earth Angel των Penguins ήταν το τραγούδι που του άνοιξε τον μαγευτικό κόσμο των συγκροτημάτων από τον χώρο της μουσικής Doo-Wop. Αργότερα θα αντλήσει ιδέες και από την μουσική του Antonio Carlos Jobim.

Στη δεκαετία του '60, οι δύο φίλοι, μαζί με τους Beatles και Bob Dylan, δημιούργησαν ένα νέο μουσικό κύμα με πιο ενεργό συμμετοχή των συνθετών στην καθημερινή ζωή της εποχής, που περιέγραφαν μέσα από τα τραγούδια τους προσωπικές εμπειρίες, και ήταν αυτοί που θα οδηγήσουν τα ακούσματα και τις προτιμήσεις του κόσμου, όχι μόνον εκείνης της συγκεκριμένης δεκαετίας, αλλά και μέχρι τη σημερινή εποχή.

Το παράξενο είναι ότι όταν οι Simon & Garfunkel ηχογράφησαν το άλμπουμ Wednesday Morning 3 Α.Μ., το 1964, τίποτα δεν προδίκαζε την επιτυχία που θα ακολουθούσε, και ο Paul Simon εγκατέλειψε την Αμερική και δοκίμασε να πετύχει στη Βρετανία, όπου εκείνη την περίοδο η μουσική επανάσταση των Βρετανών καλλιτεχνών ήταν στο αποκορύφωμά της και πόλος έλξης για όλους τους μουσικούς.

Το 1965 όμως η Αμερική ανοίγει τον δρόμο για τα κιθαριστικά συγκροτήματα του ροκ, όπως οι Byrds, που σημειώνουν επιτυχία με τραγούδια όπως το Turn! Turn! Turn!. Την ίδια εποχή οι Beatles κυκλοφορούν το We Can Work It Out με ανάλογο ήχο και έτσι ο δρόμος για το Sounds Of Silence των Simon and Garfunkel είναι ανοιχτός και ο Simon επιστρέφει εσπευμένα από τη Βρετανία για την προώθηση του δίσκου τους.

Στις αρχές της δεκαετίας του '70, η φόρα που είχε το ντουέτο με το άλμπουμ Bridge Over Troubled Water, στο οποίο υπάρχει και η μεγάλη ομώνυμη επιτυχία, βοηθάει τον Simon να αρχίσει την πετυχημένη προσωπική του καριέρα με το άλμπουμ του Paul Simon, στο οποίο υπάρχουν χαρακτηριστικά τραγούδια της προσωπικής του καριέρας, όπως τα Mother And Child Reunion, Me And Julio Down By The Schoolyard και το Duncan.

Εναν χρόνο αργότερα, το 1973, θα κυκλοφορήσει ένα ακόμα σημαντικό άλμπουμ, με τίτλο There Goes Rhymin' Simon, στο οποίο υπάρχουν εξίσου σημαντικά τραγούδια, όπως τα Love Me Like Α Rock,Take Me Το The Mardi Grass, American Tune και Tenderness.

Το 1975 κυκλοφορεί το Still Crazy After All These Years, στο οποίο, εκτός από το ομώνυμο τραγούδι, υπάρχει και το 50 Ways Το Leave Your Lover.

Η δεκαετία του '80 τον βρίσκει αρκετά ανανεωμένο και στο άλμπουμ Hearts And Bones του 1983, συνεργάζεται με ονόματα όπως ο Nile Rodgers των Chic από τον χώρο της χορευτικής μουσικής και ο μινιμαλιστής Philip Glass.

Η πραγματική τομή στη μουσική του θα γίνει όμως το 1986 με το άλμπουμ Graceland στο οποίο θα παρουσιάσει τη συνεργασία του με μία ομάδα σημαντικών μουσικών από την Νότια Αφρική, δημιουργώντας μία νέα κατάσταση στη διεθνή δισκογραφία, η οποία θα οδηγήσει σε αρκετές ανάλογες συνεργασίες από άλλους ροκ καλλιτέχνες της εποχής. Παράλληλα θα πετύχει το να είναι ένας από τους ελάχιστους συνθέτες-ερμηνευτές που θα καταφέρουν να ξεπεράσουν ακόμα και τον ίδιο τον εαυτό τους και ύστερα από 30 χρόνια καλλιτεχνικής πορείας θα ανοίξουν νέους ορίζοντες στη μουσική καινοτομώντας με τη δημιουργία νέων ακουσμάτων και οδηγώντας στην εξάπλωση της λεγόμενης World μουσικής.

Το 1969 είχε κάνει την πρώτη του προσπάθεια σ' αυτόν τον χώρο, με τους αγγλικούς στίχους που έγραψε στην περουβιανή μελωδία El Condor Pasa, δύο χρόνια αργότερα θα ηχογραφήσει στην Τζαμάϊκα το Mother And Child Reunion στον ρυθμό της ρέγκε, αρκετά χρόνια πριν αυτό το είδος της μουσικής γίνει δημοφιλές στις Ην. Πολιτείες.

Στον Simon αρέσει ιδιαίτερα να γράφει τραγούδια για πραγματικές ιστορίες, όπως το Still Crazy After All These Years που αρχίζει με τη φράση ...συνάντησα μια παλιά μου αγάπη στο δρόμο χθες το βράδυ και με αυτό το πραγματικό περιστατικό να δημιουργήσει ένα τραγούδι. Οσο για τη μελωδία, θεωρεί σημαντικότερη στιγμή στην πορεία του τη δημιουργία του Bridge Over Troubled Water, που ήδη έχει πάρει θέση ως ένα από τα σημαντικότερα τραγούδια του περασμένου αιώνα.

Από τους άλλους συνθέτες ξεχωρίζει τους Paul McCartney και Stevie Wonder, οι οποίοι, σύμφωνα με τον Simon, έγραψαν μελωδίες που συγκρίνονται με αυτές των μεγάλων συνθετών από το παρελθόν, όπως οι Cole Porter και Irving Berlin.

Η ζωή του Paul Simon είναι μία ατέλειωτη διαδρομή στη μουσική, που αρχίζει από το Doo-Wop του '50, περνάει από τη βρετανική έκρηξη της δεκαετίας του '60, το αποκορύφωμα της οποίας έζησε από κοντά στο Λονδίνο, δημιουργεί μαζί με Byrds και Dylan την έκρηξη της φολκ στην ίδια δεκαετία, φέρνει τους ήχους της Αφρικής κοντά στον δυτικό κόσμο με το Graceland του 1986, ενώ κάτι ανάλογο θα κάνει για τη βραζιλιάνικη μουσική το 1990 με το άλμπουμ Rhythm Of The Saints. Ισως σύντομα αυτός ο αιώνιος νεανίας επιστρέψει με κάτι καινούριο.


Από τον Γιάννη Πετρίδη




Εφηβοι... ετών 70.

Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2009 3:37 πμ |


alt

Μικ Τζάγκερ, Λέοναρντ Κοέν, Νιλ Γιανγκ και Τσακ Μπέρι συνεχίζουν να κάνουν χιλιόμετρα στις συναυλίες και να έχουν επιτυχίες

Κανονικά σε όλες τις δουλειές, κάπου κοντά στα 60 βγαίνεις στη σύνταξη. Πώς είναι, λοιπόν, δυνατόν οι αστέρες της ροκ να ανεβαίνουν ακμαιότατοι στη σκηνή χορεύοντας, τραγουδώντας και παίζοντας ακόμα και μέχρι τα 80; Πρέπει κι αυτοί κάποια στιγμή να βγαίνουν στη σύνταξη;

«Το να παίζεις ζωντανά είναι υπερβολικά απαιτητικό» τονίζει η μουσικολόγος Σάιμον Γουόρνερ από το πανεπιστήμιο του Λιντς. «Απαιτεί υπερβολική σωματική και πνευματική αντοχή. Η Σέριλ Κόουλ έκανε μια ζωντανή εμφάνιση, αλλά τραγουδούσε πλέι μπακ, γιατί είναι τρομερά "εξουθενωτικό" να τραγουδάς και να χορεύεις ταυτόχρονα. Και είναι μόλις 23! Αν εκείνη δεν μπορεί για τρία λεπτά, τότε πώς ο Μπρους Σπρίνγκστιν μπορεί και το κάνει για τρεις ώρες;».

Ο Μικ Τζάγκερ είναι ένα από τα «τέρατα σωματικής αντοχής» που παρ όλο βρίσκεται στην 6η δεκαετία της ζωής του, διασχίζει περίπου 6 σκηνικά χιλιόμετρα σε κάθε συναυλία. Κάποιοι άλλοι, όσο περνάει ο καιρός γίνονται όλο και καλύτεροι, όπως ο 63χρονος Νιλ Γιανγκ που φέτος έδωσε την ωραιότερή του συναυλία στο φεστιβάλ του Γκλάστονμπερι. Ενώ ο Λέοναρντ Κοέν, τώρα στα 75 του συγκεντρώνει περισσότερους θεατές από ποτέ.

alt

Είναι πιθανό το ενδεχόμενο, αυτή η ανανέωση να οφείλεται στον φόβο των μουσικών ότι οι δυνάμεις τους θα τους εγκαταλείψουν, και ο οποίος ενεργοποιεί τον καλύτερο εαυτό τους, εκτιμούν οι ειδικοί. Ταυτόχρονα, ένα φόβο μήπως κάθε συναυλία είναι και η τελευταία τους, έχει και το κοινό. Πρόσφατα, τόσο ο Κοέν όσο και ο Μόρισεϊ κατέρρευσαν πάνω στη σκηνή. Ο κιθαρίστας Μικ Γκριν έπαθε έμφραγμα την ώρα που έπαιζε σε συναυλία του Μπράιν Φέρι. Ευτυχώς δύο γιατροί, που βρίσκονταν ανάμεσα στο κοινό, ανέβηκαν στη σκηνή και του έσωσαν τη ζωή. Ο Γκριν συνεχίζει να παίζει γιατί «η μουσική είναι στο αίμα μου», όπως λέει.

Οσο για το μέχρι πότε οι μεγαλύτεροι σε ηλικία μουσικοί συνεχίζουν να είναι δημιουργικοί, δεν είναι απόλυτο. Για κάποιους, όπως ο Μπομπ Ντίλαν ή ο Ντέιβιντ Μπόουι ισχύει ότι όσο μεγαλώνουν η δημιουργικότητα φθίνει, άλλοι όμως εξακολουθούν να γράφουν μουσική.

Πάντως, ανάμεσα στους θρύλους της ροκ, υπάρχουν και κάποιοι που αξίζουν βραβείο αφού η ζωντάνια τους στα live αυξάνεται αντιστρόφως ανάλογα με αυτό που θα περιμέναμε για την ηλικία τους: Ο 83χρονος Τσακ Μπέρι, ο 76χρονος Λιτλ Ρίτσαρντ, η 76χρονη Γιόκο Ονο, ο 74χρονος Τζέρι Λι Λιούις, η 72χρονη Σίρλεϊ Μπάσεϊ, η 69χρονη Τίνα Τάρνερ.


Σοφία Στυλιανού



«Sexstories» και Ροκ πορνογραφία

Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2009 4:17 πμ |

alt

Αν κάτι αποτελούσε σκάνδαλο στα χρόνια των Rolling Stones, αυτό ήταν ένα τολμηρό κάλυμμα, όπως του άλμπουμ τους «Sticky Fingers» το 1971. Σχεδόν σαράντα χρόνια μετά, οι Γερμανοί Rammstein επισύρουν την μήνιν της λογοκρισίας με το βιντεοκλίπ του τραγουδιού «Ρussy», το οποίο περιέχει εικόνες σκληρού πορνό. Και το σεξ συνεχίζεται...


Οι Βερολινέζοι Rammstein αποτελούν κλασική περίπτωση συγκροτήματος που αγαπά την πρόκληση. Ακόμη και το όνομα που διάλεξαν στην αρχή της καριέρας τους ήξεραν ότι δεν θα τους άφηνε να περάσουν απαρατήρητοι. Το πρόσφατο βιντεοκλίπ τους για το τραγούδι «Ρussy» έρχεται απλώς να επικυρώσει με τον πιο επιτυχημένο τρόπο την πορεία τους, μέσα από εικόνες σκληρού πορνό με πρωταγωνιστές τα έξι μέλη του συγκροτήματος, όπου αναγκάζουν σε ποικίλες μορφές σεξ ισάριθμες γυναίκες. Δεν θα μπορούσε φυσικά να συμβεί οτιδήποτε άλλο παρά να απαγορευθεί η προβολή του, είτε μέσα από τα μουσικά κανάλια είτε από το Υou Τube, όπου βρίσκει κανείς μερικές δεκάδες διαφορετικές λογοκριμένες εκδοχές του. Η απαγόρευση αυτή, όπως έχει συμβεί και άλλες φορές στο παρελθόν, τους έφερε στην κορυφή των γερμανικών τσαρτς και το ίδιο αναμένεται να συμβεί και στις πιο πολλές χώρες του κόσμου. Στις 14 Δεκεμβρίου μάλιστα, προκειμένου να ωθήσουν τα πράγματα ακόμη περισσότερο στα άκρα, θα κυκλοφορήσουν μια περιορισμένων αντιτύπων έκδοση του νέου άλμπουμ τους «Liebe Ιst Fur Αlle Da» στη μορφή μιας μικρής βαλίτσας που θα περιέχει έξι δονητές, ρεπλίκες των μορίων των μελών του συγκροτήματος, ένα ζευγάρι χειροπέδες, μια λιπαντική κρέμα και φυσικά το CD στη σπέσιαλ εκδοχή του. 

Το όνομά τους πήραν λίγο πριν από τα μέσα της δεκαετίας του ΄90 από την πόλη Ramstein-Μiesenbach, το μέρος όπου το 1988 πραγματοποιήθηκε η μεγαλύτερη τραγωδία ως σήμερα σε σόου επίδειξης αεροσκαφών, με 67 θεατές και τρεις πιλότους νεκρούς και άλλους 346 θεατές σοβαρά τραυματισμένους. Το ομώνυμο τραγούδι τους αναφέρεται βεβαίως σε αυτό το συμβάν. Το δεύτερο m έχει προστεθεί στο όνομά τους ώστε να μεταφράζεται ελεύθερα ως «η πέτρα που χτυπά» προκειμένου να περιγράψουν τον τευτονικό ήχο τους. Μέσα από τα έξι συνολικά άλμπουμ που έχουν κυκλοφορήσει εξερευνούν τον βιομηχανικό ροκ και ηλεκτρονικό ήχο, κυρίως όμως όλοι μιλούν για τη σκηνική παρουσία τους που, είτε αρέσει είτε όχι, ξεχωρίζει τόσο από το εικαστικό μέρος της, όπου τα πυροτεχνήματα και τα σαδομαζοχιστικά κοστούμια έχουν τον πρώτο λόγο, ενώ η δύναμη που εκπέμπει ο αρχηγός του γκρουπΤιλ Λίντερμαν σύμφωνα με τους «Νew Υork Τimes» είναι πέρα από κάθε φαντασία: «Οι συναυλίες τους δίνουν την αίσθηση ότι ο κ.Λίντερμαν παράγει τόσο ωμή αρρενωπότητα και βιαιότητα που πιστεύεις κάποιες στιγμές ότι θα χιμήξει στο πλήθος, θα αρπάξει έναν από τους θαυμαστές τους και θα του κοπανάει το κεφάλι». Ο Τιλ Λίντερμαν συμμετέχει και ο ίδιος στο σόου ως επαγγελματίας πυροτεχνουργός που είναι, και δεν είναι λίγες οι φορές που του έχουν συμβεί ατυχήματα επί σκηνής. Οι στίχοι τους αγγίζουν όλα τα «απαγορευμένα» θέματα, όπως ο σαδομαζοχισμός, η ομοφυλοφιλία, ο ερμαφροδιτισμός, η αιμομειξία, η παιδοφιλία, η νεκροφιλία, η πυρομανία, ο κανιβαλισμός, συχνά αναφέρθηκαν και στη θρησκεία, όπως επίσης σε αρκετές περιπτώσεις έχουν χρησιμοποιήσει στα τραγούδια τους αποσπάσματα από την κλασική γερμανική λογοτεχνία, με πιο συχνές αναφορές στα ποιήματα του Γκαίτε. Τους έχουν κατηγορήσει αρκετά συχνά ως φιλοναζιστές, αφού στα σόου τους έχουν χρησιμοποιήσει αποσπάσματα από την ταινία «Οlympia» της Λένι Ρίφενσταλ, πράγμα που έχουν αρνηθεί, ενώ απεναντίας το τραγούδι τους «Links-2-3-4» έχει χρησιμοποιήσει επανειλημμένως το γνωστό μέλος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Γερμανίας Οσκαρ Λαφοντέν. Το 1999 ακούστηκε το όνομά τους καθώς συνδέθηκε με την τραγωδία στο γυμνάσιο του Κολουμπάιν, όταν δημοσιεύθηκαν φωτογραφίες τωνΕρικ ΧάριςκαιΝτίλαν Κλέμπολντνα φορούν μπλουζάκια με φωτογραφίες των Rammstein και το συγκρότημα έκανε τότε σχετικές δηλώσεις, ότι δεν παρότρυνε για τέτοιου είδους κινήσεις, ούτε το επιτρέπουν τα πολιτικά «πιστεύω» τους. Το 2004 στη σφαγή του Μπεσλάν λέγεται ότι οι τρομοκράτες άκουγαν συνεχώς μουσική των Rammstein δυνατά προκειμένου να κρατούν εαυτούς σε εγρήγορση, αναγκάζοντας τους Rammstein να κάνουν και πάλι απολογητικές δηλώσεις. 

Αν κάτι αποτελούσε σκάνδαλο στα πρώτα χρόνια της ροκ μουσικής, αυτό ήταν ένα τολμηρό κάλυμμα,

Το κάλυμμα του νέου άλμπουμ του γερμανικού συγκροτήματος Rammstein που περιέχει το τραγούδι «Ρussy». Η προβολή του βιντεοκλίπ για το τραγούδι αυτό, που σκαρφάλωσε στην κορυφή των γερμανικών τσαρτς, απαγορεύθηκε στα μουσικά κανάλια

αφού τα βιντεοκλίπ είναι μια τέχνη που αναπτύχθηκε κυρίως τη δεκαετία του ΄80 με τη γέννηση του μουσικού καναλιού ΜΤV. Χαρακτηριστικά παραδείγματα ήταν η απαγόρευση του καλύμματος του «Sticky Fingers» των Ρόλινγκ Στόουνς το 1971 με το γνωστό έργο τουΑντι Γουόρχολ , στο οποίο απεικονίζεται η βουβωνική χώρα ενός άνδρα καλυμμένη με μπλουτζίν παντελόνι, με τη διαφορά όμως ότι το φερμουάρ ανοίγει. Είχε προηγηθεί το άλμπουμ «Τwo Virgins», όπου το ζευγάριΤζον Λένον -Γιόκο Ονοποζάρει γυμνό στο κάλυμμά του, και οΝτέιβιντ Μπάουι, ο οποίος στο αρχικό κάλυμμα του «Τhe Μan Who Sold Τhe World» ποζάρισε φορώντας γυναικείο φουστάνι. Τις πρώτες ημέρες η λογοκρισία κυρίως αφορούσε τα διάφορα βίντεο μικρής διάρκειας που έκαναν επιλεγμένοι καλλιτέχνες, και όχι απαραιτήτως για την προώθηση των τραγουδιών τους Ο Μπάουι έχει ιστορικό απαγορεύσεων, αφού το 1972 επέμεινε παρά τις αντιρρήσεις της εταιρείας του να δημιουργήσει μικρά ταινιάκια για να προωθήσει τα τραγούδια του, όλα εξαιρετικά σκηνοθετημένα από τον ροκ φωτογράφοΜικ Ροκ, με το «John, Ι΄m Οnly Dancing» να απαγορεύεται από το ΒΒC λόγω των ομοφυλοφιλικών αναφορών του. Η ιστορία επαναλήφθηκε το 1983 για το βιντεοκλίπ του «China Girl» το 1983, όπου αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο σε μια σκηνή να κάνει αληθινό σεξ με την κινέζα σύντροφό του. 

Το πρώτο όμως βιντεοκλίπ που απαγορεύθηκε στο ΜΤV ήταν το «Βody Language» των Queen. Ομοφυλοφιλικές αναφορές, πολύ δέρμα, πολύς ιδρώτας, στοιχεία που το καθιστούσαν άσεμνο για τα δεδομένα της περιόδου. Παραδόξως όμως το κανάλι είχε παίξει την επιτυχία «Ρhysical» τηςΟλίβια Νιούτον Τζον, όπου άνδρες μοντέλα φορώντας στρινγκ παρελαύνουν στις φαντασιώσεις της, για να φύγουν στο τέλος χεράκι χεράκι. Οι Duran Duran με το «Girls Οn Film» δεν τη γλίτωσαν από το ΒΒC, αφού οι γυμνόστηθες κοπέλες που πάλευαν στη λάσπη ήταν δυνατό στοιχείο για την απαγόρευση του βίντεο. Πιέσεις δέχθηκε και ηΛόρα Μπράνινγκανγια να αλλάξει το βίντεο του «Self Control» όπου αφήνεται στις ακολασίες της, ενώ το περίφημο και καυτό στρινγκ τηςΣερπου φοράει όταν τραγουδά ανάμεσα σε ναύτες του αμερικανικού στόλου στο «Ιf Ι Could Τurn Βack Τime» ήταν ο λόγος που το βιντεοκλίπ μεταφέρθηκε στις μεταμεσονύχτιες ώρες του ΜΤV. 

ΗΜαντόναπάλι βρίσκεται μονίμως στο στόχαστρο της λογοκρισίας, με πρώτη πιο γνωστή περίπτωση το βίντεο για το «Like Α Ρrayer», όπου ως άλλη Μαγδαληνή ερωτοτροπεί με έναν μαύρο Ιησού. Την επόμενη φορά για το τραγούδι της «Justify Μy Love» του 1990, όπου μεταξύ πολλών άλλων πραγματοποιεί ομαδικό και ομοφυλοφιλικό σεξ, μια δουλειά που όλοι όμως συμφώνησαν ότι είχε καλλιτεχνική διάθεση. Το όνομα της βασίλισσας της ποπ ακούστηκε για μία ακόμη φορά με αφορμή το βίντεο που συνόδευε την επιτυχία της «What Ιt Feels Like For Α Girl», στο οποίο η Μαντόνα υπό τη σκηνοθετική επιμέλεια του πρώην συζύγου τηςΓκάι Ρίτσι ακολουθεί κατά πόδας την «αισθητική Ταραντίνο» σπέρνοντας στο πέρασμά της τον τρόμο. 

Την τύχη της απαγόρευσης είχε και το σουηδικό ποπ συγκρότημα Cardigans για το βιντεοκλίπ στο τραγούδι τους «Μy Favourite Game», όπου η τραγουδίστριαΝίνα Πέρσον ταξιδεύοντας σε μεγάλη λεωφόρο παρασύρει πεζό συνεχίζοντας να τραγουδά ασυγκίνητη την πολύ όμορφη ποπ σύνθεσή της. Οι Μassive Αttack είχαν υποστεί την απαγόρευση του ΒΒC αλλά και του ΜΤV για το εξαιρετικό βιντεοκλίπ για το τραγούδι τους «Βe Τhankful For What Υou Got» από το εντυπωσιακό πρώτο άλμπουμ τους «Βlue Lines» του 1991. Ενα βίντεο που αναλώνεται εξ ολοκλήρου στο νούμερο μιας στριπτιζέζ σε κλαμπ του Λονδίνου, το οποίο όμως κινηματογραφείται με εξαιρετική μαεστρία. Και για να έλθουμε στονΤζορτζ Μάικλ, ο οποίος μονοπωλεί αυτόν τον καιρό το ενδιαφέρον του Τύπου για το νέο βιντεοκλίπ του «Shoot Τhe Dog», να θυμίσουμε ότι το άλλοτε ήμισυ των Wham! μονίμως έχει τέτοια προβλήματα, από την αρχή ακόμη της σόλο καριέρας του. Ζηλεύοντας τον Ντέιβιντ Μπάουι κάνει σεξ με μια Γιαπωνέζα (;) στο βιντεοκλίπ του «Ι Want Υour Sex», αναπαράγει την προσωπική του περιπέτεια στις τουαλέτες του Λος Αντζελες στο «Οutside» ξεσηκώνοντας θύελλα αντιδράσεων και κινητοποιεί ολόκληρο το ΒΒC όταν παίζεται για πρώτη φορά το βίντεο του «Freeek» στην ιστορική εκπομπή «Τop Οf Τhe Ρops» με τις σεξουαλικού περιεχομένου εικόνες του. Στο «Shoot Τhe Dog» επιτίθεται, τόσο λεκτικά όσο και με τις σκηνές που προβάλλονται, στον βρετανό πρωθυπουργόΤόνι Μπλεργια την πολύ στενή σχέση του με τονΤζορτζ ΜπουςΤζούνιορ. Το βίντεο μάλιστα περιέχει και μια σκηνή κινουμένων σχεδίων όπου ο Τζορτζ Μάικλ βρίσκεται στο κρεβάτι με τηΣερί Μπλερ. 

Το «Smack Μy Βitch Up» των Ρrodigy δεν είχε απαγορευθεί μόνο για τους σοβινιστικούς στίχους του αλλά και για τις ανάλογες εικόνες του βίντεο για τη χρήση ναρκωτικών και το απροκάλυπτο γυμνό. Ούτε ο «βασιλιάς της ποπ» Μάικλ Τζάκσονείχε γλιτώσει, αφού το 1991 είχε αναγκαστεί να κόψει μια σκηνή από το «Βlack Οr White» όπου άγγιζε το επίμαχο σημείο. Παρά τις καλλιτεχνικές ανησυχίες της, ηΜπγιορκδέχθηκε και αυτή τις επιπτώσεις της λογοκρισίας και μάλιστα σε αρκετές περιπτώσεις, με πιο γνωστή αυτή του «Ρagan 

Toν Δεκέμβριο οι Rammstein θα κυκλοφορήσουν μια ειδική έκδοση του νέου άλμπουμ τους «Liebe Ιst Fur Αlle Da» στη μορφή μικρής βαλίτσας που θα περιέχει έξι δονητές και φυσικά το CD στη σπέσιαλ εκδοχή του

Ρoetry», το οποίο έχει ερωτικές σκηνές με αρκετή ποικιλία αλλά και περιγραφικές σκηνές με body piercing, για γερά νεύρα. Η χαμηλοβλεπούσα πάλιΣακίρα, που συνεχώς διατείνεται ότι ντρέπεται για το σώμα της, κυκλοφορεί το ένα μετά το άλλο βιντεοκλίπ που, ναι μεν δεν μπορείς να ονομάσεις πορνό, αλλά ξεπερνούν το όριο του αισθησιακού. Στο τελευταίο μάλιστα «She Wolf» δεν μεταμορφώνεται σε λυκάνθρωπο, όπως θα περίμενε κανείς, όταν βγαίνει το φεγγάρι, αλλά σε ένα ερωτικά άπληστο θηλυκό. 

Η λογοκρισία στην ποπ και ροκ μουσική είναι ένα φαινόμενο παγκόσμιο και μάλιστα εκεί όπου ανθεί περισσότερο είναι φυσικά οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Εκεί όχι μόνο με μεγάλη ευκολία δεν παίζονται τα μικρά αυτά ταινιάκια, τα οποία ουσιαστικά δημιουργήθηκαν για την καλύτερη προώθηση των τραγουδιών μέσα από την οπτικοποίησή τους, αλλά κυρίως πολλά τραγούδια δεν ακούγονται στο ραδιόφωνο λόγω των στίχων τους, έπειτα από μεσολάβηση πολλών ομάδων που έχουν συσταθεί γι΄ αυτόν τον λόγο. Μια από αυτές μάλιστα, η Ρarents΄ Μusic Recourse Center με ιδρύτρια τηνΤίπερ Γκορ, σύζυγο του πρώην αντιπροέδρου των ΗΠΑΑλ Γκορ, έχει καταφέρει να μπαίνει η γνωστή πλέον προειδοποίηση στα καλύμματα CD αν οι στίχοι είναι προσβλητικοί για τις μικρότερες ηλικίες. 

Γεγονός πάντως είναι ότι τις περισσότερες φορές αυτού του τύπου οι απαγορεύσεις λειτούργησαν θετικά για τις πωλήσεις των τραγουδιών που υπέστησαν αυτή την αντιμετώπιση. Τώρα κατά πόσον αυτό γίνεται από την πλευρά των καλλιτεχνών γι΄ αυτόν τον σκοπόγιατί λέγονται και τέτοια-, αυτό μόνο οι ίδιοι το ξέρουν και τελικώς το καθετί κρίνεται από το πόσο καλό είναι. Και η αλήθεια είναι ότι τις περισσότερες φορές το αποτέλεσμα είναι θεαματικό! 


ΤΟΥ ΣΑΚΗ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ 



Ο ψιθυριστής των ντραμς

Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2009 9:01 μμ |

alt

50 χρόνια μετά την ηχογράφηση του ιστορικού «, ο ογδοντάχρονος ντράμερ Τζίμι Κομπ, που έρχεται για δύο συναυλίες, είναι ο μόνος από τους συντελεστές της που βρίσκεται ακόμα κοντά μας 

«Θυμάμαι ότι ο Μάιλς ερχόταν στο στούντιο με τη μουσική του και θυμάμαι ότι ήταν πολύ σύντομες συγχορδίες, που άλλαζαν συνεχώς. Ήταν "δύσκολος" δίσκος. Από τότε μου φάνηκε περίεργο που άρεσε τόσο πολύ στον κόσμο. Όταν τον ηχογραφούσαμε ήμασταν εντελώς χαλαροί στο στούντιο. Και τελικά, όλο αυτό που έγινε εκεί άγγιξε πολλούς χωρίς να το καταλάβουμε. Μάλλον χρειαζόταν τον χρόνο του». Πράγματι, το «Κind of Βlue» ήταν ένας «δύσκολος» δίσκος για την εποχή του. Ήταν ένας ακόμα από τους νεωτερισμούς που ο μεγάλος τρομπετίστας θα έφερνε στο προσκήνιο σφραγίζοντας την τζαζ ιστορία, και δίνοντας συνέχεια στις μεγάλες τομές της μουσικής του αυτοσχεδιασμού που είχε επιχειρήσει ο Τσάρλι Πάρκερ περίπου μια δεκαετία νωρίτερα. Ο Μάιλς θα άνοιγε ένα ακόμα μονοπάτι προς την ελεύθερη καλλιτεχνική έκφραση της αφροαμερικάνικης κοινότητας σμιλεύοντας με τον πιο αυθεντικό τρόπο το μπλουζ και τη μαύρη θρησκευτική μουσική, τη ραχοκοκαλιά και την καρδιά της αφροαμερικάνικης μουσικής κουλτούρας. Ο ντράμερ Τζίμι Κομπ ήταν παρών στον τοκετό αυτής της υπέροχης μουσικής ροής. 

Ο Κομπ ισχυρίζεται ότι βρέθηκε δίπλα στον τρομπετίστα εντελώς συμπτωματικά. «Ήταν το 1958. Ντράμερ του Μάιλς ήταν ο Φίλι Τζο Τζόουνς, αλλά καθυστερούσε τόσο πολύ να πάει στο στούντιο που ο δίσκος δεν τελείωνε. Οπότε, ο σαξοφωνίστας Τζούλιαν "Κάνονμπολ" Άντερλεϊ, που ήταν φίλος μου, με κάλεσε και έπαιξα ντραμς. Τον Μάιλς τον είχα συναντήσει παλιότερα στη Νέα Υόρκη, όταν έπαιζα με την Νταϊάνα Ουάσιγκτον. Τότε είχε αρχίσει να γίνεται διάσημος. Δύο μήνες αφότου ολοκληρώσαμε τον δίσκο, με πήρε τηλέφωνο και μου είπε: 


"Έλα να παίξεις μαζί μου. Και αν θες τη δουλειά, έλα τώρα γιατί παίζουμε απόψε". 

alt

Ήμουν στη Νέα Υόρκη και αυτοί ήταν στη Βοστώνη, τετρακόσια μίλια μακριά. Είχα τρεις ώρες καιρό. Πήρα το αεροπλάνο με όλα τα ντραμς, έφτασα στο κλαμπ και άρχισα να τα στήνω, ενώ παίζανε το "Round Μidnight". Μόλις έγινε η παύση μετά τα σόλο, ξεκίνησα να παίζω. Έτσι γίναμε φίλοι με τον Μάιλς». 

Σήμερα όποιος ακούσει το ντράμινγκ του Τζίμι Κομπ στους δίσκους του Μάιλς, όποιος παρακολουθήσει τη ρυθμική του φιλοσοφία, την ντραμιστική διακριτικότητά του θα αισθανθεί ότι μια ακόμη σύμπτωση λειτούργησε με μαγικά αποτελέσματα. Ένας ντράμερ που περισσότερο «ψιθυρίζει» στα τύμπανα παρά τα χτυπάει. Ελέγχει τον ρυθμό παρά τον προκαλεί και κυρίως τον κάνει να αναδυθεί με τον πιο υπαινικτικό τρόπο. Όλη η τεχνική του Τζίμι Κομπ βρίσκεται στον τρόπο που αντιλαμβάνεται τον ρόλο του στην ορχήστρα: στον άπλετο χώρο που δίνει στους αυτοσχεδιασμούς των μελωδικών οργάνων. «Μου αρέσει να ακούω τις μελωδίες γύρω μου, το σαξόφωνο, την τρομπέτα, τα φώτα πάνω μου. Η ζωή ενός μουσικού είναι συναρπαστική». Πρόκειται για έναν από τους ελάχιστους εναπομείναντες της μεγάλης γενιάς των Αφροαμερικανών τζάζμεν. Εκείνων που δεν «υπηρέτησαν» την τζαζ αλλά εκείνων που επινόησαν τα καινούργια λεξιλόγιά της. 

alt

Ένα αφιέρωμα στον Μάιλς Ντέιβις. Στη μεγάλη στιγμή του «Κind of Βlue» ή καλύτερα σε μια αισθητική πρόταση που απλώς αποκρυσταλλώθηκε πριν από 50 χρόνια. Αυτό θα ακούσουμε στις συναυλίες της μπάντας του Κομπ που αποτελείται από πέντε εξαιρετικούς αυτοσχεδιαστές της σύγχρονης τζαζ.


Σταθμοί μιας μεγάλης καριέρας

1929. Ο Τζίμι Κομπ γεννιέται στην Ουάσιγκτον 1951. Γίνεται μέλος της ορχήστρας του σαξοφωνίστα Ερλ Μπόστικ 1952-1955. Συνεργάζεται με την Ντάινα Ουάσιγκτον και αναλαμβάνει την καλλιτεχνική διεύθυνση της ορχήστρας της 1957-1958. Παίζει με τον αλτοσαξοφωνίστα Κάνονμπολ Άντερλεϊ που έναν χρόνο αργότερα θα τον συστήσει με θερμά λόγια στον Μάιλς Ντέιβις 1959. Παίρνει μέρος στην ιστορική ηχογράφηση του «Κind Οf Βlue» 1962- 1970. Συνεργασίες με σημαντικά ονόματα της τζαζ όπως ο σαξοφωνίστας Άρτ Πέπερ, ο πιανίστας Ουίντον Κέλι και ο κιθαρίστας Ουές Μοντγκόμερι1980. Συνοδεύει τη μεγάλη Σάρα Βον στις συναυλίες της εντός και εκτός συνόρων


Του Ζακ Σαμουήλ




Αφοσιωμένος στην ποίηση

Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2009 11:12 πμ |

alt


Από τις άπειρες αδικοχαμένες φιγούρες στον χώρο του ροκ, ο Tim Hardin δεν πρόλαβε ιδιαίτερα να εξαργυρώσει την επιρροή που άσκησαν τα τραγούδια και το ταλέντο του σε άλλους καλλιτέχνες.

Ο Δεκέμβριος του 1980 έχει μείνει στην ανάμνηση των μουσικόφιλων ως ο «μαύρος Δεκέμβρης», λόγω της δολοφονίας του John Lennon από τον Mark David Chapman. Στις 29 του ίδιου μήνα χάνει τη ζωή του, σε ηλικία 40 ετών, και ο Hardin, από υπερβολική δόση ναρκωτικών, που είναι η μόνιμη αιτία απώλειας αρκετών μουσικών στον χώρο του ροκ.

Χωρίς την πρόθεση να συγκρίνει κανείς το μέγεθος του ταλέντου των δύο δημιουργών, δεν μπορεί παρά να σχολιάσει το ότι ενώ όλο τον Δεκέμβριο τα τραγούδια του Lennon κυριαρχούσαν στα ραδιόφωνα όλου του κόσμου, ο θάνατος του Tim Hardin απασχόλησε μόνο μία ομάδα φίλων της μουσικής και την ημέρα του θανάτου του δεν υπήρχε ούτε ένα από τα άλμπουμ που είχε ηχογραφήσει, σε κυκλοφορία στα καταστήματα δίσκων της εποχής.

Οι περισσότεροι μουσικολόγοι χαρακτηρίζουν τον Hardin μουσικό της φολκ. Ομως ο ίδιος θεωρούσε ότι τα τραγούδια του ήταν πιο κοντά στη μουσική τζαζ. Την αγάπη γι' αυτήν του είχε εμφυσήσει ο πατέρας του, που ήταν μπασίστας σε μπάντες του αμερικανικού Ναυτικού κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και έπαιζε τον ήχο που κυριαρχούσε εκείνη την εποχή. Ο Ray Charles, μάλιστα, κάποτε τον είχε αποκαλέσει το «τρίτο φως στο μπλουζ», λέγοντας ότι το πρώτο ήταν ο Lightnin' Hopkins και το δεύτερο, ο ίδιος. Από την άλλη πλευρά, η μητέρα του ήταν διάσημη βιολίστρια και έπαιζε στη συμφωνική ορχήστρα του Πόρτλαντ.

Ο ίδιος έμαθε κιθάρα όταν ήταν μαθητής στο Γυμνάσιο, στο Γιουτζίν του Ορεγκον. Η άποψή του για το τι συμβαίνει στον κόσμο πήρε άλλες διαστάσεις στα τέλη της δεκαετίας του '50, όταν υπηρέτησε τη θητεία του ως πεζοναύτη στην Ινδοκίνα, μία περιοχή που τότε έδινε ιδιαίτερα μαθήματα γύρω από την ανθρώπινη ζωή σε όσους είχαν την ατυχία να συμμετάσχουν στις πολεμικές επιχειρήσεις της και σ' αυτόν τον καταστροφικό πόλεμο.

alt

Οταν τελείωσε τη θητεία του, επιστρέφοντας στην Αμερική, εγκαταστάθηκε στο Κέμπριτζ της Μασαχουσέτης και άρχισε να παρουσιάζει τα τραγούδια του σε μικρές καφετέριες, όπου σύντομα ξεχώρισε με το ταλέντο του, με επακόλουθο το να αποφασίσει να πάει στη Νέα Υόρκη και να προσπαθήσει να γίνει γνωστός στην περιοχή τού Γκρίνουιτζ Βίλατζ, που ήταν ιδιαίτερα θετική στην προώθηση των καλλιτεχνών της φολκ.

Το 1962 ηχογραφήθηκαν σε ταινίες τα πρώτα του τραγούδια, που θα κυκλοφορήσουν όμως αρκετά χρόνια αργότερα, το 1967, ως το τρίτο του άλμπουμ και ενώ στο μεταξύ το 1966 ο Bob Dylan τον είχε χαρακτηρίσει, μετά την εντυπωσιακή του εμφάνιση στο φολκ φεστιβάλ του Newport, ως τον σημαντικότερο εν ζωή συνθέτη.

Στα τέλη της δεκαετίας του '60 κι ενώ αρκετοί είχαν επισημάνει την επιρροή που είχαν τα τραγούδια σε μερικές από τις δουλειές του Bob Dylan, κυκλοφόρησε το άλμπουμ του Dylan (1968) John Wesley Harding που αναφέρεται σε αμερικανό παράνομο του 19ου αιώνα, αλλά αρκετοί ήταν αυτοί που έγραψαν ότι ο τίτλος αναφερόταν και στον Tim Hardin, ο οποίος αποφασίζει να μετακομίσει στην περιοχή του Γούντστοκ, όπου εκείνη την περίοδο ζούσαν εκεί ο Dylan και ο επίδοξος για πολλούς διάδοχός του Eric Anderson.

Αυτό που περιόρισε την καριέρα του Hardin ήταν το ότι τα τραγούδια του έγιναν γνωστά με άλλους καλλιτέχνες, έτσι δεν μπόρεσε ο ίδιος να καρπωθεί την αξία συνθέσεων όπως το If Ι Were Α Carpenter, που όχι μόνο έγινε επιτυχία από τον Bobby Darin, αλλά τον βοήθησε να κάνει καριέρα σε ένα καινούριο γι' αυτόν μουσικό χώρο, που ήταν αυτός της φολκ. Το ίδιο τραγούδι θα ξεχωρίσει με τους Four Tops, συγκρότημα της μουσικής σόουλ, και στον χώρο της κάντρι, με την ερμηνεία του Johnny Cash σε ντουέτο με την June Carter. Αλλα δικά του τραγούδια που έγιναν γνωστά από άλλους ήταν τα The Lady Came From Baltimore, με την Joan Baez, και Misty Roses από τον Johnny Mathis. Αυτά τα τραγούδια είχαν αρκετά θετική αποδοχή από το ραδιόφωνο και στην εκτέλεση τους από τον ίδιο τον Hardin, αλλά δεν κατάφεραν να γίνουν επιτυχίες. Ο Scott Walker ήταν ένας άλλος τραγουδιστής που είχε ανακαλύψει το ταλέντο του Hardin και ερμήνευσε τα Black Sheep Boy και Reason Το Believe, που συμπτωματικά ίσως τραγούδησε και ο Paul Weller.

Το Reason Το Believe ήταν βέβαια η μεγαλύτερη επιτυχία του, αφού έγινε Νο 1 σε Αγγλία και Αμερική, μαζί με το Maggie May του Rod Stewart, ο οποίος το είχε διαλέξει μάλιστα σαν πρώτη πλευρά του τότε μικρού δίσκου του, αλλά το ραδιόφωνο στη συνέχεια ξεχώρισε περισσότερο το Maggie May.

alt

Αφοσιωμένος στην ποίηση, την οποία περνούσε μέσα στους στίχους των τραγουδιών του, ο Hardin ωθούσε στα άκρα όλη του την ύπαρξη, με ό,τι ήταν αναμεμειγμένος. Ερωτευόταν παράφορα, κάπνιζε κι έπινε πολύ, γενικά με ό,τι ασχολούνταν στη ζωή του ήταν υπερβολικός. Μία μέρα ανακάλυψε τη μυρωδιά του υάκινθου σαν άρωμα και ψέκασε ολόκληρο το σπίτι του με αυτό.

Οι μύθοι ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινής του ζωής κι ένας από αυτούς που προσπάθησε να συντηρήσει, ήταν το ότι ήταν απόγονος του John Wesley Harding.

Από μικρός ήθελε να ξεχωρίζει. Στο Γυμνάσιο έπαιξε σε σχολική παράσταση τον ρόλο που είχε ο Gordon McRae στο μιούζικαλ Carousel. Στην Οκινάουα, όπου υπηρέτησε, απέκτησε μάλλον την κακιά συνήθεια της ηρωίνης, που τελικά τον έστειλε πρόωρα στον άλλο κόσμο.

Το πρώτο του τραγούδι ήταν το How We Can Hang On Το Α Dream, που διασκεύασαν αργότερα οι Nice. Τελικά η ζωή του κινούνταν γύρω από ένα όνειρο, το οποίο όμως δεν είχε καλή εξέλιξη, γιατί, όπως στα όνειρα, η ταύτιση με έναν ειδικό περιθωριακό τρόπο ζωής συχνά έχει απροσδόκητη και μη ελεγχόμενη εξέλιξη.

Το 1974 θα μετακομίσει με την οικογένειά του στην νότια Αγγλία, όπου εμφανιζεται σε διάφορα κλαμπ. Υστερα από έναν χρόνο, θα επιστρέψει στην Αμερική όπου και θα έλθει το τραγικό τέλος ύστερα από χρήση ηρωίνης. Θα τον βρουν νεκρό στο διαμέρισμά του στο Λος Αντζελες πριν συμπληρώσει τα 40 του χρόνια.


Από τον Γιάννη Πετρίδη

* επιλογή και εικονογράφηση Ανδρέας Δηλές



Oι Μπιτλς κατέστρεψαν (!) το ροκ εν ρολ

Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009 9:01 μμ |

alt


Το 1969, στο Γούντστοκ, από τους 33 καλλιτέχνες που εμφανίστηκαν στη σκηνή μόνο τρεις ήταν μαύροι! Κι απ' αυτούς ο Τζίμι Χέντριξ και ο Ρίτσι Χέιβενς έπαιζαν με λευκούς μουσικούς τραγούδια που απευθύνονταν σε ένα κατά βάση λευκό ακροατήριο.

Δύο χρόνια νωρίτερα, στο Μόντερεϊ, έξι από τα 32 καλλιτεχνικά σχήματα ήταν μαύρα και έπαιζαν μπροστά σ' ένα κοινό από χίπις που άκουγαν μάλλον αδιάφορα τον Οτις Ρέντινγκ.

*Πώς, όμως, έγινε το ροκ ένα μουσικό είδος αποκλειστικά «λευκό»; Σ' αυτό το ερώτημα απαντάει ο Ελάιζα Γουόλντ στο βιβλίο του «Πώς οι Μπιτλς κατέστρεψαν το ροκ εν ρολ» (εκδ. Oxford University Press, Νέα Υόρκη, 2009), ξεκινώντας την προσέγγισή του από την αρχή του εικοστού αιώνα, από την εποχή που οι μεγάλες μπάντες έπαιζαν τη μουσική των μαύρων με ανάμεικτους μουσικούς, συχνά και με λευκούς μαέστρους επικεφαλής.

* Φτάνοντας στη δεκαετία του '50 που γεννιέται το ροκ εν ρολ, λευκοί και μαύροι καλλιτέχνες απευθύνονται στο ίδιο κοινό. Οι δίσκοι του Λιτλ Ρίτσαρντ και του Τσακ Μπέρι αγοράζονται από τους ίδιους ανθρώπους που αγοράζουν δίσκους του Ελβις Πρίσλεϊ και του Τζέρι Λι Λιούις, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι μαύροι καλλιτέχνες που συνυπάρχουν με τους λευκούς έχουν την ίδια μεταχείριση στη σόου μπίζνες και ιδίως στον κινηματογράφο και την τηλεόραση (που σπανιότατα συμπεριλαμβάνουν μαύρους καλλιτέχνες στις ταινίες και τα προγράμματά τους).

* Μέχρι το 1964 αυτή η συνύπαρξη έχει προχωρήσει τόσο πολύ που το περιοδικό «Μπίλμπορντ», που απηχεί τα συμφέροντα της βιομηχανίας του δίσκου, καταργεί την ξεχωριστή κατηγορία πωλήσεων «Rhythm and Blues» και την εντάσσει στη γενική κατηγορία «Ποπ», θεωρώντας ότι το κοινό που αγοράζει τα μεν και τα δε δεν είναι πια τόσο διαφορετικό που να δικαιολογεί αυτή τη διάκριση. Αλλά υπολόγιζαν χωρίς τον ξενοδόχο, γιατί το '64 είναι η χρονιά της αποκαλούμενης «βρετανικής εισβολής» στις ΗΠΑ, με μπροστάρηδες τους Μπιτλς, και του εξελισσόμενου folk-rock, που οδηγεί τη μουσική σε άλλα πεδία, με διαφορετικό ήχο, ποιητικό στίχο, κοινωνικό περιεχόμενο και άλλο ακροατήριο.

* Το Γενάρη της επόμενης χρονιάς το «Μπίλμπορντ» επαναφέρει το διαχωρισμό, διαπιστώνοντας ότι δημιουργείται μία άλλου τύπου διάκριση ανάμεσα στα δύο είδη, αν και συχνά τα όρια είναι δυσδιάκριτα, ιδιαίτερα για καλλιτέχνες με πολύ ευρύ πεδίο, όπως η Τζάνις Τζόπλιν, που είναι πιο κοντά στον Τζέιμς Μπράουν παρά στην Γκρέις Σλικ, ή η Τίνα Τάρνερ, που τραγουδάει κομμάτια των Μπιτλς και των Κρίντενς.

Το κίνημα άρνησης της σπάταλης καταναλωτικής κοινωνίας δεν συγκινεί εξίσου τους μαύρους, οι οποίοι δεν έχουν γνωρίσει καμία ευημερία και αγωνίζονται για να αποκτήσουν τα ελάχιστα απ' αυτά που οι λευκοί διαθέτουν και τα παιδιά τους απορρίπτουν.

Οι μαύροι, προσπαθώντας από τη μια να γίνουν αποδεκτοί με ίσους όρους στην κοινωνία που είναι φτιαγμένη από λευκούς για λευκούς, εξακολουθούν να φτιάχνουν χορευτική μουσική που απευθύνεται στους πάντες, γιατί, όπως είπε ωμά ο Μάρβιν Γκέι, «όλοι θέλουν να πουλήσουν στους λευκούς, γιατί οι λευκοί έχουνε τα φράγκα».

Εμφαση στο ρατσισμό

Απ' την άλλη, οι μαύροι ριζοσπαστικοποιούνται με το δικό τους πρόβλημα, το ρατσισμό, δίνοντας πολύ μαύρη διάσταση στη μουσική τους, όπως την εκφράζει ο Τζέιμς Μπράουν στο «Say it loud, Ι' m black and Ι' m proud», ενώ η Αρίθα Φράνκλιν που είναι στο μέινστριμ απλά ζητάει «Σεβασμό» (Respect). Το φολκ-ροκ, εδραιωμένο στα πανεπιστήμια και τους διανοούμενους, δεν ζητάει ένταξη αλλά, αντιθέτως, άρνηση και απόσυρση.

* Οι Μπιτλς παίζουν μεγάλο ρόλο σ' αυτό το διαχωρισμό: Από το '64 ώς το '70 είχαν 14 άλμπουμ στο νούμερο 1 των πωλήσεων. Είναι αυτοί που μεταφέρουν το κέντρο βάρους της διάπλασης της μουσικής από τα κλαμπ, τις συναυλίες και τα κινήματα στο στούντιο, όπου παράγουν αριστουργήματα, χρησιμοποιώντας υλικό και ιδέες που δεν εξαρτώνται από κανένα συγκεκριμένο μητρικό είδος μουσικής. Καθώς πειραματίζονται με ήχους και στιλ στο στούντιο χρησιμοποιώντας ομάδες εγχόρδων και πνευστών, στοιχεία από το γαλλικό τραγούδι και ό,τι άλλο εμπνευστούν, η αδιάκοπη συνέχεια ραγκτάιμ-τζαζ-σουίνγκ-ροκ εν ρολ σπάει.

* Οι Ρόλινγκ Στόουνς και ο παραγωγός συναυλιών Μπιλ Γκράχαμ, μαζί με μερικούς άλλους, προσπαθούν να επανασυγκολλήσουν τους μαύρους με τους λευκούς στο ροκ, αλλά ματαίως. Και όπως γράφει ο Πολ Γουίλιαμς στο περιοδικό «Κροντάντι», «(...) πρώτη φορά στην ιστορία της Αμερικής η καλύτερη σύγχρονη μουσική δεν γίνεται από τον αμερικάνο μαύρο». 


Του ΣΤΕΛΙΟΥ ΕΛΛΗΝΙΑΔΗ


Τραγουδώντας το χωρισμό

Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2009 4:33 μμ |

alt


Αν προσπαθήσει να κατατάξει κανείς θεματολογικά το περιεχόμενο των στίχων των τραγουδιών που ακούμε, σίγουρα ένα σημαντικό ποσοστό, αν όχι το μεγαλύτερο, θα αφορά τραγούδια που περιγράφουν τα συναισθήματα αυτών που βιώνουν τον χωρισμό στις ερωτικές σχέσεις τους.

Αυτά τα τραγούδια συνήθως γίνονται και οι μεγαλύτερες επιτυχίες σε όλο το μουσικό φάσμα και καλύπτουν κλασική, λαϊκή, χιπ χοπ και ροκ μουσική.

Τα τραγούδια αυτά έχουν όμορφη μελωδία, αξιομνημόνευτους συγκινητικούς και ποιητικούς στίχους και πάνω από όλα πρέπει να αναφέρονται σε μια χαμένη αγάπη, προδομένη ή αγάπη χωρίς ανταπόκριση. Τα πιο λυπηρά απ' όλα είναι βέβαια είναι αυτά που μιλούν για χωρισμό που οφείλεται σε δύσκολες καταστάσεις, όπως ο θάνατος, ή συγκεκριμένες περιστάσεις που οδηγούν στο να θυσιάσει ο ένας από τους δύο τον έρωτά του.

Ο καθένας από εμάς σίγουρα θα έχει τη δικιά του λίστα με τα αγαπημένα του τραγούδια χωρισμού, που ειδικά στους νεότερους θα αποτελούν συχνά σημείο αναφοράς. Τα τραγούδια που ακολουθούν, θα βοηθήσουν ίσως στο να βάλετε σε μια σειρά και τις δικιές σας προτιμήσεις:

Ι Will Always Love You, το τραγούδι της Dolly Parton, που το έκανε ακόμα μεγαλύτερη επιτυχία η Whitney Houston χάρη στην ερμηνεία της στην ταινία Bodyguard. Είναι μία απλή ειλικρινής μπαλάντα που εκφράζει την υπέρτατη θυσία μιας γυναίκας που ποτέ δεν θα πάψει να αγαπά, αλλά έχει συνειδητοποιήσει ότι δεν είναι αυτή που του αξίζει, έτσι αποσύρεται από τη ζωή του.

Love Hurts, γράφτηκε από το ζευγάρι Felice και Boudleaux Bryant, που έχει γράψει αρκετές επιτυχίες για το ντουέτο των Everly Brothers. Εκτός από τα δύο αδέλφια, το διασκεύασαν με επιτυχία και οι Roy Orbison, Nazareth και ο Gram Parsons με την Emmylou Harris.

Ι Will Survive, η κορυφαία στιγμή της καριέρας τής Gloria Gaynor. Φύγε τώρα, γύρισε την πλάτη σου και βγες από την πόρτα, δεν είσαι πια ευπρόσδεκτος σ' αυτό το σπίτι.

alt

Ι't's Τοο Late, από την Carole King και το άλμπουμ Tapestry. Είναι πολύ αργά, μωρό μου, παρ' όλο που και οι δυο μας προσπαθήσαμε, κάτι έχει πεθάνει μέσα μου και δεν μπορώ να κρύψω αυτό το συναίσθημα και δεν μπορώ πια να προσποιούμαι.

Only The Lonely από τον Roy Orbison, ο οποίος με τα τραγούδια του συχνά εκφράζει περισσότερο από κάθε άλλον τον ανθρώπινο πόνο από την ερωτική απογοήτευση.

Μόνο όσοι ζούνε μόνοι τους μπορούν να καταλάβουν το πώς νιώθω απόψε, μόνον οι μοναχικές καρδιές μπορούν να καταλάβουν πόσο άδικο είναι το να ζεις μόνος σου χωρίς την αγάπη σου. Ο ίδιος έχει τραγουδήσει πολλά ακόμη τραγούδια στο ίδιο ύφος, Cryin', Ι'm Hurtin', Blue Bayou, Blue Angel, It's Over.

All Ι Have Το Do Is Dream από τους Everly Brothers σε ένα από τα πιο αθώα και αγνά σε συναισθήματα τραγούδια που περιγράφουν ένα νεανικό έρωτα. Τα φωνητικά του ντουέτου επηρέασαν δεκάδες ονόματα, όπως αυτά των Simon and Garfunkel, Eagles, Crosby, Stills and Nash, The Byrds κ.ά.

Ι Fall Το Pieces, το απόλυτο τραγούδι για χωρισμό, είχε ήδη απορριφθεί από τρεις άνδρες τραγουδιστές ως πολύ φεμινιστικό. Η Patsy Cline, που αρχικά αρνήθηκε να είναι η τέταρτη επιλογή, το ηχογράφησε μια κι έξω σε λιγότερο από μία ώρα, όταν ήταν 8 μηνών έγκυος, χωρίς να προσδοκά να γίνει επιτυχία, και όμως έγινε το δημοφιλέστερο τραγούδι της.

Κάθε φορά που σε ξαναβλέπω, γίνομαι κομμάτια.

Πώς μπορώ να είμαι μόνο φίλη σου;

The Last Goodbye, από τις καλύτερες στιγμές του Jeff Buckley, ο οποίος αναπάντεχα χάθηκε σε νεαρή ηλικία. Τραγική σύμπτωση, ο χαμός του συνέπεσε με τον επίσης πρόωρο χαμό του πατέρα του, Tim. Αλλο ένα τραγούδι που περιγράφει την αδυναμία του ερωτικά πληγωμένου να καταλάβει το τι έφταιξε για τον χωρισμό.

Missing με τους Everything But The Girl, το οποίο όταν το ακούει κανείς αναρωτιέται αν αυτά που λέει ο πρωταγωνιστής της ιστορίας είναι όνειρο ή πραγματικότητα.

Τα χρόνια που πέρασαν από τότε που έφυγες έδειξαν ότι τίποτα δεν μπορώ να κάνω χωρίς εσένα. Σ' αναζητώ, όπως η έρημος αναζητά την βροχή.

Ι Know It's Over με τον Morrissey και τους υπόλοιπους των Smiths στις καλύτερες στιγμές τους: Αφού είσαι τόσο χαρούμενος, γιατί κοιμάσαι μόνος σου απόψε, αφού είσαι τόσο έξυπνος, γιατί κοιμάσαι μόνος σου απόψε; Αφού είσαι τόσο όμορφος, γιατί κοιμάσαι μόνος σου απόψε; Ξέρω... επειδή για σένα απόψε είναι μια νύχτα όπως όλες οι άλλες και ζεις στον κόσμο σου με τους θριάμβους να αγκαλιάζουν τη γοητεία σου.

Alone Again Or, το τραγούδι των Love που δεν γράφτηκε από τον Arthur Lee, αλλά από τον Bryan McLean και είναι ένα πάντρεμα του ήχου των Byrds με αυτό του Ennio Morricone. Ακουσα κάτι αστείο, κάποιος μου είπε/ Ξέρεις θα μπορούσα να ερωτευτώ οποιαδήποτε/ Αλλά το αστείο είναι, ότι πάλι είμαι μόνος μου απόψε, γλυκιά μου.

Ι Just Don't Know What Το Do With My Self. Στην εκδοχή της ερμηνείας του από την Dusty Springfield, που για ακόμη μία φορά τραγουδά σύνθεση των Bacharach/ David, που ήδη είχε ερμηνεύσει η Dionne Warwick. Το να πηγαίνω στο σινεμά με κάνει να αισθάνομαι λύπη, όπως και το να πηγαίνω σε διάφορα πάρτι/ όταν δεν είμαι μαζί σου, δεν ξέρω τι να κάνω.

The Tracks Of My Tears από τον σύγχρονο αμερικανό ποιητή και συνθέτη Smokey Robinson. Ολοι μου λένε ότι είμαι η «ψυχή» του πάρτι, επειδή γελάω και λέω αστεία/ όμως το χαμόγελο είναι η μάσκα που φοράω για να κρύψω τα συναισθήματά που νιώθω από τότε που σε έχασα.

Knowing Me, Knowing You, από τους Abba και όχι, όπως θα περίμενε κανείς λόγω των στίχων, από ένα όνομα όπως οι Radiohead, ο Jeff Buckley ή κάποιος άλλος καλλιτέχνης από τον χώρο του ροκ. Οχι πια προσποιητά χαμόγελα, μόνο σιωπή.

You've Lost That Lovin' Feelin' με τους Righteous Brothers σε μία από τις καλύτερες εισαγωγές τραγουδιού για χωρισμό, Δεν κλείνεις πια τα μάτια σου όταν φιλώ τα χείλη σου και λίγο αργότερα, μωρό μου, γονατίζω μπροστά σου, αχ ας μπορούσες να μ'αγαπήσεις ξανά όπως πριν.

Ι'm Α Fool Το Want You από τον Frank Sinatra, σε ένα από τα ελάχιστα τραγούδια στα οποία ο μεγάλος τραγουδιστής είχε συμμετοχή στη σύνθεση και γράφτηκε μάλλον για τη σχέση του με την Ava Gardner. Η απελπισμένη φωνή ενός άνδρα που αγαπά υπερβολικά μια γυναίκα που τον κατέστρεψε.

Τα ερωτικά τραγούδια για χωρισμό είναι ανεξάντλητα, θα μπορούσε κανείς να προσθέσει, μεταξύ άλλων, τα: Against All Odds-Phil Collins, Don't Speak-Νο Doubt, Without You-Nilsson, Diamonds And Rust-Joan Baez, All Alone Am Ι-Brenda Lee, Are You Lonesome Tonight?-Elvis Presley, Back Το Black-Amy Winehouse, Blue On Blue-Bobby Vinton, One-U2, It Must Have Been Love-Roxette, Ι (Who Have Nothing)-Shirley Bassey, Nothing Compares 2 U-Sinead Ο'Connor και εκατοντάδες, αν όχι χιλιάδες άλλα.

alt

Ατελείωτη είναι η λίστα και στον χώρο του ελληνικού τραγουδιού, με το Χωρίσαμε ένα Δειλινό του Βασίλη Τσιτσάνη να τα λέει όλα:

Χωρίσαμε ένα δειλινό, με δάκρυα στα μάτια,/ η αγάπη μας ήταν γραφτό, να γίνει δυο κομμάτια.

Συγνώμη που σ'αγάπησα πολύ,/ δεν ξέρω ν'αγαπώ όμως πιο λίγο... μουσική του Γιώργου Χατζηνάσιου, σε στίχους του Γιώργου Κανελλόπουλου.

Ολα σε θυμίζουν, από τις καλύτερες στιγμές του Μάνου Λοΐζου σε στίχους του Μανώλη Ρασούλη και ερμηνεία από τη Χ. Αλεξίου, που περιγράφει ίσως περισσότερο από κάθε άλλο τραγούδι την ιστορία του καθενός:

Ολη μας η αγάπη την κάμαρα γεμίζει/ σαν ένα τραγούδι που λέγαμε κι οι δυο/ πρόσωπα και λόγια και τ' όνειρο που τρίζει/ σαν θα ξημερώσει τι θα 'ν' αληθινό.

Από το σύγχρονο ελληνικό τραγούδι, οι ερμηνείες του Νότη Σφακιανάκη είναι ίσως αυτές που καλύπτουν σε πολλά από τα τραγούδια του το θέμα μας. Αλλωστε το λαϊκό μας τραγούδι είναι ανεξάντλητο σε θέματα χωρισμού.

 


Ηappy birthday blue note!

Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2009 9:01 μμ |

alt


Η Βlue Note κλείνει φέτος τα 70 της χρόνια. Η εμβληματικότερη εταιρεία του μουσικού κόσμου που έγραψε το μεγαλύτερο κομμάτι της ιστορίας της jazz, συνδυασμένης με τα υποδειγματικά εξώφυλλα του Reid Miles. Ο διευθυντής Bruce Lundvall είναι από το 1984 στο τιμόνι της εταιρείας κι έχει πάνω από 70 λόγους να είναι ικανοποιημένος με την ιστορία αλλά και τις νέες προοπτικές. Eίναι ο άνθρωπος που υπέγραψε μουσικούς σαν τον Herbie Hancock και τη Νοrah Jones. Πόσο τζαζ μπορεί να είναι ένας επιχειρηματίας που τρέχει ένα τόσο σπουδαίο label. Συνδεόμαστε με το γραφείο του πιο ισχυρού άντρα της jazz, στον 6ο όροφο της Fifth Avenue στη Νέα Υόρκη.

Πώς συνδυάζετε τη διαχείριση αυτής της μεγάλης κληρονομιάς με την αναζήτηση του καινούργιου; Πρώτα απ' όλα έχουμε μια σπουδαία δημιουργική ομάδα που συνεργάζεται στενά. Συνεργάτες σαν τον Michael Cuscuna είναι τόσο πολύτιμοι. Είναι μόνιμος σύμβουλος και διαχειρίζεται όλο το back catalogue. Το κλειδί είναι η συνεργασία. Μπορεί να παίρνω τις τελικές αποφάσεις, αλλά υπάρχει από πίσω ένα ολόκληρο team. 

alt

Jazz pianist and composer Horace Silver was a pioneer of the hard bop style and helped form the group The Jazz Messengers.
(© By Francis Wolff; photo courtesy of Blue Note Records / EMI Music.)

Ποιος είναι ο πιο αγαπημένος φίλος από το ρόστερ της Blue Note; O Ηerbie Hanconck που θεωρώ ότι είναι μια μουσική ιδιοφυΐα και ο αδελφικός μου φίλος Dexter Gordon που αναμφισβήτητα είναι ένας μουσικός γίγαντας, διαβασμένος, πολύ αστείος και αυθεντικός. Από μικρός ήμουν θαυμαστής του. Θυμάμαι άκουγα δίσκους του όταν ήμουν ακόμη παιδί. Τον πρωτοσυνάντησα backstage σε ένα club στην Νέα Υόρκη όταν ήμουν στην Columbia. Toν υπέγραψα την άλλη μέρα. Και όταν πήγα στην Blue Note ήρθε μαζί μου. 

alt

Σχετικά με τα θρυλικά εξώφυλλα της εταιρείας και την αισθητική του Reid Miles; Είναι πολύ σημαντική η σχέση της μουσικής και της αισθητικής των εξώφυλλων. Προσπαθήσαμε να τον προσλάβουμε το 1984, αλλά ήταν πολύ ακριβός. Αλλάξαμε πολλά πράγματα τότε, κρατώντας πάντα ένα υψηλό επίπεδο αισθητικής. 

Πόσο έχει αλλάξει η τζαζ στον 21ο αιώνα; Πολλοί μουσικοί θρύλοι δεν είναι πια μαζί μας. Από την άλλη υπάρχουν πολλά νέα ταλέντα - πρέπει συνεχώς να έχεις τεντωμένα τα αυτιά σου. Μουσικοί σαν τους Jason Moran και Gonzalo Rubalcaba χωρίς αμφιβολία είναι ιδιοφυΐες. 

