ALLOTINO jazz rock cafe

JAZZ και BLUES.Αλκοολ και καπνος. Ονειρα και εικονες απο μια πολη που ζει


Για πάντα νέος


Αλλος ένας χρόνος τελειώνει, μάλιστα σύντομα θα περάσουμε σε μια νέα δεκαετία, και σαν να μην άλλαξε τίποτα, το συγκρότημα των Beatles καταφέρνει να κυριαρχεί στη μουσική σχεδόν 40 χρόνια μετά την επίσημη διάλυσή του.

Αυτό που δεν είχε απασχολήσει ιδιαίτερα αυτούς που ασχολούνταν με τη μουσική του συγκροτήματος, ήταν η ικανότητά τους να ανακαλύπτουν νέα ταλέντα. Αναφέρομαι, βέβαια, στην περίοδο που δημιούργησαν την εταιρεία Apple, στα τέλη της δεκαετίας του '60, και οι αρχικές επιλογές τους ήταν ονόματα όπως οι Mary Hopkin, Jackie Lomax, Billy Preston, Badfinger, Hot Chocolate, ο συνθέτης κλασικής μουσικής John Tavener και ο James Taylor.

Οι περισσότεροι από αυτούς διακρίθηκαν ιδιαίτερα, αλλά οι δύο τελευταίοι κατάφεραν να είναι στην επικαιρότητα ακόμα και σήμερα, αρκετές δεκαετίες μετά την πρώτη τους εμφάνιση, αποδεικνύοντας ότι εκτός από το μουσικό τους ταλέντο, τα μέλη των Beatles είχαν και μουσική άποψη για τις καλλιτεχνικές αξίες. Ο James ήταν μάλιστα ο πρώτος καλλιτέχνης που υπέγραψε στην Apple.

Ο James Taylor έγινε μεγάλο αστέρι στον μουσικό χώρο όταν ακόμα ήταν 20 ετών. Συγκεκριμένα, το 1968 κυκλοφόρησε το πρώτο του άλμπουμ με τίτλο το όνομά του. Στα πρώτα του τραγούδια, που ηχογραφήθηκαν με παραγωγό τον φίλο τού Paul McCartney, Peter Asher, ο Taylor, με την πλούσια εκφραστική φωνή του, τραγουδά για τη ζωή και τον έρωτα, αρχίζοντας το πολύχρονο ταξίδι του στα μονοπάτια της μουσικής φολκ. Ο McCartney συμμετέχει σ' αυτό το άλμπουμ παίζοντας μπάσο στο κλασικό Carolina On My Mind. Στο ίδιο τραγούδι έπαιζε και ο George Harrison, που άκουσε μάλλον το Something In The Way She Moves, που υπάρχει στο πρώτο άλμπουμ του τραγουδοποιού, κι έγραψε το δικό του Something.

Σπουδάζοντας μουσική θεωρία, ο James, αρχικά ασχολούνταν με το cello, αλλά η αδιαφορία των φίλων του γι' αυτό το έγχορδο όργανο τον έκανε να στραφεί στην κιθάρα, που από τότε είναι ο αχώριστος σύντροφός του.

Μεγαλωμένος σε μια οικογένεια που περιλάμβανε αρκετά ακόμα ταλαντούχα αδέλφια, ο μεγάλος τραγουδοποιός είχε την ευκαιρία να περνάει τον καιρό του σε δύο διαφορετικές τοποθεσίες της αμερικανικής γης. Τα καλοκαίρια του ήταν γεμάτα από τη θαλάσσια αύρα της Νέας Αγγλίας και ο χρόνος περνούσε ανέμελα στο παραλιακό Martha's Vineyard, περιοχή όπου έκαναν τις διακοπές τους όλοι σχεδόν οι επιφανείς Αμερικανοί συμπεριλαμβανομένων και των εκάστοτε προέδρων της χώρας.

Τον χειμώνα η οικογένεια έμενε στο 28 δωματίων σπίτι της στη Βόρεια Καρολίνα, κοντά στο πανεπιστήμιο, όπου ο πατέρας του ήταν γνωστό μέλος της ιατρικής κοινωνίας.

Ενας από τους παιδικούς του φίλους στο Martha's Vineyard, όταν ήταν 15 ετών, ήταν ο Danny Kootch (Danny Kortchmar). Μαζί του ο James έφτιαξε το συγκρότημα Flying Machine και σε ηλικία 18 ετών έπαιζαν σε διάφορους χώρους της Νέας Υόρκης, ζώντας βασικά από τα χρήματα των γονέων τους.

Ομως η ζωή στην αμερικανική μεγαλούπολη τον οδήγησε στον κόσμο των ναρκωτικών και σύντομα το 1968 αποφάσισε να πάει στο Λονδίνο, μήπως και καταφέρει να απεξαρτηθεί από τις κακές του συνήθειες, που γίνονταν όλο και πιο επικίνδυνες, αφού η ηρωίνη είχε μπει για τα καλά στη ζωή του, σ' έναν δρόμο χωρίς επιστροφή.