Πόσο τζαζ είναι η ζωή σας; Zω μια τζαζ ζωή από τα 15 μου. Από τότε ξεκίνησα να πηγαίνω στα jazz clubs της Νέας Υόρκης. Προσπαθούσα να βρω τρόπους να μπω κρύβοντας την ηλικία μου. Η jazz είναι το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή μου μετά την οικογένειά μου.

alt

Art Blakely, one of the inventors of the modern bebop style of drumming, led various groups, including The Jazz Messengers.
(© By Francis Wolff; photo courtesy of Blue Note Records / EMI Music.)

Τι θυμάστε από τις πρώτες εκείνες μέρες; Έβλεπα συναυλίες του Charlie Parker και όλους τους μουσικούς της εποχής, τον Lester Young, τον Clifford Brown που με είχε αφήσει άφωνο. Ποτέ δεν ξεχνάς τις στιγμές αυτές. Όταν ήμουν παιδί πούλαγα μπουκάλια αναψυκτικών. Μου έδιναν 5 σεντ για τα μεγάλα και 2 για τα μικρά μπουκάλια. Τα μάζευα για να παίζω δίσκους 78 στροφών στo juke-box. 

H πρώτη σας επαφή με τον ιδρυτή της Blue Note Alfred Lion; Όταν αποφοίτησα από το κολέγιο, το 1957, πήγα κατευθείαν στο γραφείο του για να βρω δουλειά. Ήταν πολύ ευγενικός, αλλά του πήρε 10 λεπτά για να με βγάλει από την πόρτα. Όταν ανέλαβα την Blue Note ήταν η πιο σπουδαία μέρα της ζωής μου.

Μεγαλύτερό σας επίτευγμα; Υποθέτω το ότι έχω επιβιώσει μέχρι σήμερα (γέλια). Και το ότι βρίσκω νέους καλλιτέχνες με πηγαίο, αυθεντικό ταλέντο.


Του Γιώργου Δημητρακόπουλου

Εικονογράφηση και επιμέλεια άρθρου 
          Ανδρέας Δηλές




Ο ποιητής των ήχων

Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2009 9:01 μμ |

alt

Ιούλιος 1955. Σ' ένα μικρό διαμέρισμα στο Μανχάταν, στη West 83rd Street, σ' ένα μεγάλο πιάνο που καταλαμβάνει όλο το σαλόνι, ανάμεσα σε παρτιτούρες του Σοπέν, του Ραβέλ, του Σκριάμπιν και του «Καλοσυγκερασμένου κλειδοκύμβαλου» του Μπαχ, ένας 26χρονος διοπτροφόρος «σκαλίζει» κάθιδρος τα πλήκτρα. Μάχεται με μια κρυστάλλινη μελωδία, αυτοσχεδιάζει έχοντας κατά νου την αγαπημένη του ανιψιά, τη μικρή Ντέμπι, την κόρη του αδελφού του, το κορίτσι που πήγαινε βόλτα στην παραλία.

Εναν χρόνο μετά, αυτό το «τραγούδι χωρίς λόγια», το «Waltz for Debby», θα αποτελέσει μέρος του πρώτου του άλμπουμ, του New Jazz Conceptions, ενώ θα τιτλοφορήσει και ένα ακόμα σπουδαίο άλμπουμ, το 1961.

Το «Waltz for Debby» είναι ένα κομμάτι που έχει ταυτιστεί με τον δημιουργό του, τον Μπιλ Εβανς (Bill Evans, 1929 - 1980). Εναν γνήσιο ποιητή των ήχων. Συγγνώμη για την κοινοτοπία, αλλά μάλλον δεν υπάρχουν άλλα λόγια για να περιγράψει κανείς το μεγαλείο του Εβανς. Υπήρξε ένας από τους κορυφαίους μουσικούς της τζαζ, σπουδαίος συνθέτης και δεξιοτέχνης του πιάνου, με στέρεη κλασική μουσική παιδεία, με αναγνώσεις λογοτεχνίας και φιλοσοφίας, είχε κλίση στον αθλητισμό, την ίδια στιγμή όμως ήταν ένας μελαγχολικός άνθρωπος (με ροπή στις ουσίες), ο οποίος, αν δεν πέθαινε ξαφνικά το 1980, ίσως σήμερα να έκλεινε τα ογδόντα του χρόνια. Παραδόξως, ενώ οργανώνονται (δικαίως) γιορτές και συναυλίες για τα πενήντα χρόνια της ηχογράφησης του θρυλικού άλμπουμ Kind of Blue του Μάιλς Ντέιβις, καμία μνεία δεν γίνεται στα οδοντάχρονα του Εβανς, ο οποίος έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία του συγκεκριμένου δίσκου, όντας το μοναδικό λευκό μέλος της μπάντας του Ντέιβις.

Μελοποίησε Μπλέικ

Ο Εβανς πήρε το δίπλωμα του σολίστ παίζοντας το Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα υπ' αριθμ. 3 του Μπετόβεν, μελοποιώντας παράλληλα ποιήματα του Ουίλιαμ Μπλέικ. Τα προς το ζην άρχισε να τα βγάζει παίζοντας boogie-woogie σε νυχτερινά κέντρα, ώσπου τον κάλεσε η πατρίδα. Με το που θα απολυθεί θα βρεθεί στη Νέα Υόρκη για μεταπτυχιακά, μα και για να εντρυφήσει στη σκηνή της τζαζ: ξενυχτάει ακούγοντας ζωντανά τους πιανίστες που τον καθόρισαν: Αρτ Τέιτουμ, Λένι Τριστάνο, Μπαντ Πάουελ, Τζορτζ Σίρινγκ, Τελόνιους Μονκ αλλά και Νατ «Κινγκ» Κόουλ.

Η φιλία και η συνεργασία του με τον κλαρινετίστα Τόνι Σκοτ θα τον βοηθήσει σιγά σιγά να βρει το δρόμο του. Το 1956 θα είναι η χρονιά της κυκλοφορίας του πρώτου του άλμπουμ ως leader ενός τρίο. Αυτό ήταν το ξεκίνημα μιας μεγάλης πορείας που σφράγισε την ιστορία της τζαζ. «Κρυστάλλινες νότες ή ένα δροσερό αφρίζον νερό που κυλάει από κάποιον καθάριο καταρράκτη», χαρακτήριζε το παίξιμό του ο Ντέιβις, με τον οποίο άρχισε να συνεργάζεται το 1958. «Φυσικά και έμαθα πολλά από τον Μπιλ Εβανς», θα γράψει στην αυτοβιογραφία του ο πάντα απαιτητικός Μάιλς.

Το 1959 ο Εβανς θα σχηματίσει το περίφημο τρίο με τον Σκοτ Λαφάρο (μπάσο) και τον Πολ Μοσιάν (κρουστά), ηχογραφώντας άλμπουμ - σταθμούς: Portrait in Jazz (1959), Explorations, Sunday at the Village Vanguard και Waltz for Debby, όλα ηχογραφημένα μέσα στο 1961. Ο Εβανς ίσως να ήταν ένας από τους μουσικούς που είχε στο νου του ο συνθέτης και μελετητής Γκούντερ Σούλερ, όταν το 1957 μίλησε για το περίφημο «τρίτο ρεύμα», για τη συγχώνευση της ευρωπαϊκής μουσικής με την τζαζ.

Το 1963 ο Εβανς θα ηχογραφήσει το εκπληκτικό Conversations with Myself, αυτοσχεδιάζοντας «πάνω» από ήδη ηχογραφημένες συνθέσεις, δικές του αλλά και άλλων, ενώ εξαιρετικές θα είναι και οι συνεργασίες του με τραγουδιστές, όπως με την αισθαντική -έως και αισθησιακή- Ελεν Μέριλ καθώς και με τον Τόνι Μπένετ.

Οπως σημειώνει στη βιογραφία του Εβανς «How My Heart Sings» ο Peter Pettinger, ο ήχος του Εβανς δεν ήταν ποτέ ο «μπιτ» ήχος του μποπ ή του σουίνγκ, αλλά ένα «εσωτερικό, σιωπηλό» άκουσμα, ένας διαρκής στοχασμός, μια αέναη ονειροπόληση. Πειραματίστηκε, υπήρξε νεωτεριστής, πατώντας όμως στα γερά θεμέλια της παραδοσιακής τζαζ. Πολλοί ήσαν οι επίγονοί του: Χέρμπι Χάνκοκ, Κιθ Τζάρετ, Πατ Μέθενι, Μπραντ Μελντάου, ο «δικός μας» Βασίλης Τσαμπρόπουλος και πολλοί άλλοι.

Οπως έλεγε ο Στραβίνσκι: «Δεν αρκεί να βιάσεις την Ευτέρπη - πρέπει να την αφήσεις και έγκυο».


του Ηλία Μαγκλίνη 





"Mτme Piaf"

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2009 9:01 μμ |

alt

Σαν χθές στις 11 Οκτωβρίου του 1963  έφυγε η μεγάλη Edith Piaf

 

H Εντίθ Πιάφ ήταν μια σπάνια γυναίκα με ύψος 1.47 με τέτοια δυναμική παρουσία που οι άλλοι δίπλα της έμοιαζαν μικροσκοπικοί. 

Χωρίς μάρκετινγκ και κόλπα του hit-parade έβαλε μια ανεξίτηλη στάμπα στο γαλλικό τραγούδι, που όμοια της δεν έχει υπάρξει ξανά. 

Κυριότερο χαρακτηριστικό της δεν υπήρξε η τεχνική, αλλά το πάθος και η δύναμη της φωνής της. Προτιμούσε να ερμηνεύει τραγούδια μελαγχολικά που περιέγραφαν τη φτώχεια, τον χαμένο έρωτα και τη σκληρή πραγματικότητα της ζωής, ενώ κάποια προερχόταν από προσωπικές της εμπειρίες

Μόνο με το ταλέντο και το πάθος του, ένα σπουργιτάκι έγινε η σημαντικότερη και δημοφιλέστερη Γαλλίδα τραγουδίστρια. 

Η αξέχαστη σταρ έφυγε φτωχή αφήνοντας πολλά χρέη στον τελευταίο σύζυγό της και μια τεράστια ιστορία

Στη κηδεία της, χιλιάδες πολίτες κατέκλυσαν τους δρόμους του Παρισιού, ενώ ο τάφος της δέχεται χιλιάδες επισκέψεις κάθε χρόνο. Ακόμη και σήμερα, η Πιαφ εξακολουθεί να αποτελει έμπνευση για πολλούς καλλιτέχνες της ποπ μουσικής, όχι μόνο Γάλλους αλλά από ολόκληρο τον κόσμο.

Διαβάστε για την ζωή της σε παλαιότερη ανάρτηση 

στο allotino.pblogs.gr   #rte-bookmark-anchor

 

 

ΖΩΗ ΣΑΝ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ - ΜΙΑ ΡΟΜΑΝΤΙΚΗ ΝΟΤΑ


Για ένα θρύλο όλων των εποχών, όχι μόνο του θεάματος, για την απόλυτη ντίβα, την Έντιθ Πιάφ, μας μιλά η ταινία «Ζωή σαν τριαντάφυλλο». 

Με μελοδραματικό τρόπο μας διηγείται τη ζωή της και δεν αποφεύγει να φτάσει σε στιγμές έντονης συγκίνησης.

Η Έντιτ Τζοβάνα Γκασιόν, όπως ήταν το αληθινό όνομά της, γεννήθηκε στο βούρκο όπου τα λουλούδια ακαριαία πέθαναν εκτός και αν είναι ποτισμένα με ευαισθησία και θέληση να ζήσουν κάτι διαφορετικό. Στην περίπτωσή μας έχουμε έναν πατέρα που δουλεύει σαν ακροβάτης, μια μάνα που κάνει φτηνό πεζοδρόμιο, τη γιαγιά που διαχειρίζεται ένα επαρχιακό πορνείο και τη μικρή Έντιτ που προσπαθεί να αναπνεύσει σε αυτό τον κόσμο. Δεν τα καταφέρνει πάντα τόσο καλά. Η γιαγιά της είναι αυτή που θα τη μεγαλώσει σα να ήταν μάνα της. Με στοργή και αγάπη.

alt


Η μικρή Έντιτ θα μαζεύει ελάχιστα χρήματα όταν ο πατέρας της θα κάνει ακροβατικά για να μπορέσει να έχει ένα πιάτο φαΐ. Δε θα μπορέσει να ξεφύγει από αυτή τη ζωή και, μεγάλη πλέον, η ομορφιά της τυφλώνει τους άντρες, η Έντιθ θα γίνει πόρνη, θα κάνει πεζοδρόμιο, αλλά θα τραγουδήσει ώσπου να την ανακαλύψει ο Μπαμπά Λεπλέ, ένας καμπαρετζής που θα της δώσει την ευκαιρία να κάνει κάτι διαφορετικό στη ζωή της. Μετά το καμπαρέ έρχεται το θέατρο και η ζωή της με την καλλιτεχνική της καριέρα θα ταυτιστούν. Καταχρήσεις, ποτό και έρωτας, στη μεγαλύτερη δυνατή δόση η σαρανταπεντάχρονη Έντιθ μοιάζει σα μια γριά. Ο θάνατος του εραστή της, του Μαρσέλ, θα σημάνει και την αρχή του τέλους της.

alt

Η ταινία με πολύ όμορφο τρόπο μας μιλά για μια ντίβα, για μια γυναίκα που ξύπνησε τον ερωτισμό πολλών αντρών στην εποχή της. Καταφέρνει και μας περνά την πεμπτουσία του χαρακτήρα της Πιάφ, την αμφισημία της ύπαρξής της. Το εύθραυστο πλάσμα, το σπουργιτάκι, όπως μεταφράζεται στη γλώσσα της το Πιάφ, αλλά και ο δυνατός χαρακτήρας που ξέρει να επιβιώνει στα δύσκολα. Δύο ήταν τα σημεία από τα οποία η Πιάφ κρατιόταν γερά. Ο έρωτας και η φαντασία.

Η φαντασία της έδινε δύναμη να ζήσει, πιθανόν να μυθοποιήσει την ίδια τη ζωή της, έχοντας την ψευδαίσθηση ότι ζούσε σε ένα όνειρο. Ο ρομαντισμός, λοιπόν, ήταν στη μεγαλύτερη δόση του στην πολύ δυνατή και πολύ αδύναμη, συγχρόνως, γυναίκα. Χωρίς την ψευδαίσθηση δεν μπορούσε να ζήσει ούτε να λειτουργήσει καλλιτεχνικά. Αυτή την ψευδαίσθηση εναγωνίως την ψάχνει στις ουσίες, για να φύγει από έναν κόσμο που ποτέ δεν την αγάπησε πραγματικά. Αυτή αγαπούσε και εξαρτιόταν από τη φαντασίωση της αγάπης του άλλου. Ο έρωτας για την Πιάφ ήταν το οξυγόνο της. Ουσιαστικά, η επιβεβαίωση ότι ζει, ότι υπάρχει. Έκανε τα πάντα για να έχει αυτό το αίσθημα μέσα της. Όταν αυτός ο έρωτας πέθανε, τότε η «δυνατή» Πιάφ κατάρρευσε.

alt

Όλα αυτά μέσα από την ταινία μπορεί κανείς να τα ζήσει σα να είναι δίπλα στην Πιάφ, μέσα στην εποχή της. Με πολύ απλό τρόπο μας βάζει μέσα στο κλίμα, εδώ βοηθά το μοντάζ που δίνει ένα ρυθμό αλλά και πλάθει τους χαρακτήρες, έτσι ώστε σα ζωντανοί να παρουσιαστούν σε εμάς. Πολύ καλός ο Ζεράρ Ντεπαρντιέ και εξαιρετική η Μαριόν Κοτιγιάρ σε ένα ρόλο που της πηγαίνει αρκετά. Η ταινία αρθρώνει το λόγο της πολύ όμορφα, με γλαφυρό τρόπο ολοκληρώνει την αφήγηση της. Στο Φεστιβάλ του Βερολίνου, όπου παρουσιάστηκε, έκανε αίσθηση. Δεν είναι όμως ένα έργο που απευθύνεται μόνο στους κινηματογραφόφιλους κύκλους, αλλά μια μεγάλη ταινία, κυρίως για την ευαισθησία που μας μεταδίδει.


Η κριτική της ταινίας ανήκει στο Γιάννη Φραγκούλη


Ζωή σαν τριαντάφυλλο
(La mome)
Σκηνοθεσία: Olivier Dahan 
Σενάριο: Isabelle Sobelman, Olivier Dahan 
Φωτογραφία: Tetsuo Nagata 
Μοντάζ: Yves Beloniak, Sophie Delecourt, Richard Marizy 
Μουσική: Christopher Gunning 
Ήχος: Laurent Zeilig 
Κοστούμια: Marit Allen 
Σκηνικά: Stιphane Cressend, Petra Kobedova, Cecile Vatelot 
Ειδικά εφέ: Lucy Ainsworth-Taylor, Adam Gascoyne, Hugh Welchman 
Ερμηνεύουν: Marion Cotillard (Έντιθ Πιάφ), Sylvie Testud (Μομόν), Pascal Greggory (Λουί Μπαριέ), Marc Barbι (Ρεϊμόν Ασό), Emmanuelle Seigner (Τιτίν), Jean-Paul Rouve (Λουί Γκασιόν), Clotilde Courau (Ανέτα Γκασιόν), Caroline Sihol (Μάρλεν Ντίντριχ), Catherine Allιgret (γιαγιά), Gιrard Depardieu (Λουί Λεπλέ), Manon Chevallier (Έντιθ Πιάφ πέντε χρονών), Jean-Pierre Martins (Μαρσέλ Σεντράν), Pauline Burlet (Έντιθ Πιάφ δέκα χρονών). 
Παραγωγή: Alain Goldman, Timothy Burrill, Marc Jenny, Oldrich Mach 
Έτος παραγωγής: 2007
Χώρα παραγωγής: Αγγλία, Γαλλία, Τσεχία
Χρόνος: 140΄.


επιμέλεια κειμένου και εικονογράφηση 

Ανδρέας Δηλές

 

 

.

 


«βρετανική φολκ»

Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2009 10:01 μμ |

alt


Δημιούργημα των Richard Thompson και Sandy Denny, οι Fairport Convention ήταν αυτοί που έφεραν στο προσκήνιο τις κελτικές μουσικές παραδόσεις.

Το συγκρότημα αρχικά βασίστηκε στα αιθέρια φωνητικά της Sandy Denny και στο μουσικό ταλέντο του Thompson, ο οποίος, εκτός από τη δεξιοτεχνία που είχε στην κιθάρα, έγραφε και καταπληκτική μουσική.

Ο μπασίστας Ashley Hutchings με τον κιθαρίστα Simon Nicol συναντήθηκαν για πρώτη φορά στο βόρειο Λονδίνο το 1966, όταν και οι δύο συμμετείχαν σε μία κρατική ορχήστρα. Αρχισαν να κάνουν πρόβες στον πάνω όροφο ενός εργαστηρίου που είχε ο πατέρας τού Nicol και ονομαζόταν Fairport. Από εκεί προέκυψε και το όνομά τους.

Το 1967 στο συγκρότημα τραγουδίστρια ήταν η Judy Dyble και αυτή την περίοδο ο ήχος τους ήταν πιο κοντά στην αμερικανική φολκ. Η αντικατάστασή της όμως από την Denny, έναν χρόνο αργότερα, οδήγησε οριστικά το συγκρότημα στις ρίζες της βρετανικής μουσικής παράδοσης και διαμόρφωσε τον ήχο τους, που θα ξεχώριζε στη συνέχεια από κάθε άλλο βρετανικό συγκρότημα και θα έβαζε τις βάσεις για την εμφάνιση μουσικών και συγκροτημάτων όπως οι Nick Drake, Jethro Tull, Steeleye Span, King Crimson, Dire Straits,αλλά και οι Led Zeppelin που έχουν επηρεασθεί αρκετά από αυτούς, γι' αυτό άλλωστε συνεργάστηκαν αργότερα και με τη Sandy Denny στο άλμπουμ τους Houses Of The Holly.

alt

Fairport Convention

Στα τέλη της δεκαετίας του '60, μαζί με τους Soft Machine και Pink Floyd, οι Fairport Convention ήταν αυτοί που συντηρούσαν το προοδευτικό μουσικό κίνημα της εποχής.

Στην αρχική σύνθεση του συγκροτήματος, εκτός από την Dyble και τον Thompson, συμμετείχαν και οι Iain Matthews, που αποχώρησε μετά το δεύτερο άλμπουμ λόγω καλλιτεχνικής διαφωνίας με τα υπόλοιπα μέλη και έφτιαξε το δικό του συγκρότημα Matthews Southern Comfort, Ashley «Tyger» Hutchings, που θα θεωρηθεί αργότερα ο John Mayall της μουσικής φολκ, Simon Nicol, το μακροβιότερο μέλος τους, αφού είναι ο μοναδικός που παραμένει ακόμα στο συγκρότημα, και Martin Lamble, που σκοτώθηκε μετά την ηχογράφηση του δεύτερου άλμπουμ τους, όταν ανετράπη το φορτηγάκι που τους μετέφερε σε κάποια συναυλία τους.

alt

Sandy Denny

Στο πρώτο τους άλμπουμ, που κυκλοφόρησε με τίτλο το όνομά τους, κέρδισαν αμέσως την εκτίμηση των προοδευτικών κύκλων που παρακολουθούσαν τη μουσική κίνηση στα κλαμπ του Λονδίνου. Ο ήχος τους σ' αυτό τον δίσκο ήταν ένας συνδυασμός του ήχου αμερικανικών συγκροτημάτων, όπως οι Byrds και Jefferson Airplane, με τους οποίους πολλοί τους συνέκριναν, γιατί όπως οι Jefferson είχαν τους Grace Slick και Marty Balin στο τραγούδι, οι Fairport Convention είχαν τον Richard Thompson και τη Sandy Denny. Ηταν από τους πρώτους που διασκεύασαν τραγούδια της Joni Mitchell στα δύο πρώτα τους άλμπουμ, σε μια εποχή που αυτή δεν ήταν ιδιαίτερα γνωστή. Παράλληλα είχαν την τάση να ερμηνεύουν και τραγούδια του Bob Dylan, με επακόλουθο να υπάρχει τουλάχιστον από ένα τραγούδι του στους τρεις πρώτους δίσκους τους. Πριν από αυτούς μόνο περιστασιακά είχαν χρησιμοποιηθεί ηλεκτρικά όργανα από συγκροτήματα, όπως οι Strawbs και Pentagle, για τη δημιουργία δίσκων της σύγχρονης βρετανικής φολκ μουσικής.

Η Sandy Denny, που θα έλθει στο συγκρότημα από το δεύτερο άλμπουμ τους What We Did On Our Holiday, θα εμπλουτίσει τον ήχο τους με τις εμπειρίες που είχε από τη βρετανική μουσική παράδοση και το προηγούμενο συγκρότημά της, τους Strawbs. Η συνθετική συμμετοχή της σ' αυτό το άλμπουμ περιλαμβάνει τα Fotheringay και τη διασκευή της στο She Moves Through The Fair. Ο Matthews έγραψε τα Book Song και Ι'll Keep It With Mine και ο Richard Thompson το καταπληκτικό Meet On The Ledge.

Το τρίτο τους άλμπουμ Unhalfbicking κυκλοφόρησε κι αυτό το 1969 και περιείχε δύο τραγούδια του Dylan, το Si Tu Dois Partir (If You Gotta Go, Go Now), διασκευασμένο στα γαλλικά, μια και τα μέλη του συγκροτήματος ήταν γλωσσομαθείς, και το Percy's Song. Η Sandy συμμετέχει με τα Autopsy και Who Knows Where The Time Goes, που θα διασκευάσει αργότερα η Judy Collins. Ο ήχος αυτού του δίσκου ήταν η διασταύρωση της παραδοσιακής μουσικής με το ροκ. Η αινιγματική εικόνα στο εξώφυλλο του άλμπουμ ανήκει στους γονείς της Sandy Denny, που ποζάρουν έξω από τον κήπο του σπιτιού τους. Οσο για τον παράξενο τίτλο του άλμπουμ, αυτός οφείλεται σ' ένα παιχνίδι λέξεων που έπαιζε το συγκρότημα όταν πήγαιναν σε περιοδεία.

Το επόμενο άλμπουμ τους Liege And Lief πρωτοπαρουσιάστηκε στη ραδιοφωνική εκπομπή του John Peel στο BBC και άνοιξε τον δρόμο σε συγκροτήματα όπως οι Steeleye Span, που δημιούργησε το μέλος τους Ashley Hutchings. Καλύτερη στιγμή του άλμπουμ, η διασκευή τους στο παραδοσιακό Α Sailor's Life, που σύντομα καθιερώθηκε ως το μανιφέστο της βρετανικής φολκ σκηνής. Μετά την κυκλοφορία του, αποχωρεί και η Sandy Denny για να φτιάξει τους Fotheringay με τον Αυστραλό, πρώην μέλος των Eclection και μελλοντικό σύζυγό της Trevor Lucas. Ο David Pegg έγινε ο μπασίστας τους (στα τέλη της δεκαετίας του '70 θα προσχωρήσει στους Jethro Tull) και ο βιολιστής Dave Swarbrick, που συμμετείχε στο τρίτο τους άλμπουμ ως έκτακτος, έγινε μόνιμο μέλος τους και τραγουδιστής τους.

alt

Richard Thompson

Ο Richard Thompson συμμετείχε στην ηχογράφηση του επόμενου άλμπουμ τους Full House, που θα είναι το πρώτο με μόνο άνδρες στη σύνθεση του συγκροτήματος, αλλά θα αποχωρήσει μετά την ηχογράφηση του Angel Delight και πριν από την κυκλοφορία του, το 1971.

Το Babbacombe Lee του 1971, που ήταν μία σύγχρονη όπερα βασισμένη στην ιστορία του John «Babbacombe» Lee, πήρε καλές κριτικές, αλλά οι πωλήσεις του ήταν μέτριες· έτσι μετά την κυκλοφορία του αποχώρησε ο Simon Nicol για να φτιάξει τους Albion Band με τον Ashley Hutchings.

Η Sandy Denny και ο Iain Matthews θα επιστρέψουν περιστασιακά, αλλά με το τέλος της δεκαετίας του '70 και τον θάνατο της Denny από ατύχημα, στις 21 Απριλίου του 1978, η μαγεία που περιέβαλλε τον ήχο τους αποτελεί πια παρελθόν. Τα εναπομείναντα μέλη θα συνεχίσουν να κυκλοφορούν περιστασιακά δίσκους, αλλά πιο σημαντικές θα είναι οι κυκλοφορίες συλλογών με τις παλαιότερες επιτυχίες τους και οι επανεκδόσεις των δίσκων τους στα επόμενα χρόνια με επιπλέον ανέκδοτο υλικό.

Η πορεία του συγκροτήματος στο πέρασμα του χρόνου έχει δημιουργήσει μια ολόκληρη στρατιά από φίλους τους και κάθε καλοκαίρι πραγματοποιείται στην Αγγλία ένα μεγάλο φεστιβάλ, στο οποίο συμμετέχουν ονόματα που λίγο-πολύ έχουν επηρεαστεί από τη μουσική τους.


Από τον Γιάννη Πετρίδη

επιμέλεια και εικονογράφηση άρθρου Ανδρέας Δηλές




«Έφυγε» στα 74 της χρόνια η μεγάλη κυρία της μουσικής

Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2009 7:01 μμ |


alt


Μια εμβληματική φυσιογνωμία της μουσικής της Νοτίου Αμερικής, η Αργεντινή Μερσέντες Σόσα, «έφυγε» από τη ζωή σε ηλικία 74 ετών.

Τα τελευταία χρόνια αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, ωστόσο, δεν έχανε ποτέ το χιούμορ και την αγάπη της για τη ζωή: «Είμαι τυχερή. Αλλά μου κόστισε πολύ να είμαι» έλεγε.

Ο θάνατος της Μερσέντες Σόσα ανακοινώθηκε τα ξημερώματα της Κυριακής (ώρα Ελλάδος) από εκπρόσωπο νοσοκομείου του Μπουένος Αϊρες.

Εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο έχουν ψιθυρίσει τα τραγούδια της. Ιδιαίτερα στην Ισπανία, όπου έζησε εξόριστη στα χρόνια της τελευταίας (και πιο σκληρής) δικτατορίας του 1976.

Η Σόσα κατάφερε να κάνει γνωστούς σε όλη τη Γη τους μοναδικούς ήχους της παραδοσιακής μουσικής της Αργεντινής, αλλά και όλης της Νοτίου Αμερικής: τσακαρέρας και σάμπας, όπως και οι ήχοι του tango και της milonga.

Μεγάλη η προσφορά της και στο πολιτικό τραγούδι, το οποίο υπηρέτησε με συνέπεια τα χρόνια της δικτατορίας.

H ίδια στήριζε με θέρμη τους νεότερους καλλιτέχνες της πατρίδας της, ενώ ήταν πάντα πρόθυμη να τους «δανείζει» τα δικά της τραγούδια (ηχογράφησε συνολικά 40 άλμπουμ), ώστε το αργεντίνικο φολκόρ να φτάσει και στις νεότερες γενιές μέσα από πιο σύγχρονα ακούσματα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι στο τελευταίο της διπλό άλμπυν με τίτλο Cantora, η Σόσα είδε να συνεργάζονται μαζί της ονόματα όπως η Σακίρα, ο Φίτο Πάες, ο διάσημος στην Αργεντινή Τσάρλι Γκαρσία, ο Χόρχε Ντρέξλερ, ο Ισπανός Χοακίν Σαβίνα και πολλοί ακόμα.

Το άλμπουμ είναι υποψήφιο για τα Latin Grammys 2009.


Τα γενέθλια του πιο cool δίσκου όλων των εποχών

Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2009 10:43 μμ |

alt

Το καλύτερο τζαζ άλμπουμ όλων των εποχών, το πιο καλοπουλημένο και σημαδιακό για το μουσικό είδος, γίνεται φέτος πενήντα χρόνων.

«Τη μουσική του "Kind Of Blue" δεν την έγραψα σε παρτιτούρες. Εφερνα μόνο κάτι προσχέδια, γιατί ήθελα οι μουσικοί να βγάλουν όλο τον αυθορμητισμό στο παίξιμό τους, όπως είχα δει να γίνεται στα αφρικανικά μπαλέτα ανάμεσα στους χορευτές, τους τυμπανιστές και τον τύπο που έπαιζε καλίμπα», είχε πει χαρακτηριστικά ο Μάιλς Ντέιβις, για το άλμπουμ που επηρεάστηκε από το «Κονσέρτο για Μονόχειρα και Ορχήστρα» του Ραβέλ και από το «Κονσέρτο Νο 4» του Ραχμάνινοφ.

Περίεργη καταγωγή και μέθοδος για ένα άλμπουμ του 1959, που βρέθηκε ψηλά στη λίστα με τα καλύτερα άλμπουμ όλων των εποχών -ανεξαρτήτως μουσικής προέλευσης- κι έγινε τρεις φορές πλατινένιο και ο δίσκος τζαζ με τις μεγαλύτερες πωλήσεις σε παγκόσμια κλίμακα. Και συνεχίζει να πουλάει ακόμα 5.000 αντίτυπα την εβδομάδα!

«Εγραψα αυτά τα μπλουζ προσπαθώντας να ζήσω αυτό που είχα νιώσει όταν ήμουν έξι χρόνων, τότε που περπατούσα με τον ξάδερφό μου σ' ένα σκοτεινό δρόμο του Αρκάνσας...», είχε γράψει ο Ντέιβις στην αυτοβιογραφία του για το άλμπουμ. «...Ελα όμως που γράφεις κάτι και οι άλλοι το παίρνουν σαν ερέθισμα για να παίξουν αυτά που θέλουν εκείνοι κι έτσι τελικά αποπροσανατολίζεσαι από τον τελικό σου στόχο. Αλλα είχα στο μυαλό μου και άλλα βγήκαν στην πορεία».

Οι «άλλοι», βέβαια, ήταν μερικοί από τους μεγαλύτερους βιρτουόζους της τζαζ, που τον προσηλύτισαν στη λατρεία του αυτοσχεδιασμού. Διατήρησαν, όμως, την απλότητα και το συναισθηματικό βάθος του ήχου, τον απαλό ρυθμό της τζαζ και τη μελαγχολία του μπλουζ σε ένα μίγμα ακόμα μοναδικό, που χωρίς να γίνει ποτέ κλισέ επηρέασε τα πάντα, από τη μουσική μέχρι τον κινηματογράφο, ορίζοντας το «κουλ».

Είχε πει, άλλωστε, και ο Ντίλαν: «Για μένα ο Μάιλς Ντέιβις ήταν η επιτομή του κουλ τύπου. Λάτρευα να τον βλέπω στα μικρά κλαμπ να παίζει τα σόλο του, να γυρνάει την πλάτη στο κοινό, να αφήνει κάτω την κόρνα του και να φεύγει από τη σκηνή, αφήνοντας την υπόλοιπη μπάντα να παίζει και μετά να επιστρέφει για να παίξει λίγες νότες στο τέλος».

* Εισιτήρια

* Θεσσαλονίκη: Metropolis, εκδοτήριο Αριστοτέλους. Τιμές: Α' ζώνη 40 ευρώ , Β' ζώνη 30 ευρώ .

* Αθήνα: Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, εκδοτήριο Ομήρου 8 Σύνταγμα, τηλεφωνικά στο 210-7282333 και στο www.megaron.gr. Τιμές: Α' ζώνη 65 ευρώ , Β' 50 ευρώ , Γ' 35 ευρώ , Διακεκριμένη 80 ευρώ , φοιτητικό 15 ευρώ .

* Κυκλοφόρησε: 17 Αυγούστου 1959.

* Ηχογραφήθηκε: από 2 Μαρτίου ώς 22 Απριλίου 1959 στα 30th Street Studio της Κολούμπια στη Νέα Υόρκη.

* Με πέντε κομμάτια, έχει διάρκεια 45 λεπτά και 44 δεύτερα.

* Αντίτυπό του υπάρχει στη δισκοθήκη του Κογκρέσου.

* Η Ενωση Δισκογραφικών Εταιρειών της Αμερικής δίνει για την αρχική του μορφή 4 εκατομμύρια πωλήσεις μόνο στην Αμερική.

* Σύμφωνα με το billboard, είναι νούμερο 10 σε πωλήσεις στην κατηγορία τζαζ και το 2001 ήταν νούμερο 14 στις πωλήσεις μέσω Ιντερνετ ανεξαρτήτως είδους.

* Ψηφοφορία του «Ρόλινγκ Στόουν» το έφερε στη 12 θέση, ανάμεσα στα 500 καλύτερα άλμπουμ όλων των εποχών. για να γιορτάσει τον μισό αιώνα του, ο ύμνος του κουλ που ξέρουμε ως «Kind of Blue» βγαίνει ξανά στον δρόμο. Και περνά και από την Ελλάδα.

Το αφιέρωμα στον Μάιλς Ντέιβις και το «Kind of Blue», που θα παρουσιαστεί στις 23 Οκτωβρίου στο Βελλίδειο Πολιτιστικό Κέντρο στη Θεσσαλονίκη και στις 24 Οκτωβρίου στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, αποτελεί όχι μόνον έναν επιβεβλημένο φόρο τιμής, αλλά και μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να απολαύσουμε ένα κλασικό όσο και συναρπαστικό έργο.

alt

Ο θρυλικός ντράμερ Τζίμι Κομπ, ο μόνος εν ζωή από τους εφτά μουσικούς της αρχικής ηχογράφησης, θα διευθύνει την καινούργια μπάντα, So What Band, με τους εξαίρετους σολίστ: Γουάλας Ρόνεϊ στην τρομπέτα, Τζάβον Τζάκσον στο τενόρο σαξόφωνο, Βίνσεντ Χέρινγκ στο άλτο σαξόφωνο, Λάρι Γουίλις στο πιάνο και Μπάστερ Γουίλιαμς στο μπάσο. Εχουν όλοι παίξει ξανά με κάποιο από τα μέλη της αρχικής μπάντας του «Kind of Blue» κομμάτια, όπως το «So What» και το «Freddie Freeloader», αλλά και πολλά βασικά κομμάτια του Μάιλς Ντέιβις, του Τζον Κολτρέιν και του Τζούλιαν Αντερλεϊ. Οι τρεις αυτοί, μαζί με τους Μπιλ Εβανς και Γουίντον Κέλι στο πιάνο, τον Πολ Τσέιμπερς στο μπάσο και τον Τζίμι Κομπ στα ντραμς, ηχογράφησαν πριν από πέντε δεκαετίες το ιστορικό άλμπουμ.

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΒΑΓΓΕΛΑΤΟΣ


Η κληρονομιά του Mπομπ Mάρλεϊ

Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2009 7:25 μμ |

alt


Τον περασμένο μήνα, μέσα στο τεράστιο καινούργιο τουριστικό συγκρότημα στην ακτή του Μοντέγκο Μπέι, ο Τάρους Ράιλι κατάφερε το σχεδόν ανέφικτο: Αυτός και η επταμελής μπάντα του, συνοδευόμενοι από τον Τζαμαϊκανό βιρτουόζο του σαξόφωνου Ντιν Φρέιζερ, μεταμόρφωσαν μια αντισηπτική, κλιματιζόμενη αίθουσα χορού πολυτελούς ξενοδοχείου της Τζαμάικας σε ξέφρενο, κάθιδρο ρέγκε πάρτι. Ο Ράιλι, ένας 30χρονος ρασταφάρι τραγουδιστής και συνθέτης, γιόρταζε την έκδοση του τρίτου του άλμπουμ, του «Contagious» (VP Records), μιας ζωηρόχρωμης ανθολογίας τραγουδιών που αποκαλύπτουν την ποικιλία και τον πλούτο ενός είδους το οποίο συχνά έχει κατηγορηθεί ως μονότονο.

«Είναι μεταδοτικό [contagious], πιο πολύ κι απ' τη γρίπη των χοίρων», είπε χαμογελώντας ο γενειοφόρος και διοπτροφόρος Ράιλι. «Ελάτε να σας μεταδώσουμε λίγο απ' αυτό τον ιό».

Ο Πίτερ Τος είχε τραγουδήσει το «Reggae Mylitis» το 1981, εγκαινιάζοντας μια πανδημία της αυτόχθονης τζαμαϊκανής μουσικής που απλώθηκε σε όλο τον κόσμο. Ωστόσο, στα 28 χρόνια που πέρασαν από τον θάνατο του μουσικού συντρόφου του Τος, του Μπομπ Μάρλεϊ, η ρέγκε αναζητούσε έναν νέο σημαιοφόρο. Ο Ράιλι δεν είναι, βέβαια, ο πρώτος που πέταξε τον σκούφο του στο ρινγκ, αλλά το όνομά του αναφέρεται πλέον δίπλα σε ονόματα επιφανών τραγουδιστών της ρέγκε, όπως ο Ντένις Μπράουν, ο Γκέγκορι Αϊζακς και ο Μπέρες Χάμοντ.

Διατήρηση της κουλτούρας

Οπως αυτοί οι τραγουδιστές, ο Ράιλι διαθέτει εκφραστική, αναγνωρίσιμη φωνή, καθώς κι ένα ταλέντο για στίχους και μουσική που «πιάνουν» τα σκαμπανεβάσματα της ζωής και του έρωτα με τρόπο που δεν είναι οικείος μόνο στο κοινό της πατρίδας του αλλά σε όλους. Διαθέτει επίσης μια ιδιαίτερα εύθυμη προσωπικότητα, εκτοξεύοντας συνεχώς αστεία στα ιδιωματικά αγγλικά της Τζαμάικας, ενώ είναι ταυτόχρονα εξαιρετικά σοβαρός απέναντι στη δουλειά του. Η αποστολή του, όπως μου είπε σε μια πρόσφατη τηλεφωνική συνέντευξη, είναι να «διατηρήσω την κουλτούρα μας», εννοώντας τη μουσική ρέγκε και μαζί τις φιλοσοφικές ιδέες για ενδυνάμωση των μαύρων που έχει αναπτύξει ο Μάρκους Γκάρβεϊ.

Η μουσική ρέγκε έχει περάσει μια μακρόχρονη φάση εσωστρέφειας που την αποξένωσε από το διεθνές κοινό της. Σ' αυτό συντέλεσε η διαμάχη ανάμεσα στον Vybz Cartel και τον Mavado, που δίχασε τους νεαρούς θαυμαστές των δύο καλλιτεχνών, καθώς και η σύνδεση ορισμένων μουσικών με την ενδημική νεανική εγκληματικότητα στην Τζαμάικα. Αρνητική επιρροή όμως είχε και η τάση του dirty-dancing, του χορευτικού ήχου που κυριάρχησε στην τζαμαϊκανή μουσική για δύο δεκαετίες, χωρίς να βρει απήχηση στον υπόλοιπο κόσμο. Χωρίς να περιφρονεί τη χορευτική συνιστώσα, ο Τάρους Ράιλι ηγείται σε μια αναγέννηση της παράδοσης της ρέγκε, ενισχυμένος από ένα σπάνιο μείγμα ευφυΐας, ωριμότητας και εμπειρίας του δρόμου. Στην Τζαμάικα η μουσική του βρίσκεται πάντα στις λίστες επιτυχιών της ρέγκε, και τώρα φαίνεται έτοιμη να κάνει το άλμα στον κόσμο.

«Είναι πολύ σημαντικό να βρει συνεχιστές η κληρονομιά της μουσικής που δημιούργησε ο Μπομπ Μάρλεϊ», λέει ο Μπόμπι Κλαρκ, διευθυντής στον Irie Jam Media, ρέγκε ραδιοφωνικό σταθμό της Νέας Υόρκης και εταιρεία διοργάνωσης συναυλιών. «Η δουλειά του Τάρους είναι να φέρει πάλι στο προσκήνιο τη ρέγκε. Πιστεύω ότι μπορεί να το κάνει και θα το κάνει, γιατί έχει σπουδαίους ανθρώπους πίσω του και γιατί η μουσική του είναι τέλεια».

Τη νύχτα μετά το πάρτι για την κυκλοφορία του δίσκου του ο Ράιλι έκανε μια θριαμβευτική εμφάνιση σε μια πολύ μεγαλύτερη σκηνή, στο Reggae Sumfest, το ετήσιο τριήμερο φεστιβάλ. Το φετινό πρόγραμμα περιλάμβανε τον Ne-Yo, τον Αμερικανό σταρ του R&B που το τελευταίο επιτυχημένο του σινγκλ «Miss Independent» έγινε backing track για τη μεγάλη χορευτική επιτυχία των Καρτέλ και Σπάις «Rampin' Shop», καθώς και ένα ντουέτο με τον μικρότερο γιο του Μάρλεϊ, τον Ντάμιαν (Jr. Gong), και τον Nas, τον Αμερικανό σταρ της ραπ, οι οποίοι συνεργάζονται αυτό τον καιρό στην ηχογράφηση ενός άλμπουμ με τίτλο «Distant Relatives» («Μακρινοί συγγενείς»).

Για όλους

Οπως υποστηρίζει ο βετεράνος παραγωγός της ρέγκε Τζόνι Γουόντερ, η αναγέννηση του είδους πρέπει να έρθει από την ίδια την Τζαμάικα, «από τους δρόμους, τα νεανικά κλαμπ, τους πειρατικούς σταθμούς».

Από τη μεριά του ο Τάρους Ράιλι φαίνεται να μην πτοείται από τα οποιαδήποτε εμπόδια. «Είμαι άνθρωπος που δέχεται τις προκλήσεις», λέει. «Είμαστε εδώ για να κάνουμε μουσική για διαφορετικά είδη ανθρώπων. Δεν με νοιάζει αν είσαι ράστα ή χριστιανός, άσπρος, μαύρος ή ασιάτης. Γιατί ο ήλιος λάμπει για όλους και η βροχή πέφτει πάνω σ' όλους, και οι άνθρωποι είναι άνθρωποι».

Εκδηλη αγάπη για το danceball

Γεννημένος στο Μπρονξ της Νέας Υόρκης και μεγαλωμένος ανάμεσα στη Φλώριδα και την Τζαμάικα, ο Τάρους Ράιλι είναι γιος του τραγουδιστή της ρέγκε Τζίμι Ράιλι, ο οποίος υπήρξε μέλος πρωτοπόρων φωνητικών συγκροτημάτων του '60, όπως οι Techniques και οι Uniques, ενώ σημείωσε σόλο επιτυχία με τη ρέγκε μπαλάντα «Love and Devotion», η οποία ανέβηκε στην κορυφή των βρετανικών τσαρτς το 1982.

Ο Ράιλι τζούνιορ, ωστόσο, αγαπούσε την ποπ μουσική που άκουγε από το ραδιόφωνο το ίδιο με τη ρέγκε. «Τα πάντα με επηρέασαν», λέει. «Η ροκ, η R&B - η μουσική επηρεάζει τη μουσική. Αγαπώ τη μελωδία, όποια κι αν είναι». Μεγάλωσε θαυμάζοντας αστέρια της danceball μουσικής και ξεκίνησε την καριέρα του ως ράπερ σε χορευτικά κλαμπ, ηχογραφώντας το πρώτο του σινγκλ Nowdays στα 15 του χρόνια.

Ωριμάζοντας πέρασε σε μια πιο λυρική εκδοχή, γράφοντας τραγούδια που τα αποκαλεί «μουσική για μέσα στο σπίτι σου», με στίχους που έχουν θετική διάθεση χωρίς να είναι διδακτικά. Ωστόσο, η αγάπη του για το danceball είναι έκδηλη, όσο και η άρνησή του για τις ταμπέλες. Στο καινούργιο του άλμπουμ έχει περιλάβει κομμάτια όπου τραγουδούν καλλιτέχνες διαφορετικού στυλ, από τον σταρ της χορευτικής σκηνής Demarco έως τον «καπετάν φασαρία» Vybz Carter



International Herald Tribune


alt

Η τόλμη του Μάνου Χατζιδάκι

Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2009 11:01 πμ |


alt



Αν και στο ακροατήριο ήταν τα φωτισμένα μυαλά της Αθήνας, όλοι τον άκουγαν έκπληκτοι. Ηταν 31 Ιανουαρίου του 1949 και ο Μάνος Χατζιδάκις μιλούσε για το περιφρονημένο ρεμπέτικο όχι μόνο αποκαθιστώντας το μουσικά αλλά και καταξιώνοντάς το ως μια αυθεντική καλλιτεχνική έκφραση της πιο αδικημένης πλευράς της μεταπολεμικής ελληνικής κοινωνίας.

Εξήντα χρόνια πέρασαν από τότε και αξίζει να θυμηθούμε τις λεπτομέρειες αυτής της τολμηρής ιστορικής στιγμής, να ανακαλύψουμε την πολύ ενδιαφέρουσα προϊστορία της και να αναρωτηθούμε αν υπάρχουν σήμερα τέτοιοι αιρετικοί αστοί που να μπορούν να ανακαλύψουν το κρυμμένο πετράδι. Και κυρίως, σήμερα, στην εποχή της βιομηχανοποίησης, της τυποποίησης και της light αντιμετώπισης, αν υπάρχουν κρυμμένα πετράδια.

Η αξία του ρεμπέτικου

1949. Τα πάθη πολύ πρόσφατα. Το πρότυπο «Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια» είναι επίσημο και επιτακτικό. Το ελληνικό τραγούδι επιτρέπεται να είναι μόνο η εξελληνισμένη εκδοχή της δυτικής ελαφρότητας, το παρακράτος κινείται ανεξέλεγκτα και οποιαδήποτε άλλη στάση και επιλογή θεωρείται ύποπτη.

Σε αυτό το σκοτεινό περιβάλλον ο Μάνος Χατζιδάκις τολμά να μιλήσει για την αξία του «περιφερόμενου λαϊκού σκοπού της πόλης» και να πει: «Το να θέλει κανείς ν' αγνοήσει την πραγματικότητα και μάλιστα του τόπου του, μόνον κακό του κεφαλιού του μπορεί να κάμει. Τα χρόνια μας είναι δύσκολα και το λαϊκό μας τραγούδι, που δεν φτιάχνεται από ανθρώπους της φούγκας και του κοντραπούντο ώστε να νοιάζεται για εξυγιάνσεις και για πρόχειρα φτιασιδώματα υγείας τραγουδάει την αλήθεια και μόνον την αλήθεια». Τώρα πολλοί μπορούν να πουν αυτά περίπου: «Καλά. Οσα είπες είναι σωστά και τα παραδεχόμαστε. Μα τι μας πείθει ότι το ρεμπέτικο είναι η σημερινή μας λαϊκή έκφραση καθώς και που σαν τέτοια βέβαια πρέπει να συνδέεται με την παράδοση του δημοτικού τραγουδιού και του βυζαντινού μέλους, κι όχι ένα τραγούδι μιας ορισμένης κατηγορίας ανθρώπων που εκφράζει την προσωπική της κατάσταση;».

Κι όμως αυτή η διάλεξή του που άλλαξε τα πράγματα δεν ήταν η πρώτη τολμηρή προσπάθεια καταξίωσης του ρεμπέτικου τραγουδιού από την πλευρά της διανόησης της εποχής.

Δύο ολόκληρα χρόνια πριν, το 1947, Ιανουάριος ήταν πάλι, όταν ο Φοίβος Ανωγειανάκης, από τους κορυφαίους πρωτοπόρους ερευνητές, μουσικολόγους και συλλέκτες, είχε υποστηρίξει από τις σελίδες του «Ριζοσπάστη» ότι «η παράδοση του δημοτικού τραγουδιού και κάπως λιγότερο της βυζαντινής μουσικής, όσο αν εκπλήσσει μερικούς συνεχίζεται σ' αυτά τα τραγούδια που είναι γνήσια μορφή σημερινής λαϊκής μουσικής ...;». Η δική του άποψη για τους αφορισμούς «εν ονόματι» της ηθικής πνίγηκε στον κομματικό καθωσπρεπισμό και τις θέσεις του ΚΚΕ. Για την αστική τάξη τα ρεμπέτικα ήταν ταυτισμένα με τον «λαουτζίκο» αλλά και για την Αριστερά ήταν ταυτισμένα με το χασίσι που αποπροσανατολίζει την εργατική τάξη από τα προβλήματά της.

Πυρήνας ή φλοιός;

2009. Επιστροφή στον 21ο αι. Σήμερα στην εποχή της τυποποίησης έχει κανείς την εντύπωση πως δεν υπάρχει πυρήνας αλλά μόνο φλοιός. Ομως, τα πράγματα είναι πολύ πιο θετικά για τα κρυμμένα πετράδια. Το πρότυπο του καθωσπρεπισμού δεν είναι τόσο επιτακτικό όσο τότε. Το Ιντερνετ δίνει τη δυνατότητα να φανεί ό,τι διαφορετικό κινείται έξω από τους κατεστημένους τρόπους. Τάσεις υπάρχουν αλλά δεν έχουν τον σκληρό κοινωνικό και καλλιτεχνικό πυρήνα του ρεμπέτικου. Αλλοι μιλάνε για την ελπίδα της τσιγγάνικης μουσικής, άλλοι για το ραπ και τα παιδιά της ηλεκτρόνικα. Γενικά τις φωνές των ανένταχτων ομάδων. Η πρώτη κατηγορία έχει μια δική της παράδοση με ξεχωριστούς μουσικούς στο παίξιμο (δεν αναφερόμαστε στα καψουροτράγουδα). Η άλλη είναι παγκοσμιοποιημένη, εκφράζεται πάνω σε μια μίνιμαλ επαναλαμβανόμενη φόρμα αλλά ισχυρό πολιτικό λόγο (η μόνη με κοινωνικές ανησυχίες) ενώ η ηλεκτρόνικα, έχει πιστό κοινό στο Διαδίκτυο. Η εποχή είναι ανεκτική σε διαφορετικά είδη γι' αυτό και τα τραγούδια της παραβατικής στάσης έχουν ιδιαίτερη απήχηση στη νεολαία.

Τα μεγέθη βέβαια δεν είναι ανάλογα ούτε η οπτική με το ρεμπέτικο. Ομως κάτι καινούργιο υπάρχει. Θέλει ίσως χρόνο να εκδηλωθεί δυναμικά. Ας σκεφτούμε αυτά που έλεγε το 1949 ο Μάνος Χατζιδάκις. Οταν υποστήριξε πως «το ρεμπέτικο τραγούδι είναι γνήσια ελληνικό, μοναδικά ελληνικό» και παρουσίασε δύο από τους πιο γνήσιους και δημοφιλείς εκπροσώπους της σύγχρονης ελληνικής μουσικής όπως τους χαρακτήρισε στο κοινό, τον Μάρκο Βαμβακάρη και τη Σωτηρία Μπέλλου.

Τι επιφυλάσσει το μέλλον

«Κάποτε -είπε στο τέλος εκείνης της διάλεξής του στο Θέατρο Τέχνης- θα κοπάσει η φασαρία γύρω τους κι αυτά θα συνεχίσουν ανενόχλητα τον δρόμο τους. Ποιος ξέρει τι καινούργια ζωή μας επιφυλάσσουν τα «νωχελικά 9/8» για το μέλλον. Ομως εμείς θα 'χουμε πια για καλά νιώσει στο μεταξύ τη δύναμή τους. Και θα τα βλέπουμε πολύ φυσικά και σωστά να υψώνουν τη φωνή τους στον άμεσο περίγυρό τους και να ζουν πότε για να μας ερμηνεύουν και πότε για να μας συνειδητοποιούν τον βαθύτερο εαυτό μας».

Ας μην είμαστε λοιπόν απαισιόδοξοι και για μας. Ποιος ξέρει τι θα μας επιφυλάξει η διάλυση του μουσικού συστήματος όπως το ξέρουμε σήμερα.

alt




Της Γιωτας Συκκα



The Southern Man

Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2009 3:39 μμ |

alt


Μεγάλη εντύπωση μου προκάλεσε μία αναφορά του Bob Dylan στον Neil Young, σε μία σχετικά πρόσφατη συνέντευξη που έδωσε στο μουσικό περιοδικό Rolling Stone.

Δεν έχουμε συνηθίσει σε τέτοιου ύφους δηλώσεις από καλλιτέχνες της εμβέλειας και της αξίας του Dylan, ο οποίος στη συνέντευξη που έδωσε για το περιοδικό, είπε ότι ταξίδεψε στο Τορόντο και αναζήτησε την πόλη Winnepeg, όπου μεγάλωσε ο Neil Young μετά τον χωρισμό των γονιών του, όταν ήταν 12 ετών, μόνο και μόνο για να δεί τα τοπία που έβλεπε από το παράθυρό του όταν ήταν νεαρός και άγνωστος ο μεγάλος καναδός τραγουδοποιός, ο οποίος σημειωτέον είναι, σύμφωνα με τους ειδικούς, επηρεασμένος από τη μουσική του Dylan.

Η αλήθεια είναι ότι η πορεία του Neil Young στη μουσική είναι τόσο σημαντική, ώστε είναι λογικό να αναζητήσει κανείς οτιδήποτε έχει σχέση με την εξέλιξή του και τις ενδεχόμενες πηγές που τον έχουν εμπνεύσει όλα αυτά τα χρόνια, που πλησιάζουν τον μισό αιώνα.

Υπάρχουν βέβαια και άλλοι καλλιτέχνες που έχουν στην εποχή μας μεγάλη σε χρονική διάρκεια συμμετοχή στα μουσικά πράγματα, ο Young όμως είναι από αυτούς που ξεχωρίζουν, γιατί κάθε νέο του άλμπουμ καταφέρνει, ανεξαρτήτως του αν είναι τόσο καλό όσο τα παλαιότερα, να απασχολεί τα μουσικά περιοδικά και γενικά το σύνολο του Τύπου, σαν να πρόκειται για άλμπουμ που κυκλοφόρησε ένας 20χρονος νέος δημιουργός.

Διανύοντας την πέμπτη καλλιτεχνική δεκαετία του, ο Young έχει κατά καιρούς πειραματιστεί με διάφορα είδη μουσικής, όπως το swing, η τζαζ, τα μπλουζ, το ροκαμπίλι και η ηλεκτρονική μουσική, αλλά το ακουστικό και ηλεκτρικό κιθαριστικό ροκ είναι το είδος που έδειξε ότι αγαπάει περισσότερο, μέσα από τις ηχογραφήσεις του.

Πριν από περίπου έναν μήνα, κυκλοφόρησε σε 8 cd το Neil Young Archives-Vol. 1 (1963-1972), μια έκδοση με επιλεγμένα τραγούδια, που θα την ακολουθήσουν και άλλες που θα καλύπτουν όλο το φάσμα της καριέρας του, γιατί δεν είναι εύκολο να καλύψει κανείς, έστω και σε 8 cd, μία πορεία που αφορά κυκλοφορία σχεδόν 50 άλμπουμ, με υλικό και συμμετοχές σε τόσα πολλά συγκροτήματα, όπως αυτά στα οποία έχει συμμετάσχει κατά καιρούς ο Young.

Εκτός από τις προσωπικές του ηχογραφήσεις, στα 128 τραγούδια, από τα οποία τα 48 εκδόθηκαν για πρώτη φορά, περιλαμβάνονται και τραγούδια με τα συγκροτήματά του Crosby, Stills, Nash and Young και Buffalo Springfield.

Ηδη από το Γυμνάσιο είχε αρχίσει να παίζει σε διάφορα συγκροτήματα με φίλους του στις αρχές της δεκαετίας του '60 και τελειώνοντας επέστρεψε στο Τορόντο, όπου άρχισε να κάνει εμφανίσεις σε διάφορα μικρά κλαμπ, στα οποία κυριαρχούσε η μουσική φολκ, σ' ένα αντίστοιχο μουσικό κίνημα με αυτό της Νέας Υόρκης στην ίδια περίοδο. Εκεί θα γνωρίσει τους μετέπειτα φίλους του Steve Stills, Richie Furay και Joni Mitchell, η οποία θα γράψει αργότερα το Circle Game επηρεασμένη από το Sugar Mountain του Neil Young.

Στο συγκρότημα των Mynah Birds είχε μαζί του τον μαύρο Rick James που στη δεκαετία του '70 θα φτιάξει μερικά καταπληκτικά φανκ τραγούδια, όπως τα Superfreak και Give It Το Me. Με τη διάλυση του συγκροτήματος, ο Young και ο μπασίστας του γκρουπ Bruce Palmer αποφασίζουν να εγκαταλείψουν το Τορόντο και με την Pontiac του Young ταξίδεψαν στο Λος Αντζελες, όπου αναζήτησαν τους Steve Stills και Richie Furay και έφτιαξαν μαζί τους το συγκρότημα των Buffalo Springfield, που μαζί με τους Byrds ήταν αυτοί που με τον ήχο τους έβαλαν τις βάσεις για το λεγόμενο κάντρι ροκ, ένα είδος που για πολλά χρόνια θα παίξει σημαντικό ρόλο στη μουσική και οι προεκτάσεις του θα φτάσουν μέχρι και τις μέρες μας. Αρχικά το συγκρότημα είχε το όνομα Herd, αλλά για να μην τους μπερδεύουν με το βρετανικό συγκρότημα του Peter Frampton, λίγο πριν από την κυκλοφορία του πρώτου τους άλμπουμ, άλλαξαν το όνομά τους.

Η πρώτη μεγάλη επιτυχία τους ήταν το For What It's Worth και η περιοδεία που έκαναν με τους Byrds, βοήθησε στο να γίνουν γνωστοί σε όλη την Αμερική με το κάντρι-φολκ ροκ τους, όμως οι αρκετές μουσικές διαφορές που είχαν μεταξύ τους τα μέλη, οδήγησαν στη διάλυσή τους και ο Neil Young με τον Steve Stills ασχολήθηκαν με την προσωπική τους καριέρα. Ο Young θα κυκλοφορήσει τον Ιανουάριο του 1969 το πρώτο του προσωπικό άλμπουμ με τίτλο το όνομά του. Την ίδια χρονιά θα ηχογραφήσει μέσα σε 15 μέρες το δεύτερο άλμπουμ του Everybody Knows This Is Nowhere με το νέο συγκρότημά του, που αποτελούνταν από μουσικούς όπως ο κιθαρίστας Danny Whitten. Το συγκρότημα είχε το όνομα The Rockets και ο Young θα το αλλάξει σε Crazy Horse. Στο άλμπουμ αυτό υπάρχουν τρία από τα πιο γνωστά του τραγούδια, Cowgirl In The Sand, Cinnamon Girl και Down By The River.

Αυτός ο ξεχωριστός προσωπικός ήχος θα είναι ο πρόδρομος της έκρηξης του Grunge, που θα εμφανισθεί αρκετά χρόνια αργότερα με συγκροτήματα όπως οι Nirvana και οι Pearl Jam. Ετσι ο Neil Young ουσιαστικά έχει συμμετοχή στη δημιουργία ενός ακόμα μουσικού είδους μετά το κάντρι ροκ, ενώ θα είναι και αυτός που ουσιαστικά θα καθιερώσει τα ακουστικά κονσέρτα, τα οποία θα ονομασθούν Unplugged.

Με τον Stills θα συνεργαστεί λίγο αργότερα και στους Crosby, Stills, Nash and Young, συγκρότημα με το οποίο ο Young ηχογράφησε ένα μόνο στούντιο άλμπουμ, το Deja Vu, χωρίς να διακόψει την προσωπική του καριέρα, γιατί δεν ήθελε, όπως δήλωσε αργότερα, να κάνει αυτό που έκανε ο Joe Walsh με τους Eagles, δηλαδή να γίνει μόνιμο μέλος τους. Στη συνέχεια προέκυψε και το live Four Way Street.

Το 1970 θα κυκλοφορήσει το After The Goldrush, με τον 17χρονο τότε πιανίστα Nils Lofgren να παίζει σημαντικό ρόλο στην ηχογράφηση. Στο άλμπουμ αυτό υπήρχαν τα Southern Man, Only Love Can Break Your Heart, When You Dance You Can Really Love και Don't Let It Bring You Down.

Το Harvest, που θα ακολουθήσει το 1972, θα φέρει τη μουσική του Neil Young σε κάθε γωνία του κόσμου και θα γίνει η μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία του χάρη στο Heart Of Gold, αλλά θα περιλαμβάνει και άλλα αξέχαστα τραγούδια του, όπως τα Old Man, Are You Ready For The Country και The Needle and The Damage Done, που γράφτηκε για τον φίλο και κιθαρίστα των Crazy Horse, Danny Whitten, που ήταν ένα ακόμα θύμα της ηρωίνης.

Στη δεκαετία του '70 συνέχισε να κυκλοφορεί καταπληκτικά άλμπουμ, όπως τα On The Beach (1974), Tonight's The Night (1975), Zuma (1975), Comes Α Time (1978), Rust Never Sleeps, στο οποίο χωρίζει τις πλευρές των δίσκων σε ακουστικά και ηλεκτρικά ακούσματα, με το Out Of The Blue να είναι αφιερωμένο στον Johnny Rotten και τους Sex Pistols, και το Live Rust το 1979.

Στη δεκαετία του '80 ηχογραφεί μία σειρά από ενδιαφέροντα άλμπουμ, αλλά κλείνει εντυπωσιακά με το Freedom, στο οποίο υπάρχει το Rockin' In The Free World. Το ίδιο εντυπωσιακά ανοίγει και η δεκαετία του '90 με δύο σημαντικά άλμπουμ, όπως τα Ragged Glory (1990) και Weld (1991). Ο Young θα συνεχίσει να είναι ιδαίτερα παραγωγικός σε όλη τη δεκαετία, κυκλοφορώντας εννέα ακόμα άλμπουμ, με ανάμεσά τους το πολύ καλό Unplugged.

Την ίδια τακτική θα ακολουθήσει και στη δεκαετία του '90, κυκλοφορώντας και δύο άλμπουμ μέσα σε κάθε χρονιά, συχνά με ανέκδοτο παλιό υλικό.

Ενα άλλο κρυφό για πολλούς ταλέντο που έχει ο Young είναι η σκηνοθεσία, και με το ψευδώνυμο Bernard Shakey έχει σκηνοθετήσει ταινίες κυρίως σε ύφος ντοκιμαντέρ, όπως τα Journey Through The Past (1973), Rust Never Sleeps (1979), Human Highway (1982), Greendale (2003) και CSNY Deja Vu (2008).

Δεν είναι λίγοι αυτοί που ισχυρίζονται ότι ο Young υστερεί μόνο σε σύγκριση με τον Dylan από τους εν ζωή μουσικούς που έχουν επηρεάσει περισσότερο το σημερινό ροκ, και μάλλον έχουν δίκιο.


του Γιάννη Πετρίδη

επιμέλεια άρθρου Ανδρέας Δηλές




«Παλιομοδίτικες μελωδίες, με στίχους για τον έρωτα και την ομορφιά της ζωής»

Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2009 7:44 μμ |

alt

«Εκείνες τις μέρες που φτιάξαμε την μπάντα, ένας μουσικός δεν μπορούσε να ζήσει μόνο από τις συναυλίες που έδινε τριγύρω. Επρεπε να έχουμε και μια κανονική δουλειά. Για παράδειγμα, εγώ ήμουν ξυλουργός, οι άλλοι ήταν τσαγκάρηδες, οδηγοί ή μάγειρες. Ηταν οι καιροί που φεύγαμε από το σπίτι και δεν ξέραμε αν το βράδυ που θα γυρίσουμε θα έχουμε φαγητό στο τραπέζι. Οπότε ήμασταν ανθεκτικοί σαν τους φακίρηδες. Υπομέναμε την κατάσταση χωρίς να παραπονιόμαστε».

Αντίθετα, οι Los Fakires, τις δύσκολες εποχές, έπαιζαν τραγούδια, τα παλιά σον, τα μπολέρος, τα γκουαράτσας. Το ίδιο κάνουν και στον ομώνυμο δίσκο τους.

Είναι δεκατέσσερα τραγούδια, που φέρνουν πίσω την ξεχασμένη παράδοση από τις δεκαετίες του '40 και του '50. Πρωτοκυκλοφόρησε από τη φημισμένη δισκογραφική εταιρεία Deutshe Grammophon το 2002. «Ρετρό» μουσική της Κούβας, όπως την αποκαλούν οι κριτικοί, αλλά με άφθαστο στιλ και πίστη στην παράδοση της αφροκουβανικής σκηνής.

Η μπάντα φτιάχθηκε το 1962 στη Σάντα Κλάρα. Μια πόλη που είχε γίνει πριν από λίγα χρόνια διάσημη, όταν οι αντάρτες του Τσε Γκεβάρα και του Καμίλο Σιενφουέγος έδωσαν την τελική μάχη με τα στρατεύματα του δικτάτορα Μπατίστα και τους έτρεψαν σε φυγή. Μια μέρα μετά, ο Μπατίστα έφυγε με αεροπλάνο από την Κούβα και ο Κάστρο μπήκε θριαμβευτής στην Αβάνα.

Οι Los Fakires φτιάχτηκαν από μουσικούς που έπαιζαν στις μεγάλες μπάντες των ξενοδοχείων και των καζίνων που γνώριζαν δόξες την εποχή του Μπατίστα. Ο Χουάν Χοσέ Μπρίνγκες είναι ο σαξοφωνίστας, ο βετεράνος μουσικός, που ουσιαστικά ίδρυσε την μπάντα. Ο Χοσέ Ρεμί είναι ο βιρτουόζος κιθαρίστας, που έμαθε μουσική στην εκκλησία. Η κιθάρα του είναι το σήμα κατατεθέν της μπάντας. Ο Μάρτιν Τσάβες ή Κασκαρίτα, όπως είναι το παρατσούκλι του, είναι ο τραγουδιστής με τη βραχνή φωνή, που δείχνει ότι «λατρεύει τα πούρα και το ρούμι», όπως λέει συχνά. Ο Ραφαέλ Βαλντές είναι ο μουσικός πίσω από τα μαράκας και κάνει τη δεύτερη φωνή. Και, τέλος, ο Τζιλμπέρτο Ομπρε παίζει τα κρουστά και τα τύμπανα. Μεγάλο όνομα στην πατρίδα τους, έγιναν γνωστοί στο εξωτερικό μόνο μετά το 2001, όταν άρχισαν να δίνουν συναυλίες έξω από την Κούβα.

Οι Los Fakires στον δίσκο τους ανακατεύουν πασίγνωστα παραδοσιακά τραγούδια, όπως το «Chan Chan» και το «Guitarra, Tabaco & Ron», με τραγούδια συνθετών, όπως το «Suavecito» του Ιγκνάσιο Πινιέρο. «Παλιομοδίτικες μελωδίες, με στίχους για τον έρωτα και την ομορφιά της ζωής», όπως τις περιγράφουν.

Και ο Μπρίνγκες, με το σαξόφωνό του, δίνει μια άλλη διάσταση στη μουσική τους. «Ολοι ξέρουν τη μουσική του νησιού μας από τον Κομπάι Σεγούντο και τους Buena Vista Social Club», εξηγεί. 

«Μόνο που αυτή η μουσική είναι η μουσική της Αβάνας. Αν κάποιος ταξιδεύσει στο νησί, θα ανακαλύψει καταπληκτικούς μουσικούς και μια πλούσια μουσική παράδοση. Είναι αυτός ο ήχος που φέρνουμε εμείς σε όλο τον κόσμο». 

Ανδρέας Δηλές

πηγη www.enet.gr

 


Τότε που η ποπ είχε κοινωνική συνείδηση

Κυριακή, 20 Σεπτεμβρίου 2009 11:31 μμ |

alt

Το όνομα Μαίρη Τράβερς σε λίγους θα θυμίσει κάτι.

Ηταν, όμως, η Μαίρη από τους «Peter Paul and Mary», το τρίο των '60'ς που άφησε εποχή με κομμάτια όπως το «If Ι Had a Hummer» (όχι το μέγα-τζιπ), το «Lemon Tree», το «Leaving on a Jet Plane» και την εκτέλεση του «Blowin' In The Wind» του Ντίλαν. Αυτή η διάσημη Μαίρη πέθανε προχθές στα 72 της μετά από χρόνια μάχη με τη λευχαιμία, σε νοσοκομείο του Κονέκτικατ.

Το διάσημο τρίο δημιουργήθηκε στο τότε φτηνό και χίπικο Γκρίνουιτς Βίλατζ, τραγουδώντας στην αρχή κομμάτια παιδικά, όπως το «Mary Had a Little Lamp». Ντεμπούτο τους ήταν η ζωντανή τους εμφάνιση στο Bitter End το 1961. Ηταν οι Νόελ Πολ Στούκεϊ και ο Πίτερ Γιάροου, δύο τύποι με μπίκτνικ μουσάκι και κοστούμι και με ένα κορίτσι στη μέση, που έκανε τον κριτικό των Νιού Γιόρκ Τάιμς να γράψει τότε: «το σεξαπίλ ως ακρογωνιαίος λίθος σε ένα φολκ συγκρότημα ήταν η ιδέα που έκανε τον μάνατζερ του συγκροτήματος Αλμπερτ Γκρόσμαν να ψάχνει για μήνες "το κορίτσι" μέχρι να καταλήξει στη δεσποινίδα Τράβερς».

Η Μαίρη με τους Πίτερ Γιάροου και Πολ Στούκεϊ την εποχή που τραγου-δούσαν τα «If Ι Had a Hummer», και «Blowin' In The Wind»Ο πρώτος δίσκος τους το 1962 χτύπησε φλέβα. Τόσο το «If Ι Had a Hummer» όσο και το «Lemon Tree» βρέθηκαν στα τσαρτς. Το πρώτο, μάλιστα, έγινε ο ανεπίσημος ύμνος του αγώνα κατά του ρατσισμού. Μαζί με τη live ερμηνεία τους στο «Blowin' In the Wind» του Ντίλαν την επόμενη χρονιά, στη μεγάλη πορεία του 1963 προς την Ουάσινγκτον, απέδωσαν φιλελεύθερη πολιτική ταυτότητα στον ήχο τους. Η διασημότητα είχε έρθει λίγο νωρίτερα όταν το «Puff the Magic Dragon» έφτασε στη δεύτερη θέση των τσαρτς και ξεκίνησαν φήμες πως είναι μια ωδή στη μαριχουάνα. Αλλά το «Blowin' In The Wind» τους πούλησε 300 χιλιάδες δίσκους τις δύο πρώτες εβδομάδες της κυκλοφορίας του. Και για τα δύο τραγούδια το συγκρότημα πήρε πέντε Γκράμι.

Το 1969 διαλύθηκαν και ακολούθησαν σόλο καριέρες -η Μαίρη Τράβερς με πέντε προσωπικά άλμπουμ- που δεν πήγαν μακριά. Μετά την κυριαρχία των Μπιτλς και την στροφή του Ντίλαν στον ηλεκτρικό ήχο, η Μαίρη είχει δηλώσει στη «Σικάγο Ντέιλι Νιούζ» πως βρίσκει τη φολκ-ροκ τρομερά κακογραμμένη.

Συνέχισαν να ξαναβρίσκονται οι τρεις τους όποτε τους καλούσαν να παίξουν ζωντανά σε συναυλίες κατά των πυρηνικών ή υπέρ απεργών, μένοντας πολιτικά ενεργοί. Η μυστηριώδης Μαίρη -στην οποία ο μάνατζερ είχε πει να μη μιλάει για να φαίνεται ως τέτοια- δήλωσε αργότερα πως τα κατάφεραν «γιατί σέβονταν ο ένας τον άλλο ,σε αντίθεση με πολλά γκρουπ που χάθηκαν, γιατί δεν απέκτησαν τη σχέση που έχουν όσοι επιβίωσαν μαζί».


ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΒΑΓΓΕΛΑΤΟΣ



Barbra

Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2009 8:29 μμ |

alt


Κυκλοφορεί στο τέλος του μήνα το νέο άλμπουμ της Barbra Streisand με τίτλο Love Is The Answer. Είναι μία σχετικά απροσδόκητη συνεργασία της με την Diana Krall, η οποία τη συνοδεύει με το πιάνο της, έχοντας μαζί της και τους μουσικούς που αποτελούν το κουαρτέτο που χρησιμοποιεί στις ηχογραφήσεις της.

Το ρεπερτόριο αποτελείται από κλασικά τραγούδια της αμερικανικής μουσικής ιστορίας, όπως τα Smoke Gets In Your Eyes, In The Wee Small Hours Of The Morning, που είχε ερμηνεύσει ο Frank Sinatra, καθώς και το Make Someone Happy από το μιούζικαλ του 1960 Do Re Mi, το Α Time For Love, που είναι γραμμένο από τον 84 ετών σήμερα Johnny Mandel, ο οποίος έχει σχέση και με την ενορχήστρωση του άλμπουμ και είχε συνεργαστεί ξανά με την Barbra στο άλμπουμ του 1993 Back Το Broadway.

Στο Love Is The Answer υπάρχουν επίσης ερμηνείες της μεγάλης τραγουδίστριας σε ευρωπαϊκές συνθέσεις, όπως το Ne Mes Quittes Pas (If You Go Away) του Jacques Brel και το You Must Believe In Spring του Michel Legrand από το μιούζικαλ Les Mademoiselles De Rochfort, που σκηνοθέτησε ο Jacques Demy το 1967.

Σε αντίθεση με αρκετούς άλλους τραγουδιστές που διανύουν την 7η δεκαετία της ζωής τους και επέστρεψαν πρόσφατα στην επικαιρότητα με πετυχημένα άλμπουμ εκμεταλλευόμενοι την έλλειψη ανταγωνιστικότητας από τους σύγχρονους καλλιτέχνες, η Barbra, που έχει συμπληρώσει τα 67 της χρόνια από τον περασμένο Απρίλιο, αποτελεί ένα μοναδικό φαινόμενο, αφού ποτέ δεν έπαψε να είναι στην κορυφή της μουσικής, και όχι μόνο, επικαιρότητας.

Κάθε νέος δίσκος της, αρχίζοντας από το 1963 που κυκλοφόρησε το Barbra Streisand Album, σημειώνει ξεχωριστή επιτυχία και συνήθως γίνεται τοπ 10 στις Ην. Πολιτείες, όπου συνολικά 29 από τα άλμπουμ της κατάφεραν αυτό το επίτευγμα, που την κατατάσσει στην κορυφή των γυναικείων φωνών για όλες τις εποχές. Τα 72 εκατομμύρια άλμπουμ της στις ΗΠΑ τη φέρνουν μέσα στους 10 πρώτους σε πωλήσεις στην ιστορία, ξεπερνώντας ονόματα όπως οι Elton John, AC/DC, Rolling Stones, Bruce Springsteen, ενώ από γυναίκες την ακολουθούν στην επόμενη δεκάδα, με πωλήσεις λιγότερες κατά τουλάχιστον 8 εκατομμύρια, οι Madonna, Mariah Carey, Whitney Houston και Celine Dion.

Είναι χαρακτηριστικό το ότι είναι η μοναδική καλλιτέχνιδα στην ιστορία που έχει τουλάχιστον από ένα Νο 1 άλμπουμ για τις 4 προηγούμενες δεκαετίες στις ΗΠΑ. Το 1964 ανέβηκε για πρώτη φορά στην κορυφή με το People, το 1974 με το The Way We Were, το 1976 με το Α Star Is Born, το 1978 με το Greatest Hits Vol. 2, το 1979 με το Guilty, το 1985 με το Broadway Album και τέλος, στη δεκαετία του '90 με τα Back Το Broadway 1993 και Higher Ground 1997.

Αν αυτά τα επιτεύγματα δεν θεωρούνται αρκετά για να ενισχύσουν το... βιογραφικό της, μπορούμε να προσθέσουμε το βραβείο Οσκαρ που κατέκτησε το 1968 για τη συμμετοχή της στην ταινία Funny Girl, που ήταν η πρώτη της ταινία και κινηματογραφική μεταφορά της ομώνυμης θεατρικής της επιτυχίας του 1964, που σήμανε την επιστροφή της στο Μπρόντγουεϊ μετά την πετυχημένη εμφάνισή της εκεί το 1962 στον ρόλο της Miss Marmelstein στο μιούζικαλ Ι Can Get It For You Wholesale. Οι παραστάσεις της εκείνη την περίοδο ήταν η αιτία για τη βράβευσή της αρκετά χρόνια αργότερα με ένα ειδικό βραβείο Tony, που ήλθε να προστεθεί στα Οσκαρ ερμηνείας, τραγουδιού, για τη σύνθεσή της Evergreen από την ταινία Α Star Is Born, βράβευση που δινόταν για πρώτη φορά σε γυναίκα συνθέτρια. Πήρε επίσης βραβείο Emmy για την τηλεοπτική παράσταση του 2001 Timeless καθώς και δεκάδες βραβεία Γκράμι, κατά καιρούς, για τις ηχογραφήσεις της. Είναι η μοναδική τραγουδίστρια στην ιστορία της μουσικής που έχει καταφέρει να βραβευτεί σε τόσες διαφορετικές δραστηριότητες.

Το 1957 συμμετέχει σ' έναν διαγωνισμό μουσικής, αλλά η πραγματική επιδίωξή της ήταν να γίνει ηθοποιός. Ετσι το 1959 εμφανίζεται για πρώτη φορά σε παραστάσεις εκτός Μπρόντγουεϊ, παίζοντας δίπλα στην, τότε επίσης άσημη, Joan Rivers στο Driftwood, που παίχτηκε για μόλις 6 εβδομάδες.

Στη δισκογραφική της πορεία, που άρχισε το 1963, συνήθως αναβίωνε γνωστά τραγούδια από περασμένες δεκαετίες, που είχαν γίνει γνωστά σε θέατρα και καμπαρέ. Σ' αυτό το ρεπερτόριο θα επιστρέψει το 1985 με το Broadway Album, αλλά στο μεταξύ θα έχει κάνει την πρώτη στροφή στο σύγχρονο ρεπερτόριο παρουσιάζοντας το 1969 μία σειρά από τραγούδια συνθετών, όπως η Laura Nyro στο άλμπουμ της Stoney End, με παραγωγό τον μετέπειτα πολύ πετυχημένο Richard Perry.

Στη δεκαετία του '70 θα συνεργασθεί με ονόματα όπως οι Donna Summer και Neil Diamond, ενώ παράλληλα θα γνωρίσει μεγάλες επιτυχίες με τα τραγούδια από τις ταινίες της The Way We Were, όπου παίζει δίπλα στον Robert Redford κερδίζοντας την υποψηφιότητα για το βραβείο Οσκαρ, και Α Star Is Born. Στην ίδια δεκαετία φιγουράρει κάθε χρόνο στη λίστα με τους 10 πιο πετυχημένους εμπορικά ηθοποιούς, συχνά μάλιστα αυτή η παρουσία της ήταν η μοναδική γυναικεία.

Η σκηνοθετική της προσπάθεια στο Yentl του 1983, αν και χάρισε στην ταινία 5 υποψηφιότητες για Οσκαρ, δεν κατάφερε να συγκεντρώσει υποψηφιότητα για σκηνοθεσία, καλύτερη ταινία ή καλύτερη γυναικεία ερμηνεία, οι κριτικές όμως ήταν ιδιαίτερα θετικές και κέρδισε τη Χρυσή Σφαίρα ως σκηνοθέτρια.

Οι νέες μουσικές φόρμες διαδέχονται η μία την άλλη και η Barbra στην εποχή του χιπ χοπ παραμένει στην κορυφή με τη συνεργασία της με τους Bee Gees στο άλμπουμ του 1980 Guilty.

Ενα άλλο μοναδικό ατού της είναι οι ζωντανές εμφανίσεις της, που συχνά πραγματοποιούν ρεκόρ εισπράξεων, και σχετικά πρόσφατα, το 2006, σε ηλικία 64 ετών, θα συγκεντρώσει σε 16 κονσέρτα της το ποσό - ρεκόρ των 96 εκατ. δολαρίων, με αρκετές από τις εμφανίσεις της να σημειώνουν μάλιστα ρεκόρ εισπράξεων σε συγκεκριμένους συναυλιακούς χώρους.

Είχα την τύχη να παρακολουθήσω το κονσέρτο που έδωσε στο Λονδίνο το 1994, όπου εμφανίστηκε για δεύτερη φορά μετά το 1967. Ανάμεσα στους θεατές που πλήρωσαν τα πανάκριβα εισιτήρια (το φτηνότερο έκανε 200 λίρες), ήταν οι Elton John, Michael Caine, Shirley Bassey κ.ά. Την ορχήστρα, που αποτελούνταν από 72 άτομα, διηύθυνε ο Marvin Hamlish και η Barbra, πραγματοποιώντας μία από τις μεγαλύτερες επιθυμίες της, τραγούδησε μαζί με τον Marlon Brando, ο οποίος εμφανιζόταν σε γιγαντοοθόνη στον ρόλο του στην ταινία Guys and Dolls να ερμηνεύει το Α Woman In Love και η Barbra ντουμπλάριζε ζωντανά τη φωνή τής Jean Simmons.

Το σημαντικό φιλανθρωπικό έργο της, μέσω της οργάνωσης The Streisand Foundation, έχει θετική αποδοχή από τον κόσμο και συχνά βραβεύεται για την οικονομική συνεισφορά της με διάφορους τρόπους σε εθνικούς οργανισμούς, που βοηθάνε τις γυναίκες σε θέματα υγείας, για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την προστασία του περιβάλλοντος.

Ενεργό μέλος του αμερικανικού Δημοκρατικού Κόμματος εδώ και αρκετές δεκαετίες, δηλώνει ότι αυτό το κόμμα πάντα υποστήριζε τους εργάτες και αυτή πάντα ταυτίζεται με τις μειονότητες, τις οποίες βοηθάει ακόμα και με εμφανίσεις από τις οποίες όλα τα έσοδα δίδονται στους μη έχοντες. Είναι τόσο φανατική οπαδός του Δημοκρατικού Κόμματος που για αρκετό καιρό δεν μιλούσε στον θετό γιο της, ηθοποιό Josh Brolin, γιατί αυτός έπαιξε τον ρόλο του τότε προέδρου Bush στον κινηματογράφο. Μπορεί τα εισιτήρια σε κάθε συναυλία της να κοστίζουν αρκετές φορές μία μικρή περιουσία, αλλά το να δίνεις αρκετές από αυτές τις συναυλίες μόνο για φιλανθρωπικό σκοπό, σίγουρα δεν είναι κάτι το συνηθισμένο στον κόσμο των σόου μπίζνες.

Οσο για την ποιότητα των κονσέρτων που δίνει κατά καιρούς, αυτή είναι το κάτι άλλο και εντυπωσιάζει τους παρισταμένους. Ειλικρινά δεν θυμάμαι να έχω παρακολουθήσει άλλη τραγουδίστρια που να κάνει αυτόν τον τέλειο συνδυασμό μουσικού σόου και θεατρικής παράστασης. Αυτό άλλωστε ήταν και το πλεονέκτημά της έναντι των άλλων γυναικείων φωνών που παρουσιάστηκαν τα τελευταία 50 χρόνια.


Από τον Γιάννη Πετρίδη

Επιμελεια εγγραφής Ανδρέας Δηλές




«Have a Cigar» η ιστορία ενός αριστουργήματος

Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2009 6:18 μμ |

alt


Have a Cigar  ονομάζεται το τρίτο τραγούδι από το άλμπουμ Wish You Were Here του Αγγλικού ροκ συγκροτήματος Pink Floyd. Ήταν το πρώτο κομμάτι της δεύτερης πλευράς του αυθεντικού δίσκου στην έκδοση του CD βρίσκεται αμέσως μετά το «Welcome to the Machine»

Όπως και στο «Welcome to the Machine», η μουσική και οι στίχοι γράφτηκαν από τον Ρότζερ Γουότερς και κριτικάρει την υποκρισία και την πλεονεξία της μουσικής βιομηχανίας. Η μουσική είναι περισσότερο στραμμένη στο ροκ από τα υπόλοιπα τραγούδια του δίσκου, ξεκινώντας με ένα αναδυόμενο ρυθμό κιθάρας και μπάσου. Το κομμάτι είναι γεμάτο με επιπλέον ήχους κιθάρας, ηλεκτρικού πιάνου και συνθεσάιζερ προκειμένου να δημιουργηθεί ένα funk ροκ υπόβαθρο.

Το τραγούδι κορυφώνεται από το απότομο σόλο κιθάρας, το οποίο διακόπτεται από εφέ συνθεσάιζερ καθώς ο ήχος της μουσικής χαμηλώνει σε επίπεδα AMραδιοφώνου. Κάποιο θεωρούν ότι αυτό συμβολίζει την μεταμόρφωση της μουσικής σε ένα άχρηστο προϊόν που στοχεύει μόνο τις μαζικές πωλήσεις- κάτι το οποίο μπορεί να θεωρηθεί σχεδόν προφητικό, καθώς το τραγούδι παίχτηκε πολύ στα ραδιόφωνα. Στο τέλος του τραγουδιού ακούγεται ένας ήχος ραδιοφωνικού σταθμού, και με αυτό το εφέ γίνεται η μετάβαση στο επόμενο τραγούδι, το Wish you Were Here.

Ο στίχος "Oh, by the way, which one's Pink?" φημολογείται πως τέθηκε σαν ερώτηση στο συγκρότημα από έναν εκτελεστικό παράγοντα δισκογραφικής εταιρίας στα μέσα της δεκαετίας του 1960, όπου βρίσκονταν ακόμα σε στάδιο σχηματισμού. Η φήμη λέει πως ο παράγοντας της δισκογραφικής αφού χαιρέτησε ένα ένα τα μέλη του συγκροτήματος και τους μίλησε με κολακευτικά λόγια, τότε προχώρησε σε αυτήν την ερώτηση. Αργότερα το όνομα Pink χρησιμοποιήθηκε για τον βασικό χαρακτήρα του δίσκου The Wall. Το τραγούδι πρωτοπαρουσιάστηκε όταν το συγκρότημα το εκτέλεσε στην περιοδεία που έκαναν στην Βόρειο Αμερική το 1975, ανάμεσα στα δύο μισά του Shine On You Crazy Diamond, με τον Ρότζερ Γουότερς και τον Ντέιβιντ Γκίλμουρ να μοιράζονται τα φωνητικά.

Επίσης, το τραγούδι παίχτηκε και στις περιοδείες που έκαναν οι Pink Floyd το 1975 και το 1977. Στις περιοδείες του '77 ο Γουότερς ήταν στα κυρίως φωνητικά, τον Γκίλμουρ στην δεύτερη φωνή και στα σόλο κιθάρας τον γνωστό κιθαρίστα Snowy White.

Στην αυθεντική εκτέλεση, τα κυρίως φωνητικά δεν γίνονται από κάποιο μέλος των Pink Floyd, άλλα από έναν γνωστό τους, τον Άγγλο συνθέτη και τραγουδιστή Ρόυ Χάρπερ. Ο Γουότερς σχεδίαζε να κάνει ο ίδιος τα φωνητικά, όπως συνήθιζε στα περισσότερα τραγούδια, αλλά τραυμάτισε τις φωνητικές του χορδές ενώ ηχογραφούσε το Shine On You Crazy Diamond, και ο Γκίλμουρ δεν μπορούσε μόνος του να τραγουδήσει τους «σκληρούς» στίχους. Ο Χάρπερ ηχογραφούσε για το άλμπουμ του HQ στο Στούντιο 2 του Abbey Road ενώ την ίδια στιγμή οι Φλόυντ βρίσκονταν στο Στούντιο 3Ω ο Χάρπερ, μαθαίνοντας το δίλλημα του συγκροτήματος, προσφέρθηκε να τραγουδήσει αυτός. Αργότερα ο Γουότερς είπε πως ήλπιζε (ίσως υποσυνείδητα) πως τα άλλα μέλη του συγκροτήματος θα αρνούνταν, και επέμενε το τραγούδι να περιοριστεί μέσα στα όρια του συγκροτήματος. Επομένως ένοιωσε έκπληκτος όταν τα άλλα μέλη δέχθηκαν την ιδέα, και ο Χάρπερ ισχυρίζεται πως για πληρωμή ζήτησε ένα εισιτήριο απεριόριστης διάρκειας για το κοντινό Lord's Cricket Ground και πως ένιωσε προσβεβλημένος όταν του έστειλαν ένα απλό εισιτήριο, το οποίο δεν χρησιμοποίησε ποτέ.



Επιμέλεια άρθρου 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΔΗΛΕΣ

 


Πετυχημένες διασκευές

Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2009 9:01 μμ |


alt



Είναι κοινό μυστικό ότι η εποχή μας είναι ιδιαίτερα φτωχή όσον αφορά τις εμπνεύσεις των συνθετών της μουσικής που ακούμε, κι αυτό ανεξάρτητα από το είδος στο οποίο ανήκει.

Τα τελευταία 10 χρόνια μάλιστα ελάχιστα είναι τα καινούρια τραγούδια που γνωρίζουν νεότερες ερμηνείες και συνήθως οι καλλιτέχνες καταφεύγουν στις παρακαταθήκες που μας έχουν αφήσει οι παλαιότεροι δημιουργοί, παρουσιάζοντας γνωστά τραγούδια από το παρελθόν ή μέρος από αυτά ενσωματωμένα σαν σάμπλινγκ (δείγμα) μέσα σε νεότερες αυθεντικές συνθέσεις.

Στο παρελθόν υπήρχαν αρκετοί καλλιτέχνες που είχαν δημιουργήσει πετυχημένες καριέρες ερμηνεύοντας μόνο τραγούδια σε δεύτερη εκτέλεση. Συχνά μάλιστα αυτές οι διασκευές αφορούσαν τραγούδια της εποχής τους. Απλώς εκμεταλλεύονταν το εύρος της απήχησης που είχαν στο κοινό και επέβαλαν τις δικιές τους ερμηνείες.

Στη δεκαετία του '50 μάλιστα, πολλά από τα μεγάλα αστέρια της μουσικής που ήταν λευκοί, καθιερώθηκαν σαν αστέρια πρώτου μεγέθους διασκευάζοντας απλώς τραγούδια που είχαν παρουσιάσει για πρώτη φορά μαύροι καλλιτέχνες, οι οποίοι δύσκολα θα άκουγαν τα τραγούδια τους να παίζονται στο ραδιόφωνο της εποχής.

Στην ίδια δεκαετία, όπως και στην προηγούμενη, δεκάδες τραγούδια έγιναν επιτυχίες σε πολλαπλές ερμηνείες, με συνέπεια να υπάρχουν ακόμα και 5 εκτελέσεις του ίδιου τραγουδιού μέσα στο Top ten. Το Mona Lisa εκτός από την ερμηνεία του Nat King Cole, την ίδια εβδομάδα, μέσα στο καλοκαίρι του 1950, είχε ξεχωρίσει και με τους Victor Young, Harry James, Art Lund, Ralph Flanagan, Charlie Spivak και Dennis Day.

Αλλο τραγούδι με άπειρες διαφορετικές ερμηνείες ήταν το Mack The Knife του Bertolt Brecht που, αν και τραγούδι του 1928, ξαναγύρισε στην επικαιρότητα το 1956, αρχικά σαν ορχηστρικό με τον Dick Hyman και στη συνέχεια με αγγλικούς στίχους και διαφορετικές ερμηνείες: από τους Louis Armstrong (1956), Bobby Darin (1959), Ella Fitzgerald (1960) και άλλες ερμηνείες του που φτάνουν μέχρι τις μέρες μας.

Ανάλογα φαινόμενα είχαμε και στη χώρα μας, όπου οι δύο μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες της εποχής κυκλοφορούσαν η καθεμιά τη δικιά τους εκδοχή στις επιτυχίες. Ετσι, το Χαρά μου, το 1952 ακουγόταν με τον Σώτο Παναγόπουλο, αλλά και την Ελσα Λάμπο, το Πολλές φορές (Πού θα πας) του Μανώλη Χιώτη (1956) με τη Μάγια Μελάγια και τη Μαίρη Λίντα.

Σημαντικό μερίδιο στις επιτυχίες της περιόδου 1955-1970 είχαν οι αγγλόφωνες ερμηνείες ιταλικών και γαλλικών τραγουδιών, όπως τα Volare, Ιο Che Non Vivo Senza Te του Pino Donaggio, που έγινε You Don't Have Το Say You Love Me από την Dusty Springfield, L'Amour Est Bleu, που ο αγγλικός τίτλος του είναι Love Is Blue και πολλά άλλα.

Λίγο αργότερα, στη δεκαετία του '60, αρκετοί από τους μέχρι σήμερα κορυφαίους καλλιτέχνες και συγκροτήματα άρχισαν να γίνονται γνωστοί με τραγούδια άλλων. Beatles, Rolling Stones, Bob Dylan, Byrds, Animals, Led Zeppelin και δεκάδες άλλοι, αρχικά, κατέφυγαν σε διασκευές από τον χώρο της μουσικής των μαύρων και μετά την αποδοχή τους από το κοινό, άρχισαν να μας παρουσιάζουν πετυχημένα δικά τους τραγούδια.

Υπάρχουν τραγούδια που η απήχησή τους καλύπτει χρονολογικά ακόμα και περίοδο που ξεπερνά τα 50 χρόνια και είναι η χαρά των δημιουργών των reality show, αφού τα δίνουν για ερμηνεία στους διαγωνιζόμενους, οι οποίοι έτσι γίνονται πιο εύκολα αποδεκτοί από το κοινό. Μία πετυχημένη επιλογή για τη συμμετοχή στον διαγωνισμό ταλέντων παρέχει μεγάλο πλεονέκτημα στον ερμηνευτή της και σχεδόν σίγουρη την επιλογή του από το κοινό, που προσεγγίζει πιο εύκολα έναν άγνωστο καλλιτέχνη μέσω μιας γνωστής μελωδίας.

Δεν είναι ασυνήθιστο το να γίνεται επιτυχία ένα τραγούδι που στην πρώτη αυθεντική του ερμηνεία είχε περάσει απαρατήρητο. Σ'αυτήν την κατηγορία ανήκουν μεγάλες επιτυχίες, όπως: Το Lady Marmalade, που έγινε Νο 1 με το συγκρότημα Labelle και αρκετά αργότερα με τις Pink, Christina Aguilera, Mya και Lil' Kim, αλλά και με τις All Saints, όταν πρωτοκυκλοφόρησε όμως με το συγκρότημα των Eleventh Hour πέρασε απαρατήρητο. Το Without You, επιτυχία για τον Nilsson, αλλά και για τη Mariah Carey στη δεκαετία του '90, αρχικά είχε ηχογραφηθεί από τους Badfinger. Το The Tide Is High των Blondie αρχικά είχε περιορισμένη απήχηση μόνο στον χώρο της ρέγκε, όπου ανήκε η πρώτη ερμηνεία του από τους Paragons. Το My Sweet Lord του George Harrison ήταν αρχικά μέτρια επιτυχία με τον Billy Preston, το Sailing με τον Rod Stewart, η πρώτη ερμηνεία του πέρασε απαρατήρητη με τους συνθέτες του Sutherland Brothers and Quiver, το Nothing Compares 2 U, γραμμένο από τον Prince, βρήκε την ιδανική διασκευή του από τη Sinead Ο' Connor. Ο Eric Clapton ήταν αυτός που έφερε στην επικαιρότητα τον J.J. Cale με το Cocaine αλλά και τον Bob Marley με το Ι Shot The Sheriff. Ο Jeff Buckley με τη διασκευή του στο Hallelujah σήμανε την ολική επαναφορά για την καριέρα του Leonard Cohen. Το Hurt των Nine Inch Nails, ερμηνευμένο από τον Johnny Cash λίγο πριν από το τέλος, τον βοήθησε να γίνει περισσότερο αποδεκτός από μία νέα γενιά των φίλων του ροκ, και εκατοντάδες άλλα.

Το You'll Never Walk Alone, τραγούδι της δεκαετίας του '40 από το μιούζικαλ Carousel, έγινε μεγάλη επιτυχία το 1963 με τους Gery and The Pacemakers και σε νεότερες εκτελέσεις στις δεκαετίες του '80 και '90, ενώ παράλληλα είναι και ο ανεπίσημος ύμνος της ποδοσφαιρικής ομάδας της Λίβερπουλ.

Αλλες εκκεντρικές διασκευές σε γνωστά τραγούδια που προκάλεσαν το ενδιαφέρον του κοινού για διάφορους λόγους, ήταν τα: American Pie με τη Madonna, Respect του Otis Redding με την Aretha Franklin, Perfect Day με τους Duran Duran, Sympathy For The Devil και Living And Let Die με τους Guns 'Ν Roses, Ι Will Always Love You με τη Whitney Houston. Η λίστα αυτή είναι ατελείωτη, αφού πάντα θα διασκευάζονται παλαιότερα τραγούδια τα οποία οι μουσικές εξελίξεις θα οδηγούν σε διαφοροποίηση από την αρχική πρώτη ερμηνεία τους.

Μια άλλη σημαντική κατηγορία χρησιμοποίησης παλαιότερων τραγουδιών με επιτυχία είναι αυτή των μαύρων καλλιτεχνών από τον χώρο του χιπ χοπ που μέσα από τα sampling δίνουν ζωή σε γνωστά ή άγνωστα τραγούδια από το παρελθόν. Χαρακτηριστικές το Ι'll Be Missing You του Puff Daddy και της Faith Evans, που ξεπέρασε σε επιτυχία και αυτό ακόμα το πρωτότυπο Every Breath You Take των Police, το Set Adrift On Memory Bliss των Ρ.Μ. Dawn με sampling από το True των Spandau Ballet, το Gangsta's Paradise με τον Coolio και sampling το Pastime Paradise του Stevie Wonder. Η Madonna τα τελευταία χρόνια έχει προσεγγίσει με επιτυχία τα sampling με τραγούδια όπως τα Music και Hung Up, στο οποίο χρησιμοποίησε τραγούδι των Abba. Στα 10 καινούρια πετυχημένα τραγούδια της εποχής μας τα τρία τουλάχιστον έχουν χρησιμοποιήσει μέρος από παλαιότερες ηχογραφήσεις, ποσοστό που είναι εξαιρετικά μεγάλο και μάλλον επιβαρύνει το μέλλον του τραγουδιού.


Από τον Κώστα Ζουγρή

επιμέλεια άρθρου Ανδρέας Δηλές


Πρότυπο ιδανικής τραγουδίστριας

Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2009 9:01 μμ |

alt


Η  ήταν μία από τις πιο πετυχημένες τραγουδίστριες του περασμένου αιώνα και με την παρουσία της από τη δεκαετία του '40 συνέβαλε στην καθιέρωση των δίσκων μακράς διαρκείας, ηχογραφώντας συνήθως συνθέσεις μεγάλων δημιουργών της εποχής και ακολουθώντας μία καλλιτεχνική πορεία αντίστοιχη, σε πολλά σημεία με αυτήν του Frank Sinatra.

Ξεχώρισε χάρη στο πολύπλευρο ταλέντο της· εκτός από ερμηνεύτρια, έγραφε και η ίδια τραγούδια, έκανε ενορχηστρώσεις, έπαιζε στον κινηματογράφο, όπου μάλιστα κέρδισε και μία υποψηφιότητα για το βραβείο Οσκαρ για την ερμηνεία της στην ταινία Pete Kelly's Blues παίζοντας δίπλα στον Frank Sinatra. Η Lee ξεχώρισε από άλλες λευκές τραγουδίστριες της περιόδου που προηγήθηκε της εμφάνισης του ροκ εντ ρολ και συνεχίζοντας και μετά από αυτό, επηρεάζοντας γυναικείες φωνές όπως η Madonna, η Κ. D. Lang, η Dianna Krall, η Shirley Horn, αλλά παράλληλα και άνδρες τραγουδιστές, όπως ο Paul McCartney και ο Elvis Costello.

Με την αισθησιακή φωνή της, ηχογράφησε περισσότερα από 60 άλμπουμ που κάλυπταν διάφορα είδη μουσικής, όπως τζαζ, λάτιν, μπλουζ, ποπ, ρυθμ εντ μπλουζ, σουίνγκ και ροκ. Επίσης είχε συμμετοχή σε αρκετά μιούζικαλ και η φωνή και τα τραγούδια της έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην επιτυχία της ταινίας του οργανισμού Disney Η Λαίδη και ο Αλήτης.

Το πραγματικό της όνομα ήταν Norma Delores Egstrom που μάλλον δεν ήταν και το καταλληλότερο για τραγουδίστρια, γι' αυτό και το άλλαξε σε Peggy Lee, όπως θα έκανε μερικά χρόνια αργότερα και μία άλλη Norma, η Norma Jeane Morternsen, που σαν Marilyn Monroe πήρε κι αυτή αρκετά στοιχεία από την Lee, εμφανισιακά, αλλά και στον τρόπο ερμηνείας των τραγουδιών της.

Η ιστορία της έχει πολλά κοινά σημεία με πολλούς καλλιτέχνες που ξεκίνησαν από φτωχές πολυμελείς οικογένειες και κατάφεραν να συντηρήσουν το αμερικανικό όνειρο.

Γεννήθηκε το 1920 στη Βόρεια Ντακότα και ήταν η τελευταία από τα 7 παιδιά που απέκτησαν οι γονείς της. Σε ηλικία 5 ετών χάνει τη μητέρα της. Ο πατέρας της ξαναπαντρεύτηκε, αλλά η μητριά της δεν είχε και την καλύτερη συμπεριφορά για την ίδια και τα αδέλφια της, ενώ η κατάσταση χειροτέρεψε, αφού ο πατέρας της έγινε αλκοολικός.

Η νεαρή Peggy θα βρει καταφύγιο στο πιάνο της και παίζοντας σ' αυτό θα περνάει όλες σχεδόν τις ελεύθερες ώρες της, ακούγοντας παράλληλα στο ραδιόφωνο τις ορχήστρες των Count Basie και Benny Goodman. Από την ορχήστρα του τελευταίου ξεχώριζε την τραγουδίστρια Maxine Sullivan.

Στα 14 της κάνει την πρώτη της εμφάνιση τραγουδώντας επιτυχίες της εποχής, όπως το Moonglow, με την ορχήστρα του Doc Haines σε τοπικά κλαμπ στην πόλη Valley της Βόρειας Ντακότα. Σύντομα θα έχει το δικό της ραδιοφωνικό σόου, με αμοιβή 5 δολ. συν φαγητό για κάθε της εμφάνιση.

Με το που τελείωσε το Γυμνάσιο άρχισε να συνοδεύει διάφορα συγκροτήματα και ο Bill Sawyer, παίκτης του μπέιζμπολ, θα εντυπωσιαστεί ακούγοντας τη φωνή της στο ραδιόφωνο και θα την αναζητήσει στον σταθμό, προτείνοντάς της στη συνέχεια να τη βοηθήσει να κάνει καριέρα.

Ο παραγωγός ραδιοφωνικών προγραμμάτων Ken Kennedy ήταν αυτός που την προσέλαβε και της συνέστησε να αλλάξει το όνομά της. Λίγους μήνες αργότερα, η Peggy, πια, θα πάει στο Λος Αντζελες για να δοκιμάσει την τύχη της, αλλά θα επιστρέψει στην Ντακότα, αφού δεν κατάφερε κάτι το ιδιαίτερο.

Υστερα από διάφορες αναζητήσεις και συμμετοχές σε μικρές ορχήστρες θα εντυπωσιάσει τον πιανίστα τού Benny Goodman, Mel Powell, ο οποίος θα παρακολουθήσει μία εμφάνισή της σε ξενοδοχείο στο Σικάγο και θα της προτείνει να πάρει τη θέση τής Helen Forrest ως τραγουδίστρια στη δημοφιλή μπάντα του Benny Goodman. Η Helen εγκατέλειψε τον Goodman για να πάει ως τραγουδίστρια του Artie Shaw. Η μεγάλη επιτυχία της με τον Benny Goodman ήταν το Why Don't You Do It Wright?, που το παρουσιάζει στην ταινία του 1943 Stage Door Canteen κάνοντας την πρώτη της εμφάνιση στον κινηματογράφο. Στη συνέχεια παντρεύεται τον κιθαρίστα Dave Barbour, που ήταν μέλος της μπάντας, και δύο χρόνια μετά αποχωρεί από την ορχήστρα του Benny Goodman και αρχίζει να γράφει με τον σύζυγό της τραγούδια, όπως τα Manana και It's Α Good Day. Ο σύζυγός της όμως ήταν κι' αυτός αλκοολικός και σύντομα ο γάμος τους διαλύθηκε.

Από το 1944, που θ' αρχίσει η προσωπική της καριέρα, μέχρι το 1972 καταφέρνει να έχει τουλάχιστον από ένα πετυχημένο τραγούδι της στους καταλόγους επιτυχιών, συμπληρώνοντας έτσι τέσσερις διαφορετικές δεκαετίες, κάτι που δεν είναι ιδιαίτερα συνηθισμένο στον μουσικό χώρο.

Το 1952 προτείνει στην εταιρεία της Capitol να ηχογραφήσει στον ρυθμό του μάμπο τη σύνθεση των Rodgers και Hart Lover, αλλά η εταιρεία το ηχογραφεί με το ντουέτο Les Paul and Mary Ford, γεγονός που οδηγεί τη Lee να διακόψει το συμβόλαιό της και να πάει στην εταιρεία Decca (MCA).

Αρκετοί είναι αυτοί που ισχυρίζονται ότι τα πέντε χρόνια που ηχογράφησε για την Decca ήταν και τα καλύτερα στην καριέρα της. Στο διάστημα αυτό συμμετείχε στην ταινία Pete Kelly's Blues παίζοντας τον ρόλο της Rose δίπλα στον Jack Webb και την Janet Leigh, κερδίζοντας υποψηφιότητα για το Οσκαρ β' γυναικείου ρόλου, έγραψε τραγούδια και δάνεισε τη φωνή της σε τέσσερις χαρακτήρες στην ταινία του Disney Lady and The Tramp, συνέθεσε μαζί με τον Victor Young και τραγούδησε το βασικό θέμα της ταινίας Western του Nicholas Ray, με πρωταγωνιστές τους Sterling Hayden, Joan Crawford, Johnny Guitar, και πάνω απ' όλα κυκλοφόρησε το άλμπουμ Black Coffee, που ήταν μία νέα κίνηση στον χώρο της τζαζ και από τα πρώτα ενιαία σε θεματολογία άλμπουμ (Concept) στην ιστορία της μουσικής.

Το 1958 με την επιστροφή της στην Capitol θα ηχογραφήσει τη δικιά της διασκευή στο Fever και θα κερδίσει δύο υποψηφιότητες για τα βραβεία Γκράμι, ενώ θα έχει στο ενεργητικό της και άλλη μία κλασική ερμηνεία, μια και το Fever θα γίνει ένα από τα πιο γνωστά τραγούδια της και σήμα κατατεθέν για την καλλιτεχνική πορεία της.

Στη δεκαετία του '60 θα συνεχίσει να κάνει εμφανίσεις και το 1969 θα κυκλοφορήσει άλλο ένα κλασικό τραγούδι με τον τίτλο Is That All There Is?, που, ύστερα από 12 συνολικά υποψηφιότητες, αυτή τη φορά θα της χαρίσει και το Γκράμι της καλύτερης γυναικείας ερμηνείας.

Το 1974 θα γνωρίσει ουσιαστικά την τελευταία σχετική επιτυχία της με το Let's Love, που θα γράψει γι' αυτήν ο θαυμαστής της Paul McCartney.

Ανάμεσα στους συνθέτες με τους οποίους συνεργάστηκε γράφοντας μαζί τους τραγούδια μέχρι τον θάνατό της, το 2002, ήταν ονόματα όπως οι Sonny Burke, Victor Young, Francis Lai και ο Duke Ellington.



Από τον Γιάννη Πετρίδη

επιμέλεια άρθρου Ανδρέας Δηλές


Μάιλς Ντέιβις, σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη

Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2009 1:17 πμ |

alt


Πενήντα χρόνια μετά την κυκλοφορία του περίφημου άλμπουμ του Μάιλς Ντέιβις «Kind Of Blue», διοργανώνεται σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη ένα αφιέρωμα στον σπουδαίο καλλιτέχνη της τζαζ. Το αφιέρωμα παρουσιάζεται στις 23 Οκτωβρίου στο Βελλίδειο και στις 24 Οκτωβρίου στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.

Ο Μάιλς Ντέιβις έγραψε τα μπλουζ του άλμπουμ 'Κind Οf Βlue', «προσπαθώντας να ζήσω αυτό που είχα νιώσει όταν ήμουνα έξι χρονών, τότε που περπατούσα με τον ξάδελφό μου σε ένα σκοτεινό δρόμο του Αρκάνσας... Έλα όμως που γράφεις κάτι και οι άλλοι το παίρνουν σαν ερέθισμα για να παίξουν αυτά που θέλουν εκείνοι, κι έτσι τελικά αποπροσανατολίζεσαι από τον τελικό σου στόχο. Αλλα είχα στο μυαλό μου και άλλα βγήκανε στην πορεία».

Όπως και να έχει το «Kind of Blue» αναφέρεται σαν το πρώτο σε πωλήσεις άλμπουμ του Μ.Ντέιβις και σαν ο δίσκος τζαζ με τις μεγαλύτερες πωλήσεις όλων των εποχών.

Χαρακτηρίζεται επίσης σαν το καλύτερο άλμπουμ μουσικής τζαζ όλων των εποχών και συνεχίζει να πουλάει 5.000 αντίτυπα την εβδομάδα.

Το αφιέρωμα που διοργανώνεται σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη εστιάζει στην πορεία της τζαζ μετά από εκείνη την ιστορική ηχογράφηση, στην κληρονομιά των θρυλικών μουσικών που συμμετείχαν σε αυτήν -Μάιλς Ντέιβις στρομπέτα, Τζον Κολτρέιν στο τενόρο σαξόφωνο, Τζούλιαν «Κάνονμπολ» Αντερλεϊ στο άλτο σαξόφωνο, Μπιλ Έβανς και Ουίντον Κέλι στο πιάνο, Πολ Τσέιμπερς στο μπάσο, και Τζίμι Κομπ στα ντραμς- και σε όλα τα ξεχωριστά μουσικά στοιχεία που ανέδειξαν το άλμπουμ σε αριστούργημα της παγκόσμιας μουσικής.

Συμμετέχει η Jimmy Cobb's So What Band με τους Γουάλας Ρόνεϊ, Βίνσεντ Χέρινγκ, Τζάβον Τζάκσον, Λάρι Ουίλις και Μπάστερ Ουίλιαμς.

Το αφιέρωμα διοργανώνεται στη Θεσσαλονίκη στις 23 Οκτωβρίου, στο πλαίσιο των 44ων Δημητρείων και του 21ου Φεστιβάλ εθνο-τζαζ, στο Βελλίδειο πολιτιστικό κέντρο.

Τιμές εισιτηρίων: Β' Ζώνη 30 Ευρώ, Α' Ζώνη 40 Ευρώ. Προπώληση εισιτηρίων: Metropolis (εκδοτήριο Αριστοτέλους).

Στην Αθήνα η συναυλία θα λάβει χώρα στο Μέγαρο Μουσικής, στην αίθουσα Φίλων της Μουσικής, το Σάββατο 24 Οκτωβρίου στις 20:30. Πληροφορίες στο τηλέφωνο 210 6980.044.

Τιμές εισιτηρίων: Φοιτητικό 15 ευρώ, Γ' ζώνη 35 ευρώ, Β' ζώνη 50 ευρώ, Α' ζώνη 65 ευρώ και Διακεκριμένη ζώνη 80 ευρώ. Προπώληση εισιτηρίων: στα ταμεία του Μεγάρου, στο εκδοτήριο της Ομήρου 8, τηλεφωνικά με πιστωτική στο 210 7282.333 ή ηλεκτρονικά στοwww.megaron.gr.





September song

Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2009 9:01 μμ |

alt


Οσοι έχουν γεννηθεί τον μήνα Σεπτέμβριο, εκτός από τα άλλα πλεονεκτήματα που ενδεχομένως έχουν, σίγουρα μπορούν να ισχυριστούν ότι ο μήνας που γεννήθηκαν, έχει εμπνεύσει τους μουσικοσυνθέτες να γράψουν μερικά από τα καλύτερα τραγούδια τους, με συνέπεια οι συνθέσεις που γράφτηκαν γι' αυτόν τον πρώτο φθινοπωρινό μήνα, να συγκρίνονται σε επιτυχία μόνο με αυτές που γράφτηκαν για τον Απρίλιο.

Κορυφαία θέση στη λίστα έχει το September song, που γράφτηκε από τον Kurt Weil το 1938 σε στίχους του Maxwell Anderson και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1938 από τον ηθοποιό Walter Huston στο μιούζικαλ του Μπρόντγουεϊ Knickerbocker Holiday.

Αυτό το μελαγχολικό κλασικό τραγούδι ηχογραφήθηκε στη συνέχεια εκατοντάδες φορές και έγινε επιτυχία σε διαφορετικές χρονολογικές περιόδους, που καλύπτουν σχεδόν όλες τις δεκαετίες από τότε που ακούστηκε για πρώτη φορά.

Ο Anderson ήταν ένας σεναριογράφος, συγγραφέας, ποιητής, ρεπόρτερ και στιχουργός, που είχε κερδίσει το βραβείο Pulitzer. Στο Knickerbocker Holiday πρωταγωνιστούσε ο Walter Huston, πατέρας του σκηνοθέτη John Huston, και ήταν αυτός που ερμήνευσε για πρώτη φορά αυτό το κλασικό τραγούδι, που ξεχώρισε στο πέρασμα του χρόνου από το μιούζικαλ, που είχε σαφείς πολιτικές προεκτάσεις.

Από τις πολλές ερμηνείες του ξεχώρισαν αυτές με τους Frank Sinatra, Jimmy Durante (1955), Lou Reed (1997), Bryan Ferry (1999), Patricia Kaas (2009), Willie Nelson, Lotte Lenya.

Το Try to remember, στο οποίο ο Σεπτέμβριος αναφέρεται σε ομοιοκαταληξία με τη λέξη remember, είναι το πρώτο τραγούδι που ακούγεται στη μουσική κωμωδία The Fantasticks, που παρουσιάστηκε στη Νέα Υόρκη στις αρχές της δεκαετίας του '60, κι έγινε επιτυχία το 1965 με τον Ed Ames, ενώ το ξανάφερε στην επικαιρότητα η Gladys Knight το 1975, τραγουδισμένο μαζί με το The way we were της Barbra Streisand.

Το Try to remember ίσως ενέπνευσε και τον Γιώργο Παπαστεφάνου στο να γράψει τους στίχους για το Θυμήσου τον Σεπτέβρη, που έγινε μεγάλη επιτυχία με τον Κώστα Καρρά σε μουσική του Γιάννη Σπανού το 1967 και χρησιμοποιήθηκε στην παράσταση του έργου του Noel Coward με τον ίδιο τίτλο, που παίχτηκε στο θέατρο «Διονύσια», με πρωταγωνιστές τους Ελλη Λαμπέτη, Κώστα Καζάκο και Κώστα Καρρά.

Remember September είναι ο τίτλος και για το τραγούδι της Belinda Carlisle από το άλμπουμ της Α woman and a man, που κυκλοφόρησε το 1996.

Το 1979 ο Μάνος Ελευθερίου γράφει τους στίχους για το τραγούδι του Ηλία Ανδριόπουλου Θα σε ξανάβρω στους μπαξέδες (τρεις του Σεπτέμβρη να περνάς), τραγουδούν ο Αντώνης Καλογιάννης και η Αλκηστις Πρωτοψάλτη.

Συμπτωματικά για την 3η Σεπτεμβρίου τραγουδούσαν το 1972 και οι Temptations στο Papa was a Rollin' Stone. Αυτή τη συγκεκριμένη μέρα πεθαίνει, σύμφωνα με το τραγούδι, ο πατέρας τού ερμηνευτή.

Για το Φθινόπωρο, με αναφορά στον Σεπτέμβριο, έγραψε στίχους η Λίνα Νικολακοπούλου και τους τραγουδά η Χάρις Αλεξίου σε μουσική του Νίκου Αντύπα.

Θα 'ναι Σεπτέμβρης μήνας, μπορεί κι Οκτώβρης

Θα 'σαι στην πόλη εσύ κι εγώ στο νησί.

Η Λίνα έχει γράψει στίχους και για το Εμείς οι δυο που τραγουδά η Αλκηστις Πρωτοψάλτη: Από Σεπτέμβρη τα μονά και οι ζυγοί.

Η Πόπη Αστεριάδη τραγουδά, σε στίχους του Δημήτρη Χριστοδούλου και μουσική του Γιάννη Γκούμα, το Σεπτέμβρη μήνα μου.

Ο Παντελής Θαλασσινός αναφέρει τον Σεπτέμβρη σε δύο τραγούδια του από το άλμπουμ Καλαντάρι, που κυκλοφόρησε το 2006, στο Αύγουστος είναι και Ενας γλυκός παλιός Σεπτέμβρης, και τα δύο σε στίχους του Ηλία Κατσούλη.

Ο Δημήτρης Μητροπάνος τραγουδά σε στίχους του Φίλιππου Γράψα και μουσική του αξέχαστου Μάριου Τόκα Τον Αύγουστο που μου χρωστάς με αναφορά στον Σεπτέμβριο.

Το πιο χαρακτηριστικό ίσως τραγούδι για τον Σεπτέμβρη είναι το Melancholie του Pepino Di Capri από τις αρχές της δεκαετίας του '60· άλλη μία ιταλική επιτυχία ήταν το 29 Settembre με το συγκρότημα Equipe 84, σύνθεση του Lucio Battisti, ο οποίος με τη σειρά του έχει τραγουδήσει για τον Σεπτέμβρη, όπως και οι Antonello Venditti, Sergio Cammariere, Al Bano και Pepino Gagliardi.

Στη Γαλλία για τον Σεπτέμβρη τραγούδησαν οι Gilbert Becaud, George Brassens, Barbara, στα ισπανικά οι Los Machucambos το Dimmelo In Settembrie, επιτυχία και για την Caterina Valente.

Το 1961 πετυχημένη ήταν η ρομαντική κωμωδία Come September, του σκηνοθέτη Robert Mulligan, με πρωταγωνιστές τους Rock Hudson, Sandra Dee, Gina Lollobrigida και Bobby Darin. Επιτυχία έγινε το ορχηστρικό βασικό της θέμα με τον ίδιο τίτλο.

Το Wake me up when September ends είναι η σχετικά πρόσφατη επιτυχία των Green Day από το άλμπουμ τους American Idiot. Αντίθετα απ' ό,τι πίστευαν αρκετοί στην αρχή, το τραγούδι δεν γράφτηκε για το γεγονός της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001, αλλά για τον πατέρα του τραγουδιστή τους Billie Joe Armstrong, που είχε πεθάνει 20 χρόνια πριν από τη δημιουργία του τραγουδιού, δηλαδή το 1985, όταν ο Billie ήταν πολύ μικρός σε ηλικία.

Το Sealed with a kiss πρωτοπαρουσιάστηκε το 1960 από το συγκρότημα των Four Voices και στη συνέχεια έγινε επιτυχία με τους Brian Hyland (1962), Gary Lewis (1968), Bobby Vinton (1972) και Jason Donovan (1989).

Το September in the rain είναι ένα άλλο κλασικό τραγούδι για τον Σεπτέμβριο και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην ταινία τού 1937 Melody for two από τον James Melton. Αρκετές οι ερμηνείες που έγιναν κατά καιρούς σ' αυτό το καταπληκτικό τραγούδι, με πιο εντυπωσιακή ίσως αυτή με την Dinah Washington.

Από τα υπόλοιπα τραγούδια για τον μήνα που πολλοί πιστεύουν ότι σηματοδοτεί μια καινούρια αρχή κάθε χρόνο στη ζωή μας, ξεχωρίζουν τα: September of my years από το ομώνυμο άλμπουμ του Frank Sinatra, September με τους Earth, Wind and Fire, September Morn' με τον Neil Diamond, It might as well rain yntil September με την Carole King, See you in September με το συγκρότημα των Tempos, που γνώρισε αρκετές ερμηνείες στη συνέχεια και ακούσtηκε στην ταινία American graffiti, September girls με τις Bangles, September night με τον Van Morrison από το άλμπουμ του Inarticulate speech of the heart, Maybe September με τον Tony Bennett κ.ά.


Από τον Κώστα Ζουγρή

επιμέλεια άρθου Ανδρέας Δηλές




Ένας Θηλυκός ροκ χαμαιλέοντας

Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 2009 9:01 μμ |


alt


Οι γυναικείες παρουσίες στο σύγχρονο τραγούδι, που καλύπτουν τη σημερινή ποπ και το ροκ όπως έχει διαμορφωθεί στην εποχή μας, είναι περισσότερες από κάθε άλλη φορά σε σύγκριση με το παρελθόν.

Δεν θα μπορούσα, όμως, να ισχυριστώ το ίδιο και για την αξία τους, η οποία σαφώς υστερεί σε σχέση με το παρελθόν και πάνω απ' όλα χαρακτηρίζεται από έλλειψη προσωπικότητας και πρωτοτυπίας.

Η Linda Ronstadt είναι μια τραγουδίστρια που και αυτή με τη σειρά της επηρεάστηκε από κάποια παλαιότερη, στη συγκεκριμένη περίπτωση η Patsy Cline ήταν το πρότυπο στο οποίο βασίστηκε η εξέλιξή της.

Κατάφερε όμως να περάσει στις ηχογραφήσεις της τη δικιά της προσωπικότητα και να συνδυάσει την κάντρι ροκ της Cline με την ανέμελη, τουλάχιστον φαινομενικά, ζωή στον χώρο του ροκ, και να παίξει σημαντικό ρόλο στην άνθηση της κάντρι ροκ στη δεκαετία του '70.

Οπως συμβαίνει συνήθως με τα αστέρια του ροκ, η προσωπική της ζωή περιλάμβανε ερωτικές σχέσεις με γνωστούς αστέρες, όχι μόνο από τον χώρο του ροκ, αλλά και της πολιτικής, όπως ο Jerry Brown, κυβερνήτης της Καλιφόρνιας, σχέσεις που βοήθησαν στο να κτιστεί ένας μύθος για το απόλυτο θηλυκό και όπως μου έλεγε η Ρενέ Πάπας, το βιβλίο της οποίας πρόκειται να εκδοθεί σύντομα και το αναμένω με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, η Linda ήταν πάντα απόλυτα αφοσιωμένη σε κάθε άντρα με τον οποίο είχε ερωτική σχέση, σε έναν ρόλο σκλάβας-αφέντη, γεγονός που ξετρέλαινε όσους είχαν σχέσεις μαζί της.

Αυτή η φιλοσοφία για τις ανθρώπινες σχέσεις έβγαινε και μέσα από τα τραγούδια της, τα περισσότερα από τα οποία ήταν γραμμένα από άλλους, αφού αυτή έγραφε σπάνια, ήξερε όμως πάντα να διαλέγει τους καλύτερους μουσικούς και τα πιο αξιόλογα τραγούδια για να διασκευάσει.

Η Ronstadt, που γεννήθηκε στο Tuscon της Αριζόνας, έκανε την εμφάνισή της στο Λος Αντζελες το 1966 κι έναν χρόνο αργότερα έγινε τραγουδίστρια του συγκροτήματος Stone Poneys, με τους οποίους γνώρισε μια μεγάλη επιτυχία με το Different drum το 1967. Το συγκρότημα δύο χρόνια αργότερα διαλύθηκε, αλλά η Linda είχε καταφέρει να εδραιωθεί σαν η πριγκίπισσα του ροκ στην περιοχή της Καλιφόρνιας και στην παρέα της συμμετείχαν τα μέλη των Eagles, οι οποίοι, πριν κάνουν την δικιά τους καριέρα, ήταν το προσωπικό της συγκρότημα, ο Jackson Browne, ο J.D. Souther. Ολοι αυτοί ανήκαν στην «αυλή της», έπαιζαν στους δίσκους της και της έδιναν τραγούδια βοηθώντας στην επιτυχία της.

Επειτα από μερικά καλά, αλλά μέτρια σε εμπορική επιτυχία άλμπουμ, η Linda το 1974 συνεργάζεται με τον παραγωγό Peter Asher, αδελφό τής Jane Asher, που ήταν φίλη τού Paul McCartney στη δεκαετία του '60. Ο Peter ήταν πρώην μέλος του πετυχημένου ντουέτου Peter and Gordon και ήδη πετυχημένος παραγωγός σε καλλιτέχνες όπως ο James Taylor. Αποτέλεσμα της συνεργασίας ήταν το άλμπουμ Heart like a wheel, στο οποίο η Linda ερμήνευσε έναν συνδυασμό από σύγχρονα νέα αλλά και κλασικά τραγούδια από το παρελθόν, όπως το You're no good, που μπορεί να ξεκίνησε από την Αμερική και την ερμηνεία της Betty Everett, αλλά προφανώς ο Peter Asher το ήξερε από την ερμηνεία των Swinging Blue Jeans στην Αγγλία, όταν ήταν μέλος του ανταγωνιστικού ντουέτου των Peter and Gordon, οι οποίοι ήταν στις 9 Ιουλίου του 1964 ταυτόχρονα με τους Swinging Blue Jeans μέσα στα 10 της Βρετανίας με το τραγούδι τους Nobody Ι know.

Στα επόμενα χρόνια της δεκαετίας του '70, η Ronstadt θα συνεχίσει τη φόρμουλα των διασκευών γνωστών επιτυχιών από το παρελθόν στα πλατινένια άλμπουμ της Prisoner in disguise (1975), Hasten down the wind (1976), Simple dreams (1977) και Living in the U.S.Α., με τραγούδια όπως τα Tracks of my tears, Heat wave από τον ήχο της Μοτάουν, Blue Bayou του Roy Orbison, τραγούδια της Karla Bonoff, του Warren Zevon, που τον βοήθησε στο να γίνει γνωστός στο ευρύ κοινό, ενώ επίσης ήταν η πρώτη που έκανε γνωστό τον Elvis Costello στην Αμερική χάρη στη διασκευή της στο τραγούδι του Alison.

Διαβάζοντας το βιογραφικό της, βλέπει κανείς ότι τα είδη της μουσικής με τα οποία έχει ασχοληθεί καλύπτουν το ροκ, την τζαζ, το ρυθμ εντ μπλουζ, την κάντρι, τη φολκ, τον ήχο των μεγάλων ορχηστρών, τη Λατινική Αμερική, τα cajun, τον ήχο των mariachi και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς.

Από την εμφάνισή της στο Μπρόντγουεϊ στην παράσταση του Pirates of Penzance το 1980 δίπλα στον Kevin Cline, συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν και πολύ μακριά από τους ήχους που άκουγαν οι γονείς της όταν ήταν σε νεαρή ηλικία. Ο παππούς της μάλιστα, Fred Ronstadt, φέρεται ως ο δημιουργός της πρώτης ορχήστρας στο Tuscon και η μητέρα της Rythmary Copeman Ronstadt είχε στην κατοχή της μία πλούσια συλλογή από δίσκους των Gilbert & Sullivan, οι οποίοι είχαν γράψει το μιούζικαλ στο οποίο η ερμηνεία της τής απέφερε την υποψηφιότητα για το βραβείο Tony και δύο χρόνια αργότερα, μία υποψηφιότητα για τις Χρυσές Σφαίρες στην κινηματογραφική μεταφορά του έργου.

Η συμμετοχή της στο μιούζικαλ των Gilbert & Sullivan της άνοιξε την όρεξη και το 1984 έπαιξε ξανά στο Μπρόντγουεϊ τον ρόλο της Mimi στην όπερα του Puccini La Boheme.

Στην ίδια περίοδο, στη δεκαετία του '80, αρχίζει να ηχογραφεί τα άλμπουμ με τα κλασικά τραγούδια της αμερικανικής μουσικής παράδοσης με τη βοήθεια του γνωστού αμερικανού ενορχηστρωτή Nelson Riddle. Η συνεργασία τους θα οδηγήσει στη δημιουργία τριών εξαιρετικών δίσκων: What's new (1983), Lush life (1985) και For sentimental reasons (1986), που θα σημειώσουν όλοι μεγάλη επιτυχία και θα χαρίσουν οριστικά στη μεγάλη τραγουδίστρια τον τίτλο της γυναίκας χαμαιλέοντα στον χώρο του ροκ και από τα 6 συνολικά εξώφυλλα στο περιοδικό «Rolling Stone» θα περάσει πια σε άλλους χώρους και θα φιλοξενηθεί σε εξώφυλλα περιοδικών όπως το «Time».

Η συνεργασία αυτή θα φέρει πιο κοντά στο νεανικό κοινό και τον Nelson Riddle, που μέχρι τότε η νεολαία τον αντιπαθούσε γιατί τον χαρακτήριζε «αρχαίο», λόγω της συνεργασίας που είχε με τους τραγουδιστές της δεκαετίας του '50.

Περίπου την ίδια περίοδο, το 1986, κάνει τη δεύτερη συνεργασία της με τις Dolly Parton και Emmylou Harris ηχογραφώντας το δεύτερο άλμπουμ με το όνομα «Trio» (το πρώτο είχε περάσει σχεδόν απαρατήρητο το 1978). Η δεύτερη συνεργασία τους έγινε επιτυχία και τους χάρισε το βραβείο Γκράμι, ως καλύτερος δίσκος στον χώρο της κάντρι, ενώ προτάθηκε και για άλμπουμ της χρονιάς μαζί με τους δίσκους των U2, Michael Jackson, Whitney Houston και Prince.

Η συνεργασία θα επαναληφθεί το 1999, με ένα άλμπουμ που είχε ηχογραφηθεί το 1994 και θα τους χαρίσει ξανά το βραβείο Γκράμι στον χώρο της μουσικής κάντρι.

Η καλή σχέση που είχε με τα ισπανικά και το Μεξικό, την οδήγησαν στο να ηχογραφήσει μία σειρά από άλμπουμ σ' αυτή τη γλώσσα και να κερδίσει βραβεία σε μία διαφορετική κατηγορία, διευρύνοντας ακόμη περισσότερο το ρεπερτόριό της, γεγονός όχι ιδιαίτερα συνηθισμένο και ίσως μοναδικό για μια τραγουδίστρια με τόσο σημαντική παρουσία στον χώρο του ροκ.

Συνολικά έχει κυκλοφορήσει περισσότερα από 30 στούντιο άλμπουμ κι έχει συμμετάσχει σε άλλα 120, καλλιτεχνών όπως οι Philip Glass, Paul Simon, Neil Young, The Chieftains, The Eagles, Randy Newman κ.ά.

Στις συνολικά 27 υποψηφιότητες που κέρδισε για τα βραβεία Γκράμι, προτάθηκε για βράβευση σε είδη μουσικής όπως Rock, Pop, Country, Tropical Latin, Mexican-American, μουσική για παιδιά και παραδοσιακή φολκ.


Από τον Γιάννη Πετρίδη




Tα θρυλικά Σκαθάρια επιστρέφουν

Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 2009 3:52 πμ |

alt


Αρχής γενομένης από την Τετάρτη με τη σημαδιακή ημερομηνία 09/09/09. Τότε κυκλοφορούν, ταυτόχρονα, τα καινούργια «remaster» των κλασικών τους άλμπουμ αλλά και το πολυδιαφημισμένο βιντεοπαιχνίδι με τα τραγούδια τους. Και μην το ξεχνάμε... Ούτε λίγο ούτε πολύ, βρισκόμαστε σαράντα χρόνια περίπου μετά τη διάλυσή τους.

* Πρώτη φορά μετά το 1987, όταν και βγήκαν σε CD, επανακυκλοφορούν τα αυθεντικά 12 άλμπουμ του γκρουπ. Με καινούρια επεξεργασία ήχου -όσοι τα άκουσαν μιλούν για «φανταστικό αποτέλεσμα»- μια και κατά γενική ομολογία οι προηγούμενες επανεκδόσεις ήταν πολύ φτωχές σε ηχητικό επίπεδο.

Οσοι σπεύσουν να αγοράσουν τα πρώτα αντίτυπα θα είναι πιο τυχεροί, γιατί αυτά θα περιέχουν έξτρα παροχές όπως διάφορα βίντεο με στιγμιότυπα από το στούντιο, λάιβ αποσπάσματα και συνεντεύξεις.

* Εκτός, όμως, από τις μεμονωμένες κυκλοφορίες των δίσκων τους, την Τετάρτη βγαίνουν στην αγορά και τα δύο πολυαναμενόμενα box set τους.

Το πρώτο είναι το Remastered in Stereo με 17 συνολικά CD. Πέραν των άλμπουμ θα περιέχει κι ένα διπλό CD με σκόρπια τραγούδια που δεν βρίσκονταν στο παρελθόν σε κανέναν από τους δίσκους τους, συν ένα DVD με ανέκδοτο οπτικοακουστικό υλικό.

Το δεύτερο κουτί λέγεται The Beatles In Mono και περιέχει όλες τις κυκλοφορίες του γκρουπ σε μονοφωνική έκδοση - τα CD θα βρίσκονται σε καλαίσθητες συσκευασίες με την ορίτζιναλ δουλειά του βινυλίου. Το στερεοφωνικό κουτί στοιχίζει γύρω στα 200 ευρώ, ενώ το μονοφωνικό είναι πιο ακριβό.

Τα τραγούδια τους σε καραόκε

* «Ποιος θα φανταζόταν ότι τελικά θα καταλήγαμε να γίνουμε ανδροειδή», αστειευότανε ο Πολ Μακάρτνεϊ τον Ιούνιο, παρουσιάζοντας, στη μεγαλύτερη έκθεση ηλεκτρονικών παιχνιδιών του Λος Αντζελες, το νέο βιντεοπαιχνίδι «Beatles: Rock Band».

Μαζί του, στη διαφημιστική προώθηση του παιχνιδιού, ο Ρίνγκο Σταρ, αλλά και οι χήρες των Τζον Λένον και Τζορτζ Χάρισον, Γιόκο Ονο και Ολίβια αντίστοιχα.

Το βιντεοπαιχνίδι που επίσης κυκλοφορεί την Τετάρτη περιλαμβάνει 49 τραγούδια -«All you need is love», «Here comes the sun», «Get back» κ.ά.- και θα είναι σε μορφή καραόκε.

Οι παίκτες, χρησιμοποιώντας τηλεχειριστήρια θα μπορούν να παίζουν κιθάρα, μπάσο και άλλα μουσικά όργανα όμοια με εκείνα που χρησιμοποιούσε το συγκρότημα τη δεκαετία του '60. Κρίνοντας από το όχι και τόσο διαφωτιστικό διαφημιστικό βίντεο που κυκλοφορεί στο YouTube, το προϊόν δεν μοιάζει και τόσο ελκυστικό. Ο Πολ πάντως το βρήκε «τέλειο», ενώ ο Ρίνγκο στάθηκε στην «καλή ποιότητα των γραφικών». Η Γιόκο δεν είπε τίποτα γιατί προφανώς έχει άλλες προτεραιότητες. Πώς να πιάσει υψηλότερες τιμές σε δημοπρασία αγαπημένων αντικειμένων του Τζον, ας πούμε. Ολα στο βωμό του κέρδους αν και, σύμφωνα με εκπρόσωπο της Microsoft, τα έσοδα από ένα bonus track που θα υπάρχει στο πακέτο του βιντεοπαιχνιδιού θα διατεθούν στους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα...

* Το «Yellow Submarine», η περίφημη ταινία κινουμένων σχεδίων του 1968 που αναφέρεται στην ψυχεδελική περίοδο του συγκροτήματος, θα αποτελεί το επόμενο φιλμ του Ρόμπερτ Ζεμέκις, σκηνοθέτη του «Forrest Gump». Τα γυρίσματα θα πραγματοποιηθούν με μια πρωτοποριακή τρισδιάστατη τεχνική, σύμφωνα με την οποία οι κάμερες θα καταγράφουν τις κινήσεις των ηθοποιών μετατρέποντάς τις, αμέσως μετά, σε τρισδιάστατα κινούμενα σχέδια.

* Εν τω μεταξύ γιορτάζεται και η 40ή επέτειος του «Abbey Road», του άλμπουμ με ένα από τα πιο χαρακτηριστικά εξώφυλλα στην ιστορία της μουσικής. Προ ημερών, μάλιστα, οπαδοί του συγκροτήματος φόρεσαν τα κλασικά κοστούμια των Beatles και συγκεντρώθηκαν έξω από το θρυλικό στούντιο του Λονδίνου. Σκοπός τους να φωτογραφηθούν στη στάση του εξωφύλλου, ζωντανεύοντας, έτσι, την κλασική σκηνή στη διάβαση.

«Είναι γοητευτικό αυτό που συμβαίνει», δήλωσε ο Τόνι Μπράμγουελ, παλιός μάνατζερ του συγκροτήματος. «Εγώ, ο Πολ και ο Ρίνγκο είμαστε οι μοναδικοί ζωντανοί απ' όσους ήμασταν παρόντες στην ιστορική εκείνη φωτογράφηση».


Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ





Τυφλοί μπλουζίστες.....τους έδειξαν το δρόμο

Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2009 9:01 μμ |

alt


Στις αρχές του περασμένου αιώνα, οι μαύρες τυφλές γυναίκες που είχαν κάποιο ταλέντο στη μουσική είχαν καταφύγιο τις εκκλησιαστικές χορωδίες, όπου μπορούσαν να τραγουδήσουν διάφορους θρησκευτικούς ύμνους και τα γνωστά τραγούδια γκόσπελ.

Σε αντίθεση με τις γυναίκες, οι τυφλοί άντρες που ήθελαν να ασχοληθούν με τη μουσική είχαν σαφώς περισσότερες επιλογές, και μερικοί από αυτούς κατάφεραν να μείνουν στην ιστορία, κυρίως χάρη στις μετέπειτα διασκευές των τραγουδιών τους από μεγάλα ονόματα του ροκ.

Κοινό χαρακτηριστικό για τους τυφλούς κιθαρίστες των μπλουζ που θα αναφερθούν, το γεγονός ότι όλοι τους έγιναν για πρώτη φορά γνωστοί με ηχογραφήσεις τους στα τέλη της δεκαετίας του '20.

Ο Blind Lemon Jefferson γεννήθηκε την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα· ως έτος γεννήσεως αναφέρονται οι χρονολογίες 1893, 1894 ή 1897 και ως τοποθεσία, το Couchman του Τέξας.

Τυφλός εκ γενετής, ο Lemon Jefferson ήταν το τελευταίο από τα 7 παιδιά των γονιών του. Αυτή η αναπηρία του δεν του άφηνε πολλά περιθώρια για επαγγελματική αποκατάσταση, έτσι από μικρός ασχολήθηκε με τη μουσική και από το 1911 αναφέρεται ότι έκανε εμφανίσεις σε διάφορους χώρους παίζοντας μουσική για να κερδίσει μερικά χρήματα. Σε ηλικία 20 ετών μετακόμισε στο Ντάλας και συχνά έκανε εμφανίσεις σε διάφορες περιοχές της Πολιτείας του Τέξας.

Αργότερα πήγε στο Σικάγο και άρχισε να ηχογραφεί τα τραγούδια του γύρω στο 1926. Συνολικά έχουν διασωθεί περίπου 80 ηχογραφήσεις του αυτής της πρώτης περιόδου 1926-1929. Πέθανε τον Δεκέμβριο του 1929.

Η μεγαλύτερη επιτυχία του ήταν το Matchbox Blues το 1927, που ηχογραφήθηκε στη δεκαετία του '50 ως Matchbox από τον Carl Perkins και στη δεκαετία του '60 από τους Beatles.

Αλλα τραγούδια του που ηχογραφήθηκαν από ροκ καλλιτέχνες είναι τα Boll Weevil Blues, που ηχογραφήθηκε με τον τίτλο De Ballot of De Boll Weevil από τους White Stripes και See That My Grave Is Kept Clean από τους Bob Dylan και Β.Β. King.

Αναφορά στον Blind Lemon Jefferson κάνουν σε τραγούδια τους οι Van Morrison, στο τραγούδι του Cleaning Windows, ο Nick Cave με τους Bad Seeds που ηχογράφησαν το Blind Lemon Jefferson για το άλμπουμ τους Fisrt Born Is Dead και ο Geoff Muldaur στο Got Το Find Blind Lemon.

Ο Leadbelly και ο Τ-Bone Walker έχουν δηλώσει ότι σε νεαρή ηλικία δούλεψαν μαζί του, ο πρώτος ηχογράφησε και το τραγούδι My Friend Blind Lemon.

Ο William Samuel McTell, γνωστός ως Blind Willie McTell, γεννήθηκε στις 5 Μαΐου του 1898 στην Τζόρτζια, αλλά κάποιες πηγές αναφέρουν ότι γεννήθηκε το 1901 ή το 1903. Πέθανε στις 19 Αυγούστου του 1959 και πρόλαβε να ηχογραφήσει 149 τραγούδια.

Τυφλός αρχικά από το ένα του μάτι, σε παιδική ηλικία έχασε την όραση και απ' το άλλο. Από μικρός έδειξε ενδιαφέρον για τη μουσική κι έμαθε να παίζει εξάχορδη κιθάρα. Ο πατέρας του εγκατέλειψε αυτόν και τη μητέρα του, μετά τον θάνατο της οποίας αναγκάστηκε να γίνει περιπλανώμενος μουσικός για να ζήσει. Το 1927 άρχισε τη δισκογραφική του καριέρα στην πόλη της Ατλάντα.

Το πιο γνωστό τραγούδι του είναι το Statesboro Blues, το οποίο αναφέρεται στην πόλη της Τζόρτζια, όπου πέρασε αρκετά χρόνια της ζωής του. Διασκευάστηκε από τους David Bromberg, Taj Mahal και Allman Brothers. Το Your Southern Can Is Mine διασκευάστηκε από τους White Stripes και Kurt Cobain των Nirvana. Ο Bob Dylan τον αναφέρει στο τραγούδι του Highway 61 Revisited, στο τραγούδι που έχει για τίτλο το όνομά του, δηλαδή Blind Willie McTell, από το άλμπουμ του The Bootleg Series Volume 1-3, στο Ρο'Boy από το Love and Theft του 2001. Επίσης ο Dylan έχει διασκευάσει τα Broke Down Engine και Delia στο άλμπουμ του World Gone Wrong του 1993.

Το πραγματικό όνομα του Blind Boy Fuller ήταν Fulton Allen. Γεννήθηκε στις 10 Ιουλίου του 1907 στο Wasesboro της βόρειας Καρολίνας και πέθανε στις 13 Φεβρουαρίου του 1941.

Οι γονείς του είχαν συνολικά 10 παιδιά και από μικρός έμαθε να παίζει κιθάρα, αφού έχασε την όρασή του σε νεαρή ηλικία. Αρχισε να ηχογραφεί από το 1928.

Το τραγούδι του Get Your Yas Yas Out ήταν αυτό που έδωσε τον τίτλο στο live άλμπουμ των Rolling Stones αρκετά χρόνια αργότερα. Το What's That Smells Like Fish έγινε Keep On Truckin' από τους Hot Tuna.

Ο Blind Willie Johnson γεννήθηκε το 1902 στο Marlin του Τέξας και πέθανε το 1949.

Ηταν τυφλός από την ηλικία των 7 ετών, κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες· μερικοί αναφέρουν ως αιτία της τύφλωσής του το ότι η μητριά του τού έριξε καυτό νερό στο πρόσωπο. Ο Willie ασχολήθηκε από μικρός με τη μουσική, μαθαίνοντας αρχικά πιάνο και στη συνέχεια κιθάρα, παράλληλα με τη συμμετοχή του στην εκκλησία. Συνδύασε μάλιστα αυτά τα δύο ενδιαφέροντά του με τη σύνθεση θρησκευτικών τραγουδιών και αρκετές συνθέσεις του βασίστηκαν σε παλιούς ύμνους· Τα τραγούδια αυτά τα παρουσίαζε αρχικά στους δρόμους της πόλης όπου γεννήθηκε.

Το 1927 άρχισε να ηχογραφεί τα πρώτα του τραγούδια με το όνομα Blind Marlin Texas, σημειώνοντας μάλιστα αρκετή επιτυχία.

Ο Ry Cooder αναφέρει τη σύνθεση του Johnson Dark Was The Night ως ένα από τα σημαντικότερα τραγούδια στην ιστορία της μουσικής και η μουσική που έγραψε για την ταινία Παρίσι, Τέξας βασίζεται σ' αυτό. Το ίδιο τραγούδι χρησιμοποίησε ο Παζολίνι στην ταινία Ευαγγέλιο Κατά Ματθαίο· επίσης ακούγεται στο Ι Walk The Line, στην ταινία για τη ζωή του Johnny Cah. Η σύνθεση του Johnson χρησιμοποιήθηκε ως τίτλος και για τη συλλογή που κυκλοφόρησε από την εταιρεία 4AD πριν από μερικούς μήνες, με το Kronos Quartet να παίζει το Dark was The Night. Ενας άλλος κιθαρίστας, ο Eric Clapton αναφέρει το It's Nobody's Fault But Mine ως το τελειότερο κιθαριστικό τραγούδι και το έχει συμπεριλάβει στο ρεπερτόριό του, όπως και οι Led Zeppelin, που το έχουν αλλάξει αρκετά στο άλμπουμ τους Presence. Από τις πιο γνωστές συνθέσεις τού Johnson είναι το In My Time Of Dying, που στην πρωτότυπη εκδοχή του είχε τον τίτλο Jesus Make Up My Dying Bed. Ο Dylan το διασκεύασε στο πρώτο του άλμπουμ και επίσης το ηχογράφησαν οι Led Zeppelin, οι οποίοι στο δεύτερο άλμπουμ τους έχουν βάλει φωτογραφία του. Ακόμη, συνθέσεις του ερμήνευσαν ονόματα όπως οι Beck, White Stripes, το John The Revelator, που έχει διασκευασθεί και από τους Taj Mahal και Son House, το 1968 οι Fairport Convention ηχογράφησαν το Dark Was The Night, Cold Was The Ground με τον τίτλο The Lord Is In The Place... How Dreadful Is This Place, οι Peter, Paul and Mary άλλαξαν τον τίτλο τού If Ι Had My Way Ι'd Tear The Building Down σε Samson and Delilah, το οποίο ηχογράφησαν αργότερα και οι Grateful Dead, το Nobody's Fault But Mine διασκευάστηκε από τη Nina Simone, ο Ben Harper είχε σαν κρυφό τρακ στο πρώτο του άλμπουμ το By and By Ι'm Going Το See The King, ο Bruce Cockburn διασκεύασε το 1991 το Soul Of Α Man· το ίδιο έκανε και ο Eric Burdon το 2006.



Από τον Κώστα Ζουγρή





«Νοσταλγός»

Κυριακή, 23 Αυγούστου 2009 7:30 μμ |

alt


Το ροκ στην Ελλάδα, όπως αναφέρει ο Ντίνος Δηματάτης στο βιβλίο του «Get that beat. Ελληνικό ροκ 60s και 70s», πρωτακούστηκε στην Αθήνα, στα μέσα της δεκαετίας του ΄50, από μια μπάντα του αμερικανικού στόλου, σε κάποια συναυλία που πραγματοποιήθηκε στην «Αίγλη» του Ζαππείου.

Επιτυχίες όπως «Νοσταλγός του rock ΄n΄ roll» του Γιάννη Γιοκαρίνη, «Να μ΄ αγαπάς» του Παύλου Σιδηρόπουλου, «Κάγκελα παντού» του Τζίμη Πανούση, «Γαρύφαλλε - Γαρύφαλλε» των Πελόμα Μποκιού, «Δώσ΄ μου το χέρι σου» των Νοστράδαμος, «Η Φανή» του Βασίλη Καζούλλη, «Until the end» των Forminx, «Τσικαμπούμ» του Γιάννη Κούτρα, «Ευλαμπία» του Γιάννη Γιοκαρίνη, «Νίψον ανομήματα» των Μagic de Spellδεν θυμίζουν απλώς τις καλύτερες στιγμές του ελληνικού ροκ,αλλά μας μεταφέρουν σε τρεις δεκαετίες όπου αν δεν κυριαρχούσε πάντοτε η αθωότητα τουλάχιστον πολλά πράγματα ήταν διαφορετικά. 

Δεκαετία ΄60, δεκαετία ΄70, δεκαετία ΄80.

Τρεις δεκαετίες που διαμόρφωσαν αυτό που ονομάζεται «ελληνικό ροκ», τρεις δεκαετίες διαφορετικές μεταξύ τους αλλά και τόσο όμοιες. Κοινή συνισταμένη τους η ανάγκη της νεολαίας, τόσο αυτής που βρέθηκε πάνω στη σκηνή όσο και αυτής που ακολουθούσε-παρακολουθούσε τα τεκταινόμενα, να αρθρώσει τον δικό της λόγο, να περιγράψει τα συναισθήματά της, το πώς εκείνη ένιωθε, και να «κοντράρει», προκαλέσει και σκανδαλίσει τις μεγαλύτερες γενιές. Τι έμεινε από όλα αυτά; Στους μεγαλύτερους μια νοσταλγία, μια αναμνησιολογία, και στους μικρότερους μια σειρά επιτυχιών που μπορεί να τις σιγοψιθυρίζουν αλλά να μη γνωρίζουν ίσως τίποτε για τους δημιουργούς τους και την εποχή τους. 

Το ροκ στην Ελλάδα, όπως αναφέρει ο Ντίνος Δηματάτης στο βιβλίο του «Get that beat. Ελληνικό ροκ 60s και 70s», πρωτακούστηκε στην Αθήνα, στα μέσα της δεκαετίας του ΄50, από μια μπάντα του αμερικανικού στόλου, σε κάποια συναυλία που πραγματοποιήθηκε στην «Αίγλη» του Ζαππείου. Την ίδια περίπου περίοδο προβλήθηκε και η ταινία «Η ζούγκλα του μαυροπίνακα» του Γκλεν Φορντ, με το κλασικό «Rock around the clock» του Μπιλ Χάλεϊ. Στα πάρτι της εποχής κάνουν την εμφάνισή τους τα πρώτα πικάπ με τα «απαραίτητα» 45άρια, τα βερμούτ, τις πορτοκαλάδες, τους ξηρούς καρπούς και τον χορό. Μέχρι τελικής πτώσεως. Εχουν ήδη κάνει την εμφάνισή τους τα τζουκ μποξ, με αποτέλεσμα η νεολαία να γνωρίζει τις ξένες μεγάλες επιτυχίες. Το 1963 δημιουργούνται δύο συγκροτήματα που βάζουν τη σφραγίδα τους στο ελληνικό ροκ: οι Charms και οι Forminx, με τον Βαγγέλη Παπαθανασίου. Οι δεύτεροι είναι μάλιστα «υπεύθυνοι» για την πρώτη εντός συνόρων μαζική υστερία του κοινού σε συναυλία που έδωσαν το 1964 στη Θεσσαλονίκη. Την ίδια χρονιά εκδίδεται το πρώτο μουσικό περιοδικό με τίτλο «Μοντέρνοι Ρυθμοί» και σχηματίζονται συγκροτήματα όπως οι, μεταξύ άλλων, Juniors, Ιdols, ΜGC, Sounds. Αποτέλεσμα αυτής της έκρηξης ήταν τα περιθρύλητα μουσικά πρωινά και οι απογευματινές συναυλίες, που συνήθως ελάμβαναν χώρα κάθε Κυριακή σε γνωστά κινηματοθέατρα, ενώ τα καλοκαίρια... μετακόμιζαν στις παραλίες.  


Η αποστροφή των μεγαλύτερων δεν εμπόδισε κάθε γειτονιά, κάθε συνοικία να έχει το δικό της γκρουπ. Τα περισσότερα από αυτά, σαφώς επηρεασμένα από τα αντίστοιχα του εξωτερικού, γράφουν και τραγουδούν σε ξένο στίχο. Κάτι που άλλαξε όμως το 1966 με την εμφάνιση των Οlympians. Το τραγούδι τους «Τρόπος» επιβάλλει σε όλη αυτή τη μουσική σκηνή τον ελληνικό στίχο. 
Τα χρόνια περνούν, τα μαλλιά και οι φαβορίτες μακραίνουν. Η δικτατορία είναι ήδη παρούσα από τον Απρίλιο του ΄67 (τα δόντια της άλλωστε απέναντι στη νεολαία τα είχε δείξει λίγες ημέρες νωρίτερα, με τα επεισόδια στο γήπεδο του Παναθηναϊκού, στη συναυλία των Rolling Stones, όταν ο Μιγκ Τζάγκερ «τόλμησε» να προσφέρει σε κάποιον φαν ένα κόκκινο γαρίφαλο), αλλά ένα σημαντικό 
μέρος της νεολαίας συνεχίζει να αμφισβητεί με τον τρόπο της. Τα παντελόνια καμπάνα συνοδεύονται από ινδικά γιλέκα, μπότες, πολύχρωμα λουλουδάτα πουκάμισα, ταγάρια, σανδάλια κ.ο.κ. Το ροκ συνεχίζει να κάνει δυναμικά την εμφάνισή του, η εποχή γεννά συγκροτήματα όπως οι Socrates Drank Τhe Conium, o Εξαδάκτυλος, οι Πελόμα Μποκιού, οι Μακεδονομάχοι από τη Θεσσαλονίκη, οι Ρoll και οι Νoστράδαμος. 
Στις αρχές της δεκαετίας του ΄70 κάνει την εμφάνισή του ο «πρίγκιπας» του ελληνικού ροκ Παύλος Σιδηρόπουλος. Με το πρώτο ντουέτο Δάμων και Φιντίας εμφανίζεται στον... ναό του ροκ, στο κλαμπ Κύτταρο, συμμετέχοντας στη ζωντανή ηχογράφηση του κλασικού πλέον άλμπουμ «Ζωντανοί στο Κύτταρο». Η μεταπολίτευση φέρνει στην επιφάνεια το πολιτικό τραγούδι, ο Δημήτρης Πουλικάκος παρουσιάζει το άλμπουμ «Εκδρομαί- μεταφοραί ο Μήτσος», οι Socrates ηχογραφούν στο Λονδίνο με τη συνεργασία του Βαγγέλη Παπαθανασίου το άλμπουμ τους «Ρhos» και ο Παύλος Σιδηρόπουλος και οι Σπυριδούλα το άλμπουμ «Φλου». 
Η δεκαετία του ΄80 βρίσκει την ελληνική νεολαία να επανακάμπτει στο ροκ. Διοργανώνονται συναυλίες ξένων συγκροτημάτων, όπως αυτή των Ρolice στο γήπεδο του Σπόρτιγκ στα Πατήσια, ο Πουλικάκος και ο Σιδηρόπουλος εμφανίζονται στον ίδιο χώρο σε κοινή συναυλία, ενώ αρχίζουν να εμφανίζονται νέα συγκροτήματα - Φατμέ, Μουσικές Ταξιαρχίες (με τον Τζίμη Πανούση και τον Βαγγέλη Βέκιο), Λήτης και Ιζόλδη κ.ά. Από τα τέλη της δεκαετίας του ΄70 εμφανίζεται στα μουσικά πράγματα ο Νικόλας Ασιμος με τις «παράνομες κασέτες» του, όπως ήθελε ο ίδιος να τις ονομάζει. Και αυτό επειδή λόγω του στιχουργικού τους περιεχομένου ηχογραφήθηκαν σε σπίτια και διακινούνταν μέσω του ίδιου του καλλιτέχνη ή φίλων του, αποφεύγοντας έτσι την εκμετάλλευση των συνθέσεών του από τις δισκογραφικές εταιρείες. Εκτός από το ιστορικό Κύτταρο, και άλλα κλαμπ κάνουν την εμφάνισή τους, όπως τα Skylamp και Αχ Μαρία, οι Μουσικές Ταξιαρχίες αντιμετωπίζουν προβλήματα με τους στίχους τους, καταδικάζονται, αθωώνονται και λογοκρίνονται, οι Sharp Τies δημιουργούν αίσθηση και με τον new wave ήχο τους και με τις πωλήσεις τους, οι Μagic de Spell δικαιωματικά θεωρούνται από τα πρώτα πανκ συγκροτήματα των 80s, η Πλάκα αρχίζει να συγκεντρώνει τη νεολαία με τα ροκ στέκια της, κυκλοφορούν πλέον περιοδικά για τη μουσική, το ραδιόφωνο αρχίζει να «ανοίγει», η ενημέρωση είναι περισσότερο άμεση, η ροκ και η ποπ εισβάλλουν και στην τηλεόραση, στον δρόμο που είχε ανοίξει από την προηγούμενη δεκαετία ο Γιάννης Πετρίδης μέσω του ραδιοφώνου. 

Για κάποιον παλαιοροκά, που έχει φάει την ελληνική ροκ σκηνή με το κουτάλι, όλα αυτά δεν είναι τίποτε περισσότερο από την ανάγκη της νεολαίας να βάλει και λίγο χρώμα στη ζωή της, απέναντι στο γκρι της κοινωνίας. Να σπάσει το κατεστημένο, να εκτονώσει την αδρεναλίνη της. Ισως γι΄ αυτό ακόμη παραμένουμε «Νoσταλγοί του rock ΄n΄ roll». 

 


Γ.ΣΚΙΝΤΣΑΣ


επιμέλεια άρθρου Ανδρέας Δηλές




Η μεγάλη δασκάλα

Παρασκευή, 21 Αυγούστου 2009 11:05 μμ |

alt


Οδηγώντας τη σκέψη μας στην αναζήτηση γυναικείων φωνών από τον χώρο της τζαζ και του κλασικού αμερικανικού τραγουδιού, σίγουρα ύστερα από 4-5 ονόματα θα φτάσουμε σ' αυτό της Carmen McRae.

Είναι δύσκολο βέβαια να αιτιολογήσει κανείς με τη σειρά την αξία μαύρων τραγουδιστριών που ασχολήθηκαν με τη σύγχρονη πλευρά του τραγουδιού που αποκαλούμε κλασικό και περιλαμβάνει συνήθως δημιουργίες μεγάλων αμερικανών συνθετών, όπως οι Hoagy Carmichael, Cole Porter, George Gershwin, Jerome Kern, Richard Rodgers, Sammy Cahn, Irving Berlin και πολλοί άλλοι.

Κοινό σημείο στις περισσότερες από τις μαύρες γυναικείες φωνές σ' αυτόν τον χώρο, ήταν, εκτός από τις φωνητικές τους δυνατότητες, η παρουσία τους στη σκηνή, που είχε αρκετά στοιχεία υποκριτικής και απαιτούσε εμφανίσεις ανάλογες με αυτές που έκαναν στον κινηματογράφο οι λευκές σταρ της εποχής.

Οι μαύρες δεν είχαν τις ίδιες δυνατότητες παρουσίας, έτσι το ταλέντο τους κατευθύνθηκε περισσότερο στο τραγούδι, όπου τραγουδώντας συχνά, ακόμα και σε περιθωριακούς χώρους, κατάφερναν να ξεχωρίζουν στο πέρασμα του χρόνου.

Ενα μεγάλο ατού των μαύρων γυναικείων φωνών ήταν η σχέση τους με το πιάνο, από το οποίο άρχισε για πρώτη φορά η σχέση τους με τη μουσική.

Η Carmen McRae έμαθε πιάνο από παιδί και μεγαλώνοντας έγινε μέλος του σωματείου των μουσικών που δεν δέχεται στους κόλπους του καλλιτέχνες που είναι μόνο τραγουδιστές, αλλά θα πρέπει να είναι και μουσικοί.

Το πιάνο ήταν η πρώτη της επαγγελματική απασχόληση στη δεκαετία του '40, όταν συνόδευε μουσικά άλλους ερμηνευτές στα κλαμπ της περιοχής του Χάρλεμ στη Νέα Υόρκη.

Σύντομα η φήμη της μεγάλωσε και όσοι παρακολούθησαν τις εμφανίσεις της μετέφεραν στόμα με στόμα την ικανότητά της να τραγουδά με έναν αφηγηματικό τρόπο, δίνοντας στην κάθε λέξη των στίχων που τραγουδούσε μία ξεχωριστή σημασία.

Σε αντίθεση με άλλες μεγάλες μαύρες τραγουδίστριες, όπως οι Billie Holiday, Sarah Vaughan, Ella Fitzgerald και Dinah Washington, που έγιναν διάσημες γύρω στα 20 χρόνια τους, η Carmen χρειάστηκε να γίνει 30 για να περάσει στην κατηγορία των γυναικών που έγραψαν, η καθεμιά για διαφορετικό λόγο, τη δικιά τους ιστορία στη μουσική. Ομως σε ηλικία 19 ετών, το 1939, είχε κερδίσει σε διαγωνισμό νέων ταλέντων στο θέατρο Apollo της Νέας Υόρκης, ακριβώς όπως και τα είδωλά της, η Sarah Vaughan και η Ella Fitzgerald.

Αυτό έγινε για έναν απλό λόγο, η Carmen δεν είχε μόνο μια φωνή που θύμιζε κάτι ξεχωριστό, όπως και καθεμιά από τις τραγουδίστριες που αναφέρονται πιο πάνω, αλλά κατάφερε να έχει και μια προσωπική χροιά στη φωνή της, γιατί απλούστατα δεν θύμιζε μόνο τη μία από αυτές, αλλά όλες μαζί.

Παρότι δεν είχε μεγάλη διαφορά ηλικίας με την Billie Holiday, η Carmen τη θεωρούσε είδωλό της και προσπαθούσε από μικρή να ακολουθήσει τα βήματά της στο τραγούδι.

alt

Η Billie είχε γεννηθεί στις 7 Απριλίου του 1915 και η Carmen 5 χρόνια αργότερα, στις 8 Απριλίου του 1920.

Οι γονείς της ήταν αυτοί που την προέτρεψαν να συνεχίσει τις σπουδές της στο πιάνο, όταν αυτή δεν πίστευε ότι η μουσική θα μπορούσε να γίνει το βασικό της επάγγελμα. Οταν πήγαινε ακόμη στο Γυμνάσιο, οι γονείς της, που δούλευαν σε κρατική υπηρεσία, μετατέθηκαν στην πόλη της Washington DC. και κατάφεραν μάλιστα να βρουν και στην Carmen μια μικρή απασχόληση σε κρατική υπηρεσία.

Σ' αυτή την πόλη η Carmen θα συναντήσει για πρώτη φορά την Billie Holiday, η οποία όχι μόνο της έδωσε κουράγιο να συνεχίσει να ασχολείται με το τραγούδι, αλλά το 1939 ερμήνευσε σε δίσκο το Dream Of Life, που ήταν ένα από τα πρώτα τραγούδια που έγραψε μόνη της η Carmen McRae σε νεαρή ηλικία. Αυτοί που τις έφεραν σε επαφή ήταν ο Teddy Wilson και η γυναίκα του Irene Kitching Wilson που ήταν συνθέτρια. Ο Teddy είχε βοηθήσει σημαντικά εκείνη την περίοδο την Billie Holiday.

Αυτή η επαφή ήταν που οδήγησε οριστικά την Carmen McRae στο τραγούδι και η πρώτη της δουλειά ήταν σε ένα κλαμπ στο Σικάγο, όπου κάθε βράδυ ερμήνευε 8 συγκεκριμένα τραγούδια.

Αμέσως μετά θα περάσει για ένα μικρό διάστημα από τις μπάντες των Count Basie και Benny Carter, θα συνεργασθεί με τον πιανίστα Earl Hines και θα παντρευτεί τον ντράμερ Kenny Clarke, με τον οποίο θα χωρίσει λίγο αργότερα. Στην ίδια περίοδο θα συνεργασθεί και με τον Dizzy Gillespie παίζοντας μαζί του στο κλαμπ της Νέας Υόρκης «Minton's Playhouse».

Το 1946 μάλιστα θα ηχογραφήσει το πρώτο της προσωπικό άλμπουμ με την ορχήστρα του Mercer Ellington με το όνομα Carmen Clarke.

Με το όνομα Carmen McRae, ο πρώτος της δίσκος θα κυκλοφορήσει το 1953 με τη συνοδεία του ακορντεονίστα Mat Matthews.

Τρία χρόνια αργότερα, το 1954, σε ηλικία 32 ετών, θα κερδίσει το βραβείο του περιοδικού «Down Beat» ως η καλύτερη νέα τραγουδίστρια. Η βράβευση αυτή θα οδηγήσει σε αλλαγή δισκογραφικής εταιρείας, όμως το 1955 θα αλλάξει για ακόμη μία φορά εταιρεία και θα ηχογραφήσει για τα επόμενα 4 χρόνια με τη MCA μία σειρά από 12 άλμπουμ, ερμηνεύοντας κλασικές συνθέσεις από το αμερικανικό ρεπερτόριο.

Σ' αυτήν την περίοδο θα ηχογραφήσει ένα ολόκληρο άλμπουμ με τον Sammy Davis Jr. και θα συνεργαστεί με μερικές από τις μεγάλες ορχήστρες της εποχής

alt

Αργότερα, μέχρι τον θάνατό της το 1994, θα βρει την ευκαιρία να ηχογραφήσει μέσα στα περίπου 60 άλμπουμ της καριέρας της και δύο δίσκους για τις τραγουδίστριες που θαύμαζε, όπως το For Lady Day για την Billie Holiday και το Sarah Dedicated Το You για τη Sarah Vaughan. Είναι χαρακτηριστικό το ότι όταν ηχογράφησε το άλμπουμ για τη Sarah Vaughan είχε πάψει να δέχεται επιρροές από τις δύο μεγάλες τραγουδίστριες και είχε αποκτήσει δικιά της ταυτότητα. Επίσης έχει ηχογραφήσει ολόκληρο άλμπουμ αφιερωμένο στον Thelonius Monk.

Στον χώρο των τραγουδιστριών της τζαζ η Carmen McRae σίγουρα δεν έφτασε δίπλα στις Billie Holiday, Ella Fitzgerald και Sarah Vaughan, όμως είναι ακριβώς πίσω τους και ο χρόνος μικραίνει την απόσταση που τις χωρίζει, παρά το γεγονός ότι καμία από τις τέσσερις δεν είναι πια στη ζωή. Μπορεί να πήρε αρκετά στοιχεία από αυτές, αλλά με τη σειρά της τα μετέφερε σε νεότερες φωνές, όπως οι Cassandra Wilson, Nansy Wilson, Betty Carter και Holly Cole.



Από τον Γιάννη Πετρίδη

επιμέλεια αρθρου Ανδρέας Δηλές




«Ταξιδεύαμε στην Καμπότζη με λεωφορείο. Ηταν τέλη της δεκαετίας του '90»

Τετάρτη, 19 Αυγούστου 2009 11:01 μμ |

alt


«Ηταν τέλη της δεκαετίας του '90. Κάναμε μαζί με ένα φίλο μου ένα μεγάλο ταξίδι στη Νοτιοανατολική Ασία. Ταξιδεύαμε στην Καμπότζη με λεωφορείο και άκουγα αυτήν την παράξενη μουσική από το κασετόφωνο του οδηγού.

Οι Dengue Fever ανακάλυψαν την Καμποτζιανή τραγουδίστριά τους Κχομ Νιμόλ σ' ένα κλαμπ του Λονγκ ΜπιτςΣτο μεταξύ ο φίλος μου είχε αρρωστήσει από δάγκειο πυρετό (Dengue fever). Μείναμε σε ένα ξενοδοχείο για να συνέλθει κάπου στις όχθες του Μεκόνγκ και εγώ πήγα και αγόρασα ό,τι κασέτα υπήρχε στις υπαίθριες αγορές. Η μουσική που με συνεπήρε ήταν καμποτζιανή ποπ από τα τέλη του '60 και αρχές του '70, πριν οι Κόκκινοι Χμερ φτάσουν στην Πνομ Πενχ και έρθει το τέλος της».

Μέσα από μια σειρά συμπτώσεων, ένας Καλιφορνέζος κιμπορντίστας, ο Ιθαν Χόλτζμαν ήρθε σε επαφή με μια ξεχασμένη μουσική κληρονομιά. Οταν γύρισε στο Λος Αντζελες έφτιαξε με τον αδερφό του Ζακ, κιθαρίστα σε ψυχεδελικές μπάντες, τους «Dengue Fever», όπου ανακάτευαν την καμποτζιανή ποπ με την ψυχεδέλεια. Τα πρώτα άλμπουμ ήταν απλά διασκευές, ώσπου έγραψαν το φετινό «Venus In Earth», που κυκλοφόρησε από τη δισκογραφική Real World του Πίτερ Γκάμπριελ.

«Μας άκουσε σε ένα φεστιβάλ και αμέσως υπέγραψε μαζί μας», μας λέει ο Ιθαν. «Σταθήκαμε τυχεροί, αφού το πρώτο άλμπουμ με δικό μας, αυθεντικό υλικό βγήκε σε μια δισκογραφική που είναι συνώνυμη με αυτό που λέμε μουσική του κόσμου». Ηταν μια αναγνώριση της επτάχρονης πορείας τους.

«Οταν επέστρεψα στο Λος Αντζελες με τις κασέτες», διηγείται ο Ιθαν, «αποφασίσαμε με τον αδερφό μου να φτιάξουμε μια μπάντα για να πειραματιστούμε με αυτά τα τραγούδια. Υπήρχε ένας μπασίστας φίλος μας και ένας ντράμερ, αλλά μας έλειπε η φωνή. Θέλαμε κάποιον που να ήξερε τη γλώσσα των Χμερ. Ετσι πήγαμε σε μια γειτονιά Καμποτζιανών, κάπου στο Λονγκ Μπιτς, και ανακαλύψαμε την τραγουδίστριά μας Κχομ Νιμόλ στο κλαμπ "Ντράγκον Χάουζ".

Ηταν διάσημη ως σοουγούμαν. Δεν είχε ξανακούσει τέτοια μουσική και ενθουσιάστηκε που ανακάλυπτε μια ξεχασμένη ιστορία της πατρίδας της. Ηταν τα τραγούδια που είχαν γράψει οι ποπ σταρ της εποχής, ανακατεύοντας τις μελωδίες της χώρας με το αμερικανικό ροκ εν ρολ που άκουγαν από τους ραδιοσταθμούς των αμερικανικών βάσεων».

Η μπάντα ξεκίνησε το 2001. «Ουσιαστικά παίζαμε διασκευές αυτών των παλιών τραγουδιών. Ο κόσμος γούσταρε, αλλά εμείς αναζητούσαμε κάτι παραπάνω. Οπότε το άλμπουμ "Venus On Earth" είναι ένα βήμα αφού καταφέραμε να γράψουμε δικές μας συνθέσεις πάνω στην παράδοση της καμποτζιανής ποπ». Πήγαν και στην Καμπότζη για να παρουσιάσουν τα νέα τραγούδια τους. «Δίναμε δωρεάν συναυλίες στα χωριά, που συναντούσαμε καθώς διαπλέαμε τον ποταμό Μεκόνγκ. Στην αρχή το κοινό ήταν δύσπιστο, δεν πολυσυμπαθούν και τους Αμερικανούς, αλλά τους κερδίζαμε έπειτα από λίγα τραγούδια. Ηταν πάντως πολύ καλύτερα από την πρώτη φορά που είχα πάει, όπου οι ντόπιοι μού έδειχναν στις όχθες βόμβες από τα αμερικανικά αεροπλάνα, που δεν είχαν εκραγεί». Η περιοδεία γυρίστηκε σε ταινία με τίτλο «Sleep Walking Through The Mekong» από τον Τζον Πιρόζι.

Στα επτά χρόνια της πορείας τους οι Dengue Fever πέρασαν από τα μικρά κλαμπ του Λος Αντζελες σε συναυλίες με την Bjork και τους Beastie Boys. Με το «Venus on Earth» απέκτησαν μια θέση στη μουσική σκηνή ως μπάντα που παίζει πια το προσωπικό της σαγηνευτικό μουσικό μίγμα. «Και θα συνεχίσουμε», καταλήγει ο Ιθαν. «Τώρα πια όλοι έχουν συνηθίσει και τα Χμερ ανακατεμένα με αγγλικούς στίχους και αυτό το ψυχεδελικό καμποτζιανό ροκ, που στην αρχή ξένιζε. Επιμείναμε και καταφέραμε να επιβάλουμε τη μουσική μας». 


 Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΥ




« μια εντελώς αντιφατική εποχή »

Τετάρτη, 19 Αυγούστου 2009 3:10 μμ |

alt


Στην Ελλάδα φτάνουν μόνο τα αντιπολεμικά τραγούδια και δημιουργείται ένα υπόγειο ρεύμα μεταξύ νέων που μαζεύονται σε σπίτια για να ακούσουν δισκάκια και να ανταλλάξουν πληροφορίες.

Τα μακριά μαλλιά και η ροκ μουσική αποτελούν στοιχεία ανυπακοής. Ετσι, διαμορφώνεται η ροκ σκηνή που στο κλείσιμο της δεκαετίας επισκιάζει την ποπ σκηνή, αντικαθιστώντας τα κοστουμάκια και τις γραβατούλες των συγκροτημάτων με σταμπωτές ψυχεδελικές φανέλες, χαϊμαλιά, τζιν και αμπέχονα.

Στις μπουάτ της Πλάκας, η ασφάλεια κάνει εφόδους για εξακρίβωση στοιχείων και για να ελέγξει τα προγράμματα του Γιώργου Ζωγράφου, του Κώστα Χατζή ή της Αρλέτας, στο «Δώμα», τις «Εσπερίδες», τη «Σοφίτα»...

Το ελληνικό τραγούδι, παρά τη λογοκρισία και την αμορφωσιά των συνταγματαρχών, συνεχίζει να παράγει εξαίρετα τραγούδια. Ο Γιάννης Μαρκόπουλος μελοποιεί Οδυσσέα Ελύτη με τη φωνή της Μαρίας Δημητριάδη και ο Μίμης Πλέσσας με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο γράφουν τον «Δρόμο» με τη φωνή του Γιάννη Πουλόπουλου, στον οποίο ο Αλέκος Πατσιφάς της «Λύρας» δίνει και τα μελοποιημένα από τον Γιάννη Γλέζο ποιήματα του Λόρκα, ενορχηστρωμένα από τον Νίκο Μαμαγκάκη.

Δυνατά λαϊκά

Η άνοδος του ελαφρολαϊκού συμπίπτει με την τουριστική ανάπτυξη και τα τραγούδια σαν τον «Επιπόλαιο» (Κατσαρού-Πυθαγόρα) συνδυάζονται με την άνθηση των κοσμικών κέντρων που φιλοξενούν ηθοποιούς και νεόπλουτους.

Η χούντα σε μια «επιχείρηση αρετής» απαγορεύει με ποινή φυλάκισης έως έξι μηνών το «έθιμο» των «φθορών προκαλουσών το κοινόν αίσθημα», για να κάνει στη συνέχεια τα στραβά μάτια με υπουργούς της τακτικούς θαμώνες στην παραλία. Μέσα σε μία χρονιά διπλασιάζεται η κατανάλωση ουίσκι!

Τα δυνατά λαϊκά τραγούδια με τις φωνές των Καζαντζίδη («Νυχτερίδες κι αράχνες»), Διονυσίου («Ο παλιατζής»), Μπιθικώτση («Ρολόι-κομπολόι») κ.ά. και τα πάλκα με Τσιτσάνη, Πόλυ Πάνου, Γαβαλά και άλλους κλασικούς, κρατάνε κόντρες στον εκφυλισμό του τραγουδιού που προωθείται από εταιρείες δίσκων με μεταγλωττίσεις ξένων ελαφρών επιτυχιών.

Μέσα στο γενικό μούδιασμα (ευχάριστο για μια φιλοχουντική μερίδα), γεμάτες παραμένουν μόνο οι αίθουσες κινηματογράφου, ανυποψίαστες για το επερχόμενο τέλος της ακμής τους. Η Ελλάδα διαθέτει ένα τεράστιο δίκτυο αιθουσών. Στην ευρύτερη περιοχή της πρωτεύουσας, το καλοκαίρι λειτουργούν 563 κινηματογράφοι! Κάθε συνοικία διαθέτει δικούς της κινηματογράφους, μέρος του τοπικού πολιτιστικού ιστού!

Οι ογδόντα χιλιάδες συσκευές τηλεόρασης στην Αθήνα είναι ακόμα λίγες για να κλείσουν τις αίθουσες, αλλά πολλαπλασιάζονται γρήγορα μειώνοντας ραγδαία και τις εντόπιες παραγωγές, που έχουν χάσει τη φρεσκάδα του κλασικού ελληνικού σινεμά.

Πάνω από δέκα ταινίες εθνοπατριωτικού περιεχομένου παίζονται ταυτόχρονα κόβοντας εκατομμύρια εισιτήρια: πρώτη «Η δασκάλα με τα ξανθά μαλλιά» του Ντίνου Δημόπουλου (739 χιλιάδες) με τη Βουγιουκλάκη και τον Παπαμιχαήλ, οι «Γενναίοι του Βορρά» (627) του Κώστα Καραγιάννη, το «Οχι» (602) και «Η Μεσόγειος φλέγεται» (410) του Ντίμη Δαδήρα, «Το νησί της Αφροδίτης» (299) του Γιώργου Σκαλενάκη, «Οι δραπέτες του Μπούλκες» του Α. Παπασταματάκη, «Ετσι πολεμούσαμε το '40» κ.ά.

Ταινίες με μακεδονομάχους, κομμουνιστοσυμμορίτες, μαχητές της ΕΟΚΑ, βούλγαρους κομιτατζήδες, γερμανούς ναζί και ιταλούς μακαρονάδες. Ο υπολοχαγός Κώστας Πρέκας στις δόξες του!

Παράλληλα, προβάλλονται ερωτικά δράματα, κοινωνικές περιπέτειες και κωμωδίες. Ο Κούρκουλος και η Χρονοπούλου («Ορατότης μηδέν») με 640 χιλιάδες εισιτήρια συναγωνίζονται το ζευγάρι Βουγιουκλάκη-Παπαμιχαήλ («Η νεράιδα και το παλικάρι») με 627 χιλιάδες εισιτήρια! Και ακολουθούν «Η Παριζιάνα», «Ο μπλοφατζής», «Θ. Β., ο φαλακρός πράκτωρ», «Ο γόης» και οι υπόλοιπες από τις 99 νέες ταινίες της χρονιάς, με Βλαχοπούλου, Βέγγο, Βόγλη, Λάσκαρη, Κατράκη, Βουτσά κ.λπ. Το «Τσουφ» με τα κινούμενα σχέδια του Θόδωρου Μαραγκού είναι από τις λίγες εξαιρέσεις στον κανόνα.

Και οι ταινίες εξακολουθούν να αποτελούν το καλύτερο μέσο για την προβολή καινούριων τραγουδιών και νέων ερμηνευτών. Οι Μίμης Πλέσσας, Κώστας Καπνίσης, Νίκος Μαμαγκάκης, Γιώργος Ζαμπέτας, Γεράσιμος Λαβράνος κ.ά. έχουν επενδύσει μουσικά πολλές ταινίες και ο Στράτος Διονυσίου κάνει μεγάλο σουξέ με το τραγούδι «Βρέχει φωτιά στη στράτα μου».

Είναι η χρονιά που η Μαρία Κάλλας εμφανίζεται ως ηθοποιός στον ρόλο της Μήδειας στην ομώνυμη ταινία του Πιέρ Πάολο Παζολίνι, που γυρίζεται στην Τουρκία, όπου η μεγάλη τραγουδίστρια συλλαμβάνεται γιατί μεταφέρει στις αποσκευές της μεγάλο αριθμό αρχαίων αντικειμένων! Ενώ, στις Κάνες, η ακτιβίστρια Βανέσα Ρέντγκρεϊβ κερδίζει το βραβείο πρώτου γυναικείου ρόλου για τον ρόλο της Ισιδώρας Ντάνκαν και η Κάθριν Χέπμπορν στο Χόλιγουντ παίρνει το τρίτο της Οσκαρ! Γυναίκες εκπληκτικές! 



 

Σπασμένα πιάτα, κομμένα τραγούδια

Σε μια εντελώς αντιφατική εποχή, η Ελλάδα ζει την παραγωγή εξαιρετικής μουσικής, αλλά και την άνθηση των κέντρων διασκέδασης


Του ΣΤΕΛΙΟΥ ΕΛΛΗΝΙΑΔΗ



 


Μια μουσική ιδιοφυΐα

Τρίτη, 18 Αυγούστου 2009 9:01 μμ |

alt


Ελάχιστοι καλλιτέχνες στον χώρο της σύγχρονης μουσικής μπορούν να συγκριθούν σε προσφορά με τον Brian Eno, ο οποίος διανύει ήδη την έβδομη δεκαετία της ζωής του -γεννήθηκε στις 15 Μαΐου του 1948.

Είναι, θα τολμούσα να γράψω, το ιδανικό παράδειγμα για κάποιον που θέλει να ασχοληθεί με τη μουσική.

Η παρουσία του σημάδεψε τα δύο πρώτα άλμπουμ των Roxy Music στις αρχές της δεκαετίας του '70, όταν μαζί με τον Bryan Ferry δημιουργούσαν τον ξεχωριστό ήχο τους που θα έγραφε ιστορία στο αρτ ροκ και θα έβαζε για τα καλά τα συνθεσάιζερ και την ηλεκτρονική μουσική στη μουσική μας καθημερινότητα.

Παράξενο ντύσιμο και μουσική που ήταν επηρεασμένη από τους Velvet Underground και τους avant-garde ήχους της εποχής, άφησαν τη σφραγίδα τους σε δεκάδες μετέπειτα πετυχημένους καλλιτέχνες προσδιορίζοντας τις νέες εξελίξεις στο ροκ, ειδικά με το δεύτερο άλμπουμ τους, For Your Pleasure, στο οποίο υπάρχουν τα καταπληκτικά Editions Of You, The Bogus Man, In Every Dream Home Α Heartache και Do The Strand.

Στη συνέχεια, ο Eno θα αρχίσει τις προσωπικές του αναζητήσεις με πειραματισμούς στον χώρο της ηλεκτρονικής μουσικής, που θα οδηγήσουν στη δημιουργία της μουσικής ambient, συνδυάζοντας ηχητικά τοπία που δημιουργούσε η φαντασία του, με μινιμαλιστικές μουσικές φόρμες.

Τα επόμενα χρόνια θα είναι ακόμα πιο συναρπαστικά, με τη συνεργασία του με τον David Bowie στην τριλογία των άλμπουμ Low, Heroes και Lodger θα δείξει το στίγμα του για τα επόμενα χρόνια και εγκαινιάζοντας μία σειρά από εντυπωσιακές παραγωγές που φτάνουν μέχρι τις μέρες μας, θα αναλάβει την ανασυγκρότηση μεγάλων ονομάτων στον χώρο της μουσικής και με το μαγικό μουσικό ραβδί του θα μεταμορφώνει και θα ανανεώνει τον ήχο όσων συγκροτημάτων επιμελείται την παραγωγή τους.

Το 1972 σε ένα από τα πρώτα μου ταξίδια στη Γερμανία, είχα την τύχη να δω τους Roxy Music. Θα θυμάμαι πάντα τα συναισθήματά που ένιωσα σ' αυτή τη συναυλία, όταν είδα τον Bryan Ferry και τον Brian Eno να βγαίνουν μαζί στη σκηνή. Ηταν άλλωστε η δεύτερη σημαντική συναυλία που παρακολουθούσα έπειτα από αυτή των Rolling Stones στην Αθήνα το 1967.

Ηταν καλοκαίρι του 1974, όταν ευρισκόμενος για διακοπές στο Παρίσι άκουγα συνέχεια το άλμπουμ του Eno Here Comes The Warm Jets, που είχε κυκλοφορήσει μερικούς μήνες πριν, στο σπίτι του Γιώργου Ρωμανού. Ο Γιώργος στις ατέλειωτες συζητήσεις μας για τον Χατζιδάκι, την ελληνική μουσική και το ροκ δήλωνε, όπως κι εγώ, φανατικός φίλος της μουσικής του Eno και κατάφερε να μου μεταδώσει τον ενθουσιασμό του γι' αυτό το άλμπουμ. Λίγο αργότερα ένα τραγούδι από αυτό, με τον τίτλο On Some Faraway Beach, θα γινόταν το σήμα για τη ραδιοφωνική εκπομπή μου «Rock Club» που θα άρχιζε στο τότε Α' Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, με τη βοήθεια του Μάνου Χατζιδάκι, ο οποίος συνθέτης είχε δώσει μερικά από τα ωραιότερα τραγούδια του στον Γιώργο.

Το 1981, ο Eno θα συνεργαστεί με τον David Byrne, που ήταν φανατικός φίλος της World Music. Το αποτέλεσμα ήταν κάτι το εντελώς καινούριο στον χώρο του ροκ, με τους ambient ήχους του Brian Eno να βρίσκουν καταφύγιο στους αφρικανικούς ήχους και τα ακούσματα από τη Μέση Ανατολή, με τους οποίους πειραματιζόταν εκείνη την περίοδο ο Byrne, ο οποίος με τη σειρά του αναζητούσε τον τρόπο να δημιουργήσει κάτι καινούριο εκτός του συγκροτήματός του, που ήταν οι Talking Heads.

Η συνεργασία αυτή στο άλμπουμ My Life In The Bush Of Ghosts θα δώσει μία μεγάλη ώθηση στην τριτοκοσμική μουσική που ήδη είχε αρχίσει από τη δεκαετία του '70 να κερδίζει πολλούς φίλους σε Αμερική και Ευρώπη, και θα καθιερώσει συχνές συνεργασίες μεταξύ δυτικών και αφρικανών μουσικών, όπως αυτές των Peter Gabriel και Paul Simon.

Οι Eno και Byrne θα δουλέψουν μαζί και στους δίσκους των Talking Heads, για τους οποίους ο Eno θα κάνει παραγωγή σε τρία άλμπουμ, με κορυφαία τη συνεισφορά του στο Remain In Light. Το 2008 θα ξανασυναντηθούν σε ένα άλμπουμ που θα ηχογραφήσουν μαζί με τίτλο Everything That Happens Will Happen.

alt

Από τις πρώτες στιγμές που άρχισε να δημιουργεί ως μουσικός, ο Eno δεν είχε όρια στον τρόπο δημιουργίας του και συχνά οι εμπνεύσεις του ξεκινούσαν από το παραδοσιακό ροκ της δεκαετίας του '50 και έφταναν να συναντούν ήχους από το μέλλον, όπως αυτοί που παρήγαν μουσικοί όπως ο John Cage.

Η μουσική που δημιουργούσε εκείνη την εποχή ο Eno ξεχωρίζει με τα πρώτα του φωνητικά άλμπουμ, τα Here Comes The Warm Jets (1973), Taking Tiger Mountain By Strategy (1974), Another Green World (1975) και Before And After Science (1977). Η συνέχεια θα είναι εξίσου συναρπαστική με άλμπουμ στα οποία θα προσπαθήσει να μας μεταδώσει τις απόψεις του για το οικοσύστημα του πλανήτη μας και το πώς φαντάζεται τη μουσική προσέγγιση με κατοίκους άλλων πολιτισμών, σε άλλους κόσμους, σε διαφορετικά πλανητικά συστήματα.

Από αυτή την περίοδο ξεχώρισαν οι δίσκοι Discreet Music (1975), Ambient 1: Music For Airports (1978), Apollo (Atmosphere and Soundtracks) (1983), Working Backwords (1984), More Blank Than Frank (1986), και Desert Island Selection (1986) που ήταν μία επιλογή από το υλικό των 4 πρώτων άλμπουμ του.

Εντυπωσιακές ήταν και οι κατά καιρούς συνεργασίες του με ονόματα όπως ο Robert Fripp στα άλμπουμ Νο Pussyfooting (1973), Evening Star (1975), ο John Hassell με το Fourth World Volume One: Possible Music (1980), ο Harold Budd με το The Pearl (1984), ο John Cale με τον οποίο ηχογράφησε το Wrong Way Up (1990) και με τον οποίο συνεργάστηκε επίσης στα June 1, 1974, στο οποίο συμμετέχουν και οι Kevin Ayers και Nico.

Από το 1984 άρχισε η συνεργασία του με το συγκρότημα των U2 και μαζί με τον φίλο του Daniel Lanois έκαναν την παραγωγή σε πετυχημένα άλμπουμ του συγκροτήματος, όπως τα Unforgettable Fire (1984), The Joshua Tree (1987), Achtung Baby (1991) και All That You Can't Leave Behind (2000)· επίσης μόνος του ήταν ο παραγωγός στο άλμπουμ Zooropa (1993), το οποίο διαφοροποίησε τον ήχο του συγκροτήματος, στη συνέχεια συνεργάστηκε μαζί τους σε διάφορες παραγωγές και πρόσφατα μαζί με τον Daniel Lanois ανέλαβαν την παραγωγή του τελευταίου άλμπουμ των U2, Νο Line On The Horizon, που ηχογραφήθηκε στη Νότια Γαλλία, το Μαρόκο και την Ιρλανδία και χάρισε στο συγκρότημα ένα ακόμα Νο 1 άλμπουμ με την κυκλοφορία του.

Αμέτρητα είναι τα ονόματα για τα οποία έκανε παραγωγή όλα αυτά τα χρόνια από τις αρχές της δεκαετίας του '70 και ακόμη περισσότερα αυτά για τα οποία έκανε κάποιο ριμίξ σε τραγούδια τους.

Η πιο πρόσφατη επιτυχία του είναι η παραγωγή για το άλμπουμ των Coldplay Viva La Vida or Death and All His Friends, που χάρισε στο συγκρότημα τη μεγαλύτερη επιτυχία στην καριέρα του.

Παράλληλα με όλες τις μουσικές δραστηριότητες, ο Eno έχει ασχοληθεί με βιντεοκλίπ, έχει γράψει βιβλία και είναι ενεργός πολιτικά, με αρκετά άρθρα του να δημοσιεύονται στη βρετανική εφημερίδα Observer, στην οποία είναι μόνιμος αρθρογράφος από το 1996.

Το 2003 είχε λάβει μέρος σε σημαντική συζήτηση στο βρετανικό Κανάλι 4 και είχε επικρίνει τον πόλεμο στο Ιράκ. Για τον ίδιο πόλεμο έχει διαμαρτυρηθεί παίρνοντας μέρος σε διάφορες αντιπολεμικές εκδηλώσεις, ενώ συχνά διαμαρτύρεται και για την κατάσταση που επικρατεί στην Παλαιστίνη.

Αθόρυβα λοιπόν γράφει τη δικιά του ιστορία στη μουσική και τα καθημερινά προβλήματα στον κόσμο μας και δεν είναι τυχαίο το ότι όλα αυτά τα χρόνια έχει μόνο φίλους στον κόσμο της μουσικής, αφού παραμένει δημιουργικός όπως στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του '70.


Από τον Γιάννη Πετρίδη

επιμέλεια άρθρου Ανδρέας Δηλές




Αντί για μαριχουάνα... σαρντονέ

Τρίτη, 18 Αυγούστου 2009 2:01 μμ |

alt

Ηλικιωμένοι χίπηδες, όπως το ζευγάρι της επάνω φωτογραφίας (η γιαγιά είναι 87 ετών, ο παππούς μόλις 65 και αμφότεροι βρίσκονταν το 1969 στο... σημείο), αλλά και χιλιάδες νεαρόκοσμου (κάτω) γιόρτασαν μετά μουσικής τα 40 χρόνια του Γούντστοκ


Την 40ή επέτειο του Γούντστοκ τίμησαν, στον ίδιο χώρο όπου το 1969 είχε γίνει το θρυλικό ροκ φεστιβάλ, 15.000 νοσταλγοί

Τέσσερις δεκαετίες αργότερα τα παιδιά των λουλουδιών έχουν αποκτήσει μερικές (ή και πολλές) ρυτίδες. Ωστόσο 15.000 «παιδιά» συνέρρευσαν στο Γούντστοκ το περασμένο Σαββατοκύριακο για να γιορτάσουν την τεσσαρακοστή επέτειο του φεστιβάλ που έγινε εκεί μεταξύ 15 και 18 Ιουνίου του 1969. Τότε εκεί βρισκόταν η φάρμα του Μαξ Γιάσγκουρ, ο οποίος την είχε παραχωρήσει στους διοργανωτές επειδή ο αρχικός χώρος που είχαν κλείσει τελικά δεν ήταν διαθέσιμος. Τώρα στο ίδιο σημείο δεσπόζει το Κέντρο Τεχνών του Μπέθελ Γουντς, κόστους 100 εκατ. δολαρίων (71 εκατ. ευρώ). Ο Σαμ Γιάσγκουρ, γιος του Μαξ, ήταν πάντως συγκινημένος. Μιλώντας στο πλήθος είπε ότι ο πατέρας του «θα ήταν ενθουσιασμένος που, τέσσερις δεκαετίες αργότερα, εξακολουθείτε να διασκεδάζετε και να ακούτε μουσική σε αυτόν τον υπέροχο τόπο».  
Στους εορτασμούς συμμετείχαν ορισμένοι από τους μουσικούς που είχαν παίξει στο Γούντστοκ. Οι Jefferson Starship έπαιξαν τραγούδια των Jefferson Αirplane αλλά χωρίς την αυθεντική τους τραγουδίστρια Γκρέις Σλικ. Οι Βig Βrother and the Ηolding Company δεν είχαν φυσικά μαζί τους την Τζάνις Τζόπλιν. Οι Τen Υears Αfter έπαιξαν χωρίς τονΑλβιν Λι. Οι Canned Ηeat χωρίς τον Μπομπ «Τhe Βear» Χάιτ. Και ο Τομ Κονστσντένέπαιξε χωρίς τους υπόλοιπους Grateful Dead! 

Για τους κάθε ηλικίας ακροατές όμως τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Δεν κυλίστηκαν βεβαίως στη λάσπη αυτή τη φορά, αλλά νοίκιασαν καρεκλάκια προς 5 δολάρια το ένα. Και αντί για μαριχουάνα... ήπιαν σαρντονέ! 


πηγή  www.tovima.gr



Concept Lp.

Τρίτη, 28 Ιουλίου 2009 8:35 μμ |

alt


Από τη δεκαετία του '60 τα ενιαία θεματολογικά άλμπουμ της μουσικής, που αποκαλούνται Concept, κάνουν κατά καιρούς την παρουσία τους στην επικαιρότητα, απλώνοντας μάλιστα το εύρος των θεμάτων τους σε όλα σχεδόν τα είδη της μουσικής.

Η δομή που έχουν τα Concept άλμπουμ, ανεξάρτητα αν είναι ορχηστρικά ή περιέχουν στίχους, αναφέρεται σε μία συγκεκριμένη ιστορία ή ένα ενιαίο θέμα, αλλά μπορεί να αφορά κι έναν συγκεκριμένο χαρακτήρα.

Στα μιούζικαλ, οι ερμηνευτές μοιράζονται τους χαρακτήρες της υπόθεσης και δημιουργούν αυτό που ονομάζουμε συνήθως ροκ όπερα, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τα Tommy και Quadrophenia των Who και The Wall των Pink Floyd, αλλά και έργα του Andrew Lloyd Weber, όπως το Jesus Christ Superstar.

Τα πρόσφατα παραδείγματα έρχονται από το άλμπουμ Fork In The Road, 33ο για τον ηλικίας 63 ετών Neil Young, στο οποίο ασχολείται με τη Lincoln Continental Convertible, μοντέλο του 1959, που είναι το αγαπημένο του αυτοκίνητο.

Το Hazards Of Love είναι το 5ο άλμπουμ των Decemberists και είναι εμπνευσμένο από το ΕΡ της Anne Briggs, που έχει τον ίδιο τίτλο. Στον δίσκο συμμετέχουν ονόματα όπως οι Shara Worden από τους My Brightest Diamond, ο Jim James από τους My Morning Jacquet και ο Becky Stark των Lavender Diamond.

Από τα καλύτερα άλμπουμ της χρονιάς που διανύουμε είναι το Hazard Of Love· πρόκειται για μια ερωτική ιστορία που αναπτύσεται με ξεχωριστή ευαισθησία μεταξύ των ερμηνευτών, που ο καθένας έχει τον δικό του ρόλο, με πιο εντυπωσιακή την Worden στον ρόλο της ζηλιάρας βασίλισσας του δάσους.

Το πρόσφατο άλμπουμ του Graham Coxon, κιθαρίστα των Blur, μας περιγράφει στα 15 τραγούδια του τη ζωή ενός ανθρώπου, από τη γέννηση μέχρι τον θάνατο.

Οι Madness επιστρέφουν με το The Liberty Of Norton Folgate, που είναι μία γεωγραφική και ιστορική προσέγγιση για το Λονδίνο.

Οι Green Day κυκλοφόρησαν και αυτοί άλλο ένα ενιαίο θεματολογικά άλμπουμ, μετά το American Idiot του 2004. Στο 21st Century Breakdown παρακολουθούν, μέσα από τα 17 τραγούδια του, την ιστορία του Christian και της Gloria, σε μια σύγχρονη όπερα που αποτελείται από τρεις πράξεις. Τα τρία μέρη ονομάζονται Heroes And Cons, Charlatans And Saints και Horseshoes And Handgrenades. Παραγωγός στον δίσκο, ο Butch Vig των Garbage, με τον οποίο οι Green Day είχαν συνεργασθεί και στο παρελθόν για το άλμπουμ Dookie.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα Concept άλμπουμ έχουν τις ρίζες τους στα μέσα της δεκαετίας του '30, όταν η τραγουδίστρια Lee Willey κυκλοφόρησε σε 4 δίσκους 78 στροφών 8 τραγούδια που είχαν γραφτεί από έναν και μοναδικό συνθέτη, που σ'αυτή την περίπτωση ήταν πρώτα ο Harold Arlen και ακολούθησαν μετά οι δίσκοι με τραγούδια του Cole Porter, πάλι από την ίδια τραγουδίστρια.

Από τα πρώτα Concept άλμπουμ, με τη σημερινή έννοια, ήταν το Manhattan Tower του Gordon Jenkins, στο οποίο όλα τα τραγούδια αναφέρονταν στο Μανχάταν.

Στη δεκαετία του '50, ο Frank Sinatra θα είναι ο πρώτος που θα κυκλοφορήσει μια σειρά από δίσκους που θα έχουν κάποια συγκεκριμένη ενότητα, όπως το In The Wee Small Hours του 1955, όπου όλα τα τραγούδια ήταν μπαλάντες γραμμένες στο ίδιο ύφος και με στίχους που είχαν σχέση με τις μεταμεσονύκτιες ώρες. Ο ίδιος θα κυκλοφορήσει το 1956 τα Songs For Swinging Lovers και Swing Time.

Το 1959 η Judy Garland κυκλοφορεί το άλμπουμ The Letter, στο οποίο τραγουδώντας υποδύεται κάποιο συγκεκριμένο χαρακτήρα.

Το 1960 ο Ray Charles κυκλοφορεί το The Genius Hit The Road με τραγούδια που αναφέρονται σε διάφορες αμερικανικές πολιτείες, όπως τα Georgia On My Mind, Mississippi Mud, Moonlight In Vermont, California, Here Ι Come κ.ά. Ο ίδιος τραγουδιστής την ίδια χρονιά κυκλοφορεί το Modern Sounds, με τραγούδια που ανήκαν στον χώρο της μουσικής κάντρι, ξεφεύγοντας έτσι από το ρυθμ εντ μπλούζ που τον είχε αναδείξει και αποτελούσε τη μόνιμη πηγή για το ρεπερτόριό του.

Το 1966 οι Beach Boys θα κυκλοφορήσουν το άλμπουμ Pet Sounds, που το αφηγηματικό ύφος του οδηγούσε στην έννοια του ολοκληρωμένου άλμπουμ, αλλά οι Beatles το 1967 με την κυκλοφορία του Sgt. Peppers Lonely Hearts Club Band θα είναι για μία ακόμα φορά αυτοί που θα πάρουν τα εύσημα για κάτι το πρωτότυπο, αφού αυτός ο δίσκος θα θεωρηθεί το πρώτο Concept άλμπουμ, παρά το γεγονός ότι τα τραγούδια του δεν ήταν συνδεδεμένα μεταξύ τους θεματολογικά, και θα δημιουργήσει μάλιστα την αντίστοιχη λέξη που θα φιλοξενηθεί έκτοτε σε όλα τα σημαντικά λεξικά. Τα ίδια τα μέλη των Beatles κράτησαν αποστάσεις από το να το χαρακτηρίσουν Concept. Την ίδια χρονιά οι Moody Blues κυκλοφορούν το Days Of Future Passed, που θα γνωρίσει σταδιακά μεγάλη επιτυχία, όπως και το 666 των Aphrodite's Child.

Θα ακολουθήσουν αρκετά άλμπουμ από βρετανικά κυρίως συγκροτήματα που θα έχουν ενιαίο θέμα, γνωρίζοντας μάλιστα σημαντική επιτυχία. Οι Who θα κυκλοφορήσουν το Who Sell Out, με αναφορές στο πειρατικό ραδιόφωνο της εποχής, οι Small Faces στη δεύτερη πλευρά του Ogden's Nut Gone Flake θα έχουν συγκεκριμένο τρόπο αφήγησης και θέμα στα τραγούδια τους, κάτι που θα κάνουν και οι Simon και Garfunkel στο άλμπουμ Bookends, όπου ακολουθούν την ιστορία της ζωής ενός παιδιού από μωρό, μέχρι τα γεράματα.

Τη ζωή του Sebastian Sorrow περιγράφουν στο άλμπουμ τους S.F. Sorrow, που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 1968, οι Pretty Things· έναν χρόνο πριν, οι Nirvana, βρετανικό συγκρότημα της εποχής, παρακολουθούσαν την ιστορία του Simon Simopath δίσκος που αν και δεν γνώρισε εμπορική επιτυχία, είχε εντυπωσιακή υποδοχή από τους κριτικούς και καταξιώθηκε στο πέρασμα του χρόνου.

Το 1969, σε μία ασυνήθιστη κίνηση για την εποχή, οι Who κυκλοφορούν σε διπλό δίσκο το Tommy, που τα τραγούδια του βασίζονται σε συγκεκριμένη ιστορία, κάτι που συνέβαινε για πρώτη φορά. Εντυπωσιακή η υποδοχή του άλμπουμ από κοινό και κριτικούς, όπως και το ανάλογο επίσης διπλό Quadrophenia, που θα κυκλοφορήσει το 1973.

Οι Kinks είναι ένα άλλο συγκρότημα με αρκετά ενιαία σε θέματα άλμπουμ, όπως τα Arthur (1969), Lola Versus Powerman and The Moneygoround Part One (1970), Muswell Hillbillies (1971), Preservation: Act 1 (1973), Preservation: Act Two (1974), Soap Opera (1976) και Schoolboys In Disgrace (1976).

Στη δεκαετία του '70, ο Roger Waters θα εντυπωσιάσει με τις ιστορίες του, που θα κυκλοφορήσουν ως δίσκοι του συγκροτήματός του, τους Pink Floyd, Dark Side Of The Moon (1973), Wish You Were Here (1975), Animals (1977) και The Wall (1979). Δίσκοι που θα παραμείνουν στην επικαιρότητα για πολλά χρόνια.

Οι Jethro Tull δημιούργησαν μία σειρά από σημαντικά ολοκληρωμένα έργα, όπως τα Aqualung, Thick As Α Brick, Α Passion Play και War Child. Στην ίδια περίοδο ανάλογους δίσκους κυκλοφόρησαν συγκροτήματα όπως οι Yes, Emerson, Lake And Palmer, Genesis, ο Rick Wakeman με το Six Wives Of Henry The VIII και αργότερα το 1984, επηρεασμένο από τον Orwell, ο David Bowie, που έχει ένα από τα σημαντικότερα ολοκληρωμένα άλμπουμ όλων των εποχών, το The Rise And Fall Of Ziggy Stardust And The Spiders From Mars, και ο Marvin Gaye με το What's Going On.

Αργότερα ανάλογο ενιαίο θεματολογικά περιεχόμενο θα έχουν αρκετά από τα άλμπουμ του Alan Parsons, με πρώτο το Tales Of Mystery And Imagination, με τραγούδια βασισμένα σε ιστορίες και ποιήματα του Edgar Alan Poe, και τα Paradise Theatre και Killroy Was Here των Styx.

Από τη δεκαετία του'90 και μετά, εκτός των Green Day, σημαντικά ολοκληρωμένα άλμπουμ κυκλοφόρησαν οι Smashing Pumpkins, τα Mellon Collie and the Infinite Sadness και Machina: Machines Of God, οι Mars Volta με το De-loused In The Commatorium και οι Nine Inch Nails με το Year Zero.

Στη δεκαετία που τελειώνει, ο Sufjan Stevens έχει ήδη ηχογραφήσει 3 ενιαία θεματολογικά άλμπουμ, αλλά χρειάζεται αρκετά ακόμα για να φτάσει τον Johnny Cash, που είχε ξεπεράσει τα 10 στη δεκαετία του '60


Από τον Κώστα Ζουγρή




Ο ήχος της ρήξης και οι στίχοι της αμφισβήτησης

Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2009 9:01 μμ |

alt

Μας ξαφνιάζει το δημόσιο «κρεβάτωμα για την ειρήνη» του Τζον Λένον με τη Γιόκο Ονο στο Αμστερνταμ και στο Μόντρεαλ που αντιμετωπίζεται με χλευασμό από τον τύπο. Γεννάει, όμως, το «Give piece a chance», ύμνο των αντιπολεμικών κινητοποιήσεων σε όλο τον κόσμο, ενώ το «Τραγούδι για την ειρήνη», του κινήματος ειρήνης στο Ισραήλ με τη φωνή της Miri Aloni, κόβεται από το ισραηλινό ραδιόφωνο, ενώ η χώρα βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση με όλους τους γειτονές της. Οπως κομμένοι εκείνη την εποχή είναι και οι Τζιλμπέρτο Τζιλ και Καετάνο Βελόζο που διαφεύγουν στο εξωτερικό για να γλιτώσουν από τη χούντα της Βραζιλίας.

Είναι χρονιά γεμάτη ήχους. Η μουσική ποικιλία είναι το σάουντρακ ενός πολύχρωμου φαντασμαγορικού κινήματος που γράφεται και παίζεται από τους συντελεστές του και όχι από τρίτους επαγγελματίες.

Οχι μόνο τα πολιτικά τραγούδια των Τζέφερσον Ειρπλεϊν, Κρίντενς Κλίαρ Γουότερ Ριβάιβαλ, Κάντρι Τζο και Αρλο Γκάθρι, αλλά και εκατοντάδες άλλα παράγωγα της αντικουλτούρας. Οι δίσκοι 45 και 33 στροφών απορροφούν όλο το καχεκτικό μας εισόδημα, παρ' όλο που εκδίδονται με μεγάλη καθυστέρηση και με το σταγονόμετρο στην ελληνική αγορά.

Κορυφαίες δημιουργίες

Για τους πιο ψαγμένους, μερικά βινύλια, αν και απλησίαστα στις τιμές εισαγωγής, αποτελούν σταθμό στην εξέλιξη της μουσικής. Στην Αθήνα, ο Τάσος Φαληρέας μάς ρίχνει στα βαθιά με το «Hot Rats» και το «Trout Mask Replica» του Φρανκ Ζάπα και του Κάπτεν Μπίφχαρτ, που αμφισβητούν όχι μόνο τον χιπισμό, αλλά και το στρογγύλεμα του ροκ.

Αλλά και ο Μάιλς Ντέιβις προκαλεί ρίγη στους «καθαρόαιμους» της τζαζ, συμμετέχοντας με το «Bitches Brew» στην τάση ώσμωσης των «θεμελιακών» μουσικών ρευμάτων που επιχειρούν και οι Blood Sweat and Tears, οι Blind Faith κ.ά., ενώ παραμένουν σταθεροί στη βάση του ρυθμ εντ μπλούζ οι Stones με το «Let it bleed» και η Τζάνις Τζόπλιν με το «Work me Lord» του συμπατριώτη μας Νικ Γκραβενίτη.

Χρειάζεται μεγάλος κατάλογος για να απαριθμήσεις τα σημαντικά ονόματα που παρουσιάζουν κορυφαίες δημιουργίες ή πρωτοεμφανίζονται το 1969. Ενδεικτικά: Φιλ Οκς, Μπομπ Ντίλαν, Νιλ Γιανγκ, Μπράιαν Ινο, Αλις Κούπερ, Μέλανι, Σαντάνα, Στούτζες, Κινκς, Χόλις, Γκρέιτφουλ Ντεντ, Γες, Πινκ Φλόιντ, Αϊρον Μπάτερφλαϊ, Μπιτλς με «Abbey road», Χου με τη «ροκ-όπερα» «Τόμι» και Μπερντς με την μπαλάντα του «Easy rider»! Ακόμα κι ο Φρανκ Σινάτρα, στο αντίπαλο στρατόπεδο, φίλος όλων των κακών, αλλά σπουδαίος ερμηνευτής, επιστρέφει με το κλασικό πλέον «My way». Τι χρονιά!

Ενα σαρωτικό κίνημα λευκών πολιτισμικών αντιρρησιών από διαφορετικές «σχολές» που συμβαδίζει με τους μαύρους που τραγουδούν «Είμαι μαύρος και είμαι περήφανος»: Τζέιμς Μπράουν, Μάρβιν Γκέι, Στίβι Γουόντερ, Αϊσλι Μπράδερς, Οτις Ρέντινγκ, Ρομπέρτα Φλακ και ο νιόφερτος Μπομπ Μάρλεϊ.

Ο Τζόνι Κας τραγουδάει στις φυλακές του Σαν Κουέντιν, οι Σάιμον και Γκαρφάνκελ προβάλλουν ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα με μπαλάντες ενάντια στον πόλεμο και τη φτώχεια και ο Τσάρλι Χέιντεν με τη συμβολή της Κάρλα Μπλέι δημιουργεί έναν από τους πιο πολιτικούς δίσκους στην ιστορία της τζαζ. Και στο Μόναχο ιδρύεται η ECM, που αναδεικνύει την τζαζ σκηνή της Ευρώπης.

Σε αντίθεση με τους νεοεμφανιζόμενους Λεντ Ζέπελιν, που παίζοντας σκληρό ροκ στοχεύουν σε ένα ευρύτερο ακροατήριο, οι MC5, κάτω από την επιρροή του Τζον Σίνκλερ των Λευκών Πανθήρων, με το «Kick out the jams, motherfuckers!», χρησιμοποιούν τον λόγο και τις κιθάρες σαν βέλη ακολουθώντας μοιραία την τύχη του ριζοσπαστικού κινήματος.

Αλλά το ροκ υφίσταται απώλειες και από την κατάχρηση ουσιών: ο Τζίμι Χέντριξ συλλαμβάνεται στον Καναδά και ο Τζορτζ Χάρισον στο Λονδίνο με ναρκωτικά, ο Τζιμ Μόρισον μεθυσμένος δείχνει τα γεννητικά του όργανα στους θεατές της συναυλίας των Ντορς στο Μαϊάμι, η Τζάνις Τζόπλιν μετά βίας τραγουδάει φάλτσα στο Γούντστοκ, ο Ελβις επιστρέφει θριαμβευτικά στη σκηνή με 57 σολντ-άουτ συναυλίες στο Λας Βέγκας, παχύς και στομωμένος από χάπια και αλκοόλ, η Μάριαν Φέιθφουλ πέφτει σε κώμα, ο Μπράιαν Τζόουνς πνίγεται στην πισίνα του από υπερβολική δόση και ο ποιητής της «γενιάς των μπιτ» Τζακ Κέρουακ αφήνει την τελευταία του πνοή σε ηλικία 57 ετών από κίρρωση του ήπατος!

Αισιόδοξα μηνύματα

Ομως, γενικά, ο ενθουσιασμός και η μαζικότητα των συμμετεχόντων με την ποιότητα και πρωτοτυπία της μουσικής και των τεχνών δημιουργούν μια διάχυτη αισιοδοξία. Τα κοινωνικά και πολιτισμικά κινήματα δείχνουν ότι μπορούν να διαμορφώσουν μια εναλλακτική και ευφάνταστη πολιτική, ικανή να διαπεράσει τα στεγανά μιας δημοκρατίας που αφήνει τους πολίτες έξω από τα κέντρα λήψεως των αποφάσεων. Οι 5th Dimension, το 1969, με ένα τραγούδι από το ροκ-μιούζικαλ «Hair» που τραγουδήθηκε όσο κανένα άλλο στον κόσμο, έδωσαν εύγλωττα το στίγμα της ευφορίας!

Ερχεται η εποχή του Υδροχόου... Η ειρήνη και η αγάπη θα κατευθύνουν τους πλανήτες και τ' αστέρια... Αφήστε τον ήλιο να μπει μέσα! *



Του ΣΤΕΛΙΟΥ ΕΛΛΗΝΙΑΔΗ

επιμέλεια Ανδρέας Δηλές



η χρονιά που θ' άλλαζε τον κόσμο

Κυριακή, 26 Ιουλίου 2009 9:50 μμ |

alt


Τη χρονιά που πάτησε ο άνθρωπος στο φεγγάρι, ο πλανήτης Γη βρισκόταν σε αναταραχή. Η Αμερική παλλόταν από μαζικές διαμαρτυρίες ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ, εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου κατέφθαναν στο Γούντστοκ για μια γιορτή «αγάπης, ειρήνης και μουσικής», το αντιπολεμικό κίνημα απλωνόταν από το Τόκιο ώς το Βερολίνο, οι εθνικο-απελευθερωτικοί αγώνες ανθούσαν σε Ασία και Αφρική, ενώ στην Ελλάδα, την τυλιγμένη στον «γύψο», οι εξορίες και οι φυλακίσεις βρίσκονταν στην ημερήσια διάταξη, αλλά στα νυχτερινά κέντρα το κέφι έφτανε στο ζενίθ.... Τι αξίζει να θυμηθούμε από εκείνη την εποχή; Τι μας κληροδότησε μέχρι σήμερα; Ο απολογισμός, στο αφιέρωμα που ακολουθεί.

Το 1969, το κέντρο του κόσμου ήταν η Αμερική. Στην Ελλάδα, με τη χούντα στο φόρτε της, με την ανίσχυρη ακόμα αντίσταση να περιμένει βοήθεια από το εξωτερικό, ο πολιτισμός είχε καθήσει.

Αλλοι στη φυλακή, άλλοι στις εξορίες, άλλοι στο εξωτερικό και οι περισσότεροι στα σπίτια τους, φοβισμένοι και παρακολουθούμενοι. Στους φοιτητικούς χώρους η αντίσταση βρισκόταν σε επίπεδο αναγνωριστικών συζητήσεων στην καφετερία της Ελληνοαμερικανικής Ενωσης, στην οδό Μασσαλίας.

Υπήρχε μια ποπ σκηνή που προσπαθούσε να βγει από την ελαφρότητα της δεκαετίας που μονοπωλήθηκε από τις εφηβικές μιμήσεις των ελληνικών συγκροτημάτων και τη χειραγώγηση των «γιεγιέδων» από τον Νίκο Μαστοράκη και (συμπληρωματικά) τους αδελφούς Καρατζαφέρη, Γιώργο και Σπύρο, που αποστείρωναν τη νέα μουσική από όλα της τα νοήματα περιορίζοντάς την σε μπιτς πάρτι και χαζοχαρούμενες πόζες.

Τα μακριά μαλλιά ήταν απαγορευμένα από το ελληνοχριστιανικό ιδεώδες των συνταγματαρχών και, μαζί με τις μίνι φούστες, ηθικά κατακριτέα από μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Μιας κοινωνίας που έριχνε βιτριόλι στις κοπέλες που αρνούνταν τις προτάσεις των «γαμπρών» και έλυνε με παραθείο τις οικογενειακές διαφορές, με ένα νομικό πλαίσιο που θεωρούσε το σεξ κακούργημα, απειλώντας τους νέους με φυλακή ή γάμο!

Εποχή που οι γονείς στέλνανε τα κορίτσια τους νύφες στην Αυστραλία με άγνωστους «παραλήπτες». Και η Αρχιεπισκοπή τιμωρούσε τον εφημέριο του Αγίου Χαράλαμπου Ιλισίων «γιατί ετέλεσε χίπικον γάμο με μίνι και λουλουδένιες κάλτσες»!

Ηταν όμως η χρονιά που τα πράγματα άλλαζαν. Αποδεσμευόμασταν από τους «ποπ πατέρες», αφήναμε τα μαλλιά μας να μακρύνουν, κονταίναμε τις φούστες και στρεφόμασταν στον Σαββόπουλο, τα Μπουρμπούλια και τους MGC, και κάναμε παρέα με τους χίπι που έφερναν στα Αναφιώτικα της Πλάκας βιβλία του Θορό, ινδικά μυρωδικά, περίεργα τσιγάρα και σλίπιν μπαγκ που δεν είχαμε ξαναδεί, στον δρόμο για τα Μάταλα ή το Κατμαντού.

Στο ελληνικό τραγούδι, παρ' όλο που η λογοκρισία είχε στενέψει πολύ τον κορσέ, έβγαιναν σπουδαία τραγούδια χάρη στον Ζαμπέτα, τον Ακη Πάνου, τον Σπανό, τον Μαρκόπουλο, τον Λοΐζο κ.ά.

Ο Θεοδωράκης εξόριστος στη Ζάτουνα συνέθετε τις Αρκαδίες απομονωμένος στο εσωτερικό αλλά όχι στο εξωτερικό, όπου το «Ζ» του Κώστα Γαβρά σάρωνε τους διεθνείς επαίνους και τα βραβεία στις Κάνες και στα Οσκαρ!

Μουσική - περιβόλι

Σε μια εποχή που η χούντα προσπαθούσε να κατευνάσει το Συμβούλιο της Ευρώπης, το «Ζ» του Βασίλη Βασιλικού με τις μουσικές του Μίκη έφερνε στο παγκόσμιο προσκήνιο τα ανδραγαθήματα του φασιστικού παρακράτους.

Ο Χατζιδάκις, στην Αμερική, συνεργαζόταν με τους New York Rock & Roll Ensemble για να παρουσιάσει το αγγλόφωνο έργο του «Reflections».

Οι ειδήσεις που είχαν σχέση με τον πολιτισμό και την πολιτική ήταν απελπιστικά φτωχές. Οι ερασιτεχνικοί σταθμοί έπαιζαν καλά τραγούδια, αλλά χωρίς επικίνδυνες αναφορές. Οι εκπομπές που έκανα στον «Φοίνικα», στα Πατήσια, κόπηκαν απότομα όταν άρχισα να σχολιάζω τα τραγούδια του Σαββόπουλου και του Ντίλαν.

Ηταν η χρονιά που, μέσα στην ακινησία, κυκλοφορούσε το «Περιβόλι του Τρελλού», με τραγούδια γεμάτα υπονοούμενα και ένα ωραίο χίπικο εξώφυλλο που δεν ταίριαζε πολύ στη φυσιογνωμία του καλλιτέχνη. Ο Σαββόπουλος στο μικρό υπόγειο «Ροντέο» της πλατείας Βικτωρίας, ήταν το ελληνικό αντεργκράουντ που αναζητούσε χώρο ανάμεσα στην καχύποπτη για δυτικότροπα ανοίγματα στον πολιτισμό αριστερά και την τσαρουχομπαρόκ χουντική δεξιά. Ούτε για το Γούντστοκ έγραψαν κάτι οι εφημερίδες.

Όσοι μαθαίναμε αγγλικά ρουφούσαμε τα ξένα περιοδικά που κυκλοφορούσαν σε δύο-τρία κεντρικά περίπτερα και αναζητούσαμε στα βραχέα τους ντιτζέι του Ράδιο Καρολίνα, που εξέπεμπαν πειρατικά από ένα πλοίο αγκυροβολημένο έξω από τα βρετανικά χωρικά ύδατα.

Η ολιγοήμερη απόδραση του Παναγούλη και η σύλληψή του προβλήθηκαν επιδεικτικά από τη χούντα, όπως και οι συλλήψεις των πρώτων αντιστασιακών, ενώ η με πολιτικά κίνητρα αεροπειρατία του γιατρού Τσιρώνη, που διέφυγε στην Αλβανία με αεροπλάνο της Ολυμπιακής, υποβαθμίστηκε. Φαινομενικά ήταν μια σχετικά ήσυχη χρονιά, γιατί ακόμα δεν γινόταν αντιληπτή η υπόγεια ζύμωση απ' την οποία θα ξεπηδούσε το μαχητικό αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα στην αυγή της δεκαετίας του '70 και η επακόλουθη πολιτιστική άνοιξη.

Αναμφίβολα, αν το 1968 είναι η κορυφαία χρονιά της ευρωπαϊκής εξέγερσης, το 1969 είναι της αμερικάνικης. Με δύο βασικές τάσεις, αλληλοσυμπληρούμενες και αλληλοαναιρούμενες, με επίκεντρο τον πόλεμο του Βιετνάμ. Στο Γούντστοκ συναντιούνται όλοι, 400 χιλιάδες ειρηνιστές χίπι και μέλη της νέας αριστεράς. Οι χορτοφάγοι και ψυχεδελικοί από τα κοινόβια του Χέιτ-Ασμπουρι με τα βιβλία του Έσε και του Γουίτμαν στα σακίδια, με τους ακτιβιστές των πανεπιστημίων με μπροσούρες αυτοδιαχείρισης, σε μια υπερμεγέθη γιορτή αγάπης, φιλίας και καλής μουσικής.

Παρόμοιες σκηνές επαναλαμβάνονται από την Ατλάντα και το Τέξας ως το Αϊλ οφ Γουάιτ στη Βρετανία. Ο κόσμος είναι τόσο πολύς και ετερόκλητος, που οι πιο πολιτικοποιημένοι δεν μπορούν να ελέγξουν τις καταστάσεις. Στη συναυλία των Στόουνς στο Αλταμοντ, οι συμμορίες των Αγγέλων της Κολάσεως χτυπούν με μαχαίρια τους θεατές βάζοντας συμβολικά τέλος στην αθωότητα.

Ο Μπόουι ήρθε από το διάστημα

Σε όλα τα πρωτοκλασάτα πανεπιστήμια γίνονται εκδηλώσεις στη μνήμη του Χο Τσι Μινχ που πεθαίνει στο Ανόι και αναπτύσσονται ζωηρά φόρουμ κάτω από τις μεγεθυμένες φωτογραφίες του Τσε και του Μάο. Στο Μπέρκλεϊ κλείνουν βίαια το κέντρο στρατολογίας, στο Χάρβαρντ προσπαθούν να ιδρύσουν αντιπανεπιστήμιο, το Κορνέλ καταλαμβάνεται από ένοπλους Μαύρους Πάνθηρες και φοιτητές του Πρίνστον πιάνουν δουλειά στα εργοστάσια με την εργατική τάξη!

Πραγματική κοσμογονία και στον εναλλακτικό τύπο. Περισσότερες από 150 εφημερίδες με κυκλοφορία δύο εκατομμυρίων αντιτύπων ανατρέπουν τον καθιερωμένο χαρακτήρα της δημοσιογραφίας με τολμηρή γλώσσα, ψυχεδελικά κολάζ και «χειροποίητες» γραμματοσειρές.

Οι αντιπολεμικές δραστηριότητες, οι εξεγέρσεις στα πανεπιστήμια, τα δικαιώματα των γυναικών, μειονοτήτων, ιθαγενών και ομοφυλοφίλων, η πάλη των τάξεων, η νέα λογοτεχνία, η σεξουαλική απελευθέρωση, η κουλτούρα των ναρκωτικών, η αστυνομική βία, τα μουσικά φεστιβάλ, οι δίσκοι και πολλά άλλα θέματα που περνούσαν διαστρεβλωμένα από τα ΜΜΕ, γεμίζουν τις σελίδες του Berkeley Barb, του San Francisco Oracle, του Ramparts και δεκάδων άλλων εντύπων που ανταλλάσσουν ελεύθερα την ύλη τους ως μέλη του Συνδικάτου Αντεργκράουντ Τύπου.

Στα φυλλάδια που μοιράζονται στα πανεπιστήμια κυριαρχούν οι αναφορές στην κουβανέζικη επανάσταση και την πολιτιστική επανάσταση στην Κίνα.

Οι αρνητές στράτευσης που καταφεύγουν στον Καναδά θα φτάσουν τελικά τις 50 χιλιάδες! Παράλληλα, ο Ψυχρός Πόλεμος συνεχίζεται με ένταση. Συμπτωματικά, ο Ντέιβιντ Μπάουι ξεκινάει την καριέρα του με ένα τραγούδι (Space Oddity) που γίνεται τεράστια επιτυχία, αφηγούμενο την ιστορία ενός αστροναύτη που θαυμάζει τη Γη από ψηλά!

Τα βήματα του Νιλ Αρμστρονγκ στη Σελήνη προκαλούν παγκόσμια αίσθηση, φέρνοντας σε ακόμα δυσκολότερη θέση τους Σοβιετικούς, οι οποίοι έχουν προβλήματα στα σινοσοβιετικά σύνορα και στην Τσεχοσλοβακία, που είναι ανάστατη από την εισβολή των τανκ του Συμφώνου της Βαρσοβίας και την αυτοπυρπόληση του φοιτητή Γιάν Πάλακ στην Πράγα.

Αλλά η Αμερική αιμορραγεί. Οι τηλεοπτικές εικόνες με τα φέρετρα των νεκρών στρατιωτών, που ξεπερνούν τους 35 χιλιάδες ώς το τέλος του 1969, βγάζουν στα συλλαλητήρια του Peace Moratorium (15 Οκτωβρίου) δύο εκατομμύρια πολίτες κόντρα στην πολιτική ηγεσία και το στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα.

Ο πρόεδρος Νίξον, ενώ μυστικά εγκρίνει την επέκταση των αεροπορικών βομβαρδισμών στην Καμπότζη, αναγκάζεται να εξαγγείλει τη σταδιακή απόσυρση των στρατευμάτων από το Βιετνάμ, τα οποία έχοντας χάσει το ηθικό τους χάνουν και την υποστήριξη μεγάλης μερίδας συντηρητικών Αμερικανών μετά την αποκάλυψη της σφαγής 109 γυναικόπαιδων στο χωριό Μάι Λάι.

Κατά του απαρτχάιντ

Το αντιπολεμικό κίνημα έχει απλωθεί από το Τόκιο ως το Βερολίνο, επηρεάζοντας την πολιτική και την κουλτούρα σε πολλά επίπεδα, γιατί μαζί του μορφοποιούνται τα κινήματα για το δικαίωμα των γυναικών στην επιλογή, τη σεξουαλική ελευθερία, τη φυσική ζωή και τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων.

Οι διαμαρτυρίες ενάντια στο απαρτχάιντ της Νότιας Αφρικής και της (βρετανικής) Ροδεσίας εξαναγκάζουν τις μητροπόλεις να προχωρήσουν σε αποκλεισμούς των ρατσιστικών καθεστώτων διευκολύνοντας τους αγώνες για την ανατροπή τους. Και η εκλογή της αγωνίστριας των πολιτικών δικαιωμάτων Μπερναντέτ Ντέβλιν στο βρετανικό Κοινοβούλιο και η φυλάκισή της οξύνουν την αντίσταση στην αγγλική κατοχή με συλλαλητήρια και συγκρούσεις, την ώρα που οι απανταχού Ιρλανδοί γιορτάζουν την απονομή του Νόμπελ λογοτεχνίας στον Σάμιουελ Μπέκετ!

Αυτή η μεγάλη αναταραχή δημιουργεί ένα παγκόσμιο πολιτιστικό κίνημα και ένα διεθνές περιβάλλον ευνοϊκό για τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα στην Ασία και την Αφρική. Το 1969, ο Καντάφι ανατρέπει τον βασιλιά Ιντρις στη Λιβύη και ο Αραφάτ εκλέγεται πρόεδρος της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, ενώ, ταυτόχρονα με την παραίτηση του συνδιαμορφωτή της μεταπολεμικής Ευρώπης Ντε Γκολ στη Γαλλία, γίνεται πρωθυπουργός στη Σουηδία ο Ολαφ Πάλμε που θα παίξει σημαντικό ρόλο στο κίνημα ειρήνης μέχρι τη δολοφονία του. *

Του ΣΤΕΛΙΟΥ ΕΛΛΗΝΙΑΔΗ




«το αηδόνι της μαύρης αμερικής»

Σάββατο, 25 Ιουλίου 2009 9:01 μμ |

alt


H  Sarah Vaughan   αποτελεί  έναν από τους παγκόσμιους μύθους της jazz και όχι μόνον. Με την υπέροχη  contraltoφωνή της  που είχε έκταση σχεδόν 4 οκτάβες-μπορεί να μην συγκλόνισε σε ρόλους όπερας το παγκόσμιο κοινό της αλλά επέλεξε να ερμηνεύσει μοναδικά όλα τα αριστουργήματα της jazz και της blues.


Παρακολουθώντας κανείς την πορεία της Sarah Vaughan, είναι εύκολο να διαπιστώσει, ακούγοντας τους δίσκους της, το πόσο αναλλοίωτη παρέμεινε η φωνή της στο πέρασμα του χρόνου.

Από τις αρχές της δεκαετίας του '40, όταν ακόμη ήταν νεαρό κορίτσι 19 χρόνων και τραγουδούσε συνοδεύοντας τον πιανίστα Earl Hines, μέχρι τη δεκαετία του '50, που έκανε εμφανή την παρουσία της με πολλές πετυχημένες εμφανίσεις και ηχογραφήσεις, φτάνουμε στη δεκαετία του '70 χωρίς να αλλάξει στο ελάχιστο το μέταλλο της φωνής της, που αποτελεί ακόμη ένα όργανο στα χέρια του κάθε απαιτητικού διευθυντή ορχήστρας στον χώρο της τζαζ και όχι μόνο, αφού είχε τη δυνατότητα να προσαρμόζει τη φωνή της σε κάθε μουσικό είδος.

Οπως οι φίλοι του ροκ ακόμα ερίζουν για το ποιος είναι καλύτερος μεταξύ των Beatles και Rolling Stones, οι φίλοι της τζαζ χωρίζονται σ' αυτούς που προτιμούν κάποια μεταξύ των Billy Holiday, Ella Fitzgerald και Sarah Vaughan.

Η Sarah Vaughan είχε το χάρισμα της δυνατότητας να αναδεικνύει οποιοδήποτε τραγούδι ερμήνευε και να μετατρέπει ακόμα και το πιο αδιάφορο, σε σημαντικό.

Η δισκογραφία της περιλαμβάνει μεγάλο αριθμό δίσκων συμβάλλοντας τα μέγιστα στη δημιουργία αυτού που αποκαλούμε σύγχρονη τζαζ, και αυτό παρότι συχνά ηχογραφούσε και τραγούδια που ανήκαν στον χώρο της ποπ. Πάντα όμως τη συνόδευε ένα τζαζ τρίο και επανερχόταν στην τζαζ σε όλα τα χρόνια που δραστηριοποιήθηκε στο τραγούδι.

Δεν είναι εύκολο για τους μεταγενέστερους να συνειδητοποιήσουν τη σημασία που έπαιξε ο κάθε καλλιτέχνης στις μουσικές εξελίξεις της εποχής του, υπάρχει όμως μία αόρατη αλυσίδα, η οποία, ειδικά στον χώρο της τζαζ, ενώνει τις φωνές τραγουδιστριών όπως οι Ella Fitzgerald, Billie Holiday, Sarah Vaughan, Carmen McRae και Nina Simone σε μια αλληλένδετη σχέση, με τη μία να μεταφέρει διαδοχικά στην άλλη τη δύναμη της ερμηνείας της και να διαιωνίζει έτσι τη μαγεία που προκάλεσε η φωνή τους με το πρώτο κιόλας άκουσμα.

Η Sarah Lois Vaughan γεννήθηκε στο Newark του Νιου Τζέρσεϊ στις 27 Μαρτίου του 1924 και όπως συμβαίνει συνήθως με όλα τα μεγάλα ταλέντα, άρχισε να μαθαίνει πιάνο από την ηλικία των 7 ετών, ενώ σε ηλικία 12 ετών τραγουδούσε και έπαιζε όργανο σε εκκλησία της περιοχής της. Οι γκόσπελ μελωδίες που τραγουδούσε στην εκκλησία θα επηρεάσουν αρκετά την καριέρα της στη συνέχεια.

Οταν ήταν 18 ετών αποφάσισε να συνοδεύσει στη Νέα Υόρκη τη φίλη της Doris Robinson που πήρε μέρος σε διαγωνισμό τραγουδιού στο θέατρο Apollo στο Χάρλεμ. Η Sarah έπαιξε πιάνο σ' αυτόν τον διαγωνισμό συνοδεύοντας τη φίλη της Doris, αλλά αποφάσισε δύο χρόνια αργότερα να πάρει και η ίδια μέρος στον διαγωνισμό ως τραγουδίστρια. Ετσι ήλθε και η πρώτη αναγνώριση για το ταλέντο της, όταν τραγούδησε το Body and Soul κερδίζοντας το πρώτο βραβείο και μαζί την εκτίμηση του τραγουδιστή Billy Eckstine, ο οποίος μεσολάβησε για να την προσλάβει ο πιανίστας Earl Hines στο συγκρότημά του, όταν την παρακολούθησε το 1943 να ανοίγει για μία εβδομάδα τις εμφανίσεις της Ella Fitzgerald στο Apollo. Οταν το 1944 ο Eckstine έφτιαξε τη δικιά του μπάντα, πήρε την 20χρονη τότε Sarah Vaughan μαζί του.

Από το 1944 μέχρι το 1947 σ' αυτή την πρωτοποριακή μπάντα, που ήταν από τις πρώτες στην κίνηση της bebop, έπαιξαν ονόματα όπως οι Charlie Parker, Dizzy Gillespie, Art Blakey, Budd Johnson και Miles Davis. Αυτές οι συνεργασίες, που έλαβαν χώρα σε μια περίοδο που είχε αρχίσει να υποχωρεί το φαινόμενο της εποχής του σουίνγκ, χάρισαν αρκετές εμπειρίες στη νεαρή τραγουδίστρια, η οποία είχε την ευκαιρία να συνεργασθεί με μερικούς από τους πιο ταλαντούχους μουσικούς της εποχής, που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη συνέχεια.

Αν και τραγουδίστρια, η πρώτη συμμετοχή της σε δίσκο ήταν ως πιανίστρια στην μπάντα του Dizzy Gillespie. Στη συνέχεια ηχογράφησε τα πρώτα της τραγούδια και παρά το γεγονός ότι άρχισαν να παίζονται στο ραδιόφωνο, η Sarah συνέχισε να συμμετέχει σε ηχογραφήσεις τζαζ μουσικών, όπως οι Dizzy Gillespie, Charlie Parker, Lennie Tristano, Clifford Brown, Herbie Mann κ.ά.

Στην περίοδο 1947-48 θα ηχογραφήσει τις δικιές της πετυχημένες ερμηνείες σε γνωστά τραγούδια της εποχής, όπως τα Tenderly, Nature Boy -λόγω της απεργίας των μουσικών στην περίοδο της ηχογράφησης, τη Sarah συνόδευσε μόνο μία χορωδία, χωρίς τη συμμετοχή μουσικών οργάνων- και It's Magic, που ήταν παράλληλα επιτυχία για την Doris Day, έχοντας έτσι παρουσία στον κατάλογο επιτυχιών και κερδίζοντας αρκετούς νέους φίλους.

Η συνεχής βράβευσή της από το περιοδικό Downbeat για την περίοδο 1947-1952, παράλληλα με την αποδοχή από το κοινό των πρώτων της τραγουδιών οδήγησαν στην υπογραφή νέου συμβολαίου με την εταιρεία Mercury, για την οποία θα ηχογραφήσει μερικές από τις μεγαλύτερες ποπ επιτυχίες στην καριέρα της, όπως τα Broken Hearted Melody, Make Yourself Comfortable, How Important Can It Be με την ορχήστρα του Count Basie, Whatever Lola Wants, The Banana Boat Song και Misty. Επίσης θα ξανασυνεργασθεί με τον Bily Eckstine στην επιτυχία τους Passing Strangers.

Το 1949 θα υπογράψει με την εταιρεία Columbia, για την οποία θα ηχογραφήσει 60 τραγούδια συνεργαζόμενη με διευθυντές ορχήστρας, όπως οι Jim Lippman και Hugo Winterhalter

Το 1964, ύστερα από μια περίοδο ηχογραφήσεων για την εταιρεία Roulette, θα επιστρέψει στη Mercury και θα ηχογραφήσει μία σειρά από τζαζ κυρίως άλμπουμ, με παραγωγό σε αρκετά από αυτά τον Quinsy Jones.

Στη δεκαετία του '70 πραγματοποίησε μία εντυπωσιακή επιστροφή και ηχογράφησε μία σειρά από αξιόλογα άλμπουμ σε συνεργασία με σημαντικούς μουσικούς, όπως ο Michel Legrand, τραγούδια του οποίου υπάρχουν στο άλμπουμ της With Micell Legrand σε διεύθυνση ορχήστρας από τον ίδιο. Ο Legrand θα συνεργασθεί μαζί της και στο άλμπουμ Feelin' Good. Το 1974 θα παρουσιάσει μία εντυπωσιακή διασκευή στο Send In The Clowns Send In The του Stephen Sondheim από το μιούζικαλ Α Little Night Music και αρκετοί θα ισχυρισθούν ότι αυτό το τραγούδι θα είναι το σημαντικότερο στην καριέρα της ξεπερνώντας και το Tenderly, που την είχε κάνει γνωστή στο ευρύ κοινό το 1948.

Το 1977 θα αρχίσει να ηχογραφεί για την Pablo και ο δίσκος της Ι Love Brazil θα της χαρίσει την υποψηφιότητα για τα βραβεία Gramy, για την ίδια εταιρεία θα ηχογραφήσει μαζί με τους Oscar Peterson, Joe Pass και Ray Brown, ενώ ο δίσκος της με τραγούδια των Beatles που είχε κυκλοφορήσει για την Atlantic, θα κυκλοφορήσει τελικά το 1981.

Στη δεκαετία του '80 περιορισμένες θα είναι οι ηχογραφήσεις της. Το 1982 θα συμμετάσχει στο άλμπουμ του Barry Manilow 2:00 ΑΜ Paradise Cafe, το 1986 στη νέα μεταφορά του South Pacific στο Μπρόντγουεϊ με τη μορφή όπερας και πρωταγωνιστές τους Jose Carreras και Kiri Te Kanawa, το 1987 θα κυκλοφορήσει το άλμπουμ Brazilian Romance με τραγούδια του Sergio Mendes και το 1989 θα έχει μία μικρή συμμετοχή στο άλμπουμ του Quinsy Jones Back In Black τραγουδώντας ντουέτο με την Ella Fitzgerald. Αυτή θα ήταν και η τελευταία ηχογράφησή της σε στούντιο τελειώνοντας μία καριέρα που είχε αρχίσει ακριβώς πριν από 46 χρόνια, το 1943, τραγουδώντας δίπλα στην Ella Fitzgerald στο θέατρο Apollo του Χάρλεμ.

Στις 3 Απριλίου του 1990 θα αφήσει την τελευταία της πνοή, υποκύπτοντας στον καρκίνο που την ταλαιπωρούσε αρκετό καιρό.


Από τον Γιάννη Πετρίδη

επιμέλεια αρθρου Ανδρέας Δηλές




Μια σύγχρονη ηρωίδα του Dickens

Τετάρτη, 22 Ιουλίου 2009 2:03 μμ |


alt


Η τελευταία φορά που ακούσαμε νέα σύνθεση από την Kate Bush ήταν στα τέλη του 2007 όταν το τραγούδι της Lyra υπήρχε στο σάουντρακ της ταινίας του Chris Weitz Golden Compass (Το Αστέρι του Βορρά) μαζί με τη μουσική που είχε γράψει ο Alexander Desplat.

Στην ταινία έπαιζαν οι Nicole Kidman, Daniel Craig και η Dakota Blue Richards στον ρόλο της Lyra. Το 2005, ύστερα από απουσία 12 ετών, είχε κυκλοφορήσει και τον τελευταίο της δίσκο με τίτλο Aerial.

Η Kate Bush δεν είναι βέβαια η μόνη τραγουδίστρια που έχει επιλέξει να απέχει από τη μουσική επικαιρότητα, όμως είναι από τις ελάχιστες που ο τρόπος ερμηνείας τους διαφέρει από τις περισσότερες γυναικείες φωνές που κυριαρχούν στα μουσικά πράγματα της εποχής μας.

Το 1979 έκανε τη μοναδική της τουρνέ και από τότε οι εμφανίσεις της σε διάφορες εκδηλώσεις είναι μετρημένες στα δάκτυλα του ενός χεριού και έγιναν κυρίως για φιλανθρωπικούς σκοπούς, με την τελευταία από αυτές να γίνεται το 1987 όπου τραγούδησε το Running Up That Hill στο τρίτο Secret Polishman με τον David Gilmour να τη συνοδεύει στην κιθάρα. Χρειάστηκε να περάσουν άλλα 15 χρόνια για να εμφανιστεί σε συναυλία που έκανε στο Royal Albert Hall ο David Gilmour και να τραγουδήσει το Compfertably Numb των Pink Floyd.

Αν προσπαθήσει κανείς να ψάξει τις ρίζες του τρόπου ερμηνείας της, θα πρέπει να ανατρέξει στο πολύ μακρινό παρελθόν, φτάνοντας στον Μεσαίωνα, την κέλτικη μουσική παράδοση και τον συχνά αφηγηματικό τρόπο που τραγουδά, φέρνοντας στη σκέψη μας θεατρικές παραστάσεις της ελισαβετιανής περιόδου.

Παρά την απουσία της όμως, έχει αφήσει κληρονομιά μια σειρά από τραγουδίστριες που έχουν επηρεαστεί αρκετά από τον συχνά παράξενο, ίσως λίγο τρομακτικό (spooky) τρόπο ερμηνείας της.

Ανάμεσα σ' αυτές, οι Sinead Ο'Connor, Tori Amos, Siouxsie Sioux, Joanna Newton, Ρ.J. Harvey, Bjork και άλλες που φλερτάρουν με τον διαφορετικό τρόπο ερμηνείας της. Ανάμεσα στους επηρεασμένους από αυτήν, ανήκουν και άντρες όπως οι Antony and The Johnsons, οι τραγουδιστές των Muse και Coldplay κ.ά.

Αυτοί που βοήθησαν την Kate Bush να κυκλοφορήσει το πρώτο της άλμπουμ σε ηλικία 20 ετών ήταν οι Pink Floyd και ειδικά ο David Gilmour που ήταν φίλος της οικογενείας της.

Η πρώτη εμφάνισή της έγινε με το Wuthering Heighs, τραγούδι που γράφτηκε όταν η Kate ήταν 18 ετών και στο οποίο μας περιέγραφε με τον δικό της τρόπο την ιστορία δύο νέων ανθρώπων, της συνονόματής της Kathrine και του Heathcliff.

Η ρομαντική αυτή υπερφυσική ιστορία με τα καταπιεσμένα αισθήματα, που εκδόθηκε το 1847, ήταν και το μοναδικό μυθιστόρημα της Emily Bronte, που είχε γράψει επίσης αρκετά ποιήματα. Αξιοσημείωτο είναι το ότι η Emily Bronte είχε γεννηθεί στις 30 Ιουλίου όπως και η Kate Bush.

Το 1976 η Bush παρακολούθησε στην τηλεόραση την κινηματογραφική εκδοχή του μυθιστορήματος «Ανεμοδαρμένα ύψη» και τα 10 τελευταία λεπτά της ταινίας την οδήγησαν στο να συνθέσει τη μεγαλύτερη επιτυχία της κατά τη διάρκεια της νύκτας, με το παράθυρο ανοικτό και το φως του φεγγαριού να πέφτει στην κρεβατοκάμαρά της χαρίζοντάς της μοναδική έμπνευση.

Οπως έχει συμβεί και σε άλλες περιπτώσεις, με άλλους καλλιτέχνες, η δισκογραφική εταιρεία της δεν ήθελε σαν πρώτο τραγούδι το Wuthering Heights, γιατί πίστευε ότι ήταν αντιεμπορικό, άλλωστε εκείνη την περίοδο κυριαρχούσε το πανκ. Στη θέση του η ΕΜΙ ήθελε να κυκλοφορήσει το James and the Cold Gun. Τελικά επικράτησε η άποψη της τραγουδίστριας, η οποία κατάφερε μάλιστα να μεταφέρει την κυκλοφορία του, από τον Νοέμβριο του 1977, στον Ιανουάριο του 1978. Αν είχε κυκλοφορήσει τον Νοέμβριο, θα είχε να ανταγωνιστεί το Mull Of Kintyre του Paul McCartney και του συγκροτήματος Wings που, όπως αποδείχθηκε, ήταν αχτύπητο, αφού έγινε το εμπορικότερο τραγούδι στη Βρετανία μέχρι τότε.

Η Kate Bush με την άνοδο του Wuthering Heights θα γίνει η πρώτη σόλο τραγουδίστρια που ανεβαίνει στην πρώτη θέση της Βρετανίας με τραγούδι που γράφει η ίδια, ενώ έναν χρόνο αργότερα και ενώ είχε μεσολαβήσει το Lion Heart, με το τρίτο άλμπουμ της Never For Ever, στο οποίο υπάρχει το γνωστό Babooshka, γίνεται η πρώτη σόλο τραγουδίστρια που θα έχει ένα νούμερο 1 άλμπουμ στο ίδιο τσαρτ.

Η Kate Bush μεγάλωσε σε καλλιτεχνική οικογένεια. Η μητέρα της ήταν χορεύτρια παραδοσιακών χορών της Ιρλανδίας και ο πατέρας της έπαιζε πιάνο. Τα μεγαλύτερα αδέλφια της ήταν ο Paddy, που έφτιαχνε μουσικά όργανα, και ο John, που ήταν ποιητής και φωτογράφος. Η ίδια επηρεασμένη από το περιβάλλον, άρχισε να μαθαίνει πιάνο από 11 ετών και σύντομα άρχισε να γράφει δικά της τραγούδια. Οταν έφτασε τα 15, η οικογένειά της έφτιαξε ένα ντέμο διάρκειας 50' το οποίο απέρριψαν... ως συνήθως όλες οι δισκογραφικές εταιρείες.

Ο David Gilmour ήταν αυτός που τη βοήθησε να βελτιώσει την τεχνική της και την οδήγησε στο να ηχογραφήσει με τον φίλο του Andrew Powell ένα πιο επαγγελματικό ντέμο. Το υλικό παρέλαβε από τον Gilmour το υψηλόβαθμο στέλεχος της ΕΜΙ, Terry Slater, ο οποίος εντυπωσιάστηκε και υπέγραψε αμέσως, θέλοντας ίσως να ευχαριστήσει και τον Gilmour που ήταν μέλος του βασικότερου ίσως συγκροτήματος της εταιρείας εκείνη την εποχή, των Pink Floyd.

Πέρασαν δύο χρόνια χωρίς να ηχογραφήσει, απλά έγραφε τραγούδια και έπαιζε με την ΚΤ Bush μπάντα που είχε φτιάξει, σε διάφορους μικρούς συναυλιακούς χώρους. Τον Αύγουστο του 1977 άρχισε επιτέλους να ηχογραφεί το πρώτο της άλμπουμ.

Το 1982 κυκλοφορεί το Dreaming, άλμπουμ στο οποίο έχει για πρώτη φορά τον απόλυτο έλεγχο στην παραγωγή και ενώ περίμενε αρνητικές κριτικές και ότι θα έγραφαν ότι τρελάθηκε, ο μουσικός Τύπος το θεώρησε αριστούργημα ανοίγοντάς της μάλιστα για πρώτη φορά την αγορά της Αμερικής.

Τον Αύγουστο του 1985, το γνωστό μουσικό περιοδικό ΝΜΕ ανέφερε την Kate Bush στην καθιερωμένη του ενότητα «Πού Είναι Τώρα» θεωρώντας ότι είναι πια ξεχασμένη. Δύο μόλις μέρες αργότερα η Kate Bush εμφανίζεται όμως στην τηλεόραση του BBC και τραγουδά το Running Up That Hill που μαζί με τα Big Sky, Cloudbusting και Hounds Of Love θα γίνουν οι επιτυχίες της από το νέο άλμπουμ Hounds Of Love, του οποίου η δεύτερη πλευρά είχε πάρει τον τίτλο The Ninth Wave από το ομώνυμο ποίημα του Alfred Tennyson.

Το Sensual World είναι ένα ακόμα τραγούδι της από το ομώνυμο άλμπουμ που θα κυκλοφορήσει το 1989 και έχει επηρεαστεί από τη λογοτεχνία, συγκεκριμένα ήθελε να χρησιμοποιήσει ακριβώς ένα απόσπασμα από τις τελευταίες σελίδες της «Οδύσσειας» του James Joyce, που αναφέρεται στη Molly Bloom, χαρακτήρα του βιβλίου, αλλά οι δικαιούχοι δεν της έδωσαν την άδεια, έτσι το διασκεύασε ώστε να μην έχει νομικό πρόβλημα.

Τον Νοέμβριο του 1993 θα κυκλοφορήσει το Red Shoes, άλμπουμ στο οποίο θα συμμετέχουν ονόματα όπως οι Michael Kamen, Eric Clapton, Prince, Gary Brooker και Jeff Beck.

Θα ακολουθήσουν 12 χρόνια σιωπής, ωστόσο το όνομά της θα αναφέρεται κατά καιρούς στα μέσα ενημέρωσης με φήμες για νέο άλμπουμ.

Ο Τύπος συχνά την περιέγραφε ως ένα εκκεντρικό πρόσωπο που ζούσε μόνο του και απέφευγε τους άλλους ανθρώπους, παρομοιάζοντάς τη μερικές φορές με την ηρωίδα του Dickens δεσποινίδα Havisham στις «Μεγάλες προσδοκίες».

Στην πραγματικότητα όμως αυτή είχε επιλέξει να αφοσιωθεί στην ανατροφή του γιου της Albert που γεννήθηκε το 1998 και σαν πατέρα είχε τον κιθαρίστα της Danny McIntosh με τον οποίο και παντρεύτηκε αργότερα.

Τον Νοέμβριο του 2005 θα κυκλοφορήσει επιτέλους καινούργιο άλμπουμ με τον τίτλο Aerial και για μια ακόμα φορά θα πάρει πολύ καλές κριτικές.

Τα τραγούδια της είναι πάντα εμπνευσμένα από διαφορετικές μουσικές πηγές: κλασική μουσική, φολκ, εναλλακτικό ροκ, τζαζ και διάφορα άλλα είδη, όπως η παραδοσιακή μουσική, που την κάνουν μοναδική και κάνουν την αναμονή για κάθε νέα δουλειά της συχνό θέμα συζήτησης στους μουσικόφιλους.


Από τον Γιάννη Πετρίδη




Το τραγούδι είναι πάντα η αφορμή.

Δευτέρα, 20 Ιουλίου 2009 9:01 μμ |

alt

Το τραγούδι είναι πάντα η αφορμή. Μέσα από τους δημιουργούς του αναγνωρίζουμε μόδες, παρέες, στέκια, συνήθειες, τάσεις. Και από τους στίχους του ανασυνθέτουμε αναμνήσεις ή παίρνουμε γεύσεις εποχής. Έλληνες ή ξένοι, οι τροβαδούροι της ζωής μας είναι ένα κομμάτι του παζλ της ταυτότητάς μας, γι΄ αυτό κι έχει ενδιαφέρον να τους δούμε από πιο κοντά. 

«Στην τέχνη και στα όνειρα φρόντισε να πορεύεσαι με το αίσθημα της μοναξιάς. Στη ζωή μάθε να πορεύεσαι με την αίσθηση της ισορροπίας και της κρυφής απόλαυσης» λέει η Πάτι Σμιθ, ανάμεσα στα
 Σκόρπια Λόγια και τις Εξομολογήσεις της.

 Η Πάτι Σμιθ,σαν ένα βιβλίο ανοιχτό και γοητευτικά απόμακρο, αποκαλύπτεται μέσα από τις σελίδες- αυτή τη φορά- του Sketches of Ρain,Εξόριστη στη Λεωφόρο του Rock ΄n Roll (Εκδ. Οξύ, σελ. 

141, 19 ευρώ ), εκεί όπου τη «συναντά» ο Γιώργος Τσελώνης. Το βιβλίο είναι κυρίως μια ανθολογία των στίχων- ποιημάτων που περιλαμβάνονταν στους πρώτους δίσκους της την περίοδο 1974-1990. Μαζί συνεντεύξεις, σημειώσεις και αποσπάσματα από ημερολόγιά της δίνουν ένα δυναμικό «γκρο πλαν» της απίστευτης κυρίας Σμιθ.
 

Πανκ- ροκ και Νέα Υόρκη, Άντι Γουόρχολ, Τομ Βερλέν, Ντίλαν και Μπάροουζ,
Sonic Υouth και Γκίνσμπεργκ ήταν το χαρμάνι της κουλτούρας- μέρος της οποίας και η Πάτι Σμιθ με το έργο της- που κατάφερε τελικά να γυρίσει τον καθρέφτη στην πραγματικότητα. «Οι άνθρωποι έχουν τη δύναμη» τραγουδάει. 

«Είμαι σχεδόν 90/ Όλοι όσοι ήξερα πέθαναν ένας ένας/ εκτός από τον Λέοναρντ. Ακόμα θεάται / να περδικλώνεται με την αγάπη του». (Η Τελική Εξέταση από τον «Θάνατο Ενός Γυναικά»). Ο Λέοναρντ Κοέν, παιχνιδιάρης και αυτοσαρκαστικός, μια πονηρή σκιά ανάμεσα στους κανονικούς, κουραστικούς ανθρώπους. Το
 Λέοναρντ Κοέν- ΗΜουσική του Ξένου είναι μια επιλογή από ποιήματα και τραγούδια του σε μεταγραφή της Λίνας Νικολακοπούλου (Εκδ. Ιανός Μελωδός, 25 ευρώ σελ. 420/ συνεργάστηκε η Δάφνη Αλεξανδρή) 

με κεφάλαια όπως «Το Κουτί με τα Μπαχαρικά της Γης», «Καινούργιο Δέρμα για την Παλιά Τελετή», ο «Θάνατος Ενός Γυναικά», «Είμαι ο Άνθρωπός Σου».
 

Από την κλασική στο ροκ
 τη διαδρομή κάνουν ο Γιάννης Πετρίδης και ο Κώστας Ζουγρής - συνεργάτες σταθεροί καθημερινά 4-5 στο ραδιόφωνο και άνθρωποι της μουσικής ώς το κόκαλο. Στις 352 σελίδες του βιβλίου (Ανατολικός), το «ταξίδι» έχει 900 σταθμούς και άλμπουμ από τον Μπαχ ώς τον Μάιλς Ντέιβις και από τους Βeatlesστην Μπιορκ. Για τον μουσικόφιλο, μια αληθινή περιπέτεια. 

Τα πρόσωπα, οι παρέες, τα στέκια, η ατμόσφαιρα, που σφράγισαν τις νύχτες της Θεσσαλονίκης από το 1985 μέχρι τα πρώτα χρόνια της νέας χιλιετίας, ζωντανεύουν μέσα από την
 Όμορφη Νύχτα (Εκδ. Άγρα, 22 ευρώ ) του συγγραφέα και τραγουδοποιού Θωμά Κοροβίνη. Το κέντρο «Όμορφη Νύχτα»- γνωστή και ως «ναός» μεταξύ των Σαλονικιών- έδινε βήμα σε πολλούς λαϊκούς τραγουδιστές της Θεσσαλονίκης αλλά και κορυφαία ονόματα της εποχής: από τον Στέλιο Καζαντζίδη και τη Σωτηρία Μπέλλου μέχρι τη Μαριάνθη Κεφάλα. 

Η διήγηση του Κοροβίνη συγκινεί γιατί είναι αληθινή. Είναι και ο ίδιος μέλος της ευρύτερης καλλιτεχνικής παρέας της θεσσαλονικιώτικης νύχτας, μοιράζεται μαζί τους την ίδια κουλτούρα για το τι σημαίνει «λαϊκό», αγαπάει (και τραγουδά- ει) την ίδια μουσική, έχει την ίδια αίσθηση χιούμορ. Η
 Όμορφη Νύχτα και τα πρόσωπα που περνούν από ΄κεί σου δίνουν τη γεύση μιας εποχής και μιας κουλτούρας που χάθηκε οριστικά. 

Έτσι κι αλλιώς, στη θέση της «Όμορφης Νύχτας», στην οδό Παπάφη, βρίσκεται πλέον ένα ιντερνετάδικο.
 

Οκτώ μεγάλοι δεξιοτέχνες του μπουζουκιού που συνέδεσαν το όνομά τους με τη σύνθεση ή την εκτέλεση μεγάλων λαϊκών τραγουδιών της δεκαετίας του 1950 είναι το αντικείμενο του βιβλίου
 Οκτώ Λαϊκά Πορτραίτα (έκδοση του περιοδικού «Λαϊκό Τραγούδι», 21,50 ευρώ ) που έκανε ο σολίστας του μπουζουκιού και ερευνητήςΓιώργος Αλτής: ο Δημήτρης Στεργίου (ή Μπέμπης), ο Στέλιος Μακρυδάκης, ο Βασίλης Καραπατάκης, ο Γιάννης Τατασόπουλος, ο Γιώργος Τσιμπίδης, ο Αργύρης Βαμβακάρης, ο Ανέστης Αθανασίου και ο Μανώλης Χιώτης. Μέσα από δημοσιεύματα, συνεντεύξεις ή μαρτυρίες κοντινών τους ανθρώπων έρχεται στο φως η ζωή τους και ταυτόχρονα μια μεγάλη περίοδος του λαϊκού τραγουδιού- τα στέκια του, οι συνήθειές του, το πώς έφτανε στο στούντιο ηχογράφησης, το πώς συμμετείχε στις ελληνικές ταινίες. 

Απόστολος Καλδάρας-
 Αναφορά στη ζωή και το έργο του μεγάλου δημιουργού(Εκδ. Ιανός, 23 ευρώ ) είναι ο τόμος (427 σελ.) που μας παραδίδει ο συγγραφέας (ανιψιός του συνθέτη) Νίκος Χατζηνικολάου. Ένα χορταστικό και καλοφτιαγμένο βιβλίο γεμάτο από σπάνιες φωτογραφίες, παρτιτούρες, χειρόγραφα και στίχους του συνθέτη και των συνεργατών του. Ο Καλδάρας έγραψε πάνω από 1.200 τραγούδια, πολλά από τα οποία έγιναν κλασικά όπως το «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι», «Συ μου χάραξες πορεία», «Άμα θες να κλάψεις κλάψε» κ.ά.), ενώ είναι ο μόνος λαϊκός συνθέτης που άφησε πίσω του και πολλά έντεχνα. Από τη συνεργασία του με τον Πυθαγόρα ξεπήδησε η «Μικρά Ασία» (1972) ενώ από τη συνάντησή του με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο έχουμε τον «Βυζαντινό Εσπερινό». Οι συναντήσεις αυτές, όπως και οι συναντήσεις του με τραγουδιστές, εταιρειάρχες, μουσικούς, μαγαζάτορες, περιγράφονται με γλαφυρότητα δίνοντάς μας μια καλή γεύση για τη ζωή του και τα ήθη της εποχής. Πώς πορεύτηκε η δισκογραφία στην Ελλάδα από τη δεκαετία του ΄20, όταν έκαναν τα πρώτα τους βήματα οι δύο κορυφαίες δισκογραφικές εταιρείες Οdeon και Columbia; Ένα ενδιαφέρον βιβλίο με τίτλο Από τις 78 στροφές στο CD, 80 χρόνια ελληνικής δισκογραφίας (Εκδ. 

Ινστιτούτο Οπτικοακουστικών Μέσων, 11 ευρώ ), γραμμένο από τον
 Γιώργο Νοταρά, φωτίζει με διαφορετικό τρόπο την πορεία της ελληνικής μουσικής βιομηχανίας παρακολουθώντας βήμα βήμα τη γέννησή της, την άνθησή της και τη στασιμότητά της (μέσα το πλαίσιο της γενικότερης πτώσης της βιομηχανίας σε διεθνές επίπεδο). Στην έκδοση αυτή, εκτός από τον ευρύτατο κατάλογο επιλεγμένων ενδεικτικών τίτλων, αναλύονται όλες οι εποχές της δισκογραφίας (πού, πότε και πώς προέκυψαν), τα μουσικά ρεύματα μπαίνουν στο μικροσκόπιο και αναλύονται μέσα από μια κοινωνιολογική οπτική, ο Έλληνας γίνεται κι αυτός αντικείμενο παρατήρησης μέσα από τις επιλογές του. Ένα βιβλίο που με αφορμή τη μουσική πάει πέρα από αυτήν... 


Μυρωδιά βενζίνης, ποτού και καπνού

Σε έναν άλλο μαγικό κόσμο, αυτό του Τομ Γουέιτς, συμβαίνουν επίσης πολλά και αναπάντεχα. Μια road movie σε σελίδες με μυρωδιά βενζίνης, ποτού και καπνού είναι το Τom Waits: 

Αθώος Στα Όνειρά Σου
 (Εκδ. ΚΟΑΝ, 23 ευρώ ). Ο Waits μέσα κι έξω, στο ξέφωτο και στο σοκάκι των περιπλανήσεών του. Waits, δηλαδή χωρίς ταίρι στην Τέχνη του, τόσα και τόσα χρόνια. Στο βιβλίο του Μac Μontandon (σε μετάφραση Α. Καλοφωλιά και Π. Τομαρά, που λειτουργεί απόλυτα στο πνεύμα του «πρωταγωνιστή») ο Γουέιτς «μιλάει» μέσα από συνεντεύξεις, κείμενα, ποιήματα, στίχους, κάνοντάς σε να θέλεις να ξενυχτήσεις μαζί του, ευτυχής που ανακάλυψες το αντίδοτο της ανίας. 



Γράφουν η Μαρία Μαρκουλή και η Χάρη Ποντίδα




«μια ακόμα χαμένη ψυχή»

Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2009 8:27 μμ |

alt


"Η μαμά ήταν 38 όταν πέθανε. Ο μπαμπάς 37. Το ίδιο θα κάνω κι εγώ. Θα φτάσω μέχρι τα 38, 40 το πολύ". Αυτή η συγκλονιστική σε σημείο κυνισμού δήλωση ανήκει στην ίδια την Lady Day, την Πρώτη Κυρία της Τζαζ. Αυτή τη χρονιά συμπληρώνονται 50 χρόνια από τον θάνατό της στις 17 Ιουλίου του 1959.

Η Billie Holiday ανήκε σε μία περιορισμένη κατηγορία τραγουδιστών που μπορούν να ισχυρισθούν ότι η παρουσία τους άλλαξε τον τρόπο ερμηνείας για πολλούς από τους μετέπειτα καλλιτέχνες.

Ηταν 1933 όταν, σε ηλικία μόλις 17 ετών, έκανε τις πρώτες εμφανίσεις της στο Χάρλεμ της Νέας Υόρκης, προσελκύοντας σύντομα όλα τα μεγάλα ονόματα της μουσικής εκείνη την εποχή, που από περιέργεια πήγαιναν να παρακολουθήσουν τη νεαρή μαύρη που η φωνή της έμοιαζε σαν ένα ξεχωριστό μουσικό όργανο.

Την ίδια χρονιά, ο Benny Goodman θα της δώσει πρώτος την ευκαιρία να ηχογραφήσει για την ορχήστρα του τα δύο πρώτα τραγούδια της, που ήταν τα Riffin' The Scotch και Your Mother's Son-In-Low. Από τότε θα περάσουν δύο χρόνια μέχρι να ηχογραφήσει νέα τραγούδια.

Αυτό έγινε το 1935, όταν τη χρησιμοποίησε σαν τραγουδίστρια στην μπάντα του ο Teddy Wilson. Αυτές οι ηχογραφήσεις δεν την έκαναν αμέσως αστέρι, άλλωστε ο τρόπος της ερμηνείας της ήταν αρκετά μπροστά από τις υπόλοιπες τραγουδίστριες της εποχής. Ετσι η συχνή διάθεσή της να ερμηνεύει τραγούδια που οι στίχοι τους ήταν αρκετά απελευθερωμένοι για τα ήθη της εποχής, αποτελούσε εμπόδιο στο να της εμπιστευθούν οι μουσικοί εκδότες τα τραγούδια που ανήκαν στους οίκους τους.

Ο Wilson ήταν τότε ο πιανίστας που έφερνε την αλλαγή στον τρόπο παιξίματος, έναν ρόλο που θα παίξει για τις επόμενες γενιές ο Bill Evans. Αυτή η συνεργασία ήταν από τις κορυφαίες στιγμές για τον χώρο της μουσικής τζαζ και βοήθησε και τους δύο καλλιτέχνες. Ο Bernie Hanighen της εταιρείας CBS ήταν αυτός που έπεισε την εταιρεία του να χρησιμοποιήσει το όνομα της Billie Holiday πρώτο στις ηχογραφήσεις της με την ένδειξη: «Η Billie Holiday και η ορχήστρα της». Σ' αυτήν την ορχήστρα, εκτός του Wilson, έπαιζαν συνήθως άλλα 5-6 άτομα, που ήταν συνήθως γνωστοί μουσικοί. Η Holiday μάλιστα ήταν αυτή που καθιέρωσε το να μπορούν οι μουσικοί να παίζουν σε διάφορες ηχογραφήσεις, χωρίς να δεσμεύονται με αποκλειστικό συμβόλαιο με κάποια εταιρεία, όπως συνηθιζόταν μέχρι τότε.

Επίσης ήταν η πρώτη μαύρη που έπαιξε το 1939 στο κέντρο της Νέας Υόρκης με τη συνοδεία λευκών μουσικών, σε χώρους όπου παράλληλα εμφανίζονταν και λευκές τραγουδίστριες, όπως η Mildred Bailey, με την οποία η Holiday μοιραζόταν τις ίδιες μπάντες για συνοδεία.

Το σημαντικότερο απ' όλα τα κληροδοτήματα που άφησε η μεγάλη μαύρη τραγουδίστρια της τζαζ στις νεότερες φωνές του είδους, είναι το ότι δεν υπάρχει καμία γυναίκα τραγουδίστρια που να μην έχει επηρεαστεί έστω και στο ελάχιστο από τον τρόπο ερμηνείας της. Η Billie Holiday είναι για τις τραγουδίστριες της τζαζ ό,τι είναι για το σαξόφωνο ο Louis Armstrong.

Ακόμα και η μεγάλη Ella Fitzgerald, στη δεκαετία του '30, όταν πρωτοτραγούδησε με την ορχήστρα του Chick Webb, αρχικά ήταν σε δεύτερη μοίρα και χρειάστηκε να μεσολαβήσουν αρκετά γεγονότα στη ζωή της Holiday για να την ανταγωνιστεί στις προτιμήσεις των φίλων της τζαζ. Αυτή τη χρονιά συμπληρώνονται 50 χρόνια από τον θάνατό της στις 17 Ιουλίου του 1959.

Δεν είναι γνωστές πολλές λεπτομέρειες από τα παιδικά της χρόνια, αν και όλοι συμφωνούν στο ότι ήταν ιδιαίτερα δύσκολα. Στην αυτοβιογραφία της, που κυκλοφόρησε το 1956 με τον τίτλο Lady Sings The Blues, μας βοηθάει να ξεκαθαρίσουμε μερικά πράγματα, αλλά όχι τη συνολική εικόνα της ζωής της.

Το πραγματικό της όνομα δεν ήταν ούτε Μπιλι ούτε Χολιντει, αλλά Ελεονόρα Φέιγκαν Γκόου, απόγονος μιας παράνομης επιμειξίας μεταξύ μιας μαύρης σκλάβας κι ενός Ιρλανδού γαιοκτήμονα που την είχε υπό την επίβλεψη του. Οι γονείς της ήταν αντίστοιχα 15 και 17 όταν την απέκτησαν. Άλλα ήθη κι άλλα έθιμα για την Αμερική των μαύρων της εποχής του Μεσοπολέμου. Ο πατέρας της Κλαρενς Χολιντει ηταν κιθαρίστας στην ορχήστρα του Φλετσερ Χεντερσον, πότης και γυναικάς. Εγκατέλειψε την συζυγική εστία άμα τη γεννήσει της μικρής Ελεονόρα, αφήνοντας την στο έλεος της ανεύθυνης μητέρας της Σειντι, η οποία δεν αποτέλεσε και το καλύτερο δυνατό παράδειγμα γι' αυτήν. Η μικρή μεγάλωσε σχεδόν ολομόναχη, ποτέ δεν γνώρισε την αποδοχή και την αγάπη από κανέναν γύρω της και διαμόρφωσε μια προσωπικότητα αφενός αυτόνομη, αλλά εξαιρετικά αυτοκαταστροφική και ευάλωτη.

«Ποτέ δεν είχα την δυνατότητα να παίξω με τις κούκλες όσο ήμουν μικρή. Άρχισα να δουλεύω όταν ήμουν 6 ετών».

 Όταν έφτασε 10 χρόνων, το 1925, ένας γείτονας την βίασε. Το δικαστήριο έδειξε επιείκεια απέναντι του, αλλά όχι απέναντι στη μικρή υιοθετώντας την λογική «γυναίκα (;;;) είναι, εκείνη τον προκάλεσε». Είπαμε, άλλα ήθη, πόσο μάλλον όταν η κατηγορούμενη δεν έχει ίδιο χρώμα δέρματος με αυτό του δικαστή. Το δικαστήριο την έστειλε εσώκλειστη σε ένα Παρθεναγωγείο, το οποίο εγκατέλειψε λίαν συντόμως γιατί η μητέρα της από την Νέα Υόρκη όπου βρισκόταν την διεμήνυσε ότι η οικογένεια χρειαζόταν χρήματα. Η Ελεονόρα κατέληξε -άγνωστο πως- στον οίκο ανοχής της Αλις Ντιν στην γενέτειρα της, την Βαλτιμόρη, προσφέροντας από την τρυφερή κιόλας ηλικία των 12 τις υπηρεσίες της σε κυρίους όλων των φυλών, των εθνικοτήτων και των ηλικιών. Είναι η εποχή που η -σωματώδης και υπερανεπτυγμένη για τα δεδομένα της ηλικίας της -Ελεονόρα υιοθετεί το όνομα Μπιλι, λόγω της αγάπης που έτρεφε για την -λευκή- ηθοποιό του βωβού κινηματογράφου Μπιλι Νταβκαι στα διαλείμματα της δουλειάς της ακούει μανιωδώς τζαζ και ραγκταιμ μουσική στο παλιό γραμμόφωνο. Ενίοτε κάθε Δευτέρα βράδυ που οι οίκοι ανοχής είχαν ρεπό, ανέβαινε στις πίστες των τοπικών νυχτερινών κέντρων, έπαιρνε το μικρόφωνο και τραγουδούσε τα τραγούδια της Μπεσι Σμιθ και της Εθελ Γουοτερς.

Η ζωή της αλλάζει ξαφνικά όταν μετακομίζει στη Νέα Υόρκη και αρχίζει τις οντισιόν σε μικρά και περισσότερο γνωστά κλαμπ του Μεγάλου Μήλου. Ο Μύθος λέει ότι κατά τη διάρκεια μιας ακρόασης της για χορεύτρια στο κλαμπ Pod & Jerry's ο ιδιοκτήτης, απογοητευμένος από τις επιδόσεις τηςάχαρης, πανύψηλης και ευτραφούς 18χρονης, της πρότεινε να τραγουδήσει κάτι μπας και σώσει τα προσχήματα. Τη στιγμή που από το λαρύγγι της βγήκαν οι πρώτες νότες του "Trav'lin All Alone" της πρότεινε αμέσως συμβόλαιο συνεργασίας. Και τότε εμφανίζεται ο Τζον Χαμοντ, αρθρογράφος της Αγγλικής εφημερίδας Μelody Maker και κυνηγός ταλέντων συν τοις άλλοις -και ο ίδιος άνθρωπος που κάποιες δεκαετίες αργότερα ανακάλυψε τον Μπόμπ Ντιλαν και τον Μπρους Σπρινγκστιν. Και την επιλέγει για να τραγουδήσει δίπλα στον ίδιο τον Βασιλιά του Σουίνγκ, τον Μπενυ Γκουντμαν. Είναι το σημείο που αρχίζει η καριέρα της κι επίσημα πια. 

Η εμφάνισή της στο τραγούδι άλλαξε πολλά πράγματα για τη μουσική στη δεκαετία του '30. Αν και η ίδια είχε επηρεαστεί αρκετά από την Bessie Smith, ο τρόπος ερμηνείας της οδήγησε στον απογαλακτισμό των αμερικανών τραγουδιστών από την εποχή του vaudiville και την ερμηνεία που είχε ως βάση το ευρωπαϊκό τραγούδι. Η φωνή της δεν ανήκε στα μπλουζ, άλλωστε από τα εκατοντάδες τραγούδια που ερμήνευσε μέχρι τον θάνατό της, λιγότερα από 10 ανήκαν σ' αυτό το είδος. Παράλληλα δεν ανήκαν κατευθείαν στην τζαζ, πλην του ότι στις ηχογραφήσεις τη συνόδευαν μουσικοί της τζαζ, οι οποίοι μοιραία και την επηρέαζαν με το παίξιμό τους.

Ο τρόπος ερμηνείας της ήταν καθαρά μια δικιά της ξεχωριστή υπόθεση, που με τη σειρά της θα οδηγήσει στην επιρροή καλλιτεχνών όπως η Peggy Lee και ανδρικών φωνών, όπως αυτή του Frank Sinatra, ο οποίος έχει παραδεχθεί με δηλώσεις του την επιρροή της Holiday στον τρόπο ερμηνείας του.

Η Billie τραγουδούσε περισσότερο με αφηγηματικό τρόπο, δίνοντας μικρότερη σημασία στις «δυνατές» ερμηνείες. Το μικρόφωνο τη βοήθησε στο να αξιοποιήσει τις περιορισμένες φωνητικές της δυνατότητες και οδήγησε στην καθιέρωση του τρόπου ερμηνείας των αμερικανών τραγουδιστών που θα επικρατούσε για τις τουλάχιστον τρεις επόμενες δεκαετίες.

Τα 4 πρώτα χρόνια της καριέρας της ηχογραφεί μαζί με τις ορχήστρες του Τεντυ Ουιλσον, του Αρτι Σω, εμφανίζεται στο Apollo Theatre ως πρώτο ονομα στην μαρκίζα και συμμετέχει με τον Ντιουκ Ελινγκτον στην εννιάλεπτη ταινία Symphony In Black, όπου ερμηνεύουν το κλασικό Rhapsody In Negro Life. Ο ρατσισμός όμως ακόμη κι όταν είσαι ένα εδραιωμένο όνομα της τζαζ είναι πανταχού παρών. Η παραμονή της στο διάσημο κλαμπ Famous Door στο πλευρό λευκών μουσικών αποδεικνύεται βραχύβια όταν της απαγορεύουν να συγχρωτίζεται με τους θαμώνες του μπαρ και της επιβάλουν να παραμένει σε χώρο που προορίζεται για άτομα της ίδιας με αυτήν απόχρωσης δέρματος. Ίδια κι απαράλλακτη η κατάσταση και στο Onyx Club που εμφανίζεται το Σεπτέμβριο του 1936 μαζί με τον βιολονίστα Σταφ Σμιθ. Το κοινό υποκλίνεται μπροστά στο ταμπεραμέντο της Μπιλι και ο Σμιθ, θορυβημένος από τις αντιδράσεις του κόσμου και φοβούμενος ότι η νεαρή τραγουδίστρια του κλέβει την παράσταση, την απολύει.

Η ζωή στο δρόμο την δεκαετία του '30 ήταν σκληρή ακόμη και για τον πιο ακούραστο και σκληραγωγημένο άντρα μουσικό. Για μια γυναίκα ήταν ένας εφιάλτης. Για μια μαύρη γυναίκα όμως ήταν κάτι παραπάνω:κόλαση. Ίσως η χειρότερη στιγμή στην καριέρα της ηταν κατά τη διάρκεια της Αμερικανικής περιοδείας της μαζί με τον Καουντ Μπεισι. Άτακτες ώρες παραστάσεων, ανθυγιεινές συνθήκες διαβίωσης, έλλειψη προσωπικού χώρου, ταξίδια με ετοιμόρροπα λεωφορεία σε δρόμους ελληνικού επαρχιακού / νησιωτικού δικτύου. Το μοναδικό καλό πράγμα που συνέβη στη Μπιλι τα τέσσερα αυτά χρόνια ήταν η γνωριμία της με τον καλύτερο της φίλο, τον Λεστερ Γιανγκ, ο οποίος και την έδωσε το παρατσούκλι Lady Day

Η δεκαετία του '40 μπήκε για την Μπιλι με τις καλύτερες προοπτικές: 
όλα τα καμπαρέ της Νέας Υόρκης την ήθελαν για πρώτο όνομα στις πιστές τους, αλλά το Cafe Society ήταν τελικά αυτό στο οποίο έγραψε ιστορία. Ένα πολυτελές κλαμπ στην περιοχή του Μανχάταν, ίσως το μοναδικό το οποίο επέτρεπε να βρίσκονται λευκοί και μαύροι στον ίδιο χώρο και το μέρος όπου για πρώτη φορά ακούστηκε το γνωστότερο τραγούδι της, το "Strange Fruit", ένα κομμάτι-κόλαφος ενάντια στο ρατσιστικό καθεστώς του Αμερικανικού Νότου -κι όχι μόνο. Είναι η εποχή όπου η προσωπική της ζωή βρίσκεται σε μια στοιχειώδη αρμονία και η Μπιλι έβγαινε στη σκηνή με τις χαρακτηριστικές λευκές γαρδένιες να μπλέκονται στα μακριά της μαλλιά υπό τη συνοδεία της ορχήστρας του Φρανκι Νιουτον. Μια πενταετία με σπουδαίες ηχογραφήσεις στην εταιρεία Decca - "Fine and Mellow", "God Bless the Child", "Lover Man", "Don't Explain," "Good Morning Heartache", "Ain't Nobody's Business If I Do,", "Them There Eyes", "Crazy He Calls Me."- αλλά και με πρωτοφανή εμπορική επιτυχία. Πρόλαβε ακόμη και να παίξει στην ταινία New Orleans, στο πλευρό του νεανικού της ειδώλου του Λουις Άρμστρονγκ, υποδυόμενη την μαύρη υπηρέτρια - ρόλος που μετέπειτα παραδέχτηκε ότι καθόλου δεν χάρηκε. Από το σημείο εκείνο κι έπειτα αρχίζει ο προσωπικός, καλλιτεχνικός και εμπορικός της κατήφορος. 

Η δισκογραφική της πορεία διακρίνεται από την πρώτη περίοδο που ηχογραφούσε για την εταιρεία American Recordings Corporation (που εξελίχτηκε στη CBS) και τα διάφορα παρακλάδια της τότε. Σημαντικά τραγούδια αυτής της περιόδου ήταν, μεταξύ άλλων, τα These Foolish Things, All Of Me, God Bless The Child, που είναι ένα από τα λίγα τραγούδια στο οποίο έγραψε η ίδια τους στίχους, Gloomy Sunday, My Man, The Man Ι Love, Body And Soul, Solitude κ.ά.

Ακολούθησε η περίοδος που ηχογράφησε για την εταιρεία Commodore, που ήταν ιδιοκτησία του Milt Gambler. Σ' αυτήν κυκλοφόρησε το αντιρατσιστικό Strange Fruit, που θα δείξει μία άλλη πτυχή του ταλέντου της, παράλληλα όμως θα κάνει πολλούς συντηρητικούς να κρατήσουν αποστάσεις από αυτήν. Ο Gambler, που παράλληλα ήταν και παραγωγός στη μεγαλύτερη εταιρεία MCA, θα την οδηγήσει στο να υπογράψει εκεί και να ηχογραφήσει τα Don't Explain, That Ole Devil Called Love και Good Morning, Heartache, λίγους μήνες πριν από την αποχώρησή της από την Decca. Θα προλάβει να ηχογραφήσει με το είδωλό της, τον Louis Armstrong, το My Sweet Hunk ο 'Trash. Για να ακολουθήσει, τέλος, η εποχή της Verve με τραγούδια όπως το Lady Sings The Blues και ερμηνείες της σε πολλά γνωστά κλασικά τραγούδια της αμερικανικής μουσικής ιστορίας.

Ο εθισμός της σε ναρκωτικά, αλκοόλ και το γεγονός ότι κάπνιζε δύο πακέτα τσιγάρα την ημέρα δεν στάθηκαν εμπόδιο στο να παραμείνει αξέχαστη για τους φίλους τής μουσικής 50 χρόνια μετά τον θάνατό της.

Ήταν λίγο πολύ μόδα στο κύκλωμα των μουσικών της τζαζ η χρήση μαριχουάνας και λοιπών απαγορευμένων ουσιών. Το τέλος του πόλεμου βρίσκει τον Αμερικανικό υπόκοσμο απόλυτα εξοικειωμένο με ένα νέο ναρκωτικό, την ηρωίνη. Η Μπιλι δεν ήθελε και πολύ για να ενδώσει στον πειρασμό της δοκιμής, παρασυρμένη ίσως κι από την ταραχώδη προσωπική της ζωή. Βλέπετε, ο γάμος της με τον Τζιμι Μονρο είχε λήξει και ο άνθρωπος, ο οποίος λίγο μετά θα γινόταν δεύτερος σύζυγος της, ο τρομπετίστας Τζο Γκαι, ήταν για τα καλά χωμένος στο νέο αυτό ναρκωτικό. Η εξάρτηση της όσο πήγαινε και μεγάλωνε. Το Εθνικό Γραφείο Για Τα Ναρκωτικά ήταν καλά ενήμερο για το γεγονός αυτό και το Μάιο του 1947 η Κύρια συλλαμβάνεταιστη Φιλαδέλφεια για κατοχή ηρωίνης και καταδικάζεται σε δεκάμηνη φυλάκιση -χωρίς αναστολή. Το χειρότερο δεν είχε έρθει ακόμη: το μητρώο της είχε ένα βαθύ μελάνωμα που της απαγόρευε την είσοδο της σε όλα τα κλαμπ και τα καμπαρέ της Νέας Υόρκης. Η Πρώτη Κύρια δεν είχε μέρος να τραγουδήσει. Πάλι καλά που βρέθηκε στο δρόμο της ο Τζον Λεβυ, ιδιοκτήτης του Ebony Club και κατόρθωσε να αποσπάσει από τις αστυνομικές αρχές την πολυπόθητη άδεια να εμφανιστεί στο μαγαζί του. 

Όταν όμως το επόμενο έτος οι Ομοσπονδιακοί πράκτορες την έπιασαν 
επ' αυτοφώρω στο ξενοδοχείο της την στιγμή που κάπνιζε όπιο, το πήρε καλά απόφαση ότι δεν πρόκειται να ξανανέβαινε στο σανίδι, τουλάχιστον στην πατρίδα της. Η ευρωπαϊκή περιοδεία της το 1954 ήταν ίσως η τελευταία αξιοπρεπής παράσταση ενώπιον κοινού. Οι ηχογραφήσεις της στην νέα δισκογραφική της στέγη, την θρυλική Verve δεν έχουν την ποιότητα προηγούμενων στιγμών της. Αποπροσανατολισμένη από τη ρήξη με το σύζυγο της, την εξάρτηση της και τον ολοένα κι αυξανόμενο αλκοολισμό της, πέρασε μια σύντομη αναλαμπή με το "Fine and Mellow" του 1957 αλλά το τελευταίο της άλμπουμ Lady in Satin αποκαλύπτει την 43χρονη Μπιλι να ακούγεται σαν 73, να μασάει σχεδόν τις συλλαβές και αρκετές φορές να καταρρέει εν ώρα ηχογραφήσεων. 

Πέθανε τη Παρασκευή 17 Ιουλίου 1959 στο Δωμάτιο 6Α12 του Ξενοδοχείου Μετροπολιταν της Νέας Υόρκης. Στο πόδι της βρέθηκε δεμένο ένα σεβαστό χρηματικό πόσο, το οποίο είχε εισπράξει λίγες ώρες νωρίτερα από ένα ατζέντη ο οποίος θα είχε δικαίωμα να εκδώσει την αυτοβιογραφία της
Μπιλι Χολιντει: ανήλικη πόρνη, αλκοολική. ηρωινομανής, μεγάλη φωνή. Προπαντός όμως μια ακόμη χαμένη ψυχή.

 

Από τον Ανδρέα  Δηλέ



πηγη :  Η Κυρία Τραγουδάει Τα Μπλουζ, Εκδόσεις Άγρα, μτφ. Ιουλία Ραλλίδη

 


Ενας τροβαδούρος με στιλ, κοντά μας

Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2009 9:27 μμ |

alt

Την Τρίτη το βράδυ στο Θέατρο Βράχων του Βύρωνα θα παρακολουθήσουμε ένα λάιβ με... στυλ. Ερχεται πρώτη φορά στην Ελλάδα ο Πολ Γουέλερ, κομψός, ακόμα και τώρα που έχει πατήσει τα πενήντα.


 

Πολ Γουέλερ«Πάντοτε μ' ενδιέφερε ολόκληρο το πακέτο. Ο τρόπος που κουρεύομαι, ο ήχος μου, το στυλ του ντυσίματός μου», λέει. Αυτό το στυλ είναι, άλλωστε, που χαρακτηρίζει και τις τρεις διαφορετικές περιόδους της καριέρας του.

*Στην πρώτη, στα πανκ χρόνια της δεκαετίας του 1970, έπαιζε με τους Jam. Ηταν βασικά ένα συγκρότημα νιου γουέιβ. Αλλά είχαν κερδίσει την εκτίμηση του πανκ κοινού χάρη σε τραγούδια όπως «That's Entertainment» και «Going Underground». Τρεις συμμαθητές τούς απάρτιζαν και, όπως έγραφαν τα έντυπα της εποχής, η συμμετοχή τους στο γκρουπ ήταν απολύτως ισότιμη. Θεωρητικά, όμως. «Υπήρχαν τρεις άνθρωποι στους Jam και σίγουρα οι δύο από αυτούς δεν ήταν Πολ Γουέλερ», παραδεχόταν, τότε, ο μπασίστας του συγκροτήματος Μπρους Φόξτον.

Οι Jam διαλύθηκαν σχετικά γρήγορα, το 1982, πρόλαβαν όμως να πάρουν τον άτυπο τίτλο του πιο καλοντυμένου συγκροτήματος του νιου γουέιβ, αναβιώνοντας ταυτόχρονα το mod κίνημα της δεκαετίας του 1960 με τα στενά κοστούμια, τις γραβάτες και τις Βέσπες.

*Ο ενδυματολογικός κώδικας του Πολ Γουέλερ άλλαξε μαζί με τον ήχο του επόμενου γκρουπ του, των Style Council. Επώνυμες μάρκες, πανάκριβα παλτά, επίσημα ντυσίματα. Πιο φλατ πράγματα, όπως και η μουσική του συγκροτήματος, ένας είδος λευκής σόουλ χωρίς ιδιαίτερο βάθος. Οχι πως οι Style Council δεν είχαν και τους δικούς τους, φανατικούς, οπαδούς. Τους είχαν.

*Η τρίτη περίοδος της καριέρας του Πολ Γουέλερ τον βρίσκει μόνο του επί σκηνής. Βουτάει, πια, στα μπλουζ της δεκαετίας του 1960, αρέσκεται να παίζει ήχους σόουλ, φανκ ή ρυθμ εν μπλούζ. Και κυκλοφορεί μερικούς εξαιρετικούς δίσκους, περισσότερους από είκοσι, που τον καθιστούν έναν από τους πιο σημαντικούς τραγουδοποιούς της Μεγάλης Βρετανίας.

Το τελευταίο του CD «22 Dreams» κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες και πήγε κατευθείαν στο Νο 1 των πωλήσεων της Βρετανίας. «Είναι ένα εκλεκτικό άλμπουμ, μια και το κάθε τραγούδι είναι διαφορετικό από τα υπόλοιπα», σημειώνει. «Νιώθω πιο ώριμος από ποτέ και περισσότερο ελεύθερος να πειραματιστώ με τη μουσική μου».



ΔΗΜ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ


 


«Mια σταθερή αξία στο χώρο της μουσικής»

Κυριακή, 12 Ιουλίου 2009 1:07 μμ |

alt


Αν υπήρχε χρηματιστήριο μουσικής, μία από τις πιο σταθερές αξίες στο πέρασμα του χρόνου θα ήταν το Blues Rock, που από την πρώτη εμφάνισή του, στις αρχές της δεκαετίας του '60, μέχρι και σήμερα κερδίζει συνεχώς νέους φίλους, χωρίς απαραίτητα να κυκλοφορούν νέα ονόματα στον χώρο.

Ο βρετανός μουσικός Chris Barber στα μέσα της δεκαετίας του '50 ήταν αυτός που άρχισε να προσκαλεί στην πατρίδα του μαύρους αμερικανούς καλλιτέχνες των μπλουζ, όπως οι John Lee Hooker και Muddy Waters, οι οποίοι εμφανίζονταν στις συναυλίες του. Την ίδια εποχή, στην μπάντα τού Barber συμμετείχαν λευκοί Βρετανοί μουσικοί, όπως οι Cyril Davies και Alexis Corner, που έπαιζαν μπλουζ από τις αρχές της δεκαετίας του '50 και είχαν ήδη δημιουργήσει έναν πυρήνα με φανατικούς θαυμαστές. Στις αρχές της δεκαετίας του '60 οι δύο μουσικοί εγκαταλείπουν τον Chris Barber και μαζί με τον νεαρό Brian Jones φτιάχνουν την μπάντα που ονόμασαν Blues Incorporated.

Οι Blues Incorporated άναψαν το φιτίλι μιας φλόγας που απλώθηκε σε ολόκληρη τη Βρετανία και με αλματώδη ρυθμό, μέσω της απήχησης που είχαν στη συνέχεια συγκροτήματα όπως οι Rolling Stones, στους οποίους προσχώρησε ο Brian Jones, έκαναν τα μπλουζ ένα είδος θρησκείας για τους μουσικόφιλους. Από την ίδια μπάντα μέσα σε έναν χρόνο, το 1961, θα περάσουν ονόματα όπως οι Charlie Watts (Rolling Stones), Art Wood, Ronnie Jones και Long John Baldry.

Ο Graham Bond ήταν επίσης από τα βασικά μέλη των Blues Incorporated και με την αποχώρησή του έφτιαξε τους Graham Bond Organization μαζί με τους Jack Bruce και Ginger Baker, οι οποίοι αργότερα έφτιαξαν με τον Clapton τους Cream.

Η μουσική των Rolling Stones, που ήταν η πρώτη μπάντα που ασχολήθηκε με τα μπλουζ κερδίζοντας αμέσως σχεδόν τη φήμη, ήταν ένα κράμα του μπλουζ που έπαιζαν ονόματα όπως οι Muddy Waters και Slim Harpo, σε συνδυασμό με το ρυθμ εντ μπλουζ του Chuck Berry.

Δεκάδες συγκροτήματα εμφανίστηκαν μετά την επιτυχία των Stones· από τα πιο γνωστά, ήταν οι Yardbirds, μέλος των οποίων ήταν ο Eric Clapton, ο οποίος όμως αποχώρησε όταν το συγκρότημα έκανε μια μικρή στροφή προς την ποπ και πήγε στους Bluesbrakers του John Mayall, μια μπάντα η οποία στη συνέχεια θα φιλοξενήσει την αφρόκρεμα των βρετανών μουσικών του είδους, όπως ο Peter Green, που αργότερα θα γίνει μέλος των Fleetwood Mac, ο John McVie, ο Jack Bruce των Cream, στη συνέχεια, και ο Mick Taylor, που θα αντικαταστήσει τον Brian Jones στους Rolling Stones μετά τον θάνατο του τελευταίου κάτω από αδιευκρίνιστες ουσιαστικά συνθήκες.

Συγκροτήματα όπως οι Animals, με τους Eric Burdon, Alan Price, οι Who στα πρώτα τους βήματα, οι Them του Van Morrison, οι Chicken Shack, συγκρότημα της Christine McVie, η οποία προσχώρησε αργότερα στους Fleetwood Mac, οι Ten Years After, με τραγουδιστή τον Alvin Lee, το συγκρότημα του Jeff Beck, οι Savoy Brown, οι Taste με τον Rory Gallagher, είναι μερικοί από τους λευκούς Βρετανούς που παρουσίασαν στην πατρίδα τους τα μπλουζ που έπαιζαν οι αμερικανοί μουσικοί του μπλουζ, όπως οι Muddy Waters, Howlin' Wolf, John Lee Hooker, Jimmy Reed, Lead Belly, Robert Johnson κ.ά.

Στα τέλη της δεκαετίας του '60, τη σκυτάλη θα πάρουν οι Led Zeppelin, των οποίων αρκετά τραγούδια ήταν και συνθέσεις Αμερικανών από τον χώρο του μπλουζ, και οι Free, που θα εξελιχθούν στη συνέχεια στους Bad Co.

Στην Αμερική, από το 1963, ο κιθαρίστας Lonnie Mack έπαιζε ορχηστρικά κομμάτια στο ύφος που αργότερα θα ονομασθεί Blues Rock.

Συγκροτήματα όπως οι Butterfield Blues Band, που φτιάχτηκαν από τον 16χρονο Mike Blomfield και τον Paul Butterfield σε μια προσπάθειά τους να μιμηθούν τους μαύρους μουσικούς που κυριαρχούσαν στην πόλη που γεννήθηκαν, το Σικάγο, έφεραν ξανά κοντά στα μπλουζ μεγάλο μέρος της αμερικανικής νεολαίας, με τη διαφορά ότι τώρα τα μπλουζ έγιναν η αγαπημένη μουσική και των λευκών. Οι Canned Heat από το Λος Αντζελες, που τα βασικά μέλη τους, ο Bob Hite και ο Alan Wilson ήταν από τους μεγαλύτερους συλλέκτες μπλουζ δίσκων και κατάφεραν να συνδυασθούν τέλεια με το είδωλό τους από το Detroit, τον John Lee Hooker και να ηχογραφήσουν μάλιστα και δίσκο μαζί του, και ο Johnny Winter θα ανοίξουν τον δρόμο για καλλιτέχνες όπως ο Jimi Hendrix, που με την κιθάρα του θα βοηθήσει τα μέγιστα την ανάπτυξη του είδους. Περίπου στην ίδια περίοδο, οι Doors θα συμπεριλαμβάνουν συχνά τραγούδια από τον χώρο των μπλουζ σε δίσκους και συναυλίες τους σ' έναν πρωτότυπο συνδυασμό, αφού σε δίσκους τους υπήρχαν τραγούδια των Howlin' Wolf και Willie Dixon μαζί με σύνθεση των Kurt Weil και Bertolt Brecht. Αλλο ένα συγκρότημα που αρχικά εντυπωσίασε ήταν οι Big Brother and The Holding Company, που είχαν για τραγουδίστρια την Janis Joplin, η οποία με την απήχηση που είχαν τα τραγούδια της στο κοινό, θα βοηθήσει στο να περάσει ο ήχος και στην επόμενη δεκαετία.

Αυτός ο ήχος θα έχει και συνέχεια επηρεάζοντας συγκροτήματα όπως οι AC/DC.

Η επιτυχία του Blues Rock οδήγησε σε νέα παρακλάδια, όπως το Southern Rock, με συγκροτήματα όπως οι Allman Brothers, οι Lynyrd Skynyrd, και θα επηρεάσει σημαντικά το χαρντ ροκ μέσα από ονόματα όπως οι Aerosmith, που θα συνδυάσουν τα μπλουζ και το χέβι μέταλ στα τραγούδια τους, στον δρόμο που είχαν ανοίξει οι Led Zeppelin, Foghat από την Αγγλία, ο Gary Moore από τη Βόρεια Ιρλανδία, οι Mountain με μέλη από ΗΠΑ και Καναδά, οι Whitesnake από τη Βρετανία, όπως και ο κιθαρίστας Robin Trower, ο οποίος μετά την αποχώρησή του από το συγκρότημα των Procol Harum θα ασχοληθεί με το μπλουζ ροκ, οι αμερικανοί κιθαρίστες George Thorogood, Steve Ray Vaughan, Joe Walsh, ο οποίος αρχικά ήταν μέλος των James Gang, στη συνέχεια έκανε προσωπική καριέρα, για να γίνει, τέλος, βασικό μέλος των Eagles, και οι Ζ.Ζ. Top.

Από τα ονόματα που εμφανίστηκαν τα τελευταία 20 χρόνια και είχαν καλή παρουσία στον χώρο θα πρέπει να αναφερθούν οι: Black Crowes, Joe Bonamassa, Chris Duarte, ο Kenny Wayne Shepherd, οι Black Keys, ο τυφλός κιθαρίστας Jeff Healey, ο οποίος πέθανε πριν από μερικούς μήνες, και βέβαια ο Jack White με τα συγκροτήματά του White Stripes και Raconteurs, των οποίων ο ήχος έχει αρκετά κοινά στοιχεία με το είδος.


Από τον Κώστα Ζουγρή

Επιμέλεια άρθρου Ανδρέας Δηλές




"Ρε συ φίλε ήταν πραγματικά ο Trane...

Πέμπτη, 9 Ιουλίου 2009 9:58 μμ |

alt


"Ο άντρας που κατηφορίζει βιαστικά τον δρόμο έχει επιβλητικό ανάστημα και φωτεινό βλέμμα, η θήκη με το σαξόφωνο είναι το μοναδικό του φορτίο, το βήμα του ταχύ προδίδει ότι κατευθύνεται σε επείγοντα προορισμό.  Λίγο πιο κάτω δύο άστεγοι είναι ξαπλωμένοι στο πεζοδρόμιο ανταλλάσσοντας που και που καμιά κουβέντα ενώ μοιράζονται ένα μπουκάλι κρασί.  Ο άντρας που κατηφορίζει και αυτοί οι δύο αντιλαμβάνονται ο ένας τον άλλον την ίδια στιγμή. "Κοίτα" λέει ο ένας, "λες να είναι ο...", "Δε λέω τίποτα" μουρμουρίζει ο άλλος, "Πέρνα μου το ποτό". 
Ο άντρας με τα φωτεινά μάτια εστιάζει για λίγο το βλέμμα του και στους δύο, φαίνεται ότι νιώθει γι' αυτούς συμπόνια και έγνοια, τραβάει το πορτοφόλι του και βάζει από ένα χαρτονόμισμα στο χέρι του καθένα, αμέσως μετά συνεχίζει βιαστικός το δρόμο του.  Ο άστεγος που είχε μιλήσει πρώτος κοιτάζει το χαρτονόμισμα και λέει με θλιμμένη φωνή "Ρε συ φίλε ήταν πραγματικά ο 
Trane... μου έδωσε ένα δεκάρικο! Κι εγώ που θα θελα να του κάνω αμέτρητες ερωτήσεις...για τη μουσική...".  
Έτσι περιγράφει ο βιογράφος του ο 
JCThomas μια αντιπροσωπευτική σκηνή της καθημερινότητας του Coltrane.



Από τις σημαντικότερες φιγούρες της σύγχρονης τζαζ, μαζί με τους Miles Davis και Charles Mingus, ο John Coltrane πρόλαβε στα 41 χρόνια της ζωής του να μας αφήσει δείγματα της μεγαλοφυΐας του σε δεκάδες από τους δίσκους του και να διδάξει τους νεότερους με τον μοναδικό ήχο του στο τενόρο σαξόφωνο.

Ο ήχος της μουσικής του ήταν χαρακτηριστικός και πολλοί τον θεωρούσαν εκκεντρικό, κάτι που συνέβη άλλωστε και με τους φίλους του Miles Davis και Thelonius Monk, με τους οποίους είχε συνεργαστεί αρκετές φορές.

Ο Coltrane γεννήθηκε στο Hamlet της Βόρειας Καρολίνας στις 23 Σεπτεμβρίου του 1926 και άρχισε να μελετά μουσική στην ηλικία των 15 ετών. Αργότερα και αφού υπηρέτησε για δύο χρόνια τη θητεία του στο Ναυτικό στο νησί της Χαβάης, είχε την ευκαιρία να παίξει σε ναυτικές μπάντες και να εξασκήσει το ταλέντο του. Με το τέλος της θητείας του άρχισε να παίζει με ονόματα όπως οι King Colax, Eddie Vinson, Dizzy Gillespie, Earl Bostic και Johnny Hodges.

Το 1955 προσχωρεί στο κουιντέτο του Miles Davis, όπου και παραμένει για ενάμιση χρόνο. Παράλληλα είχε αρχίσει να συνεργάζεται με το κουαρτέτο του Thelonius Monk.

Μετά την αλλαγή δισκογραφικής εταιρείας για τον Miles Davis, ο οποίος πήγε στην Columbia και αποφάσισε να απομακρύνει τον Coltrane από την μπάντα του λόγω των σχέσων που είχε με τα ναρκωτικά, η Prestige του προτείνει προσωπικό συμβόλαιο και αρχίζει να ηχογραφεί άλμπουμ με τη δικιά του μπάντα.

Ο Coltrane επιστρέφει στη Φιλαδέλφεια και καταφέρνει να απεξαρτηθεί· έτσι, έναν χρόνο αργότερα, ο Davis τον ξανακαλεί στην μπάντα του (το 1958) και παραμένει σ' αυτήν μέχρι και το 1960, παίζοντας στο σεξτέτο του Davis μαζί με τον άλτο σαξοφωνίστα Cannonbal Adderley. Από τα άλμπουμ αυτής της περιόδου ξεχώρισε το Kind Of Blue, στο οποίο ο Coltrane έδωσε μια άλλη διάσταση στη free jazz.

Βαθιά θρησκευόμενο άτομο, η θρησκεία άλλωστε τον βοήθησε να απεξαρτηθεί από τα ναρκωτικά, ο Coltrane αφοσιώθηκε στη μουσική και στην προσπάθεια να βελτιώσει τις επιδόσεις του σ' αυτήν παρουσιάζοντας σημαντικά άλμπουμ.

Το 1958 θα παρουσιάσει στην εταιρεία Prestige το άλμπουμ Giant Steps, που είναι το πρώτο που ηχογράφησε αποκλειστικά με δικές του συνθέσεις και αρκετές από αυτές καθιερώνονται ως κλασικές στον χώρο της τζαζ (Naima, Countdown και Mr. Ρ.C., που είναι αφιερωμένο στον μπασίστα του Paul Chambers) και τον βοηθούν στο να μπορέσει σύντομα να σταθεί μόνος του μουσικά. Ετσι το 1960 αποφασίζει να εγκαταλείψει την μπάντα του Miles Davis.

Στην ιστορία της τζαζ έχουν ξεχωρίσει αρκετοί καλλιτέχνες τα τελευταία 70 χρόνια, αρκετοί από αυτούς όμως που έφτασαν στην κορυφή, συχνά είχαν στα τραγούδια τους τη συμμετοχή γνωστών τραγουδιστών της εποχής, χωρίς βέβαια αυτό να μειώνει στο ελάχιστο το μέγεθος του ταλέντου τους. Ο John Coltrane, όμως, και ο Miles Davis επέλεξαν να μιλάνε γι'αυτούς τα πνευστά όργανα που είχαν διαλέξει να παίζουν και πράγματι είχαν την ικανότητα να τα κάνουν να μιλούν τη δικιά τους γλώσσα.

Η μουσική προσφορά του ταυτίζεται για πολλούς με αυτή των Louis Armstrong και Charlie Parker, οι οποίοι επηρέασαν με την πορεία τους το σύνολο της τζαζ στο πέρασμα του χρόνου.

Εχουν περάσει 42 χρόνια από τον θάνατό του κι όμως η επιρροή του στη μουσική αντί να μειώνεται, αυξάνεται χρόνο με τον χρόνο και οι επανεκδόσεις στα άλμπουμ του έχουν σταθερό ρυθμό προσελκύοντας όλο και περισσότερους νέους φίλους και δικαιώνοντας αυτούς που τον χαρακτηρίζουν ως την απάντηση της τζαζ στη μεγαλοφυΐα του Beethoven. Ανεξαρτήτως του πόσο βάσιμος είναι ένας τέτοιος ισχυρισμός, δύσκολα κάποιος θα αρνηθεί τη συνεισφορά του Coltrane στη σύγχρονη μουσική σκηνή, παρά το σύντομο αναλογικά με άλλους χρονικό διάστημα που ηχογράφησε πριν από τον αναπάντεχο χαμό του.

Αρκετές από τις συνθέσεις που ηχογράφησε ανήκαν σε άλλους δημιουργούς, όμως ο τρόπος που τις ερμήνευσε έκανε πολλούς να αναφέρουν το My Favorite Things, π.χ., του Coltrane σαν να επρόκειτο για δικιά του σύνθεση και όχι για διασκευή στο τραγούδι του Richard Rodgers. Στη διάρκειας 14' διασκευή του ο μεγάλος μουσικός ενσωματώνει όλες τις εμπειρίες του από τα ακούσματα που είχαν από τη μουσική της Μέσης Ανατολής αυτός και οι συνεργάτες του εκείνη την περίοδο Yusef Lateef και Eric Dolphy· όλοι τους εκτιμούσαν ιδιαίτερα τους ήχους της Αφρικής και της Ασίας.

Το ανοικτό μυαλό του τον βοηθούσε να παρακολουθεί από κοντά όλους τους σύγχρονους συνθέτες συμφωνικής μουσικής του 20ού αιώνα, όπως οι Stravinsky, Schoenberg, Ravel και Webern, ενώ άκουγε επίσης ήχους από χώρες του Τρίτου Κόσμου και έχει ηχογραφήσει άλμπουμ με μουσική επηρεασμένη από την Αφρική.

Στα 12 χρόνια που δραστηριοποιήθηκε στη μουσική ηχογράφησε περίπου 50 άλμπουμ. Από αυτά ξεχωρίζουν περισσότερο -και παράλληλα υπάρχει η δυνατότητα στην πλειονότητά τους να βρεθούν στην ελληνική αγορά- τα: Blue Train του 1957 και η μοναδική του ηχογράφηση για την Blue Note. Στο άλμπουμ συμμετέχουν οι Lee Morgan τρομπέτα, Curtis Fuller τρομπόνι, Kenny Drew πιάνο, Paul Chambers μπάσο και Philly Joe Jones ντραμς, περιλαμβάνει τέσσερα δικά του κομμάτια και μία διασκευή του στο Ι'm Old Fashioned του Jerome Kern.

Τα άλμπουμ Giant Steps και My Favorite Things, που ηχογράφησε για την εταιρεία Atlantic στη χρονική περίοδο 1960-61, άλλαξαν το πρόσωπο της τζαζ και χάραξαν νέους δρόμους για τους άλτο σαξοφωνίστες στον χώρο. Στο Giant Steps το ομώνυμο κομμάτι εξελίσσεται προοδευτικά και πραγματοποιεί αυτό που υποδηλώνει και ο τίτλος του. Σ' αυτή την περίοδο ο Coltrane άκουγε αρκετά μουσική από την Ινδία και την Αφρική και αυτά τα ακούσματα τον οδήγησαν στο να χρησιμοποιήσει δύο ντράμερ, τους Art Taylor και Jimmy Cobb. Στο My Favorite Things ο Coltrane παίζει τενόρο και για πρώτη φορά σοπράνο σαξόφωνο συνοδευόμενος από τους McCoy Tyner πιάνο, Steve Davis μπάσο και Elvin Jones ντραμς.

Το 1965 κυκλοφορεί το Α Love Supreme, ένα άλμπουμ που διεκδικεί με αξιώσεις τον τίτλο του καλύτερου στον χώρο της μουσικής τζαζ. Συμμετέχουν οι Elvin Jones ντραμς, που παίζει σαν να έχει τέσσερα χέρια, McCoy Tyner πιάνο και James Garrison μπάσο. Ο Coltrane, που παίζει τενόρο σαξόφωνο, αφιέρωσε το Α Love Supreme στην υπέρτατη δύναμη, τον Θεό, που τον βοήθησε να ξεφύγει το 1957 από τα ναρκωτικά.

Μέσα στην ίδια χρονιά ακολουθεί το Ascension, στο οποίο παίζουν μαζί του οι Freddy Hubbard και Dewey Johnson τρομπέτα, Marion Brown και John Tchicai άλτο σαξόφωνο, Pharoah Sanders και Archie Shepp τενόρο σαξόφωνο, McCoy Tyner πιάνο, Art Davis και Jimmy Garrison μπάσο και Elvin Jones ντραμς. Ο ίδιος ο Coltrane παίζει τενόρο σαξόφωνο και τα σόλο του εναλλάσσονται με αυτά των Sanders και Shepp.

Γι' αυτούς που αναζητούν κάτι περισσότερο, ιδανική λύση αποτελούν οι ειδικές εκδόσεις με αρκετά cd μαζί, όπως το The Heavyweight Champion: The Complete Atlantic Recordings, που περιλαμβάνει και τα 7 άλμπουμ που ηχογράφησε για την Atlantic μαζί με ανέκδοτο υλικό. Αυτή η περίοδος ήταν από τις πιο δημιουργικές στην καριέρα του. Για τις ηχογραφήσεις του στην Impulse υπάρχει το Α John Coltrane Retrospective: The Impulse Years.

Τον Ιούλιο του 1967, ο Coltrane θα πεθάνει από καρκίνο στο συκώτι, πάθηση που για πολλούς οφειλόταν στη χρήση της ηρωίνης που έκανε στη δεκαετία του '50.


Από τον Κώστα Ζουγρή

επιμμέλεια άρθρου Ανδρέας Δηλές




Αυτοκαταστροφικές πορείες και λατρεία σε διαστάσεις θρησκευτικής υστερίας

Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2009 6:23 μμ |

alt


Αυτοκαταστροφικές πορείες, αμφεταμίνες και ναρκωτικά, ποτάμια αλκοόλ, ζωή στα άκρα, ο ξαφνικός θάνατος και η λατρεία των οπαδών που αποκτά διαστάσεις θρησκευτικής υστερίας

Ελβις Πρίσλεϊ, Τζίμι Χέντριξ, Τζιμ Μόρισον, Τζάνις Τζόπλιν, Κερτ Κομπέιν και τώρα Μάικλ Τζάκσον. Εξι ήρωες μιας κουλτούρας που σφραγίζει την ποπ και τη ροκ μουσική της εποχής μας και που δεν είναι άλλη από την κουλτούρα της αυτοκαταστροφής. Μύθοι που καίγονται, αυτοπυρπολημένοι, για να τροφοδοτήσουν με τις θεαματικές τους «εξόδους» τη θεολογία του ποπ ειδώλου. Στο φόντο η ταινία του Νίκολας Ρέι «Επαναστάτης χωρίς αιτία», του 1955, στην οποία ο εκτυφλωτικά νέος ήρωας Τζέιμς Ντιν ενσαρκώνει το αξίωμα: «Ζήσε γρήγορα, πέθανε νέος».

Ο βασιλιάς Ελβις
Είναι ίσως η μόνη περίπτωση με την οποία μπορεί να συγκριθεί άμεσα ο Μάικλ Τζάκσον. Δεν είναι τυχαίο το προσωνύμιο «βασιλιάς» και για τους δύο τραγουδιστές. Ελάχιστα φαντάζομαι είναι αυτά που δεν έχουν ειπωθεί για τον Πρίσλεϊ, αν και μέσα στα 32 χρόνια που έχουν περάσει από τον θάνατό του εκατοντάδες ιστορίες, πολλές από αυτές φανταστικές, έχουν δει το φως της δημοσιότητας. Ο Πρίσλεϊ είχε την ευλογία-κατάρα να είναι ο πρώτος πραγματικά μεγάλος ροκ σταρ. Μπορεί ο Σινάτρα να είχε ήδη στο ενεργητικό του αρκετή επιτυχία, αλλά οι υστερίες, οι μιμήσεις και όλα τα φαινόμενα που εδραίωσαν το ροκ σταρ σίστεμ γεννήθηκαν με αυτόν. Η επιτυχία τεράστια από την αρχή, με μια αλυσίδα Νο 1 τραγουδιών που ξεκίνησε με το περίφημο «Ηeartbreak Ηotel». Στα αρχεία του FΒΙ αναφέρεται ως «απόλυτος κίνδυνος για την ασφάλεια των ΗΠΑ». Οι χορευτικές κινήσεις που τόσο λατρεύτηκαν από το κοινό θεωρούνταν προκλητικές για τη νεολαία και πως περιείχαν στοιχεία αυτοερωτισμού και διάθεση σύγχυσης των δύο φύλων. Οι πωλήσεις ταυτόχρονα εκτοξεύονταν στα ύψη- υπολογίζεται ότι ως σήμερα έχει πουλήσει πάνω από ένα δισεκατομμύριο δίσκους. Η παραμονή στην κορυφή όμως δεν διαρκεί για πάντα και μια οι αποτυχημένες ταινίες του, μια η αλλαγή στο μουσικό τοπίο με την εμφάνιση των Μπιτλς και των Ρόλινγκ Στόουνς, ο Πρίσλεϊ έβλεπε τον θρόνο του να ταλαντεύεται. Στρατός, διαζύγιο με την Πρισίλα, comeback άλλοτε επιτυχημένα και άλλοτε λιγότερο επιτυχημένα, συνθέτουν την εικόνα των τελευταίων χρόνων. Μετατρέπεται σε έναν υπέρβαρο κιτς τροβαδούρο που με τα χαβανέζικα ή σέβεντις κοστούμια του προσπαθεί να στρέψει πάνω του τα φώτα της δημοσιότητας. Παράλληλα με την κακή διατροφή συνδυάζει και τη συνταγογραφημένη ή όχι χρήση φαρμάκων που τον μετατρέπουν σε ένα ερείπιο που με το ζόρι καταφέρνει να σταθεί στα πόδια του στην τελευταία περιοδεία του το 1977, ακυρώνοντας τη μια συναυλία και αδυνατώντας να τραγουδήσει στην άλλη. Πέθανε στην Γκρέισλαντ από καρδιακή προσβολή, σε ηλικία 42 ετών, όμως το σώμα του είχε ήδη μετατραπεί σε ένα πολυφαρμακείο όπου βασίλευαν οι αμφεταμίνες και οι δεξτροαμφεταμίνες. 

Ο απόλυτος κιθαρίστας
Ισως ο μεγαλύτερος κιθαρίστας όλων των εποχών και σίγουρα μια από τις προσωπικότητες της σύγχρονης μουσικής με τη μεγαλύτερη επιρροή σε πολύ ευρύ φάσμα της μουσικής, ξεκινώντας από τη ροκ και καταλήγοντας στην τζαζ. Στα τέσσερα χρόνια που διήρκεσε η καριέρα του, εφηύρε νέες τεχνικές για τη στερεοφωνική ηχογράφηση στο στούντιο και βεβαίως έφτασε την τεχνική της κιθάρας στα ύψη με τη χρήση στο μέγιστο των ενισχυτών, αλλά και των παραμορφωτών. Η εικόνα του ως ροκ συμβόλου εδραιώθηκε μέσα από τις συγκλονιστικές εμφανίσεις του στα Φεστιβάλ του Μόντερεϊ, Γούντστοκ και της νήσου Γουάιτ. Η σχέση του με τα ναρκωτικά διαρκής και οι συλλήψεις του επεισοδιακές, όπως εκείνη στο αεροδρόμιο του Τορόντο τον Μάιο του 1969 για κατοχή μεγάλης ποσότητας ηρωίνης και χασίς. 

Τις πρώτες πρωινές ώρες της 18ης Σεπτεμβρίου του 1970 ο Χέντριξ βρέθηκε νεκρός στο Λονδίνο από αιτίες που μέχρι και σήμερα μένουν αδιευκρίνιστες. Το προηγούμενο βράδυ το είχε περάσει σε ένα πάρτι και στη συνέχεια τον πήγε στο σπίτι της ο τελευταίος του έρωτας, η γερμανίδα ζωγράφος Μόνικα Ντάνεμαν,στο Νότινγκ Χιλ. Σύμφωνα με την ιατροδικαστική εξέταση, πέθανε λίγο αργότερα από ασφυξία λόγω της αναρρόφησης που έπαθε έχοντας πιει μεγάλες ποσότητες κόκκινου κρασιού. Η Ντάνεμαν είχε δηλώσει επίσης ότι κάποιος της είχε κλέψει τα υπνωτικά χάπια που είχε στην τσάντα της και ότι ο Χέντριξ ήταν ζωντανός όταν τον μετέφερε στο σπίτι της για να κοιμηθεί. Η Αστυνομία όμως και το ασθενοφόρο λένε στις αναφορές τους ότι δεν ήταν κανένας στο σπίτι όταν έφτασαν και πως ο Χέντριξ ήταν ντυμένος. Ο φίλος
του Ερικ
 Μπάρντονέσπευσε πάλι να δηλώσει πως επρόκειτο για αυτοκτονία. 


Το λευκό κορίτσι με τη μαύρη φωνή

Η Τζάνις Τζόπλιν θα παραμείνει για πάντα το πρότυπο της ροκ τραγουδίστριας και δεν είναι τυχαίο που όλοι συγκρίνουν την πορεία τής Εϊμι Γουάινχαουζ με τη δική της. Ο Μπι Μπι Κινγκ την είχε περιγράψει ως «το θλιμμένο κορίτσι με τη χρυσή καρδιά και την αγγελική φωνή». Η Τζόπλιν ήταν μοναδική όχι μόνο γιατί είχε την πιο εκφραστική μαύρη φωνή που ακούσαμε ποτέ από λευκή τραγουδίστρια, αλλά και γιατί ήταν η πρώτη που παρουσίασε τη γυναίκα ροκ σταρ ως ανεξάρτη το θηλυκό που μπορεί να βγει μπροστά στην αρένα τής τότε ανδροκρατούμενης ροκ σκηνής, μακριά από το μοντέλο της γατούλας που λάνσαραν οι περισσότερες τραγουδίστριες ως τη δεκαετία του 1960. Η αυτοκαταστροφή όμως ήταν το άλλο στοιχείο που τη χαρακτήριζε. Η εξάρτησή της από την ηρωίνη ξεκίνησε το 1969 και είναι γνωστό ότι ξόδευε 200 δολάρια την ημέρα προκειμένου να προμηθευτεί τη δόση της. Με το ζόρι κατάφεραν να την κρατήσουν καθαρή στην ηχογράφηση του πρώτου σόλο άλμπουμ της «Ι Got Dem Οl΄ Κozmic Βlues Αgain Μama!», όχι όμως και στις ζωντανές εμφανίσεις που ακολούθησαν, όπως το Γούντστοκ όπου εμφανίστηκε στη σκηνή έχοντας μόλις πάρει τη δόση της, συνδυάζοντάς τη με αρκετό αλκοόλ. Και σίγουρα δεν κατάφεραν να τη σταματήσουν από τη μοιραία δόση της 4ης Οκτωβρίου του 1970, όταν μάταια την περίμεναν στο στούντιο για την ολοκλήρωση του δεύτερου άλμπουμ της «Ρearl». Ο υπεύθυνος των συναυλιών της Τζον Κρουκ τη βρήκε στο Landmark Μotor Ηotel, όπου διέμενε από τον Αύγουστο, νεκρή, έχοντας πάρει υπερβολική δόση. Ηταν μόνο 27 ετών!  


Ο ποιητής του ροκ
Ο άλλος βασιλιάς, ο «βασιλιάς σαύρα», ήταν το απόλυτο αυτοκαταστροφικό σύμβολο της ροκ μουσικής. Με το συγκρότημά του, τους Doors, έγραψαν ένα ξεχωριστό κεφάλαιο, αφού η μουσική τους δεν καταχωρίζεται σε κάποιο συγκεκριμένο χώρο, με αυτή την τόσο επιτυχημένη μείξη μπλουζ, ροκ και καμπαρέ- και κυρίως λόγω των στίχων του Μόρισον που θα αποτελούν αλφαβητάρι για όσους κάνουν τα πρώτα βήματά τους στον θαυμαστό ροκ κόσμο, όσα χρόνια και αν περάσουν. Ο ποιητής της ροκ είχε ιστορικό όσον αφορά την επιθετική του συμπεριφορά προς τις Αρχές, με συλλήψεις για χρήση ναρκωτικών και προσβολή της δημοσίας αιδούς για την επίδειξη των γεννητικών οργάνων του επί σκηνής. Επιθετικός ήταν και στη στιχουργική του, αλλά πολύ ευαίσθητος για όσους τον ήξεραν από κοντά, προτίμησε στο απόγειο της καριέρας των Doors, το 1971, να παρατήσει τα πάντα και να ζήσει στο Παρίσι, όπου περνούσε τη μέρα του παρατηρώντας την αρχιτεκτονική της πόλης που λάτρευε ή ηχογραφώντας με μουσικούς του δρόμου. Είχε πια παχύνει αρκετά και είχε αφήσει μακριά γένια δημιουργώντας μια εικόνα εντελώς διαφορετική από εκείνη του σεξ συμβόλου των τελών της δεκαετίας του 1960. Στις 3 Ιουλίου της ίδιας χρονιάς βρέθηκε νεκρός στο μπάνιο του από τη γυναίκα με την οποία είχε σταθερή σχέση σε ολόκληρη σχεδόν την ενήλικη ζωή του, τηνΠάμελα Κούρζον.Επειδή δεν βρέθηκαν στοιχεία εγκληματικής ενέργειας, σύμφωνα με το γαλλικό Δίκαιο δεν ήταν απαραίτητη η νεκροτομή. Ως αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης, μέσα στα χρόνια που ακολούθησαν δόθηκαν δεκάδες διαφορετικές ερμηνείες για τον θάνατό του, με πιο διαδεδομένες εκείνες πε ρί εισπνοής ηρωίνης από τη μύτη αντί κοκαΐνης και του εγκεφαλικού. Βεβαίως, πολλοί από τους χιλιάδες που συρρέουν στο μνήμα του στο Παρίσι κάθε χρόνο πιστεύουν ότι δεν έχει πεθάνει και πως αυτό ήταν ένα τρικ για να αποφύγει διά παντός τη δημοσιότητα και να αλλάξει ταυτότητα. 

Η αναβίωση του παλιού εφιάλτη
Ο θάνατος τουΚερτ Κομπέιντο 1994 φάνηκε στην αρχή σαν μια μακάβρια φάρσα. Σαν ένα κακόγουστο αστείο από το παρελθόν που ήλθε να προστεθεί στην αλυσίδα των ροκ σταρ που δεν άντεξαν το βαρύ φορτίο που έφεραν στους ώμους τους. Ο Κομπέιν με τους Νirvana, αν εξετάσουμε την προσφορά τους από μουσικολογικής πλευράς, συνέθεσαν τρία εξαιρετικά άλμπουμ, αλλά μέχρι εκεί. Αυτό που τους διαφοροποίησε ήταν ότι κατάφεραν με το στιλ που λάνσαραν και τους στίχους του Κομπέιν να δώσουν στίγμα σε μια ολόκληρη γενιά, πείτε τη Generation Χ ή όπως αλλιώς θέλετε, ο Κομπέιν να γίνει ο εκπρόσωπός της, και κυρίως να επαναφέρουν στο ροκ τη χαμένη αίγλη του, την οποία έχασε στην ιλουστρασιόν δεκαετία του 1980. Ηταν εκείνοι που επανέφεραν και πάλι την ελπίδα σε μια γενιά λέγοντάς τους ότι είναι αυτοί που μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα και πως το ροκ δεν χρειάζεται τίποτε περισσότερο από μια κιθάρα, ένα μπάσο, ντραμς και μια φωνή και πως στις συναυλίες αρκούσε να καταθέσεις την ψυχή σου και μόνο χωρίς την ανάγκη εντυπωσιακών σόου. Καταπιεσμένος από αυτό το βαρύ φορτίο, εξαρτημένος από τις ναρκωτικές ουσίες, έχοντας ξεκινήσει από 13 ετών με μαριχουάνα και στην πορεία έχοντας δοκιμάσει σχεδόν τα πάντα, και έχοντας στο πλάι του μια ακόμη πιο αυτοκαταστροφική προσωπικότητα όπως είναι ηΚόρτνι Λαβ, ο Κομπέιν θέλησε να ξεφύγει από όλα αυτά, να αφοσιωθεί στη μουσική του και για λίγο φάνηκε ότι θα τα κατάφερνε. Στις 8 Απριλίου η σορός του βρέθηκε στο σπίτι του στη λίμνη Ουάσιγκτον από έναν ηλεκτρολόγο που πήγε εκεί προκειμένου να επισκευάσει τα συστήματα ασφαλείας. Εκτός από το ελάχιστο αίμα που κυλούσε από αφτί του δεν φαινόταν κάποιο τραύμα και ο ηλεκτρολόγος πίστεψε ότι απλώς ήταν πεσμένος, αλλά όταν πλησίασε είδε το πιστόλι δίπλα από το μάγουλό του. Παραπέρα υπήρχε ένα ιδιόχειρο σημείωμα που έγραφε:«Δεν έχω νιώσει τη διέγερση που μου προκαλούσε το να ακούω και να δημιουργώ μουσική,μαζί με το πραγματικό γράψιμο...,εδώ και πάρα πολλά χρόνια» . Σύμφωνα με τον ιατροδικαστή ο Κομπέιν ήταν νεκρός τουλάχιστον τρεις ημέρες προτού βρεθεί και είχε πάρει πριν πεθάνει μια μεγάλη ποσότητα ηρωίνης και χαπιών Βάλιουμ. Ηταν μόνο 27 ετών και αυτός και το τραγούδι του «Smells Like Τeen Spirit» έγινε ο ύμνος για μια ολόκληρη γενιά. 

Το κλαμπ των 27ρηδων
Οι περιπτώσεις των Χέντριξ, Τζόπλιν, Τζιμ Μόρισον, αλλά και του ιδρυτικού μέλους των Ρόλινγκ ΣτόουνςΜπράιαν Τζόουνς έχουν ενταχθεί εδώ και χρόνια στο ανεπίσημο κλαμπ εκείνων που έχουν πεθάνει στην ηλικία των 27 ετών. Το ενδιαφέρον με τους παραπάνω είναι ότι πέθαναν με μικρή χρονική διαφορά ο ένας από τον άλλο, με εξαίρεση το νεοφερμένο μέλος, τον Κερτ Κομπέιν. Στο βιβλίο «Ηeavier Τhan Ηeaven» η αδελφή του αρχηγού των Νirvana αναφέρει πως ο Κομπέιν έλεγε συχνά ότι ήθελε να γίνει μέλος στο «Κλαμπ των 27ρηδων». Λέγεται μάλιστα ότι βρέθηκε, στα τέσσερα από τα πέντε μέλη του κλαμπ, εκτός του Κομπέιν δηλαδή, και ένα λευκός αναπτήρας πάνω τους όταν πέθαναν. 


του ΣΑΚΗ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ




"Κι ύστερα μου μιλάς για καλοκαίρια..."

Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2009 0:04 πμ |


alt

Απαντώντας στο σχετικό ερώτημα θα υποστήριζα ότι η δεκαετία του '60 βρήκε την Ελλάδα σ' ένα παράξενο σταυροδρόμι. Τα πολιτικοκοινωνικά δρώμενα είχαν κορυφώσει τις αντιθέσεις τους, το σύστημα πρωτοφανέρωνε επί της ουσίας τις εσωτερικές αντιφάσεις του, τα πολύχρονα μοτίβα του δουλέματος του λαού από τους εξουσιαστικούς διαχειριστές της κοινωνικής του ύπαρξης είχαν αρχίσει να ξεθωριάζουν, με πρώτο άξονα τη φθορά της μοναρχίας.

Παράλληλα, στον πνευματικό χώρο, είχε ωριμάσει πια η μεταπολεμική προσέγγιση που έγινε αμέσως μετά την απελευθέρωση απ' τη γερμανική κατοχή, από μια ομάδα φωτισμένων αστών που, βλέποντας πως η πατρίδα έπρεπε να ξαναβρεί πρόσωπο και ταυτότητα, στηρίχτηκε στις παραδομένες αξίες και στο θεματολόγιο του ανέκαθεν διαχρονικού Ελληνισμού, συνδέοντας τη λαϊκή δημιουργία με το πλαίσιο της προοδευτικής σκέψης.

Οι διανοούμενοι αυτοί είχαν επαφή με τη διεθνή πληροφορία και τις αποδομητικές ανακατατάξεις που δημιούργησαν εκπληκτικά και πρωτοφανή πολιτιστικά δρώμενα, τόσο στην Αμερική, κυρίως με το Μπιτ Τζενερέισιον, όσο και στην Ευρώπη, που προετοίμαζε τον ιστορικό Μάη του '68 στα πανεπιστήμια και τη γενικότερη έκρηξη νέων ιδεών, στις ανοιχτές πιάτσες της πολιτιστικής ζύμωσης και των φιλελεύθερων ανοιγμάτων της δεκαετίας του '60. Με πρωτεύοντες στόχους το Παγκόσμιο Φιλειρηνικό Κίνημα, την κοινωνική απελευθέρωση των τότε μειονοτήτων, (γυναίκες, μαύροι, μικρά παιδιά, ομοφυλόφιλοι, κ.λπ.), την προώθηση του αυτόνομου λόγου και την αμφισβήτηση της πλαστικοποιημένης υπερκατανάλωσης, κυρίως μέσα από το Κίνημα των Παιδιών των Λουλουδιών. Μέγα ρεύμα ανατροπής παλαιών αξιών, ρεύμα ενός δημιουργικού νεοανθρωπισμού εξορύχτηκε από τις επαναστατικές εκδηλώσεις των Αμερικανών και Ευρωπαίων δημιουργών.

Μια σειρά λοιπόν από ομοειδή αντανακλαστικά συμπαρομαρτούντα ακολούθησε και στην Ελλάδα, τη δημιουργική αυτή πανδαισία, με πρωτεργάτες τους μεγάλους ποιητές μας. Οπου ο Ολύμπιος Νίκος Γκάτσος τροφοδότησε με τις σπάνιας ακρίβειας και θεωρητικής μετάγγισης πληροφορίες του τους πάντες και τα πάντα, από το ιστορικό τραπεζάκι του, στου "Ζωναρά", την ώρα που ο Σεφέρης προσέγγιζε με ιδιαίτερο σεβασμό τον "Ερωτόκριτο", ενώ οι αριστεροί ποιητές της άλλης όχθης, με προεξάρχοντα φυσικά τον Ρίτσο, δίνανε τη μάχη της κοινωνικοποίησης του ποιητικού μηνύματος, όπως τη ζητούσε εξάλλου και η ατμόσφαιρα της εποχής.

Παράλληλα, η καταλυτική παρουσία του Κάρολου Κουν, που δίδαξε σύγχρονη θεατρική προπαίδεια, άνοιξε το δρόμο στη θεατρική γνωριμία του μεγάλου κοινού με το σύγχρονο ελληνικό έργο αλλά και το θησαυρό της αρχαίας κλασικής παρακαταθήκης. Από κοντά ο Τσαρούχης (ακούμπησε στο Θεόφιλο Χατζημιχαήλ), ο Καμπανέλλης (μας έμπασε στο ρεαλιστικό θέατρο), ο Μόραλης, ο Χατζηκυριάκος Γκίκας, ο Σολωμός, ο πατριάρχης του "νέου κύματος" ο Αλέξανδρος Πατσιφάς και τόσοι ακόμα, σημαντικοί και ιδιαίτεροι Έλληνες, όλων των χώρων παραγωγής πολιτισμού.

Ταυτόχρονα λοιπόν, οι Διόσκουροι του έντεχνου τραγουδιού, Χατζιδάκις -Θεοδωράκης, απέναντι και μαζί πάντοτε, δίπλα δίπλα και αντίθετοι, ανταγωνιστικά συμπληρωματικοί, τροφοδότησαν μεγάλες μάζες κοινού και ιδιαίτερα το μαχόμενο κομμάτι της φοιτητιώσας νεολαίας με το πρωτότυπο, προοδευτικό και εν πολλοίς πρωτοποριακό υλικό που εμφάνισαν. Ο Χατζιδάκις πήρε στα χέρια του το ρεμπέτικο, ο Θεοδωράκης πλησίασε το Βυζάντιο και στηριγμένος στους μεγάλους ποιητές άνοιξε τους κρουνούς μιας τεράστιας σε σημασία μουσικής ανατροπής των μέχρι τότε κρατούντων. Ως αποτέλεσμα είχαμε την εμφάνιση των σπουδαίων επιγόνων της πρώτης γενιάς, Μαρκόπουλου, Ξαρχάκου, Λεοντή, Μούτση, Σπανού, Λοΐζου και άλλων, στο "Νέο Κύμα", που διανυκτέρευσε στις μπουάτ όπου ο Σαββόπουλος (ο Έλληνας Μπομπ Ντίλαν της εποχής, ραψωδός μέχρι τα μπούνια), η Αρλέτα, ο Χουλιαράς δώσανε καινούργια τραγούδια με κοινωνικό μήνυμα υπαρξιακής αναζήτησης στον τότε φοιτητή.Οι μπουάτ, με πρωτοπόρο τους τον αείμνηστο Γιώργο Μπουκουβάλα ("Τιπούκειτος"), περάσανε στα χέρια του Γιάννη Αργύρη με τις ιστορικές του "Εσπερίδες" και αργότερα και άλλων ανιματέρ. Εκεί φιλοξενήθηκαν όλοι οι μεγάλοι ποιητές, όλοι οι σημαντικοί στιχουργοί, όλοι οι ιδιαίτεροι δημιουργοί. Οι ερμηνευτές των Χατζιδάκι - Θεοδωράκη και των άλλων περάσανε οι περισσότεροι από τις μπουάτ, με το δικό τους υλικό ταλέντου ο καθένας. Η έλευση της χούντας των συνταγματαρχών και τα έντονα γεγονότα που προηγήθηκαν, διαδηλώσεις για το Κυπριακό, πορείες ειρήνης, δολοφονίες Λαμπράκη - Πέτρουλα, "τροφοδότησαν", κατά ένα ιστορικό οξύμωρο, αγωνιστικά την πολιτιστική άνοιξη της δεκαετίας του '60 στην Ελλάδα! Εδώ θα κάνω μια τολμηρή παρατήρηση: Το μόνο "θετικό", εντός εισαγωγικών πάντα, στον πνευματικό χάρτη της Ελλάδας του '60-'70, ήτανε το αναγκαστικό σπάσιμο των στεγανών και των διευθυντηρίων της εποχής. Οι "στρούγκες" διαλύσανε, ένας άνεμος ελεύθερης αγωνιστικής πνοής φύσηξε σε όλους μας. Φανταστείτε να είχαμε εκτός από τη χούντα στο κεφάλι μας και την άλλη άτυπη χούντα των διευθυντηρίων στο προσκεφάλι μας! Τίποτα δεν θα πέρναγε μπροστά, η πολιτιστική άνοιξη θα έμενε μια τραυματική εμπειρία! Ομως, εδώ, οι διανοούμενοι αντιδράσανε. Και πήρανε στα χέρια τους τον αγώνα. Μέχρι το έπος του Πολυτεχνείου και την πτώση της χούντας το '74, υπήρξανε εφτά χρόνια γεμάτα αντίσταση, πάλη κατά της τυραννίας με όλους τους καινούργιους τρόπους δημιουργίας που μας έφερναν οι άνεμοι από το εξωτερικό. Οπως ο περίφημος Μάης του '68 φυσικά.

Προσωπικά, η πολιτιστική άνοιξη του '60 με βρήκε κυριολεκτικά πάνω στη βιολογική και πνευματική μου άνθηση. Φίλος του Σωτήρη Πέτρουλα, έφηβος μέτοχος του Κινήματος για την Ειρήνη του Γρηγόρη Λαμπράκη, νεαρός πρωτοεμφανιζόμενος ποιητής των μπουάτ και του "νέου κύματος", ταξίδεψα πολύ με οτοστόπ στη φουντωμένη Ευρώπη της δεκαετίας και επιστρέφοντας έφερνα μαζί μου τα μηνύματα και τη γεύση των συνομηλίκων μου εκεί. Η αμφισβήτηση ήταν η λέξη της εποχής. Και όταν έγραψα την Ποιητική Αντι-Ανθολογία (η λέξη "αντί" επίσης ήταν ένα κλειδί αναφοράς, τότε), παρουσιάζοντας τους ποιητές της γενιάς μου, ο μακαρίτης Βάσος Βαρίκας, με μια μνημειώδη κριτική στο "Βήμα", μας ονόμασε Γενιά Αμφισβήτησης στην Ποίηση.

Η όποια μικρή ή μεγάλη συμμετοχή μου στην πολιτιστική άνοιξη, μέσα από την προσωπική ιστορία μου, είναι δεδομένη. Από εκεί και μετά ο αγώνας συνεχίζεται. Η αμφισβήτηση δεν είναι τυρί να χαλάσει ούτε μόδα να ξεχαστεί. Είναι στάση ζωής, δεν είναι στάση λεωφορείου! Εδώ θα είμαστε πάντα και για πάντα! Μια ολόκληρη ζωή και σαφώς και έπειτα απ' αυτήν!



Δημήτρης Ιατρόπουλος

 

alt




"Walk On The Wild Side"

Τετάρτη, 1 Ιουλίου 2009 9:01 μμ |

alt

Ο Lou Reed μέσα από τα τραγούδια του δείχνει την "σκοτεινή" πλευρά της ζωής.

"Walk On The Wild Side"

Το single μιλούσε για την κοινωνία των transsexual.


Ο Lewis Allen Reed (Lou Reed) γεννήθηκε στις 2 Μαρτίου του 1942 στο Long Island της Νέας Υόρκης. Στα γυμνασιακά του χρόνια, συμμετείχε σε πολλά κολεγιακά συγκροτήματα. Το πιο γνωστό ήταν οι Shades με τους οποίους το 1957 έκανε και το ντεμπούτο του στη δισκογραφία. Ένα από τα τραγούδια τους κυκλοφόρησε σαν single από μια ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρία. Εκείνη την εποχή όμως υπήρχαν πολλά τέτοια σχολικά συγκροτήματα που έβγαζαν τουλάχιστο από ένα single και όπως ήταν φυσικό η επιτυχία δεν μπορούσε να κρατήσει. Το "So Blue" δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Αρχικά γνώρισε κάποια επιτυχία, μπήκε στο ρεπερτόριο ορισμένων dj's, πολύ γρήγορα όμως άλλα κομμάτια πήραν τη θέση του. 
Στο μεταξύ ο Lou Reed είχε αποφοιτήσει από το Syracuse University και είχε πιάσει την πρώτη του δουλειά ως συμβασιούχος συνθέτης στην Pickwick Records. Συνήθως έγραφε τραγούδια με θέμα την "πικρή" πλευρά της ζωής και ήταν κυνικός στην ερμηνεία του. Μια από τις συνθέσεις ήταν το "The Ostrich" (1965) που το τραγούδησαν οι Primitives.
Από το 1968 μέχρι το 1970 ο Lou Reed ήταν επίσης μέλος των Velvet Underground. Την εποχή εκείνη οι Velvet Underground είχαν αποκτήσει πολλούς υποστηρικτές. Ανάμεσα σε εκείνους ήταν και ο David Bowie.
Το 1970 ο Lou Reed αποχώρησε από τους Velvet Underground για να ακολουθήσει σόλο καριέρα, αλλά μέχρι την κυκλοφορία του πρώτου του προσωπικού άλμπουμ πέρασαν περίπου δύο χρόνια. Στο διάστημα εκείνο ο Reed έπιασε μια περιστασιακή δουλειά. 
Τελικά το πρώτο του σόλο άλμπουμ κυκλοφόρησε το 1972. Η ηχογράφηση έγινε στο Λονδίνο ενώ ανάμεσα στους συμμετέχοντες βρετανούς μουσικούς ήταν ο Steve Howe καθώς και ο Rick Wakeman από τους "Yes". Αρκετά από τα τραγούδια του άλμπουμ ήταν καλά και θύμισαν το στυλ των Velvet Underground. 
Ο Lou Reed έκανε περιοδεία στη Μ. Βρετανία μαζί με τους νεαρούς Νεοϋορκέζους "Tots" και στη συνέχεια ηχογράφησε το επόμενο άλμπουμ του με τίτλο "Transformer" (1973) από το οποίο ξεχώρισε το διαχρονικό "Walk On The Wild Side" (Top10 στη Μ. Βρετανία, Top20 στις Ηνωμένες Πολιτείες). Το single μιλούσε για την κοινωνία των transsexual. 
Το τρίτο του προσωπικό άλμπουμ "Berlin" ήταν επίσης έτοιμο. Ακολούθησαν τα: "Live Rock n Roll Animal", "Sally Can't Dance" και το "Metal Machine Music", ένα διπλό άλμπουμ που προσέγγιζε το metal ροκ και πήρε πολύ σκληρές κριτικές. Ο Lou Reed συνέχιζε μέσα από τα τραγούδια του να δείχνει την "σκοτεινή" πλευρά της ζωής κι εξακολουθούσε όπως πάντα να είναι κυνικός. Η δισκογραφική δουλειά που ακολούθησε ήταν πιο ήπια και είχε τίτλο "Coney Island Baby". Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτό το άλμπουμ μέχρι σήμερα παραμένει το πιο απλό και ήπιο στην καριέρα του Lou Reed. Ακολούθησε το "Rock 'N' Roll Heart" που από πολλούς χαρακτηρίστηκε αποτυχημένο. Ευτυχώς δεν συνέβη το ίδιο με το "Street Hassle" που έδειξε ένα διαφορετικό, οπωσδήποτε αναζωογονημένο, στυλ του Lou Reed. Το "Street Hassle" ήταν το ομώνυμο τραγούδι του δίσκου και διασκευάστηκε αργότερα από τους Simple Minds.
Η δεκαετία του '80 μπήκε ακόμα πιο δυναμικά για τον Lou Reed. Στο "Blue Mask" συμμετείχε ο κιθαρίστας Bob Quine. Το άλμπουμ που ήταν από τις καλύτερες δουλειές του Reed, αποτέλεσε προπομπό των δύο επόμενων "Legendary Hearts" και "Mistrial". Το 1989 κυκλοφόρησε το "New York" που έδειξε το νέο πρόσωπο του Lou Reed. Επίσης τα τραγούδια ήταν πιο ρυθμικά. Ηταν ξεκάθαρο ότι ο καλλιτέχνης προσπαθούσε να ανανεωθεί. 
Ωστόσο. τα χρόνια περνούσαν και το κοινό του Lou Reed έδειχνε να έχει ιδιαίτερη προτίμηση στις πρώτες ηχογραφήσεις του, αν και το "Songs For Drella" όπου συνεργάστηκε ο John Cale, ήταν μια από τις καλύτερες δουλειές του καλλιτέχνη. Ακολούθησε το "Magic And Loss", ένα άλμπουμ αφιερωμένο στη μνήμη του βετεράνου συνθέτη Doc Pomus. Αλλά και οι δύο προηγούμενες δουλειές του έδειχναν ένα διαφορετικό προφίλ του ταλαντούχου καλλιτέχνη περισσότερο "δραματικό" και με σαφείς επιρροές από το rock'n'roll.. 
Το 1993 ο Lou Reed και οι Velvet Underground εμφανίστηκαν σε μια reunion συναυλία. Παράλληλα, ο Reed κυκλοφόρησε άλλο ένα προσωπικό άλμπουμ. Το "Twilight Reeling" παραμένει η πιο ρομαντική δισκογραφική του δουλειά. Ισως αυτό να οφείλεται στη γνωριμία του με την Laurie Anderson. Φυσικά από το άλμπουμ δεν έλειψαν τα σατιρικά κομμάτια, όπως το "Sex With Your Parents (Motherfucker)". 
Το 1997 η Laurie Anderson ήταν ανάμεσα στα άτομα που συμμετείχαν στη διασκευή της παλιότερης επιτυχίας του Lou Reed "Perfect Day" που επανακυκλοφόρησε για λογαριασμό του βρετανικού ραδιο-τηλεοπτικού δικτύου BBC. 
Μια από τις καλύτερες νύχτες του Lou Reed ήταν η συναυλία που έδωσε το 1996 στο Royal Festival Hall στο Λονδίνο. Μπορεί τα τραγούδια που ερμήνευσε να ήταν ανομοιογενή, αυτό όμως δεν έδειξε να απασχολεί κοινό και κριτικούς που τον αποθέωσαν. Η συναυλία ηχογραφήθηκε σε cd. Από τις καλύτερες στιγμές ήταν η 18λεπτη εκτέλεση του "Like A Possum".
Με την είσοδο του 21ου αιώνα ο Lou Reed επέστρεψε στη δισκογραφία με ένα άλμπουμ αφιέρωμα στον Edgar Allen Poe, ενώ το 2003 κυκλοφόρησε μια εκπληκτική συλλογή με τα καλύτερα τραγούδια του.Ο Lou Reed αποτελεί έμπνευση για πολλούς μεταγενέστερους τραγουδιστές. Αυτό που τον κάνει να ξεχωρίζει είναι η ικανότητά του να εκπλήσσει με τα τραγούδια του. Ακόμα και σήμερα τα τραγούδια του κεντρίζουν τη σκέψη του κοινού. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Lou Reed είναι από τους σημαντικότερους ποιητές της ροκ.


επιμέλεια άρθρου Ανδρέας Δηλές





Επιστροφή στη φάρμα που έθρεψε το ροκ

Κυριακή, 28 Ιουνίου 2009 9:07 μμ |

alt


Ο ΜΑΪΚΛ ΛΑΝΓΚ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΠΙΣΤΕΨΕΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΒΛΕΠΕ ΜΕΣΑ ΑΠΟ 

ΤΟ ΕΛΙΚΟΠΤΕΡΟ, ΠΕΤΩΝΤΑΣ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΚΗ ΣΥΜΦΟΡΗΣΗ 

ΠΟΥ ΕΙΧΑΝ ΔΕΙ ΤΑ ΠΕΡΙΧΩΡΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΥΟΡΚΗΣ. ΜΙΣΟ ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΟ 

ΝΕΟΙ ΕΙΧΑΝ ΕΡΘΕΙ ΣΤΗ ΦΑΡΜΑ ΤΟΥ ΜΠΕΘΕΛ ΓΙΑ ΝΑ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΟΥΝ 

ΕΝΑ ΤΡΙΗΜΕΡΟ ΜΕ ΡΟΚ ΜΟΥΣΙΚΗ. ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΘΑ ΕΚΛΕΒΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΓΟΥΝΤΣΤΟΚ 

ΑΠΟ ΤΟΝ ΧΑΡΤΗ ΚΑΙ ΘΑ ΤΟ ΕΒΑΖΕ ΣΤΗ ΡΟΚ ΙΣΤΟΡΙΑ 

Η Ιστορία είχε πολλή δουλειά το ΄69. Ο άνθρωπος μόλις είχε περπατήσει στο φεγγάρι, ενώ βάθαιναν οι πληγές της Αμερικής από τον πόλεμο στο Βιετνάμ. Ο Μάικλ Λανγκ, 64 χρόνων σήμερα, τα σκέφτεται όλα αυτά καθώς ετοιμάζεται τον Αύγουστο να γιορτάσει τα 40χρονα του Woodstock. Η τεχνολογία έχει στείλει πολλούς ανθρώπους στο φεγγάρι και Αμερικανοί στρατιώτες βρίσκονται ακόμη στο Ιράκ. 

Το Woodstock βέβαια δεν έμεινε στην ιστορία μόνο για τα απρόσμενα πλήθη του. Ήταν ένα τριήμερο λάσπης και σκόνης, με ατέλειωτες ουρές και ώρες αναμονής, με πάρα πολλές ελλείψεις, με αλκοόλ και ναρκωτικά, αλλά που κατάφερε να συμπυκνώσει όλη τη μαγεία και τη δυναμική της δεκαετίας του ΄60. Η αφρόκρεμα των καλλιτεχνών του ροκ πέρασε από τη σκηνή του. Έτσι, έγινε το απόλυτο ροκ φεστιβάλ και η απόδειξη πως το «love & peace» των χίπις ήταν κάτι εφικτό, ακόμη και σαν μια σουρεαλιστική σύγκρουση με την πραγματικότητα, όπως κάθε ροκ φεστιβάλ είναι. Τα πράγματα βέβαια καθόλου δεν ξεκίνησαν έτσι. 

Ένα από τα πρώτα που μαθαίνει κανείς είναι πως το Woodstock δεν έγινε καν στο Γούντστοκ, αλλά κοντά σε αυτό: 

στο Μπέθελ. Η πρόθεση του Μάικλ Λανγκ που ερχόταν ζεστός από το Ποπ Φεστιβάλ του Μαϊάμι ήταν να κάνει κάτι έξω από τη Νέα Υόρκη, στην εξοχή, όπου άρχιζε να συγκεντρώνεται και να μένει ήδη καλλιτεχνικός κόσμος. Ένα φεστιβάλ; Καλή ιδέα. Μαζί με τους συνεργάτες του έβαλε πλώρη για το Γουόλκιλ, όπου θα παρουσίαζαν ένα φολκ τζαζ φεστιβάλ. Έτσι είπαν. Αλλά οι «τρεις μέρες ειρήνης και μουσικής» που διαφήμιζαν άρχισαν να προϊδεάζουν για κάτι πιο ευρύ από ένα πικνίκ με τραγούδια και αυτό ανησύχησε τις τοπικές αρχές του Γουόλκιλ. Για να έχουν το κεφάλι τους ήσυχο, αποφασίζουν στο παρά πέντε να μη δώσουν άδεια. Και γκρεμίζονται όλα. 

Τότε είναι που μπαίνει στην εικόνα- και κατ΄ ευθείαν στην Ιστορία- ο Μαξ Γιάσγκουρ, που δίνει τη φάρμα του στους λόφους Μπέθελ- όχι με το αζημίωτο. Το φυσικό αμφιθεατρικό σχήμα, ωστόσο, βοηθούσε πολύ ώστε ο κόσμος να βλέπει στη σκηνή. Και ο αγώνας του Λανγκ να βρει τα χρήματα έχει ξεκινήσει. Υπολογίζει πως κάθε καλλιτέχνης από τους headliners θα πάρει 15.000 δολάρια- ο Χέντριξ ζητάει γύρω στις 50.000. Ο Λανγκ θα δώσει λεπτομέρειες για όλα αυτά στο βιβλίο του, που ετοιμάζεται να κυκλοφορήσει τις επετειακές αυτές ημέρες. 

Περίμεναν κόσμο. Αυτό είναι αλήθεια, αλλιώς δεν θα έτρεχαν στις εξοχές. Είχαν πουληθεί περίπου 186.000 εισιτήρια και υπολόγιζαν συνολικά να φτάσουν τα 200.000 με τον κόσμο που θα αγόραζε στην πόρτα. Ποια πόρτα όμως; Δεν ήταν δυνατό να υπάρχει πόρτα. Έρχονταν κατά χιλιάδες. Ο φράχτης τελικά πέφτει και το φεστιβάλ αποκτά ελεύθερη είσοδο. Έρχο νται ακόμη πιο πολλοί. Ατελείωτες ουρές από αυτοκίνητα. ΟΡίτσι Χέιβενς, που κανονικά θα έπαιζε τρίτος, βγαίνει πρώτος γιατί κανείς άλλος δεν έχει καταφέρει να φανεί έως το απόγευμα της Παρασκευής. Ανάμεσα στον Χέιβενς που ξεκίνησε με το «Ηigh Flyin΄ Βird» το απόγευμα της 15ης Αυγούστου και τονΤζίμι Χέντριξπου έκλεισε τη δική του συναυλία με το «Ηey Joe» το πρωί της Δευτέρας (αφού οι διοργανωτές παρέτειναν τη διάρκεια του φεστιβάλ για να μη φύγει ο κόσμος μέσα στη νύχτα), ανέβηκαν στη σκηνή μερικοί από τους πιο σημαντικούς καλλιτέχνες της εποχής στο ροκ, τη φολκ και την ψυχεδελική σκηνή: η πρώτη κυρία του Ειρηνιστικού Κινήματος,Τζόαν Μπαέζ , η οποία μάλιστα ήταν έγκυος, οΆρλο Γκάθρι, οΡαβί Σανκάρ, οιΙncredible String Βand, oΤιμ Χάρντιν, ο εντυπωσιακός Σαντάνα, οιCanned Ηeat, ηΤζάνις Τζόπλινμε τα κοσμικά της μπλουζ, οιGrateful Dead, οιCreedence Clearwater Revival, oιSly and the Family Stone, oιWho(οι οποίοι στην αρχή δεν ήθελαν να συμμετέχουν), οιJefferson Αirplane που έκλεισαν τη δεύτερη βραδιά με το ψυχεδελικό τους «White Rabbit», οΤζο Κόκερ, οι Country Joe & the Fish, οιΤenΥears Αfter, oιΒand, οιΒlood Sweat & Τears, oΤζόνι Γουίντερ , οιCrosby, Stills, Νash & Υoungμε ηλεκτρικό και ακουστικό σετ, οιΡaul Βutterfield Βlues Βand καιSha-Νa-Νa, προτού αρχίσει να ξημερώνει Δευτέρα και ο Τζίμι Χέντριξ να στέλνει το πρώτο του «Μessage to Love». Όταν έπαιξε και το πιο ηλεκτρικό «StarSprangled Βanner», τον αμερικανικό εθνικό ύμνο, καταλάβαινε κανείς πως και οι ίδιοι συνειδητοποιούσαν ότι ζούσαν κάτι διαφορετικό από ένα ροκ φεστιβάλ. «Ήταν απίστευτο. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το πώς η μουσική μου ακουγόταν, καθώς ο ήχος παλλόταν στα σώματα των ανθρώπων», έλεγε ο Κάρλος Σαντάνα. 


Με αριθμούς


30.000 


άνθρωποι είχαν κατασκηνώσει έξω από τον χώρο μία ημέρα πριν 500.000 

περίπου παρακολούθησαν το φεστιβάλ. 50.000 

το πολύ περίμεναν οι τοπικές αρχές 34καλλιτέχνες εμφανίστηκαν 2μωρά γεννήθηκαν μέσα στο τριήμερο 




Γράφει η Μαρία Μαρκουλή

Επιμέλεια άρθρου Ανδρέας Δηλές





Rockwave 2009 το πιο μεγάλο μουσικό φεστιβάλ της Αθήνας.

Παρασκευή, 26 Ιουνίου 2009 1:01 μμ |

alt

Το Rockwave συμπληρώνει φέτος 13 πολύ πετυχημένα χρόνια -σε αριθμούς και σε μεγέθη είναι μακράν το πιο μεγάλο μουσικό φεστιβάλ (τετραγωνικών, χώρου, εισιτηρίων και εκτοπίσματος καλλιτεχνών)- και το γιορτάζει με ένα καλοκαιρινό τετραήμερο με «δυνατά» ονόματα για όλα τα γούστα. Κυρίως ροκ -νέο, παλιότερο, σκληρό, μέταλ- αλλά και ονόματα που έχουν δοκιμαστεί στις ελληνικές σκηνές και έχουν θριαμβεύσει (δες Moby, Tricky). Μια σειρά ελληνικών ονομάτων δίπλα σε «θηριώδεις» αστέρες της παγκόσμιας μουσικής (συνολικά πάνω από 30) σε δύο stages στο Terravibe, σε μια καταπράσινη περιοχή που θα ζήλευαν πολλά ξένα φεστιβάλ. Αυτές είναι οι επιλογές μας από τις κορυφαίες στιγμές του τετραημέρου. Rock on!

 

BEST OF THE BEST!



GOGOL BORDELLO

Tσιγγάνικη μουσική με πανκ στοιχεία, βιολί, στοιχεία καμπαρέ, 8 μουσικοί επί σκηνής, η απάντηση της ανατολικής Ευρώπης στην αμερικανική μουσική σκηνή. Έχουν εμφανιστεί με τη Mαντόνα και τα live τους είναι μια εμπειρία.
Εμφανίζονται το Σάββατο 27 Ιουνίου στο Terra Stage

W.A.S.P.

Με περισσότερα από 20 χρόνια πορείας στο χώρο του heavy metal. Στην ουσία, το προσωπικό σχήμα του Blackie Lawless προκαλεί και ενθουσιάζει από το «Animal» («Fuck Like a Βeast») στις αρχές των '80s μέχρι την πρόσφατη ροκ όπερα The Neon God: Part One The Rise και Part Two The Demise. Η θεατρική αλλά πολύ δυναμική rock'n'roll δημιουργία είναι ένα φιλόδοξο και προκλητικό έργο που αφηγείται την τραγική ιστορία ενός αγοριού, το οποίο μεγαλώνοντας αποζητά την αποδοχή του κόσμου και αληθινό νόημα στη ζωή του. Όταν ανακαλύπτει ότι μπορεί να «διαβάζει» και να καθοδηγεί τους ανθρώπους, καταφέρνει να δημιουργήσει ένα πλήθος πιστών, που τον μετατρέπουν σε ένα «σκοτεινό» Μεσσία του 21ου αιώνα.
Παίζουν headliners τη Δευτέρα, 29 Ιουνίου, στη Vibe Stage, μετά τους Voivod.

ΜΟΤLEY CRUE

Για πρώτη φορά στην Ελλάδα το hard rock συγκρότημα απ' το Λος Άντζελες, που οι πωλήσεις του σε άλμπουμ ξεπερνούν τα 80 εκατομμύρια, και το 2006 τιμήθηκε με ένα αστέρι στο Hollywood Walk of Fame. Αφού επέζησαν μετά από μακρά περίοδο καταχρήσεων, επιστρέφουν με το νέο τους CD «Saints of Los Angeles», με την πρωταρχική τους σύνθεση, Nikki Sixx, Mick Mars, Tommy Lee και Vince Neil, και άριστες κριτικές. «Οι καλλιτέχνες ορίζουν τι θα γίνει με τη μουσική», λέει ο κιθαρίστας Mick Mars. «Είναι κάτι πολύ ριψοκίνδυνο. Είναι rock'n'roll. Αυτό που εμείς χρειαζόμαστε».
Παίζουν headliners τη Δευτέρα, 29 Ιουνίου, στην Cruefest (Terra) Stage, μετά τους Monster Magnet.

SLIPKNOT

Συμπληρώνουν ήδη 10 χρόνια πολύ πετυχημένης πορείας. Είναι από τα πιο δημοφιλή nu-metal αμερικανικά συγκροτήματα με εκκεντρική εμφάνιση (μάσκες και ολόσωμες εργατικές φόρμες) που έκαναν τα live τους ανεπανάληπτη εμπειρία καθώς και τρία «πολυπλατινένια» άλμπουμ. Το νέο άλμπουμ τους «All Hope Is Gone» τούς βρίσκει αρκετά διαφορετικούς, μακριά από το Λος Άντζελες, και με τη συμμετοχή και των 9 μελών του γκρουπ στις συνθέσεις. «Πάντοτε ήξερα ότι θα πηγαίναμε μπροστά» λέει ο τραγουδιστής Corey Taylor. «Δεν γινόταν να αποτύχει το συγκρότημα. Ποτέ όμως δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα φτάναμε τόσο ψηλά. Ακόμα και σήμερα με συνεπαίρνει το γεγονός ότι κάναμε παγκόσμια επιτυχία από μια τρελή ιδέα».
Παίζουν headliners την Τρίτη 30 Ιουνίου, στην Terra Stage.

SΑΧΟΝ

Αυθεντικός ροκ θρύλος, από τους λιγοστούς της σύγχρονης μέταλ βιομηχανίας. Για τρεις δεκαετίες προκαλούν ρίγη συγκίνησης σε ένα πολυάριθμο κοινό, που τους παρακολουθεί ευλαβικά. Το νέο άλμπουμ τους «Into The Labyrinth», που κυκλοφόρησε στην αρχή της χρονιάς, τούς βρίσκει σε απίστευτη φόρμα. Στην Αθήνα έρχονται αποφασισμένοι να αποδείξουν ότι ακόμα ροκάρουν.
Παίζουν
headliners την Τρίτη 30 Ιουνίου, στη Vibe Stage.

THE KILLERS

Από τα νέα και πολύ αγαπητά συγκροτήματα από το Λας Βέγκας, με υποψηφιότητες για Grammy και παρουσία ως headliners σε πολλά μεγάλα φεστιβάλ του κόσμου. Έρχονται στη σωστή στιγμή, μετά από ένα πολύ καλό άλμπουμ, το «Day & Age». «Θέλω να αποτελούμε μια θετική δύναμη. Οι άνθρωποι πιστεύουν ότι έχουμε πολλή αυτοπεποίθηση και είμαστε αλαζόνες, αλλά αυτό προκύπτει από τον ενθουσιασμό» λέει ο Brandon Flowers. H εμφάνισή τους είναι από τις πιο «πολυαναμενόμενες» του φετινού φεστιβάλ.
Παίζουν headliners την Κυριακή 28 Ιουνίου, στην Terra Stage.

DUFFY

To πρώτο άλμπουμ της Rockferry ήταν από τις πιο μεγάλες επιτυχίες του 2008 (και το «Mercy» τεράστια ραδιοφωνική επιτυχία). Ξεπήδησε από το πουθενά και μέσα σε ενάμιση χρόνο από χωριατοπούλα έγινε σούπερ σταρ. Η ιστορία της θυμίζει περιπτώσεις άλλων χρυσών εποχών, σήμερα σχεδόν απίστευτες. Η Duffy είναι η εξαίρεση, στα πόδια της σφάζονται οι εταιρείες, μένει να δούμε τι αξίζει και πάνω στη σκηνή.
Παίζει πριν τους Killers, την Κυριακή 28 Ιουνίου, στην Terra Stage.

DINOSAUR JR.

Από την εποχή του Freak Scene μέχρι σήμερα μπορεί να έχουν αλλάξει τα πάντα και στους ίδιους και γύρω τους. Το μόνο που παραμένει το ίδιο, πάντως, είναι ο ενθουσιασμός και η ένταση του J. Mascis και του Lou Barlow στη σκηνή. Μόλις κυκλοφόρησαν το χορταστικής διάρκειας άλμπουμ τους «Farm» στην Jagjaguar και επιστρέφουν στην Αθήνα να ξεσηκώσουν.
Εμφανίζονται την Κυριακή 28 Ιουνίου στο Terra Stage.

MOBY

Έχουμε χάσει το λογαριασμό από τις πολλές φορές που έχει παίξει στην Αθήνα. Αυτό που έχει σημασία όμως είναι ότι όλες (μα όλες) τις φορές έχει καταφέρει να συναρπάσει, από την πρώτη φορά στο Rockwave, πριν τη συγκλονιστική εμφάνιση του Iggy Pop (απ' τον οποίο σχεδόν έκλεψε την παράσταση), μέχρι την τελευταία. Έχει πιστό κοινό και είναι πασίγνωστος. Είναι ίσως ο μουσικός με τα περισσότερα μουσικά θέματα σε διαφημίσεις, με τεράστιες επιτυχίες, με φιλανθρωπική δράση και οικολογική συνείδηση και με νέο άλμπουμ, που οι φήμες λένε ότι είναι πολύ καλό. Στην Αθήνα έρχεται με 7μελές γκρουπ μουσικών, κιθάρες και βιολιά. 
Εμφανίζεται το Σάββατο 27 Ιουνίου στην Terra Stage, πριν απ' τους Placebo.

PLACEBO

Με τεράστιο κοινό, νεανικό κυρίως, φίλους κι εχθρούς που λατρεύουν να τους μισούν. Δεν υπάρχει άνθρωπος κάτω των 30 που να μην ξέρει κομμάτια τους, γεμίζουν τους χώρους που εμφανίζονται κάθε χρόνο, στα live τους γίνεται λαϊκό προσκύνημα και είναι λογικό, αφού είναι καλύτερα απ' τους δίσκους τους. Στην επόμενη εμφάνιση είναι πολύ πιθανό να γίνουν επίτιμοι πολίτες της Αθήνας. Έρχονται με νέο ντράμερ και νέο δίσκο και ό,τι κι αν πει κανείς, χαριτολογώντας, αξίζουν...
Εμφανίζονται headliners το Σάββατο 27 Ιουνίου, στην Terra Stage.

TRICKY

Είναι μια ευκαιρία να τον δουν όσοι δεν χώρεσαν την προηγούμενη φορά που ήρθε στο Fuzz, με καθαρό αέρα και με άπλα. Με πολύ καλό δίσκο μετά από καιρό, σε μεγάλα κέφια και με περισσότερο ροκ ήχο στο live. Παίζει καινούργια και παλιά αγαπημένα κομμάτια, η φωνή του έχει γίνει ακόμα πιο βραχνή και, την ώρα που εμφανίζεται, θα ακούγεται ιδανική κάτω απ' τα πεύκα.
Εμφανίζεται
headliner την Κυριακή 28 Ιουνίου, στη Vibe Stage.

LINE UP


ΣΑΒΒΑΤΟ 27 ΙΟΥΝΙΟΥ
TERRA STAGE: placebo " moby " gogol bordello " aviv geffen " cabaret " balcan
VIBE STAGE: foals " expatriate " sunny side of the razor " raintear
ΚΥΡΙΑΚΗ 28 ΙΟΥΝΙΟΥ
TERRA STAGE: the killers " duffy " dinosaur jr " k.bhta " gad.
VIBE STAGE: tricky " eden james " de niro " jamerlalada
ΔΕΥΤΕΡΑ 29 ΙΟΥΝΙΟΥ
CRUEFEST STAGE (TERRA STAGE): motley crue " monster magnet " arch enemy " lauren harris
VIBE STAGE: w.a.s.p. " voivod " inactive messiah " scar of the sun
ΤΡΙΤΗ 30 ΙΟΥΝΙΟΥ
TERRA STAGE: slipknot " mastodon " down " kylesa " torche
VIBE STAGE: saxon " lita ford " eden demise " god.fear.none


πηγή www.lifo.gr




Diamonds are forever

Παρασκευή, 26 Ιουνίου 2009 0:18 πμ |

alt

Επί τέσσερις δεκαετίες η εκφραστική φωνή της ερμηνεύει τραγούδια που μένουν στην ιστορία της μουσικής.

Κυρίες και κύριοι η  Shirley Bassey.

Γεννήθηκε στις 8 Ιανουαρίου του 1937 στο "πολυεθνικό" προάστιο "Tiger Bay" του Wales της Αγγλίας. Η Shirley Bassey ήταν το έβδομο παιδί του Henry και της Eliza Bassey. Ο Henry Bassey, πατέρας της Shirley, ήταν ναυτικός με ρίζες από την Νιγηρία.Αντίθετα, η καταγωγή της μητέρα της, Elisa Bay, ήταν από τη Βόρεια Αγγλία. 

Η ζωή ήταν δύσκολη και από πολύ νωρίς η Shirley Bassey έπρεπε να δουλέψει για να βοηθήσει την οικογένειά της. Ήταν 15 ετών όταν έπιασε δουλειά σε ένα εργοστάσιο. Δεν πέρασε πολύς καιρός και το ταλέντο της βγήκε στην επιφάνεια. Έτσι, η Shirley Bassey άρχισε να τραγουδά σε διάφορα clubs. Η ερμηνεία της είχε από τότε πολλά στοιχεία από τραγουδιστές τόσο της pop όσο της jazz. Ο Billy Eckstine, η Lena Horne, ο αείμνηστος Frank Sinatra και η θρυλική Sarah Vaughan αποτέλεσαν ινδάλματά της. Κυρίως όμως ήταν η φωνή της Judy Garland εκείνη που επηρέασε τη Shirley Bassey. 

Στα πρώτα βήματα της καριέρας της, η Shirley Bassey δεν ήξερε να διαβάζει μουσική με αποτέλεσμα να περιοριστεί σε διασκευές τραγουδιών όπως το "Stormy Weather" ή το "Over the Rainbow".  
Το 1959 ήταν μια σημαντική χρονιά. Δύο από τα τραγούδια της, το "Kiss Me, Honey Honey, Kiss me" και το "As I Love You" έφτασαν στο Νο 1 των Βρετανικών charts σχεδόν ταυτόχρονα. Αυτό ήταν και το ξεκίνημα μια μεγάλης καριέρας. Τραγούδια της όπως τα "Climb Every Mountain", "As Long As He Needs Me", "You'll Never Know", "What Now My Love" και "I (Who Have Nothing)" γνώρισαν τη δόξα της κορυφής στους πίνακες επιτυχιών της Αγγλίας.  
Στα χρόνια που ακολούθησαν, η Shirley Bassey έγινε μία από τις σπουδαιότερες βρετανικές γυναικείες φωνές. Στην Αμερική όμως ήταν περισσότερο δημοφιλής στους φίλους των καμπαρέ. Ήταν δεν ήταν 20 χρονών και οι εμφανίσεις της στο Persian Room του Manhattan και στο Coconut Grove του Los Angeles άφησαν εποχή. Όμως στα τέλη του 1964 όλα άλλαξαν. Ήταν η εποχή που η Shirley Bassey ερμήνευσε το μουσικό θέμα της ταινίας του James Bond "Goldfinger". Η εκφραστική φωνή της σε συνδυασμό με την ενορχήστρωση του John Barry, έφεραν την Shirley Bassey στην κορυφή των Αμερικάνικων charts. Τα επόμενα χρόνια, ακολούθησαν αμέτρητες εμφανίσεις της σε γνωστά Αμερικάνικα στέκια μεταξύ αυτών και του φημισμένου Carnegie Hall στη Νέα Υόρκη.  
Ωστόσο, η ερμηνεία της Shirley Bassey στο "Goldfinger" ήταν και το ζενίθ της καριέρας της στην Αμερική αφού όλα τα επόμενα χρόνια η επιτυχία που γνώρισε στα Αμερικάνικα charts ήταν μάλλον μέτρια. Αναφέρουμε ενδεικτικά τα άλμπουμς "Something", "I Capricorn" και " Never, Never, Never", όλα τους κυκλοφορίες μέσα στη δεκαετία του '70, κανένα όμως απ' αυτά δεν γνώρισε την επιτυχία του "Goldfinger". Εξάλλου, η ειδικότητα της Shirley Bassey ήταν οι ζωντανές εμφανίσεις, κάτι που ασπάζονται πολλοί από τους σημερινούς καλλιτέχνες.  
Το 1998 η επιτυχία ξαναχτύπησε την πόρτα της Shirley Bassey. Αιτία ήταν το "History Repeating" που ερμήνευσε μαζί με τους Propellerheads. Το single μπήκε στα πέντε πρώτα των club play charts του Billboard και ταυτόχρονα συμπεριλήφθηκε στο soundtrack της γνωστής κωμωδίας "Κάτι τρέχει με τη Μαίρη"

Ο Ιανουάριος του 1999 ήταν μια από τις σημαντικότερες στιγμές στην καριέρα της. Η Shirley Bassey κέρδισε το πρώτο της μουσικό βραβείο Grammy χάρις στο "The Birthday Concert", μία ζωντανά ηχογραφημένη συναυλία που η Shirley Bassey είχε δώσει το 1997 για να γιορτάσει τα εξηκοστά της γενέθλια. Το άλμπουμ είχε προταθεί στην κατηγορία "Καλύτερη pop live εμφάνιση" και δίκαια κέρδισε την πρώτη θέση. 

Ευτυχώς, η Shirley Bassey δεν έχει σκοπό να σταματήσει την καριέρα της. Επί τέσσερις δεκαετίες η εκφραστική φωνή της ερμηνεύει τραγούδια που μένουν στην ιστορία της μουσικής και αυτό θα συνεχίσει να κάνει.


Επιμέλεια άρθρου Ανδρεάς Δηλές


O άνθρωπος που μας έμαθε τη ρέγγε

Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2009 1:01 μμ |

alt

Πόσα μπορεί κανείς να πετύχει μπαίνοντας στη δισκογραφία με όνειρα; 

Να φτιάξει ένα συγκρότημα που θα έχει κάποια διάρκεια μέσα στον χρόνο σίγουρα είναι κάτι. Αν είναι υπεύθυνος για μια επιτυχία που θα ακούγεται για πάντα είναι επίσης ένα επίτευγμα. Ακόμη πιο σημαντικό είναι να δημιουργήσει και μια μικρή δισκογραφική ετικέτα που θα στεγάσει μια ντουζίνα καλλιτέχνες, εκ των οποίων κάποιος θα έχει και μεγάλη επιτυχία. Οταν όμως μιλάμε για την Ιsland, μιλάμε για πολύ περισσότερα πράγματα και για μια επιτυχία που πλησιάζει το τέλειο. 

Εφέτος η πιο επιτυχημένη ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία στην ιστορία της μουσικής γιορτάζει τα 50 χρόνια της και, αν και δεν είναι πλέον ανεξάρτητη, αφού έχει πουληθεί στη Universal προ 20ετίας, ο ιδρυτής της Κρις Μπλάκγουελέχει πολλούς λόγους για τους οποίους μπορεί να αισθάνεται υπερήφανος. 

Για κάποιους το γεγονός και μόνο ότι έκανε γνωστή τη ρέγκε σε όλον τον πλανήτη και ήταν εκείνος που προείδε το ταλέντο τουΜπομπ Μάρλεϊκαι των U2 υπογράφοντας συμβόλαιο μαζί τους θα ήταν αρκετό. Ο ίδιος εξηγεί την επιτυχία πολύ απλά λέγοντας:«Ισως γιατί δύο από τους καλλιτέχνες μας έγιναν τόσο μεγάλοι.Ο Μάρλεϊ και οι U2 βρίσκονται πιθανότατα στο τοπ 10 των σημαντικότερων καλλιτεχνών όλων των εποχών,συν το ότι οΚατ Στίβενς πούλησε εκατομμύρια άλμπουμ». 

alt

Φυσικά ο Μπλάκγουελ δεν είχε κατά νου ούτε την ποικιλία στην οποία αναφέρεται ούτε την γκάμα των καλλιτεχνών που απέκτησε η εταιρεία αυτά τα 50 χρόνια, όταν ξεκινούσε με μικρά αλλά θαρραλέα βήματα στην Τζαμάικα στα τέλη της δεκαετίας του ΄50. Γεννημένος στο Λονδίνο από ιρλανδό πατέρα και σεφαραδίτισσα μητέρα, πέρασε τα παιδικά του χρόνια στην Τζαμάικα. Οι γονείς του τον έστειλαν να συνεχίσει στο γνωστό «ανεξάρτητο σχολείο για αγόρια» Ηarrow στο Δυτικό Λονδίνο. Αποφασίζοντας ότι δεν τον ενδιαφέρουν οι σπουδές, γύρισε και πάλι ως σύμβουλος του κυβερνήτη της Τζαμάικας σερΧιου Φουτ.Στη συνέχεια ασχολήθηκε με την πώληση γης και άλλες επιχειρήσεις, ασχολίες που τον έφεραν πιο κοντά στην τζαμαϊκανή κοινότητα. Πολλοί αναφέρουν ότι είχε τη δυνατότητα να κινείται με οικονομική άνεση λόγω της εταιρείας που είχε ο πατέρας του με συσκευασμένα προϊόντα, ο ίδιος όμως λέει ότι δεν πήρε ποτέ δραχμή γιατί η επιχείρηση δεν ήταν κερδοφόρα και πως την οικονομική ανεξαρτησία του την είχε από ένα διαπίστευμα 2.000 στερλινών από την πλευρά της μητέρας του. 


Η πρώτη ίσως δουλειά που έκανε και είχε σχέση με τη μουσική ήταν η επίβλεψη 63 jukeboxes στην Τζαμάικα: «Επρεπε να γυρίζω σε ολόκληρη τη χώρα και να αλλάζω τα δισκάκια στα jukeboxes και να φροντίζω να εφοδιάζω τους ιδιοκτήτες των μπαρ με τα κατάλληλα κέρματα που δέχονταν τα μηχανήματα». Το 1962 επέστρεψε στο Λονδίνο ενθουσιασμένος με το αγαπητό ιδίωμα της Τζαμάικας, το σκα, το οποίο αργότερα εξελίχθηκε στη ρέγκε, πουλώντας τις πρώτες ηχογραφήσεις του, δισκάκια των 45 ιντσών, από το πορτ-μπαγκάζ του αυτοκινήτου του στις γειτονιές όπου ζούσαν Τζαμαϊκανοί στο Λονδίνο. Μια κίνηση που φανέρωνε, εκτός από το μουσικό αφτί, και το επιχειρηματικό ταλέντο του ήταν η ηχογράφηση του «Μy Βoy Lollipop». Ηταν 1964 και ο Μπλάκγουελ βρέθηκε σε ένα από τα διαρκή πήγαινε-έλα του στο Λονδίνο με τη 15χρονη Μίλι Σμολ,την κόρη ενός επιτηρητή σε φυτεία ζαχαροκάλαμου, κρατώντας στα χέρια του τα ντέμο ενός τραγουδιού που θα γινόταν η επιτυχία της χρονιάς και θα πουλούσε σε όλον τον πλανήτη περί τα επτά εκατομμύρια αντίτυπα:«Οι ανεξάρτητες εταιρείες εκείνη την εποχή δεν μπορούσαν να χειριστούν τις μεγάλες επιτυχίεςγιατί δεν μπορούσαν να τυπώσουν ανάλογα με τις απαιτήσεις της αγοράς όταν αυτή το ζητούσε.Ετσι το κυκλοφόρησα μέσω της Fontana,θυγατρικής της Ρhilips». Φυσικά τα χρήματα που κέρδισε τόνωσαν την Ιsland, που διήνυε εκείνο το διάστημα την παιδική ηλικία της. Εκείνο το διάστημα γνώρισε και τονΣτίβι Γουίνγουντ με το συγκρότημά του, τους Τhe Spencer Davis Group, τους οποίους αργότερα υπέγραψε και στην Ιsland, ξεκινώντας τη σχέση του με το ροκ και με συγκροτήματα όπως οι Τraffic, οι Spooky Τooth, οι Fairport Convention, οι Κing Κrimson, οι Free, oΤζον Μάρτιν, οΝικ Ντρέικ, οι Sparks και οι Εmerson Lake and Ρalmer. Η μεγάλη επιτυχία του όμως στις αρχές της δεκαετίας του ΄70 ήταν ο Μπομπ Μάρλεϊ, ο καλλιτέχνης που θα έκανε τη μουσική της Τζαμάικας γνωστή σε όλον τον πλανήτη και φυσικά θα ανέβαζε τη μετοχή της Ιsland με τις τεράστιες πωλήσεις του. Τα υπόλοιπα ονόματα της ρέγκε ήλθαν με τον χρόνο, όπως ήταν οι Βlack Uhuru, οι Τhird World και οι Sly & Robbie.«Με τον Μπομπ Μάρλεϊ είχα μια εξαιρετική σχέση που δεν είχα ποτέ ξανά με κανέναν. Τον σεβάστηκα από την πρώτη ημέρα.Ποτέ δεν μου είπε κάτι που δεν έκανε στη συνέχεια και αντίστροφα. Ποτέ δεν είχαμε μια παρεξήγηση.Αλλά ποτέ δεν κάναμε παρέα.Είχε τη δική του ζωή και αυτό μου άρεσε»θυμάται ο Μπλάκγουελ, προσθέτοντας: «Ηταν σκληρός όταν έπρεπε αλλά ποτέ δεν έδινε αυτή την εικόνα στον κόσμο.Ποτέ δεν τον είδα να κουμαντάρει το συγκρότημά του με άγριο τρόπο αλλά πάντα προσπαθώντας να τους εξηγήσει τι είναι αυτό που θέλει». 

alt
Στη δεκαετία του ΄80 είδε ό,τι δεν έβλεπαν οι άλλες μεγάλες εταιρείες: ότι ένα κουαρτέτο από το Δουβλίνο, αν και πολύ ανώριμο ακόμη, είχε τα προσόντα να γίνει το μεγαλύτερο συγκρότημα στη ροκ μουσική. Την παρέα του Μπόνοκαι τουΤhe Εdgeείχαν απορρίψει εταιρείες όπως η CΒS γιατί δεν έβλεπαν ότι τα τραγούδια τους αφορούσαν το μεγάλο κοινό. Εκείνος υπέγραψε συμβόλαιο μαζί τους και, όταν ζήτησαν ως παραγωγό για το «Unforgettable Fire» τονΜπράιαν Ινο, τον παραγωγό που θα άλλαζε τον ήχο τους, αν και δεν συμφωνούσε, το δέχθηκε γιατί πείστηκε από την επιμονή τους, που τελικώς τους δικαίωσε. Τα χρόνια που ακολούθησαν ηΓκρέις Τζόουνς, οΤομ Γουέιτς,οι Cranberries, η Ρ.Jarveyκαι ηΕϊμι Γουάινχαουζήταν μόνο μερικά από τα ονόματα που θα ξεχώριζαν στο διεθνές στερέωμα. 
Το 1989 όμως ο Κρις Μπλάκγουελ αντιλήφθηκε ότι είχε τελειώσει με την Ιsland, την πούλησε στη Universal αντί του ποσού των 272 εκατ. στερλινών, έφτιαξε την κινηματογραφική εταιρεία Ρalm Ρictures και κυρίως διοχέτευσε την ενέργειά του και τα χρήματά του στην Ιsland Οutpost, όπου διευθύνει μια αλυσίδα πολυτελών ξενοδοχειακών συγκροτημάτων στην Τζαμάικα. «Ποτέ δεν κοιτώ πίσω»λέει σήμερα ο 72χρονος Μπλάκγουελ.«Δεν έχω καν αντίτυπα των άλμπουμ που κάναμε τότε.Αν συμμετέχω σήμερα στις εκδηλώσεις που γίνονται στο Λονδίνο για τα 50χρονα είναι γιατί βλέπω πως ακόμη και σήμερα, παρά τις πιέσεις, η Ιsland συνεχίζει στο ίδιο ύφος και μου αρέσει που τη βλέπω να περνά τις εξετάσεις της με τον χρόνο». 

Με αφορμή την επέτειο των 50 χρόνων της η Ιsland κυκλοφόρησε μια τριπλή συλλογή με αντιπροσωπευτικές επιτυχίες και καλλιτέχνες,όπου το τρίτο CD περιέχει διασκευές κλασικών επιτυχιών της εταιρείας από τραγουδιστές τού σήμερα.


του ΣΑΚΗ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ 

επιμέλεια Ανδρέας Δηλές


Οι διασημότερες ελληνίδες τραγουδίστριες της Αμερικής στη διάρκεια του Πολέμου

Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2009 9:01 μμ |

alt

Οι τρεις πανέμορφες και ταλαντούχες κοπέλες του συγκροτήματος «The Andrews Sisters», που αποθεώθηκαν στα χρόνια του μεσοπολέμου και μετέπειτα, ήταν ελληνικής και όχι εβραϊκής καταγωγής όπως πολλοί πιστεύουν ακόμα και σήμερα.
«Είναι ό,τι το καλύτερο είχε να δώσει η Αμερική στον κόσμο της pop music», είχε πει ο σύγχρονος τους, μετέπειτα πρόεδρος των ΗΠΑ, Ρόναλντ Ρέιγκαν. Και όχι άδικα, αφού οι αδελφές Andrews (Ανδρέου) θεωρούνται ως το πιο επιτυχημένο γυναικείο συγκρότημα όλων των εποχών στη παγκόσμια ιστορία του ελαφρού τραγουδιού και των «show business».

Οι Andrews Sisters υπήρξαν κάτι περισσότερο από ένα Μουσικό Τρίο. Δημιούργησαν ένα θρύλο με τα εύθυμα τραγούδια και την αισιοδοξία τους, δίνοντας ελπίδα σε ένα ολόκληρο έθνος, που προσπαθούσε να ξεπεράσει τα δεινά του πολέμου. Έγιναν το είδωλο του Αμερικανικού στρατού, ταξιδεύοντας σε όλα τα πεδία της μάχης ανά τον κόσμο για να καταξιωθούν τελικά ως The "America's Wartime Sweethearts και με αυτό το όνομα παρέμειναν έκτοτε στην ιστορία των ΗΠΑ.

Σύμφωνα με στοιχεία που παραχώρησε ευγενικά στο ΜΠΕ ο Κώστας Παππάς από τον Καναδά, στα χρόνια πριν και μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο δεν υπήρξαν μεγαλύτερες φωνές από εκείνες των Andrews Sisters, που έγιναν το πρώτο γυναικείο συγκρότημα όλων των εποχών φτάνοντας σε πωλήσεις τα 100 εκατομμύρια δίσκους. Η Maxine-Αγγελική, η Laverne -Σοφία και η Patty-Μαρία Andrews είχαν περισσότερες δικές τους επιτυχίες στα πρώτα 10 top ακόμα και από τον Elvis και τους Beatles.

Κατά τη διάρκεια της 30ετούς καριέρας τους έκαναν περίπου 600 ηχογραφήσεις, έπαιξαν σε 17 ταινίες του Hollywood και κέρδισαν 9 χρυσούς δίσκους. Εμφανίστηκαν σε αναρίθμητα TV και Radio shows, όπως του Abbot and Costello, Lucille Ball show, Bob Hope show, Broadway shows και άλλα. Διέπρεψαν στην εποχή του σουίνγκ, του boogie-boogie το οποίο πρωτοτραγούδισαν εγκαινιάζοντας μια καινούργια μουσική και ένα δικό τους στυλ της Dixieland jazz, επηρεασμένη από το west. Αρκεί να αναφέρουμε ότι οι αδελφές Ανδρέου τραγούδησαν μαζί με άλλους δημοφιλείς τραγουδιστές και ορχήστρες, όπως με τους Bing Crosby, Danny Kaye, Bob Hope, Carmen Miranda, Dorothy Lamour, Frank Sinatra, και με ορχήστρες όπως τους Glenn Miller, Benny Goodman, Les Paul, Guy Lombardo, Xavier Cougat και άλλους.

Υπήρξαν επίσης πολύ συνδεδεμένες με τους κωμικούς Bud Abbot and Lou Costello με τους οποίους έπαιξαν αρκετά φιλμ, όπως «In the Navy», «Buck Privates», «Hold that Ghost», όπου και τραγούδησαν μερικές από τις μεγάλες τους επιτυχίες (Rum and Coca Cola, Beer Barrel Polka, Ciribiribin, Don't sit Under the Apple tree, Don't Fence me In, Boogie Woogie Bugle Boy, Alexander's Ragtime Band, Tico-Tico Three Caballeros κ.α.).

Κόρες του Έλληνα Πήτερ Ανδρέου και της Νορβηγίδας Όλγα Σόλυ οι τρεις αδελφές γεννήθηκαν στη δεκαετία του 20΄ στην Μινεάπολη της Μινεσότα.. Ο Πήτερ, που διατηρούσε Ελληνικό καφενείο στην πόλη, υπήρξε ένας αυστηρός τυπικός Έλληνας πατέρας. Αντιδρούσε έντονα στην απόφαση των κοριτσιών του να ακολουθήσουν καλλιτεχνική καριέρα, αφού το όνειρό του ήταν να τις δει, πριν κλείσει τα μάτια του, γραμματείς επιχειρήσεων, επάγγελμα που θεωρούσε πιο αξιοπρεπές από εκείνο της τραγουδίστριας.

Η Patty ήταν εκείνη που σε ηλικία 14 ετών το 1932 παρέσυρε τις άλλες δύο στην αναζήτηση της επιτυχίας. Οι ατέρμονες ώρες προετοιμασίας, πολλές φορές χωρίς φαΐ και σε φτηνά ξενοδοχεία, δεν τις πτοεί. Δεν το βάζουν κάτω ακόμα όταν κάποιος παραγωγός, ονόματι Bernie Pollack, προτρέπει την μητέρα τους να πάρει τα κορίτσια στο σπίτι, γιατί «τραγουδούν πολύ δυνατά και κουνιούνται υπερβολικά».

Η τύχη ήταν όμως με το μέρος τους. Βρήκαν δουλειά για ένα μόνο Σάββατο στο Edison Hotel στη Νέα Υόρκη, στην ορχήστρα του Billy Swanson. Εκείνο το βράδυ έτυχε να τις ακούσει στο ραδιόφωνο μέσα στο ταξί ο David Kapp, αδελφός του Jack Kapp, πρόεδρου της νέας δισκογραφικής εταιρίας Decca Records. Ο Jack Kapp έστειλε τον συνεργάτη του Lou Levy στο Edison Hotel και κάλεσε τις αδελφές.

Τελικά οι γονείς των κοριτσιών υπέγραψαν τα συμβόλαια με την Decca, αφού οι κοπέλες ήταν ανήλικες. Το 1937 οι αδελφές έκαναν το μεγάλο τους ντεμπούτο και ως Andrews Sisters έγραψαν ιστορία μέσα σε μια βραδιά, αφού έπεισαν τον Sammy Cahn να ερμηνεύσουν το τραγούδι Βei Mir, που προοριζόταν για την διάσημη Ella Fitzgerald. «Συνέβη κάτι ανεπανάληπτο στην ιστορία της μουσικής», γράφει ο στιχουργός του τραγουδιού Saul Chaplin.

Ο δίσκος κυκλοφόρησε στα τέλη του 1937. Παίχτηκε 15 φορές στο Ραδιοφωνικό σταθμό την παραμονή του νέου έτους και πριν να βγει ο χρόνος οι πωλήσεις έφτασαν από τις 7.000 δίσκους την Παρασκευή, στις 75.000 την επόμενη Δευτέρα και στις 350.000 σε ένα μήνα. Οι αδελφές ανακάλυψαν ότι το τραγούδι τους έγινε επιτυχία ένα κρύο πρωινό του Γενάρη του 1938, όταν στη 45 street και Broadway avenue η αστυνομία αναγκάστηκε να σταματήσει την κυκλοφορία, αφού έξω από το δισκοπωλείο, που υπήρχε εκεί, γινόταν το αδιαχώρητο από θαυμαστές που ζητούσαν να ακούσουν ξανά και ξανά το Βei Mir.

Την ίδια χρονιά το τραγούδι παίρνει το βραβείο του πιο δημοφιλούς τραγουδιού από την Αμερικανική Επιτροπή Συνθετών και τη διάκριση τιμής της μεγάλης κινηματογραφικής εταιρείας Warner Brothers.

Ιστορική στα μουσικά δρώμενα της Αμερικής θα μείνει και η πρώτη επίσημη παρουσίαση του τραγουδιού από τις Andrews Sisters στο Carnegie Hall με την ορχήστρα του Benny Goodman. Το Bei Mir μεταφράστηκε σε όλες τις γλώσσες του κόσμου. Παίχτηκε και στη Ναζιστική Γερμανία μέχρι που ανακαλύφτηκε ότι οι δημιουργοί ήταν Εβραίοι και απαγορεύτηκε. Από τότε το Τρίο έγινε περιζήτητο. Τραγούδησε στο περίφημο Paramount theater στους 42 δρόμους της Νέας Υόρκης όπου σύμφωνα με το «Newsweek», έκανε καθημερινά, κατά λαϊκή απαίτηση, περισσότερες εμφανίσεις από κάθε άλλο καλλιτέχνη που τραγούδησε εκεί, φτάνοντας στις 13 σε μία ημέρα.

Το 1940 οι αδελφές ήταν τόσο δημοφιλείς που ο μισθός τους έφτανε στα 20.000 δολάρια την εβδομάδα, όταν ένα καινούργιο αυτοκίνητο κόστιζε 500-600 δολάρια και ο μέσος μηνιαίως μισθός ήταν 50 δολάρια. Τα τραγούδια τους έμεναν για 10-20 εβδομάδες στην πρώτη θέση, όσο για το θρυλικό Βei Mir μέχρι το 1950 πούλησε 14 εκατομμύρια δίσκους.

Η οικογένεια Ανδρέου ήταν πολύ δεμένη, με τον αυστηρό Έλληνα πατέρα να κρατάει τα ηνία. Με το θάνατό του το τρίο διαλύθηκε το 1954 για δύο χρόνια. Στο μεταξύ άλλα τρίο είχαν μπει στη μουσική αρένα, αλλά οι αδελφές διέπρεψαν ξανά μέχρι και το 1967, όταν η Laverne πέθανε από καρκίνο σε ηλικία 55 ετών. Τα χρόνια πέρασαν, οι δύο αδελφές Patty και Maxine εμφανίζονταν σποραδικά μέχρι και το 1990. Η Maxine πέθανε το 1996 και τώρα παρέμεινε ο αρχηγός, η Patty στα 86 χρόνια της, αξιοπρεπής και ευκατάστατη να αναπολεί το παρελθόν.


πηγη www.greeknews

επιμέλεια Ανδρέας Δηλές





Oι Zεϊμπέκηδες και ο θρυλικός χορός τους

Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2009 3:15 μμ |


alt

Mπορεί το ρήμμα Zeybek στα λεξικά να σημαίνει «όνομα τουρκικής φυλής, κατοικούσης εις τα περίχωρα της Σμύρνης και της Προύσης» και Zeybek Kiyafeti (ενδυμασία Ζεϊμπέκου) που φέρουν οι εύζωνοι στρατιώτες, για τους Eλληνες του Aϊδινίου και ιδιαίτερα της Λέσβου, η λέξη Ζεϊμπέκης σήμαινε λεβέντης, παλικάρι. Oποια κι αν είναι η ετυμολογία της λέξης, πίσω από το όνομα Ζεϊμπέκης (πληθ. Ζεϊμπέκοι και Ζεϊμπέκηδες) κρύβεται ένας συγκεκριμένος τρόπος ζωής, κοινωνικής και προσωπικής συμπεριφοράς μιας συγκεκριμένης ομάδας ανθρώπων «στο πρόσωπο των οποίων τα λαϊκά στρώματα ανακάλυπταν τον πιο αυθόρμητο και θαρραλέο εκφραστή των οικονομικών και πολιτιστικών διαφορών τους με τους εκπροσώπους της φεουδαρχικής οθωμανικής Eξουσίας».

Tην ιστορία των Zεϊμπέκων, τη ζωή, τη συμπεριφορά και τη δράση τους ερευνά ο Θωμάς Kοροβίνης στο δωδέκατο κατά σειρά βιβλίο του «Oι Ζεϊμπέκοι της Mικράς Aσίας» (εκδόσεις AΓPA) που παρουσιάζει την ερχόμενη Δευτέρα (8.30 μ.μ.) στον αύλειο χώρο του μουσείου Eλληνικών Λαϊκών Oργάνων στην Πλάκα.

O συγγραφέας που έζησε οκτώ χρόνια στην Kωνσταντινούπολη, μελετώντας πτυχές του ελληνικού και τουρκικού λαϊκού πολιτισμού συνέλεξε ένα πλούσιο φωτογραφικό και δημοσιογραφικό υλικό για το 685 σελίδων βιβλίο του. Ποιοι ήταν όμως οι Zεϊμπέκοι; Ποια σχέση έχει το ζεϊμπεκλίκι με το σύγχρονο ζεϊμπέκικο; Σύμφωνα με τον συγγραφέα «οι Zεϊμπέκοι ήταν ένα κοινωνικό μόρφωμα που διαμορφώθηκε στην κεντροδυτική Mικρά Aσία με κέντρο τις αρχαίες Tράλλεις (Aϊδίνιο), με πλούσια πολιτιστική και κοινωνική δράση και σημαντικότερα χαρακτηριστικά την απαίτηση για αυτονομία, τη διατήρηση των προνομίων τους την έντονη αντιεξουσιαστική δράση εναντίον της οθωμανικής αυταρχικότητας. Για πολλούς αιώνες παρουσιάζονται στην ιστορία ως πολιτιστικοί φορείς του φαινομένου του ζεϊμπέκικου (χορού και τραγουδιού) εκπροσωπώντας πιθανόν μια παμπάλαια συνήθεια των κατοίκων της περιοχής του κεντροδυτικού Aιγαίου (Σμύρνη, Eφεσος, Aϊδίνιο) να αποτίουν φόρο τιμής στους χθόνιους θεούς και τη μάνα γη με εκδηλώσεις διονυσιακής λατρείας.

O ζεϊμπέκικος υφίσταται σε μια πρωτογενή προγενέστερη μορφή του σ' αυτές τις περιοχές στην αρχαιότητα, παρουσιάζεται με πιο οργανωμένη δομή στις παραπάνω περιοχές από τον 16ο ώς τον 20ό αιώνα στις οποίες είναι και ο κυρίαρχος χορός και μεταφέρεται μέσω της προσφυγιάς στον νεοελληνικό χώρο όπου από την τρίτη δεκαετία περασμένου αιώνα μέχρι και σήμερα σταδιακά κυριαρχεί εκτοπίζοντας ή παραμερίζοντας άλλους λαϊκούς χορούς ενώ επιβάλλεται ως κυρίαρχος λαϊκός ανδρικός χορός στον αστικό χώρο σε πανελλήνια κλίμακα».

Στη μελέτη του ο συγγραφέας εξηγεί ότι οι Zεϊμπέκοι ήταν «πιθανός καρπός επιμειξίας Θρακών μεταναστών και κατοίκων της Φρυγίας. Aνέπτυξαν ληστρική -και συχνά επαναστατική- δράση κι έγιναν γνωστοί ως οι σημαντικότεροι εκφραστές της κοινωνικής ληστείας στην Aνατολία. Oρκισμένοι εχθροί της οθωμανικής εξουσίας, σκοπό τους είχαν την αποκατάσταση της κοινωνικής αδικίας. Eπίσης απέκτησαν θρυλική φήμη που οφείλεται στην ντομπροσύνη και τη γοητεία τους. Oι ενδυμασίες, τα τραγούδια και ο χορός τους τροφοδότησαν λογοτεχνία, μουσική, ζωγραφική, κινηματογράφο, θέατρο και τη φωτογραφία.

alt


Ένα άρθρο της Γιωτας Mυρτσιωτη.

Επιμέλεια Ανδρέας Δηλές






Υπόγεια με αυγοθήκες

Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2009 1:28 μμ |


alt

Ανέκαθεν οι μπάντες έψαχναν για το δικό τους χώρο. Ένα «σπίτι» μέσα στο οποίο θα μπορούν να εκφραστούν ελεύθερα, χωρίς να ενοχλούν ούτε να ενοχλούνται από κανέναν. Αυτή την ανάγκη ήρθαν να καλύψουν τα προβάδικα, γύρω στα τέλη της δεκαετίας του '80 με αρχές '90. Οι πρώτοι που αποτόλμησαν το εγχείρημα ήταν ο Βλάσης Ερημάκης στα Εξάρχεια με το Studio II και ο Νίκος Μηλιώνης στην Κυψέλη με το Ηχουργείο, δύο χώροι που υπάρχουν μέχρι σήμερα.

«Εκείνα τα χρόνια» μου λέει ο Νίκος «γεννήθηκε σε πολλούς ανθρώπους η όρεξη να εκφραστούν ομαδικά. Ένιωθαν όμορφα μόνο και μόνο με την αίσθηση ότι κάνουν κάτι μαζί. Αυτό συνεχίστηκε για περίπου μια δεκαετία. Τότε ήταν που τα προβάδικα γνώρισαν και τη μεγαλύτερη άνθηση. Αποφάσισα να φτιάξω έναν τέτοιο χώρο γιατί το είχα δει να συμβαίνει στο εξωτερικό -οργανωμένο διαφορετικά- και να σημειώνει μεγάλη επιτυχία. Για παράδειγμα, στο Άμστερνταμ ο δήμος έχει στην κατοχή του κτίρια μέσα στα οποία έχουν φτιαχτεί μόνο studio κι εκεί οι μπάντες νοικιάζουν τις αίθουσες και παίζουν μουσική». Μέσα στην επόμενη πενταετία, τα studio φυτρώνουν σαν μανιτάρια σε πολλές περιοχές της Αθήνας. Πολλά από αυτά θα κλείσουν σύντομα, κάποια άλλα θα ανοίξουν στη θέση τους, ώσπου να σταθεροποιηθεί ένας βασικός πυρήνας. Όσοι έμειναν, είναι άνθρωποι που πήραν στα σοβαρά τη δουλειά τους και κατάλαβαν από νωρίς ότι η πρόβα είναι επιστήμη. Αλλά, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Τα πρώτα χρόνια


Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι τα προβάδικα ήρθαν σαν φυσική συνέπεια της ραγδαίας ανάπτυξης των αστικών κέντρων. Στις πυκνοκατοικημένες αθηναϊκές συνοικίες, τα συγκροτήματα δεν μπορούσαν να παίξουν πλέον στο υπόγειο ή το πλυσταριό του σπιτιού τους. Επομένως, προέκυψε η επιτακτική ανάγκη για χώρους με ηχομόνωση, έτσι ώστε να προστατεύονται οι έξω από τους μέσα, αλλά και το αντίστροφο. Γιατί δεν είναι μόνο ο γείτονας που μπορεί να βρίσκει ανυπόφορο τον ήχο των ντραμς· και τα μέλη της μπάντας έχουν κάθε δίκιο να εκνευρίζονται κάθε φορά που κορναρίσματα παρεμβάλλονται στη μουσική τους. 
Την ίδια εποχή αλλάζουν και τα μουσικά γούστα. Τη δεκαετία του '80 αφήνουμε πίσω μας τον ακουστικό ήχο και τα λαϊκά όργανα. Η νεολαία ανακαλύπτει μαζικά την ηλεκτρική κιθάρα, τα ντραμς, το ηλεκτρικό μπάσο και την ομορφιά τού να παίζουμε όλοι μαζί δυνατά μουσική. Σιγά σιγά οι παρέες φτιάχνουν γκρουπάκια, ακολουθώντας τις επιταγές του do-it-yourself, που έρχεται με καθυστέρηση μιας δεκαετίας από τη Μεγάλη Βρετανία. «Ήμουν 16 χρόνων και έβλεπα συμμαθητές μου να κυκλοφορούν με μια κιθάρα και να μπαίνουν σ' αυτό το υπόγειο (Στούντιο Π στην Ηλιούπολη). Ήταν κάτι που μου κέντρισε την περιέργεια. Έτσι άρχισα να ασχολούμαι με τη μουσική» λέει Χρήστος, 25 χρόνων σήμερα. 
Οι ίδιοι πάντως οι ιδιοκτήτες πιστεύουν πως ο ρόλος των studio στη δημιουργία μιας μπάντας σταματάει σε πολύ πρώιμο στάδιο και σε καμία περίπτωση δεν αποδέχονται το ρόλο του ιδιότυπου μαικήνα της εναλλακτικής μουσικής σκηνής. «Η ύπαρξη ενός χώρου για πρόβες κάνει οπωσδήποτε πιο εύκολη τη δημιουργία ενός γκρουπ, χωρίς αυτό να αποτελεί πανάκεια. Δηλαδή το 1970, που δεν υπήρχαν studio, τι γινόταν; Δεν υπήρχαν γκρουπ; Η δημιουργία ενός καλού γκρουπ προϋποθέτει κι άλλα πράγματα. Όσο για την άνοδο της ελληνικής εναλλακτικής σκηνής σήμερα, πιστεύω ότι τα πάντα παίζουν το ρόλο τους. Το MTV, η παγκόσμια μουσική γενικότερα, καθώς και το ότι οι Έλληνες έχουν βαρεθεί την ψευτοκουλτούρα και το glamour» υποστηρίζει ο Στάθης Παυλάντης, ιδιοκτήτης του studio The Music House, που βρίσκεται στον Κορυδαλλό.
Στο ίδιο μοτίβο και ο Γιάννης Σκλίβας, ιδιοκτήτης του DSL στο Κουκάκι, αισιοδοξεί για τη μουσική δημιουργία αλλά και για το μέλλον των studio: «Θυμάμαι ότι το 2000, χρονιά των μεγάλων καταλήψεων στα σχολεία, το studio γέμισε με μαθητικές μπάντες. Προφανώς αυτό οφείλεται και στον ελεύθερο χρόνο που είχαν, αλλά και στο κλίμα που είχε δημιουργηθεί. Γενικά πιστεύω ότι σε περιόδους κοινωνικής αναταραχής, όπως η τωρινή, η ανάγκη για έκφραση γίνεται εντονότερη ειδικά στη νεολαία».   

Η επιστήμη της πρόβας


Μπορεί σήμερα να φαίνεται ότι τα πράγματα έχουν πάρει το δρόμο τους, αλλά και στην περίπτωση των studio ίσχυσε το «κάθε αρχή και δύσκολη». Τα πρώτα χρόνια, οι περισσότεροι ιδιοκτήτες δεν είχαν συνειδητοποιήσει πως το να λειτουργεί κάποιος έναν τέτοιο χώρο έχει πολλές δυσκολίες. Ο Γιώργος Ποντίκης, ιδιοκτήτης του Στούντιο Π στην Ηλιούπολη, μου εξηγεί γιατί το προβάδικο δεν έχει ωράριο: «Στην αρχή, ο οποιοσδήποτε διέθετε ένα χώρο και την οικονομική δυνατότητα να αγοράσει όργανα (ακόμα και β΄ ή γ΄ διαλογής) μπορούσε να ανοίξει studio. Επίσης, οι περισσότεροι δεν το αντιμετώπισαν ως την κύρια δουλειά τους, αλλά ως έναν τρόπο για να βγάζουν χαρτζιλίκι. Όμως το προβάδικο είναι κάτι παραπάνω από full-time απασχόληση. Εμένα μου έχει τύχει να γυρίσω από διακοπές και να ανοίξω το χώρο Δεκαπενταύγουστο, γιατί τα παιδιά που ήθελαν να κάνουν πρόβα έρχονται χρόνια και είχαν ανάγκη την αίθουσα». 

Όπως διαπίστωσα συζητώντας με θαμώνες, το πώς κρίνει κανείς ένα προβάδικο εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Η ηλικία των μελών ενός γκρουπ και ο εκάστοτε επαγγελματισμός ή ο ερασιτεχνισμός που τους διακρίνει καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τις απαιτήσεις τους. Για να καταλάβουμε το χάος που τους χωρίζει, αρκεί να σκεφτούμε ότι η ηλικία των ατόμων που περνούν καθημερινά το κατώφλι των studio είναι από 11 μέχρι 60 χρόνων. Επίσης, στην ίδια αίθουσα μπορεί το μεσημέρι να κάνουν πρόβα οι Ρόδες και δυο ώρες αργότερα τα ίδια ντραμς να χτυπάει ένας μαθητής λυκείου, που παίζει με το γκρουπ του διασκευές. «Για τους μη επαγγελματίες μουσικούς, για εκείνους που απλώς κάνουν το κέφι τους, τεχνικά ζητήματα, όπως ο εξοπλισμός και η μικροφωνική εγκατάσταση, παίζουν πολύ μικρό ρόλο. Περισσότερη σημασία δίνουν στη συμπεριφορά του ιδιοκτήτη» μου λέει ο 26χρονος Μιχάλης, ο οποίος κάνει πρόβα σε studio από 15 χρόνων. 

Πρόβα-Συναυλία 1-0 (τελικό)


Κυριακή μεσημέρι. Παρακολουθώ μια πρόβα στο studio DSL στο Κουκάκι. Ο ντράμερ χτυπάει τις μπαγκέτες, κοιτώντας τα υπόλοιπα μέλη του γκρουπ. Ξεκινούν το κομμάτι και σε όλη τη διάρκεια έχουν οπτική επαφή, για να συγχρονιστούν στα δύσκολα σημεία. Ανταλλάσσουν απόψεις για το πώς πρέπει να παιχτεί το κομμάτι, σε ποιο σημείο θα χαμηλώσει η κιθάρα, πού θα μπει δυνατά το μπάσο, για πόσα  μέτρα θα παίζουν γρήγορα τα ντραμς. Δεν ξέρω αν τα studio κάνουν καλό στη μουσική σκηνή και μάλλον αυτό λίγο ενδιαφέρει. Αυτό που ξέρω είναι ότι ζηλεύω αυτές τις ματιές που ρίχνουν μεταξύ τους: συνεννοούνται, διαφωνούν, απολογούνται για τη λάθος νότα, επιβραβεύουν ο ένας τον άλλο. Τελικά, υπάρχει κάτι πιο σημαντικό για ένα γκρουπ από τη στιγμή της πρόβας; Η απάντηση είναι όχι. Γιατί αυτές τις ματιές δεν τις αλλάζουν με τίποτα. 

 

DSL Studio (Νότη Μπότσαρη 9-11, Κουκάκι, 210 9244.643, www.dsl-studio.gr) 
Ο χώρος δημιουργήθηκε το 1993 από τον Γιάννη Σκλίβα και διαθέτει δύο άρτια εξοπλισμένες αίθουσες. Από εδώ έχει περάσει όλος ο καλός ο (μουσικός) κόσμος, από Earthbound μέχρι Bokomolech. Η ώρα κοστίζει 12 ευρώ.  

The Music House (Πλατεία Μέμου, Κορυδαλλός, 210 4950.928, www.themusichouse.gr) 
Δημιουργήθηκε το 1994 από τον Στάθη Παυλαντή. Βρίσκεται μισή ώρα από το κέντρο τις Αθήνας και 15 λεπτά απ' τον Πειραιά. Προσφέρει υψηλής ποιότητας εξοπλισμό, έχει έμπειρο προσωπικό και είναι από τα μεγαλύτερα studio της περιοχής. Διαθέτει μία αίθουσα, ειδικά εξοπλισμένη για να καλύπτει ένα ευρύ φάσμα απαιτήσεων. Εδώ οι μπάντες μπορούν να παίξουν σχεδόν κάθε είδους μουσικό στιλ, από τζαζ και κλασική μέχρι χέβι μέταλ και χιπ χοπ. Ο χώρος είναι διαθέσιμος επτά ημέρες την εβδομάδα, από τις εννιά το πρωί μέχρι αρκετές ώρες μετά τα μεσάνυχτα. Η ώρα κοστίζει 10 ευρώ.

Studio II (Τραπεζούντιου 1, Εξάρχεια, 210 3640.614, www.studio2.gr) 
Πέρσι έκλεισε αισίως τα 20 χρόνια. Στο studio του Βλάση Ερημάκη έχουν προβάρει θρυλικές μπάντες, όπως οι Γενιά του Χάους, Last Drive, Purlple Overdose και Echo Tattoo. Ο ιδιοκτήτης του δραστηριοποιείται επίσης στον τομέα της οργάνωσης συναυλιών.

Studio Terra (Αγ. Κωνσταντίνου 63, Ηλιούπολη, 210 9751.090, www.studioterra.gr) 
Η λειτουργία του ξεκινά το 2001, αρχικά με μία αίθουσα, και το 2003 κατασκευάζεται και δεύτερη. Ο ιδιοκτήτης του, Σωτήρης Πανάγος, έφτιαξε μπαρ στο χώρο του studio, για να αποκτήσει άλλο ενδιαφέρον το πριν και το μετά της πρόβας. Η πρόβα κοστίζει 12 ευρώ η ώρα. 

Ηχουργείο (Κυψέλης 94, Κυψέλη, 210 8233.632)
Από τα πρώτα studio της Αθήνας, δημιουργήθηκε το 1988 από τον Νίκο Μηλιώνη. Στις αίθουσές του έχουν κάνει πρόβα σχεδόν όλα τα μεγάλα ονόματα της ελληνικής ροκ σκηνής, αρχής γενομένης από τον Παύλο Σιδηρόπουλο. Ανακαινίστηκε πριν από δύο χρόνια και σήμερα διαθέτει δύο αίθουσες, στις οποίες κάνουν πρόβα γύρω στα 20 γκρουπ. Η πρόβα κοστίζει 10 ευρώ την ώρα στη μικρή αίθουσα και 12 στη μεγάλη. Προσφέρονται και πακέτα ωρών.

Στούντιο Π (Κανάρη 30Α, Ηλιούπολη, 210 9959.218)
Δημιουργήθηκε το 1996 από τον Γιώργο Ποντίκη. Διαθέτει δύο αίθουσες και αποτελεί εδώ και χρόνια σημείο συνάντησης για τους μουσικούς και τους μουσικόφιλους της περιοχής. Η ώρα κοστίζει 10 ευρώ.  



 

Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΟΚΚΙΝΗ



Ο πατριάρχης των hipster

Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2009 7:17 μμ |

alt

O  Dizzy Gillespie   ήταν ένας από τους  σημαντικότερους  Αμερικανούςμουσικούς της τζαζ. Ως συνθέτης και βιρτουόζος της τρομπέτας, συνέβαλε αποφασιστικά, μαζί με τον Τσάρλι Πάρκερ, στην εξέλιξη της μοντέρνας τζαζ και του μπίμποπ (bebop).

Ο Τζον Μπιρκς Γκιλέσπι γεννήθηκε το 1917, στη Νότια Καρολίνα, νεότερος γιος μίας οικογένειας με εννέα παιδιά. Σε ηλικία δέκα ετών, βίωσε το θάνατο του πατέρα του, ο οποίος ήταν ερασιτέχνης μουσικός και διέθετε δικό του μουσικό συγκρότημα, ενθαρρύνοντας την ενασχόληση του γιου του με τη μουσική. Αν και αρχικά ασχολήθηκε με την εκμάθηση του πιάνου, σε ηλικία δώδεκα ετών, στράφηκε στο όργανο τηςτρομπέτας, πάντα ως αυτοδίδακτος. Οι ικανότητες του, ήταν τέτοιες που του επέτρεψαν να λάβει μία μουσική υποτροφία για το ΙνστιτούτοLaurinburg της Νότιας Καρολίνας, όπου συνέχισε να εξασκείται στο πιάνο και την τρομπέτα.

Το 1935 εγκατέλειψε τις σπουδές του και εγκαταστάθηκε στη Φιλαδέλφεια, με την πρόθεση να εργαστεί αποκλειστικά ως μουσικός. Στα πρώτα του βήματα, έγινε μέλος της ορχήστρας του Frankie Fairfax ενώ συμμετείχε για πρώτη φορά σε ηχογράφηση, με το συγκρότημα του Τέντι Χιλλ, αντικαθιστώντας τον Ρόι Έλντριτζ. Την ίδια περίοδο, απέκτησε το ψευδώνυμο Ντίζι (Dizzy). Το 1939, έγινε μέλος του συγκροτήματος του τζαζ τραγουδιστή Καμπ Κάλογουεϊ, ωστόσο εγκατέλειψε το σχήμα το 1941. O ίδιος ο Κάλλογουει αποκαλούσε τους αυτοσχεδιασμούς του Γκιλέσπι "κινέζικη μουσική", χαρακτηριστικό της πρωτότυπης τεχνοτροπίας που είχε αναπτύξει. Στην πορεία, ο Γκιλέσπι συμμετείχε σε αρκετά μουσικά σύνολα και συνεργάστηκε με τους Ντιούκ ΈλλινγκτονΚόλμαν ΧώκινςΜπίλι ΈκσταϊνΤσικ ΓουέμπΜπένι Κάρτερ και άλλους. 

alt

Ανάμεσα στις σημαντικές συνεργασίες του ήταν και αυτή με τον πιανίσταΕρλ Χάινς, καθώς στη διάρκειά της συνεργάστηκε με τον Τσάρλι Πάρκερ, ο οποίος επίσης συμμετείχε ως μουσικός στην ορχήστρα του, ενώ παράλληλα του δόθηκε η δυνατότητα να αναδείξει σε ένα βαθμό τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ερμηνείας του. Ως μέλος του συγκροτήματος του Χάινς, παρουσίασε την πρώτη του μουσική σύνθεση Night in Tunisia.

alt

Μέχρι το 1944, ο Γκιλέσπι είχε αποκτήσει σημαντική φήμη ώστε να ηγείται ο ίδιος ορχήστρες. Η συνεχιζόμενη συνεργασία του με τον Τσάρλι Πάρκερ συνέβαλε στην εξέλιξη του είδους τουμπίμποπ, παράλληλα με τη μουσική του σουίνγκ που ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής εκείνη την περίοδο. Σε αντίθεση με τον Πάρκερ, που συμμετείχε σε μικρά μουσικά σύνολα, ο Γκιλέσπι στόχευε στην δημιουργία μίας μεγάλης ορχήστρας (big band), την οποία οργάνωσε τελικά στις αρχές του 1945. Μετά από την εμπορική αποτυχία της, το Νοέμβριο του ίδιου έτους, σχημάτισε ένα κουιντέτο, στο οποίο συμμετείχε επίσης ο Πάρκερ. Αργότερα, το σύνολο απέκτησε και ένα έκτο μέλος, ενώ τελικά ο Γκιλέσπι επέκτεινε το σχήμα, επιχειρώντας για δεύτερη φορά την δημιουργία μιας μεγάλης ορχήστρας, την οποία κατάφερε να διατηρήσει για τέσσερα χρόνια. Στο διάστημα αυτό, συμμετοχή στην ορχήστρα είχαν ορισμένοι σημαντικοί τζαζ μουσικοί, όπως ο Τζον Κολτρέιν. Ο Γκιλέσπι, πειραματίστηκε μουσικά προσπαθώντας να ενσωματώσει αφρικανικά και κουβανέζικα μουσικά στοιχεία στη τζαζ. Διέλυσε την ορχήστρα του, το 1950, εξαιτίας οικονομικών προβλημάτων. 

alt

Το 1956, και ενώ μέχρι τότε καθοδηγούσε μικρά σύνολα μουσικών, δημιούργησε για δεύτερη φορά μία μεγάλη ορχήστρα, με την οποία περιόδευσε στην Ευρώπη, στη Μέση Ανατολή και στη Λατινική Αμερική. Μετά τη διάλυση της ορχήστρας, το 1958, ο Γκιλέσπι συνέχισε να παίζει με μικρότερα μουσικά σχήματα, παραμένοντας ενεργός μέχρι το 1992. Στη δεκαετία του 1980, ηγήθηκε της ορχήστρας United Nations Orchestra.

Πέθανε το 1993, σε ηλικία 75 ετών, από καρκίνο.

Δικτυακός τόπος
http://www.duke.edu/~fdp/index.html

Ακροάσεις

Dizzy Gillespie and the United Nations Orchestra (DVD)(Jazz)

πηγή

http://el.wikipedia.org

Dizzy Gillespie, Dizzy: To be or not to bop : the autobiography of Dizzy Gillespie with Al Fraser, Quartet Books

Donald L. Maggin, Dizzy: The Life and Times of John Birks Gillespie, HarperEntertainment, 2005

Alyn Shipton, Groovin' High: The Life of Dizzy Gillespie, Oxford University Press, 2001


Ο πατέρας του μπλουζ και νονός των Rolling Stones

Σάββατο, 6 Ιουνίου 2009 9:01 μμ |

alt


Τα τελευταία 100 χρόνια έχουν εμφανισθεί αρκετά είδη μουσικής. Από αυτά έχουν επιβιώσει ελάχιστα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 30 ετών, ενώ ακόμα λιγότεροι είναι οι καλλιτέχνες σ' αυτό το διάστημα που η επιρροή και η φήμη τους κατάφεραν να σπάσουν το φράγμα του χρόνου και να γίνουν κομμάτι της καθημερινής μουσικής πραγματικότητας.

Ξεχωριστή θέση στην ομάδα αυτών που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη μουσική του περασμένου αιώνα, κατέχει ο McKinley Morganfield, που έγινε γνωστός με το όνομα Muddy Waters και πήρε το μπλουζ από το Μισισίπι, το μετέφερε στο Σικάγο και από εκεί σε ολόκληρο τον κόσμο.

Ο πατέρας του μπλουζ, που ξεκίνησε από το Σικάγο, όπως τον αποκαλούσαν οι φίλοι του είδους, καταλαμβάνει τη 17η θέση στη λίστα με τους σημαντικότερους καλλιτέχνες όλων των εποχών, την οποία έχει δημιουργήσει το αμερικανικό περιοδικό Rolling Stone.

Ο Muddy, που ήταν ο δεύτερος γιος του Ollie Morganfield και της Bertha Jones, οι οποίοι συνολικά απέκτησαν 12 παιδιά, γεννήθηκε στις 4 Απριλίου του 1915, στο Rolling Fork, μία μικρή πόλη του Μισισίπι, η οποία κατοικούνταν από μαύρους, εργάτες σε βαμβακοφυτείες του αμερικανικού Νότου. Ο θάνατος της μητέρας του, όταν αυτός ήταν μόλις 3 ετών, οδήγησε τον πατέρα του στο να τον αφήσει να ζήσει με τη γιαγιά του, Della Jones, στην πόλη Clarksdale.

Ο πατέρας του έπαιζε κιθάρα και όλοι τριγύρω του ασχολούνταν καθημερινά με τη μουσική. Ετσι και ο Muddy έμαθε μικρός να παίζει φυσαρμόνικα και σύντομα έγινε μέρος της μουσικής σκηνής της πόλης, αφού όταν δεν δούλευε στις βαμβακοφυτείες, ψάρευε στα ποτάμια της περιοχής βουτηγμένος στις λάσπες και πουλούσε την πραμάτεια του σε διάφορους νυχτερινούς χώρους, όπου και παρέμενε, όταν ξεπουλούσε, για να παρακολουθήσει τη μουσική που έπαιζαν· γι' αυτό πήρε άλλωστε και το παρατσούκλι Muddy.

Στα 15 του χρόνια απέκτησε την πρώτη του κιθάρα, μαθήματα του έκανε ο Scott Bohanna, ο οποίος ήταν δύο χρόνια μεγαλύτερός του. Δύο χρόνια αργότερα είχε τη δική του μικρή μπάντα, μέλος της οποίας ήταν και ο βιολιστής Son Simms.

alt

Στις αρχές της δεκαετίας του '30 είχε ήδη γνωρίσει αρκετά γνωστά ονόματα από τον χώρο του μπλουζ, όπως οι Charley Patton, Willie Brown, Robert Johnson και ο Son House, που έπαιζαν στην περιοχή του Μισισίπι. Σε μια περίοδο μάλιστα που ο Son House έπαιζε για 4 εβδομάδες στο Clarksdale, ο Muddy Waters πήγαινε και τον παρακολουθούσε κάθε βράδυ. Ολοι αυτοί βοήθησαν τον νεαρό μουσικό να διαμορφώσει τη δική του άποψη για τα μπλουζ.

Από το 1935 εγκαταλείπει τη δουλειά του στη φυτεία και ασχολείται αποκλειστικά με τη μουσική. Αυτοί που τον παρακολουθούσαν να παίζει κάθε Σάββατο, σύντομα ξεχωρίζουν τη φωνή του και το χαρακτηριστικό παίξιμο της κιθάρας του και το 1940 αποφασίζει να κάνει το μεγάλο βήμα.

Οι μουσικολόγοι John Work και Alan Lomax, που είχαν πάει στο Clarksdale για να αναζητήσουν τον Robert Johnson, ο οποίος όμως δεν ζούσε πια, θα ηχογραφήσουν τη φωνή του σε δίσκο για πρώτη φορά τον Ιούλιο του 1941 και ο Waters που θα την ακούσει, θα σκεφθεί ότι «πράγματι αυτό το αγόρι που ακούω έχει πολύ καλή φωνή και μπορεί να τα καταφέρει στον χώρο του μπλουζ». Ετσι, αποκτώντας αυτοπεποίθηση, θα αρχίσει να κάνει περιοδείες για πρώτη φορά μακριά από το Μισισίπι. Η μουσική που ακουγόταν εκείνη την εποχή ήταν η τζαζ και ονόματα όπως οι Glenn Miller, Art Tatum και Benny Goodman κυριαρχούσαν παντού, ενώ το Μισισίπι και οι κάτοικοί του παρέμεναν πιστοί μόνο στα μπλουζ.

alt

Ο Muddy Waters το 1943 θα αποφασίσει να πάει να δοκιμάσει την τύχη του στο Σικάγο.

Στην αρχή τα πράγματα δεν θα είναι εύκολα γι' αυτόν. Θα εργασθεί σε χαρτοβιομηχανία και στη συνέχεια ως οδηγός φορτηγών, αλλά ο θείος του, με τον οποίο συγκατοικούσε, θα του αγοράσει την πρώτη του ηλεκτρική κιθάρα και θα τον παρουσιάσει σε διάφορα κλαμπ της πόλης, όπου και θα γνωρίσει μουσικούς των μπλουζ, όπως οι Sonny Boy Williamson, Big Bill Broonzy και Eddie Boyd. Ολοι θα του δώσουν σημαντικές συμβουλές, τις οποίες θα αξιοποιήσει στη συνέχεια.

Εκείνη την περίοδο, που το κοινό παρακολουθούσε μουσικούς όπως ο Nat King Cole και ο Billy Eckstine, ο Muddy Waters έκανε συνέχεια εμφανίσεις σε μικρούς χώρους, συνήθως ταβέρνες και μικρά κλαμπ, όπου παρουσίαζε τα μπλουζ με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο, με συνέπεια σύντομα όλοι να μιλούν για τον κιθαρίστα από το Μισισίπι που έπαιζε τα μπλουζ όπως κανένας άλλος.

Το 1947 θα ηχογραφήσει το πρώτο του εμπορικό άλμπουμ για την εταιρεία Okeh, που ήταν κάτω από την ομπρέλα τής τότε CBS, η οποία όμως δεν θα το κυκλοφορήσει στην εποχή του αλλά αρκετά χρόνια αργότερα, όταν πια γίνει διάσημος. Στη συνέχεια, ο Sunnisland Slim τον παρουσιάζει στη δισκογραφική εταιρεία Aristocrats, ιδιοκτήτες της οποίας ήταν τα αδέλφια Phil και Leonard Chess, δημιουργοί της εταιρείας Chess, που πρόσφατα η ιστορία της έγινε και ταινία με τον τίτλο Cadillac Records. Πρωταγωνιστούν η Beyonce (και συμπαραγωγός της ταινίας) στον ρόλο της Etta James και ο Jeffrey Wright στον ρόλο του Muddy Waters. Τα στούντιο της Chess στο Σικάγο θα επισκεφθούν οι Rolling Stones στην πρώτη τους επίσκεψη στην Αμερική, θέλοντας να δουν από κοντά τον καλλιτέχνη από τραγούδι του οποίου πήραν το όνομά τους. Ο Muddy Waters θα ηχογραφήσει τα πρώτα του πετυχημένα τραγούδια στις αρχές της δεκαετίας του '50 και οι πρώτες του επιτυχίες θα είναι τα Louisiana Blues, Long-distance Call και She Moves Me.

Θα ακολουθήσει το Rollin' Stone, το τραγούδι που όχι μόνο θα επηρεάσει κιθαρίστες όπως ο Jimi Hendrix, αλλά θα δώσει το όνομα σε ένα από τα μεγαλύτερα συγκροτήματα του ροκ, τους Rolling Stones. Αυτός που το διάλεξε ήταν ο Brian Jones, φανατικός φίλος της μουσικής του. Οι Rolling Stones θα ηχογραφήσουν, για τη δεύτερη πλευρά στο πρώτο τους σινγκλ, το Ι Want Το Be Loved· το Mannish Boy θα είναι ένα από τα τραγούδια του Love You Live, ενώ ο Mick Jagger στις πρώτες εμφανίσεις του με την μπάντα του Alexis Corner θα τραγουδήσει το Hoochie Coochie Man. Το Rolling Stone θα εμπνεύσει επίσης τον Dylan να γράψει το Like Α Rolling Stone, που με τη σειρά του θα οδηγήσει στη δημιουργία του μουσικού περιοδικού Rolling Stone. Ο Muddy Waters ήταν αυτός που βοήθησε τον Chuck Berry να αποκτήσει το πρώτο του δισκογραφικό συμβόλαιο.

Μέχρι τον θάνατό του, το 1983, θα ηχογραφήσει πολλούς δίσκους που θα δώσουν υλικό για διασκευές σε δεκάδες ονόματα από τον χώρο του ροκ.

alt

Εκτός από τους Rolling Stones και τον Hendrix, θαυμαστές του Muddy Waters έχουν δηλώσει κατά καιρούς και οι Elvis Presley, Rod Stewart, Animals, Led Zeppelin, The Band, που τον προσκάλεσαν μάλιστα και στο Last Waltz, την αποχαιρετιστήρια εκδήλωση στην οποία συμμετείχαν πολλά αστέρια της μουσικής, Ted Nugent, Jeff Beck, Humble Pie, Allman Brothers, Manfred Mann, The Butterfield Blues Band, AC/DC, Eric Clapton, The Doors, The Yardbirds, Bob Dylan, Cream, Van Morrison κ.ά.

Μπορεί άλλοι καλλιτέχνες, όπως ο Β.Β. King, να έχουν περισσότερες πωλήσεις από τον χώρο των μπλουζ ή να έχουν γίνει θρύλοι, όπως ο Robert Johnson, κανείς όμως δεν έχει επηρεάσει τη μουσική όσο ο Muddy Waters, ο οποίος θεωρείται και ο πατέρας του βρετανικού μπλουζ, που έκανε την εμφάνισή του στις αρχές της δεκαετίας του '60.


Από τον Γιάννη Πετρίδη



Οι ελλνίδες του ροκ

Παρασκευή, 5 Ιουνίου 2009 9:51 μμ |


alt


Τραγουδίστριες, στιχουργοί, μουσικοί με τα συγκροτήματά τους απειλούν την πρωτοκαθεδρία των ανδρών παρουσιάζοντας ολοένα πιο αξιόλογες δουλειές που ενίοτε βρίσκουν απήχηση και στο εξωτερικό

«Η μουσική είναι γυναίκα, είναι θηλυκό». ΗΑθηνά Ανδρεάδη ήΑthena Αndreadis,για τους αγγλόφωνους, βάζει τελεία προτού καλά καλά αρχίσει η συζήτηση για τις κοπέλες στην Ελλάδα που ασχολούνται με αυτό που ονομάζεται εν γένει ποπ-ροκ μουσική. Εφόσον η μουσική είναι γένους θηλυκού, τότε οι κυρίες θα έπρεπε να είναι εκείνες όχι κατ΄ ανάγκην που τραγουδούν τα μπλουζ αλλά που έχουν το πάνω χέρι στην εν λόγω βιομηχανία. Δεν είναι ακριβώς έτσι, τουλάχιστον όσον αφορά την Ελλάδα. Αν και τα τελευταία χρόνια οι κυρίες που ασχολούνται με την ποπ-ροκ μουσική και δη την αγγλόφωνη όλο και αυξάνονται, εν τούτοις κρατάω σοβαρές επιφυλάξεις κατά πόσον είναι γνωστές πέρα από έναν συγκεκριμένο κύκλο ανθρώπων ή ακόμη περισσότερο κατά πόσον τους «παίρνει στα σοβαρά» μια σημαντική μερίδα όχι μόνο του κοινού αλλά και του όλου «συστήματος». Και όμως, πέρα από το γεγονός ότι έχουν να παρουσιάσουν αξιόλογες δουλειές, έχουν σαφώς προσανατολιστεί προς το εξωτερικό ίσως και περισσότερο (και με καλύτερα αποτελέσματα) από ό,τι οι άνδρες συνάδελφοί τους. Και αν είναι ηΜonikaή ηSugahSpank!ή οι Μarsheaux οι πλέον γνωστές, καιρός είναι να υποδεχθούμε σε αυτή την παρέα και την προαναφερόμενη Αthena, την Εtten, τη Μaryαπό τους Μary and the Βoy, τις Βerlin Βrides και τις Κid Μoxie. 

Οι γυναίκες τραγουδίστριες, στιχουργοί, μουσικοί και τα συγκροτήματά τους έχουν σηκώσει προ πολλού τα μανίκια τους και έχουν πέσει με τα μούτρα στη δουλειά.  

Με δύναμη από τη Θεσσαλονίκη μας έρχονται οι αδελφές Μarsheaux, ήτοι ηΜαριάνθηκαι ηΣοφία. Από τα πλέον επιτυχημένα συγκροτήματα των τελευταίων ετών στο εξωτερικό, είδαν το άλμπουμ «Ρeek Α Βoo» να πουλάει περισσότερα από 22.000 αντίτυπα εκτός συνόρων και 2.500 εντός, ενώ πέρυσι τιμήθηκαν από τα Ελληνικά Βραβεία Γραφιστικής και Εικονογράφησης για το εξώφυλλο του προαναφερθέντος άλμπουμ. Αυτή την εποχή βρίσκονται στο στούντιο και ετοιμάζονται να κυκλοφορήσουν το τρίτο τους άλμπουμ σε συνεργασία της UΝDΟ και της γερμανικής εταιρείας Οut of Line. Τίτλος «Lumineux Νoir», ενώ ήδη έχει ξεχωρίσει το electro pop «Βreakthrough». Ανάμεσα στις προετοιμασίες του νέου τους δίσκου οι Μarsheaux σημείωσαν στο «Βήμα» ότι«γενικώς είναι πιο εύκολα να σε δεχθεί ο κόσμος επειδή τα electro pop συγκροτήματα είναι μετρημένα στα

Οι Βerlin Βridges παίζουν ένα υβρίδιο πανκ-ποπ που μόνο αδιαφορία δεν προκαλεί

δάχτυλα».Οσο για την ανταπόκρισή τους από το κοινό και δη αν τις αντιμετωπίζουν με διαφορετικό μάτι απαντούν το εξής:«Δεν έχουμε νιώσει κάποια διαφορετική αντιμετώπιση, αν και στην αρχή ακούγαμε κάποια σεξουαλικά σχόλια από ορισμένους.Πιστεύουμε ότι είναι και το τι δικαίωμα θα δώσει ο καθένας. Εμείς πάντως δεν αφήνουμε σεξουαλικά υπονοούμενα στα live και στις φωτογραφίες που βγάζουμε.Υπάρχουν πάντως και κάποιοι που σε βλέπουν απαξιωτικά. Παράδειγμα:όταν είχαμε δώσει το demo μας στη Warner το 2003,η απάντηση που πήραμε ήταν "δεν ασχολούμαστε με βλακείες",ενώ όταν το στείλαμε στη γερμανική εταιρεία είχε πει το αφεντικό της στον μάνατζερ ότι "αν δεν υπογράψεις με αυτές,θα είσαι μεγάλος βλάκας".Αυτή είναι η διαφορά».Η Μαριάνθη και η Σοφία δεν αρνούνται ότι είναι σαφώς προσανατολισμένες στο εξωτερικό. «Μας ενδιαφέρει περισσότερο από την Ελλάδα.Εδώ για κάποιον λόγο τα τραγούδια μας δεν παίζονται πουθενά. Π.χ., το νέο μας σινγκλ "Βreakthrough" το στείλαμε σε όλους τους ραδιοφωνικούς σταθμούς της Αθήνας και ακόμη δεν το ακούσαμε ή τέλος πάντων κανείς δεν μας είπε ότι το άκουσε κάπου. Στη Γερμανία όμως είναι τοπ 20 σε έξι σταθμούς».Οσον αφορά τις οικογενειακές υποχρεώσεις τους σε σχέση με τις επαγγελματικές, ας είναι καλά οι γιαγιάδες. «Είναι αρκετά δύσκολο να κουβαλάς τα παιδιά στις συναυλίες στο εξωτερικό αλλά ευτυχώς έχουμε τις γιαγιάδες και τα αφήνουμε. Το καλό είναι ότι πλέον μπορούμε να συντηρούμαστε από το γκρουπ, οπότε εγκαταλείψαμε τις πρωινές δουλειές μας.Είμαστε πολύ χαρούμενες που μέσα σε τρία χρόνια καταφέραμε αυτό που ξεκινήσαμε για πλάκα να το κάνουμε επάγγελμά μας». 

alt
Επαγγελματίας είναι και η SugahSpank!, η οποία έγινε γνωστή στο ευρύ κοινό από τις εμφανίσεις της με τους Sugah Galore, γράφει η ίδια τη μουσική, τους στίχους και τα τραγούδια της, έχει φύγει μάλλον από τη σόουλ και έχει στραφεί προς το χιπ-χοπ και κυκλοφόρησε στην παγκόσμια αγορά το ντεμπούτο της άλμπουμ «Τhe incredible/ Τhe invisible».«Το θέμα είναι να σε πάρουν στα σοβαρά όλοι όσοι ασχολούνται με τη μουσική.Από την άλλη,εμπορικά μια γυναίκα μπορεί να κινηθεί καλύτερα σε σχέση με κάποιους... μαντράχαλους που απαρτίζουν ένα συγκρότημα. Αυτό πάντως που μου κάνει εντύπωση είναι ότι σπανίως αποκαλούν μια γυναίκα στη μουσική ιδιοφυΐα.Μπορεί να την πουν καλή, ενδιαφέρουσα, να την ακούνε,να τη βλέπουν στα live,αλλά ως εκεί».Η ίδια πάντως με τους άνδρες μουσικούς που συνεργάζεται δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει ιδιαίτερα προβλήματα επικοινωνίας, «εφόσον και με έχουν αποδεχθεί και με προσέχουν»,ενώ όσον αφορά την «επικοινωνία» της με το κοινό «όλα έχουν να κάνουν με τον άνθρωπο. Δηλαδή, αν κάποια π.χ. θέλει να παρουσιάσει στη σκηνή την περισσότερο θηλυκή πλευρά της.Από την άλλη,έχω δει γυναίκα σε συναυλία από χαρντ ροκ μπάντα να κοπανάει το μικρόφωνο στο κεφάλι θεατήέπειτα από σχόλια του τελευταίου».Δεν αρνείται ότι τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερες γυναίκες ασχολούνται με τη μουσική. «Δεν ξέρω ακριβώς γιατί συμβαίνει, αλλά τα πράγματα στην Ελλάδα έχουν πλέον αλλάξει. Οι περισσότερες κοπέλες δεν έχουν σχέση με δισκογραφικές εταιρείες, το Ιnternet έχει βοηθήσει πολύ σε αυτό και πρέπει να σημειώσω και κάτι ακόμη:υπάρχουν πλέον πολλές κοπέλες που ασχολούνται με την ουσιαστική έννοια της λέξης με τη μουσική.Δεν ακούνε,δηλαδή, ό,τι ακούει ο μεγάλος τους αδελφός ή ο φίλος τους».Και το καλύτερο η SugahSpank! το κράτησε για το τέλος: «Τα πιο καλά πράγματα στην Ελλάδα βγαίνουν από γυναίκες». 

alt

«Τυχερός είσαι που μας πέτυχες, ετοιμάζουμε βαλίτσες για Αγγλία.Το Σάββατο (30 Μαΐου) παίζουμε σε ένα κλαμπ στο Λονδίνο».Οντως, είμαι τυχερός που πρόλαβα τις Βerlin Βrides, τη στιγμή που έφτιαχναν τις βαλίτσες τους για να παρουσιάσουν τη μουσική και τα τραγούδια τους. Ενα υβρίδιο electro punk και power pop με συνθεσάιζερ και κομπιούτερ. Στα δύο σχεδόν χρόνια της πορείας τους έχουν γυρίσει όλη την Ελλάδα με live και κλείνουν το μάτι στο εξωτερικό, εφόσον το ΕΡ «Failure to wank» βραβεύτηκε από το βρετανικό περιοδικό «ΑrtRocker» ως μία από τις δύο πιο ενδιαφέρουσες κυκλοφορίες του 2008. Είπατε τίποτα; Οι Βerlin Βrides τονίζουν ότι«η κατάσταση δεν είναι εύκολη στην Ελλάδα με τα κυκλώματα που υπάρχουν στη νυχτερινή ζωή και σαφώς υπάρχει η πιθανότητα να σε εκμεταλλευθούν πιο εύκολα εφόσον είσαι γυναίκα.Υπάρχει ίσως και μια καχυποψία ειδικά σε εμάς με τη μουσική που παίζουμε,αλλά από την άλλη η ανταπόκριση του κοινού είναι τέτοια στις περισσότερες συναυλίες μας ώστε όλα είναι εντάξει». Παρ΄ όλο που δεν έχουν καταφέρει να ζουν ακόμη από τη μουσική, εν τού 

Εtten.Τη γνωρίσαμε ως τραγουδίστρια των Film,εμφανίστηκε προσφάτως με τη Λένα Πλάτωνος και ετοιμάζει δίσκο

τοις είναι έτοιμες να φτιάξουν μια και καλή τις βαλίτσες τους και να... ξενιτευθούν. «Είμαστε διατεθειμένες αν υπάρξουν οι κατάλληλες συνθήκες να αλλάξουμε και χώρα για να κάνουμε τη μουσική μας και να ζήσουμε από αυτήν».Και μιλάνε με τόση σιγουριά για τους εαυτούς τους που μάλλον θα... ξενιτευθούν περισσότερο εύκολα από ό,τι και οι ίδιες πιστεύουν. 

Η ξενιτιά δεν είναι κάτι που απασχολεί ιδιαιτέρως την Εtten, η οποία δεν είναι μόνο τραγουδίστρια αλλά γράφει κιόλας μουσική και τραγούδια, τη γνωρίσαμε από τη συνεργασία της με τους Film, εμφανίστηκε με τηΛένα Πλάτωνοςστις πρόσφατες συναυλίες που δόθηκαν στο Κύτταρο και βρίσκεται αυτή την εποχή στο στούντιο για να ηχογραφήσει την πρώτη της προσωπική δουλειά, παραγωγή του Coti Κ. Η ίδια πιστεύει ότι θέλει θάρρος και τσαμπουκά μια γυναίκα να ασχοληθεί με τη μουσική «και θεωρώ ότι,αν και υπάρχουν πολλές γυναίκες που έχουν εξαιρετικές φωνές,εν τούτοις δεν βγαίνουν πολύ προς τα έξω. Εχει υπάρξει φορά να εμφανίζομαι σε φεστιβάλ και να είμαι η μοναδική γυναίκα.Η ένστασή μου είναι ότι πολλές φορές δεν μας παίρνουν στα σοβαρά, ενδεχομένως να αναρωτιούνται "ποια είναι αυτή η χαζογκόμενα και τι να θέλει τώρα;".Παράλληλα έχω διαπιστώσει ότι τώρα τελευταία ο χώρος της μουσικής θέλει όλο και περισσότερες γυναίκες». Μπερδεμένα πράγματα από μια κοπέλα που ασχολείται επαγγελματικά με τη μουσική εδώ και 13 χρόνια αλλά ακόμη δεν έχει καταφέρει να ζει

Η SugahSpank!, από τις «παλιές» στον χώρο, θεωρεί ότι τα πιο καλά πράγματα βγαίνουν από γυναίκες

από αυτήν.«Οχι,δεν ζω από τη μουσική. Φυσικά δεν έχω κάνει και κάτι εμπορικό ώστε να μου δοθεί αυτή η δυνατότητα και παράλληλα νιώθω μια ελευθερία σε αυτό που κάνωεπειδή έχω την ελευθερία της επιλογής.Αυτό που με ενδιαφέρει είναι να έχω ισορροπία και να γράφω αυτό που μου βγαίνει».Οσο για τη συνεργασία της με το ισχυρό φύλο θεωρεί ότι«είναι ωραία τα πράγματα όταν δένει η χημεία μεταξύ ανδρών και γυναικών». Η προαναφερθείσα Αθηνά Ανδρεάδη έχει μάλλον μια διαφορετική διαδρομή από τις συναδέλφισσές της. Η διαδρομή είναι Ελλάδα- εξωτερικό. Εδώ έχουμε το ανάποδο. Η Αthena Αndreadis γεννήθηκε στο Λονδίνο, μεγάλωσε στην Ελλάδα, επέστρεψε στο Λονδίνο και πολύ γρήγορα υπέγραψε το πρώτο της επαγγελματικό συμβόλαιο, κυκλοφόρησε το ντεμπούτο της ροκ/φολκ άλμπουμ «Βreathe with me», έδωσε συναυλίες πάντα στην Αγγλία, εμφανίστηκε πέρυσι στο Glastonbury Festival στην Αγγλία, έχει εμφανισθείκαι στην Ελλάδα φυσικά και ήδη ετοιμάζεται για τη δεύτερη δισκογραφική της δουλειά.«Πιστεύω ότι, όπως σε όλα τα πράγματα,έτσι και στη μουσική οι γυναίκες σε σχέση με τους άνδρες νιώθουν περισσότερο ελεύθερα και άνετα να εκφραστούν, να καταθέσουν τον εαυτό τους και να πουν αυτό που έχουν να πουν.Γυναίκες πάντοτε υπήρχαν στην ποπ-ροκ μουσική, ακόμη και από τις δεκαετίες του ΄60 και του ΄70, αλλά ήταν σαφώς λιγότερες από τους άνδρες.Με χαροποιεί πάντως το γεγονός που βλέπω,όλο και περισσότερες γυναίκες να βρίσκουν το θάρρος να εκφραστούν.Και όσο γίνεται αυτό τόσο η κοινωνία και η (μουσική) βιομηχανία το αποδέχονται.Ο κόσμος χρειάζεται τις γυναίκες».Δεν αρνείται ότι τις υψηλές θέσεις στη δισκογραφία τις κατέχουν άνδρες,«με αποτέλεσμα να δένονται πιο εύκολα μεταξύ τους.Πίνουν μαζί μπίρες,παίζουν μπάλα και αυτό τους βοηθά στο μεταξύ τους δέσιμο.Αλλά σε επίπεδο καλλιτεχνικό η μουσική είναι γυναίκα». 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΚΙΝΤΣΑΣ





«Εφυγε» η τελευταία μεγάλη κυρία των μπλουζ....ένα μικρό αφιέρωμα στη Koko Taylor

Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2009 4:55 μμ |

alt

Μία μεγάλη κυρία της μπλουζ μουσικής, η Κόκο Τέιλορ (Koko Taylor) «έφυγε» την Τετάρτη σε ηλικία 80 ετών στο Νοσοκομείο «Northwestern Memorial» του Σικάγο, μετά από επιπλοκές που παρουσίασε, ύστερα από εγχείρηση στην οποία υπεβλήθη

 

Μία μεγάλη κυρία και τραγουδίστρια αποχαιρετά η Αμερική μιας και η Koko Taylor απεβίωσε εχθές στον τόπο διαμονής της τα τελευταία 55 χρόνια, το Σικάγο του Ιλλινόι. 
Με τον ολότελα ταιριαστό τίτλο "Βασίλισσα των Blues" να τη συνοδεύει τις τελευταίες δεκαετίες, η βραβευθείς με Grammy το 1984, συνεργάτης του Muddy Waters αλλά και του Stevie Ray Vaughan, με εμφάνιση ακόμα και σε ταινία του David Lynch (Wild at Heart), έφυγε λόγω επιπλοκών που παρουσιάστηκαν μετά από μία εγχείρηση που κρίθηκε αναγκαία λόγω γαστρεντερικής αιμορραγίας που είχε παρουσιάσει. 
Γεννημένη το 1935 στο Μέμφις του Τεννεσύ, ήταν κόρη αγροτών, το κανονικό της όνομα ήταν Cora Walton αλλά το προσωνύμιο Koko είχε μόνιμα προσαρτηθεί λόγω της εμμονής της με τη σοκολάτα.

 

Η Koko Taylor (πραγματικό όνομα Cora Walton, το "Koko" είναι ένα παρατσούκλι από τα παιδικά της χρόνια που οφείλεται στην αδυναμία της για τις σοκολάτες) γεννήθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 1935, στο Μέμφις, της Πολιτείας Τενεσί.

«Η βασίλισσα των μπλουζ», όπως ήταν γνωστή στο κοινό, ανήκε στην ίδια γενιά μουσικών με τον Μάντι Γουότερς (Muddy Waters) και τον Χόουλιν Γουλφ (Howlin' Wolf) και θεωρείτο ότι «διατηρούσε ζωντανή μέσα της τη "φλέβα" των μπλουζ του Μισισίπι».

 

alt

Παιδί πολύτεκνης αλλά και φτωχής οικογένειας (είχε τρεις αδερφούς και δύο αδερφές), έχασε και τους δύο γονείς της στην ηλικία των 11 ετών, ενώ αναγκάστηκε να δουλεύει στα χωράφια μαζεύοντας βαμβάκι.

Στις αρχές της δεκαετίας του '50 πήγε στο Σικάγο για να ζήσει με τον μέλλοντα σύζυγό της Ρόμπερτ Ποπς Τέιλορ (Robert «Pops» Taylor) ενώ ξεκίνησε τραγουδώντας γκόσπελ μουσική στις εκκλησίες.

Τα Σαββατοκύριακα, όπως λένε όσοι την γνώριζαν από τότε, πήγαινε στα μλπουζ κλαμπ του Σικάγο. Τότε στις αρχές της

δεκαετίας του '60 ήταν που την πλησίασε για πρώτη φορά ο Γουίλι Ντίξον (Willie Dixon), ο οποίος της ζήτησε να συνεργασθούν ηχογραφώντας το κομμάτι του «Wang Dang Doodle».

Ανάμεσα στις επιτυχίες της «βασίλισσα των μπλουζ», ήταν εκτός του «Wang Dang Doodle» και το «I'm a Woman».

Είναι καταξιωμένη ως μια από τις σημαντικότερες μορφές των μεταπολεμικών blues του Σικάγο. Σημαντικότερος σταθμός στη δισκογραφική της καριέρα υπήρξε το συμβόλαιο συνεργασίας της με την Chess, μια από τις πιο επώνυμες ετικέτες "μαύρης" μουσικής. Κατά τις δεκαετίες του '60 και του '70 παρουσίασε μια σειρά αξιόλογων κυκλοφοριών ως επικεφαλής του συνόλου Blues Machine, παράλληλα με εμφανίσεις αξιώσεων σε χώρους συναυλιών όπως το Carnegie Hall και σε διοργανώσεις όπως το διεθνές jazz φεστιβάλ του Μοντρέ.

 alt

Τα τελευταία 35 χρόνια η Κόκο Τέιλορ δεν είχει σταματήσει να αποδεικνύει ότι οι γυναίκες μπορούν να «φωνάξουν» με την ίδια δύναμη και αγριάδα όπως οι άνδρες. Αν την ειχε  γνωρίσει κανείς από κοντά όμως θα είχε δει ότι είναι μια ευγενική, καλοσυνάτη γιαγιά. Το 1962, εννέα χρόνια αφότου είχε μετακομίσει στο Σικάγο, την ανακάλυψε ο Ουίλι Ντίξον, ο μεγάλος τραγουδοποιός του μεταπολεμικού μπλουζ. Το 1965 ο Χάουλιν Γουλφ τής έγραψε το τραγούδι «Wang Dang Doodle», που έγινε μεγάλη επιτυχία και την έκανε ευρύτερα γνωστή. Συνεχίζει να γράφει πολλά από τα τραγούδια της και ζει στο Ιλινόι.

alt

Τι σας έκανε να πάτε στο Σικάγοτην είχαν ρωτήσει ; «Ο κύριος λόγος που εγώ και ο άντρας μου φύγαμε από το Μέμφις ήταν η ανάγκη να βρούμε δουλειά. Οταν έφτασα στο Σικάγο άρχισα να καθαρίζω σπίτια λευκών πλουσίων οικογενειών. Σύντομα ανακάλυψα ότι πολλοί από τουςτραγουδιστές που άκουγα στο ραδιόφωνο  ο Χάουλιν Γουλφ, ο Μάντι Ουότερς, ο Τζίμι Ριντ ήταν όλοι στο Σικάγο. Ο άντρας μου λοιπόν πήγε και τους βρήκε και τους είπε: "Η γυναίκα μου ξέρει να τραγουδάει". Ο Χάουλιν Γουλφ τού ζήτησε να με γνωρίσει και, όταν εμφανίστηκα, με φώναξε να ανέβω στη σκηνή μαζί του και να τραγουδήσω. Εγώ τρόμαξα:δεν είχα ανέβει ποτέ στη σκηνή! Τελικά εκείνος μου είπε: "Εχεις μια φωνή που τη χρειάζεται ο κόσμος σήμερα. Εχουμε τόσους άντρες που τραγουδάνε μπλουζ, αλλά δεν έχουμε καθόλου γυναίκες"».

 

 

Δικτυακός τόπος
http://www.alligator.com/artists/04/index.html

Ακροάσεις

Old School (Blues)
Koko Taylor Deluxe Edition (Blues)
Royal Blue (Blues)

 


Από γενεές δεκατέσσερις περνάει τον Ελβις Πρίσλεϊ ο Μπομπ Ντίλαν.

Τρίτη, 2 Ιουνίου 2009 12:17 πμ |

alt

Από γενεές δεκατέσσερις περνάει τον Ελβις Πρίσλεϊ ο Μπομπ Ντίλαν. Δεν είναι ο μόνος όμως που δέχεται τα πυρά του 68χρονου κορυφαίου Αμερικανού μουσικού. Σε πρόσφατη συνέντευξή του στους «Sunday Times» μιλάει για τους ομότεχνούς του, όπως ο Ελβις και ο Πολ Μακάρτνεϊ, αλλά και για τους αγαπημένους του ζωγράφους και συγγραφείς. Οταν η κουβέντα έρχεται στις αξίες του ανθρώπου, ο Αμερικανός δημιουργός καταφεύγει στους Ρωμαίους. «Σοφία, δικαιοσύνη, μετριοφροσύνη και θάρρος. Αυτά είναι τα στοιχεία στα οποία πρέπει να βασίζεται το ήθος του ανθρώπου», υποστηρίζει.

Ακούστε το «Feel A Change Comin' On» από το νέο δίσκο «Together Through Life»


- Η αναδρομή στα '60s ξεκινά από τον Ελβις. «Ποτέ δεν τον συνάντησα, γιατί δεν ήθελα να τον συναντήσω. Εκείνη την περίοδο ο Ελβις ήταν πια ξεπερασμένος. Τα νέα παιδιά τότε δεν αγόραζαν τους δίσκους του, ούτε έβλεπαν τις ταινίες του. Δεν είχε γελοιοποιηθεί, αλλά κινδύνευε. Εγώ ήθελα να δω το δυναμικό Ελβις που έπεσε από ένα άστρο στο αμερικανικό έδαφος. Τον Ελβις που ανάβλυζε ζωή. Που μας έδωσε έμπνευση, σε κάθε επίπεδο της ζωής. Αυτός ο Ελβις δεν υπήρχε πια». 

- Η γνώμη του για τον ήρωα της αμερικανικής φολκ, Τζόνι Κας, δεν είναι και τόσο κολακευτική. «Μου λείπει, αλλά αυτό το ένιωθα και δέκα χρόνια πριν πεθάνει. Οποιος με ρωτάει, του λέω να ακούσει τους δίσκους του στη Sun records και να αφήσει στην άκρη όλα όσα έκανε στη συνέχεια. Μόνο έτσι θα έπρεπε να τον θυμάται ο κόσμος». Οσο για τον πιο σύγχρονό του, Πολ Μακάρτνεϊ, επιτέλους λέει και μια καλή κουβέντα. «Θα ήταν υπέροχο να κάνω κάτι με τον Πολ. Ομως οι δρόμοι μας πρέπει κάπως να συναντηθούν, για να κάνουμε κάτι που θα έχει νόημα», τονίζει. 

- Οι εν ζωή ήρωές του είναι μετρημένοι. Ο Τσακ Μπέρι («είναι αναντικατάστατος. Οσο υπάρχει αυτός, όλα θα είναι εντάξει») και ο Νιλ Γιανγκ («Πήγα να δω το σπίτι του, στο Γουίνιπεγκ. Ηθελα να δω το υπνοδωμάτιό του. Ηθελα να περπατήσω στα βήματα που έκανε κάθε μέρα. Τρέφω μεγάλο σεβασμό για το πρόσωπό του») είναι δύο από αυτούς. 

Καραβάτζιο και Γκίνσμπεργκ

Σεβασμό τρέφει και για μεγάλους ζωγράφους, όπως ο Καραβάτζιο και ο Ρέμπραντ, ενώ από τους λογοτέχνες ξεχωρίζει τον Αλεν Γκίνσμπεργκ, «που έφτιαξε τη δική του μοναδική γλώσσα». 

Ο Μπους κι οι νέοι

Οσο για τον τέως πρόεδρο των ΗΠΑ, Τζορτζ Μπους, ο Ντίλαν αρνείται να τον κατηγορήσει, όπως τόσοι και τόσοι άλλοι συνάδελφοί του. «Εκείνοι που τον βοήθησαν να ανέβει τόσο ψηλά, ήταν οι ίδιοι που τον μίσησαν στη συνέχεια. Είναι αστείο. Οι άνθρωποι είναι αλλοπρόσαλλοι. Η πίστη τους μπορεί να αλλάξει σε δευτερόλεπτα», τονίζει. 

Με ένα άλμα στο σήμερα, αναφέρεται στους νέους της εποχής μας: «Είναι εκνευριστικό να βλέπεις νέα παιδιά με τα κινητά και τα iPods στα αφτιά τους. Δεν έχουν ταυτότητα και είναι κρίμα να τα βλέπεις τόσο εκτός της πραγματικότητας. Ο καθένας βέβαια είναι ελεύθερος να κάνει ό,τι θέλει, αλλά τα παιδιά θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι το κόστος της ελευθερίας είναι πολύ ακριβό για να αφιερώσουν τη ζωή τους σε όλα αυτά τα γκάτζετ. Αν ήταν στο χέρι μου, θα κυκλοφορούσαν μόνο βινίλια...». Λόγια ενός μουσικού που η «σύνταξη» δεν του ταιριάζει. 

Info

- «Together Through Life» ονομάζεται ο τελευταίος, 33ος, δίσκος του Μπομπ Ντίλαν, που κυκλοφόρησε πριν ένα μήνα. Εκανε ντεμπούτο στην κορυφή του πίνακα επιτυχιών τόσο στις ΗΠΑ (125.000 αντίτυπα την πρώτη εβδομάδα) όσο και στη Βρετανία. Την παραγωγή έκανε ο ίδιος, με το ψευδώνυμο Τζακ Φροστ. 


«περίπτωση μελέτης»

Παρασκευή, 29 Μαΐου 2009 9:08 μμ |


alt


Κοιτώντας τον Keith Richards φωτογραφημένο από την Annie Leibovitz για την πρόσφατη καμπάνια της Louis Vuitton μόνο ένα επίθετο σου έρχεται στο μυαλό.

Διαχρονικός. Σχεδόν όσο και οι βαλίτσες της συγκεκριμένης μάρκας. Όταν μάλιστα τον παρατηρείς στις σκηνές του «Shine Α light», του ντοκιμαντέρ που έφτιαξε ο Martin Scorsese για τους Rolling Stones και θα βγει στις ελληνικές αίθουσες στις 29 Μαϊου, άλλο ένα επίθετο προστίθεται. Αγέραστος. Ο Keith Richards έχει σχεδόν την ίδια ηλικία με το ροκ. Και σου δίνει την αίσθηση ότι, όπως ακριβώς και η μουσική του, δεν θα πεθάνει ποτέ. 

Κι αν κάποιος εμφανιζόταν για να τον ρωτήσει αν έχει κάνει ποτέ botox ή οποιαδήποτε άλλη επέμβαση στο πρόσωπό του, τότε ο Keith Richards θα τον έστελνε στο διάολο. Αν είναι στις καλές του. Ειδάλλως θα τον χαιρετούσε λέγοντάς του: «Είσαι τυχερός που σαι ακόμα ζωντανός». 

Ο ίδιος το έχει θέσει πιο κομψά: «Δεν είμαι κανένας σοφός. Απλά αρνούμαι να μεγαλώσω». Ο 65χρονος Κeith Richards λέει ότι αρνείται να μεγαλώσει. Αλλά στην ουσία κρατάει το μυαλό της ηλικίας του. Λέει, για παράδειγμα, ότι η μεγαλύτερη χαρά πέρα από την τεράστια επιτυχία που γνώρισε είναι το να βλέπει τα παιδιά και τα εγγόνια του να μεγαλώνουν. Η εμφάνισή του μπορεί να μην είναι αυτή που θα είχε ένας συνομήλικός του που πέρασε τη ζωή του κάνοντας μια δουλειά «9 με 5» σε γραφείο. Αλλά δεν παύει να είναι η εικόνα ενός ανθρώπου που έχει γίνει μία από τις σημαντικότερες φιγούρες του δυτικού πολιτισμού για τον 20ό και τις αρχές του 21ου αιώνα. «Ο Keith Richards παρέμεινε cool στο κέντρο του κυκλώνα για περισσότερο από πενήντα χρόνια», θα πει ο Μichael Pietch, αντιπρόεδρος και εκδότης της «Little, Brown και Company», της εταιρείας που θα εκδώσει την αυτοβιογραφία του, η οποία θα κυκλοφορήσει το φθινόπωρο του 2010. Τη γράφει ο ίδιος ο θρύλος του ροκ μαζί με τον James Fox, τον οποίο ο Keith εκτίμησε για το βιβλίο του «White Μischief», μία καλογραμμένη αναφορά για το άλυτο μυστήριο της δολοφονίας του λόρδου Erroll το 1941 στην Κένια. (Ναι, ο Keith το χει «ρίξει» στα ιστορικά βιβλία.) Μέσα σ' αυτό το βιβλίο ο άνθρωπος που συνέδεσε τ όνομά του με την ιστορία του rock θα αφηγείται την πιο πλούσια σε περιστατικά, την πιο επιδραστική και την πιο στενά παρακολουθούμενη ζωή των μοντέρνων καιρών: τη ζωή του.

(Ι can get no) satisfaction 
Για να γίνει ιστορία, θα πρέπει να βρεθούν οι κατάλληλοι άνθρωποι.

Αν δεν γνώριζε ο Mick Jagger τον Keith Richards, θα έμεναν και οι δύο τους σαν ακόμα δύο «wannabe». Γνωρίστηκαν όμως. Κι έκαναν τους Rolling Stones. Οι οποίοι μένουν ενωμένοι για δεκαετίες. Για τον κιθαρίστα των Stones ο Charlie Watts είναι το θεμέλιο όλων. Από την άλλη, είναι ο Ian Stewart (που πέθανε το 1985). Για τον οποίο όλοι οι υπόλοιποι του συγκροτήματος μένουν ακόμα μαζί. Γιατί αυτό το συγκρότημα ήταν το όραμα του νεκρού φίλου τους και ιδρυτικού «στελέχους» του συγκροτήματος. 

«Υπάρχει μια απίστευτη χημεία ανάμεσα στους Stones», λέει ο Keith Richards. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Η χημεία του συγκροτήματος είναι τόσο απίστευτη, όσο και η ποσότητα των χημικών ουσιών που κατανάλωσαν. Αυτό συνέβαινε σε τέτοιο βαθμό, που μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι ο Keith Richards είναι ο άνθρωπος που συνέβαλε καθοριστικά στη μυθολογία του «sex, drugs & rock n roll». Ο Dick Taylor μιλάει για τα πρώτα ναρκωτικά που κατανάλωσαν, έφηβοι ακόμη, στο Sidcup Art College: «Για να μείνουμε όρθιοι με τη μουσική μας και να πηγαίνουμε στο Sidcup το πρωί, ο Keith κι εγώ παίρναμε τονωτικά χάπια, τα οποία όχι μόνο μας κρατούσαν ξύπνιους, αλλά μας έδιναν κι ένα ανέβασμα. Δοκιμάσαμε τα πάντα. Από χάπια που έπαιρναν τα κορίτσια για την περίοδο μέχρι και Nostrilene, που εισπνέονταν από τη μύτη. Απέναντι από το κολέγιο υπήρχε ένα μικρό πάρκο. Εκεί υπήρχε ένα πουλί μέσα σε ένα κλουβί. Συνηθίζαμε να το λέμε Cocky o κακατούα. Εκεί ο Keith συνήθιζε να του δίνει τονωτικά χάπια και το πουλί παραπατούσε στην κούνια του». (Η ειρωνεία είναι ότι ο ίδιος χρησιμοποίησε την ίδια έκφραση, ότι «έπεσε από την κούνια του», όταν τραυματίστηκε στο κεφάλι πέφτοντας από ένα φοίνικα στα νησιά Fiji, με αποτέλεσμα ν ακυρωθεί η προγραμματισμένη συναυλία του συγκροτήματος στην Αθήνα). Έναν οποιονδήποτε άνθρωπο αυτή η ανεξέλεγκτη χρήση ναρκωτικών και αλκοόλ θα τον είχε στείλει στον τάφο πριν καν μπει στα πρώτα «-άντα». Όχι αυτόν. Θα υπάρξει, όμως, πολύς κόσμος που θα κυνηγήσει τον Keith Richards για τα ναρκωτικά. Ο συνιδρυτής των Stones θα περιγράψει την εικόνα που ο πρόεδρος του δικαστηρίου χτυπάει το σφυρί στο τραπέζ