Οι εμπειρίες του από αυτή την περίοδο έγιναν τραγούδι και ο James ζητάει τη βοήθεια του Ιησού για να γλιτώσει, στη μεγάλη επιτυχία του Fire And Rain. Αρχικά, την έκκληση βοηθείας απηύθυνε στη Maggie, αλλά επειδή υπήρχε αναφορά και σε άλλη γυναίκα στο ίδιο τραγούδι, ο McCartney του συνέστησε ότι δεν είναι σωστό να αναφέρει δύο γυναίκες στο ίδιο τραγούδι. Η άλλη ήταν η Suzanne, για την οποία δεν έχει διευκρινιστεί η ταυτότητά της, αν και λέγεται ότι ήταν μία από τις γνωριμίες του στην κλινική, που αυτοκτόνησε. Το Fire And Rain είχε γραφτεί σε τρία στάδια, με το πρώτο μέρος του να γράφεται στο Λονδίνο, το δεύτερο σε κλινική του Μανχάταν και το τρίτο και τελευταίο σε κέντρο αποτοξίνωσης στη Μασαχουσέτη.

Μετά την ολιγόμηνη παραμονή του στο Λονδίνο, όπου είχε πάει για να ξεφύγει από τα προβλήματά του και να παρουσιάσει τα τραγούδια στην Apple, ο James θα κυκλοφορήσει το πρώτο του άλμπουμ και θα επιστρέψει στη Νέα Υόρκη, όπου και θα παραμείνει για αρκετό διάστημα σε κλινική απεξάρτησης από τα ναρκωτικά. Με την έξοδό του θα ηχογραφήσει το Sweet Baby James, που θα τον κάνει γνωστό σε ολόκληρο τον κόσμο.

Ηταν από τους πρώτους συνθέτες που ερμήνευαν οι ίδιοι τα τραγούδια τους, μέχρι τότε κυριαρχούσαν τα συγκροτήματα ή οι γνωστοί συνθέτες έγραφαν τραγούδια για άλλους. Με την επιτυχία του Fire And Rain ακολούθησαν οι Elton John, Carly Simon, Billy Joel κ.ά.

Το Mud Slide Slim And The Blue Horizon του 1971 θα τον επιβάλει οριστικά χάρη στη διασκευή του στο You've Got Α Friend της φίλης του Carole King, που θα γίνει Νο 1 το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς. Η πρώτη ερμηνεία του τραγουδιού υπήρχε στο άλμπουμ του συγκροτήματος The City, με το οποίο η Carole κυκλοφόρησε το άλμπουμ Now That Everything's Been Said, που πέρασε απαρατήρητο και λίγο αργότερα το ηχογράφησε ξανά για το άλμπουμ της Tapestry.

Αξίζει να αναφερθεί στην ίδια περίοδο η συμμετοχή του στο άλμπουμ τού Neil Young, Harvest, όπου μαζί με τη Linda Ronstadt κάνουν φωνητικά στα Heart Of Gold και Old Man.

Την επόμενη χρονιά, εξαιτίας του γάμου του με την Carly Simon θα αρχίσει να απασχολεί και τις στήλες των περιοδικών ευρείας κατανάλωσης μαζί με αυτές των εφημερίδων, λόγω των πολιτικών του δραστηριοτήτων, μια και από τότε είχε έντονη παρουσία στα κοινά.

Η όχι και τόσο συχνή παρουσία του με νέους δίσκους, μια και κυκλοφορούσε συνήθως καινούριο άλμπουμ στην καλύτερη περίπτωση κάθε 4-5 χρόνια, δεν στάθηκε εμπόδιο η καλλιτεχνική του πορεία να δώσει το όνομα σε αυτό που, εδώ και αρκετές δεκαετίες, ο κόσμος και οι ειδικοί της μουσικής αποκαλούν συνθέτης-τραγουδιστής, αφού η αναφορά αυτού του όρου αυτομάτως παραπέμπει στον James Taylor.

Στις αρχές της δεκαετίας του '80 συμβαίνουν αρκετές σημαντικές αλλαγές στη ζωή του: χωρίζει με την Carly Simon, με την οποία είχαν αποκτήσει δύο παιδιά, πεθαίνουν οι δύο καλύτεροι φίλοι του, ο John Belushi και ο Dennis Wilson των Beach Boys, καταφέρνει να απομακρυνθεί οριστικά από τα ναρκωτικά και αφοσιώνεται στα παιδιά του. Στα μέσα της δεκαετίας θα παντρευτεί την ηθοποιό Kathryn Walker.

Τα σημαντικότερα τραγούδια που κυκλοφόρησε στη δεκαετία του '70, έχουν συγκεντρωθεί στο άλμπουμ Greatest Hits, που σταθερά από τότε είναι στα πιο πετυχημένα, με πωλήσεις που μόνο στις Ην. Πολιτείες ξεπερνούν τα 11 εκατ. αντίτυπα, φέρνοντάς το στη λίστα με τα εμπορικότερα όλων των εποχών.

Με αρκετά βραβεία Γκράμι στο ενεργητικό του, συγκεντρωμένα σε διαφορετικές δεκαετίες, ο Taylor συνεχίζει να κυκλοφορεί άλμπουμ και στη δεκαετία που τελειώνει και να απολαμβάνει την εκτίμηση γνωστών καλλιτεχνών που έχουν επηρεασθεί από αυτόν. Το 2006, σε ειδική τελετή στο Λος Αντζελες, συγκεντρώθηκαν κι ερμήνευσαν τραγούδια του γνωστοί καλλιτέχνες που, όπως δήλωσαν, ο James Taylor έπαιξε ρόλο στην απόφασή τους να γίνουν τραγουδιστές, ανάμεσά τους οι: Sting, Bruce Springsteen, Jackson Browne, Sheryl Crow, Alison Kraus, The Dixie Chicks, Bonnie Raitt κ.ά.

Η πιο πρόσφατη εμφάνισή του ήταν στην κινηματογραφική ταινία Funny People, όπου ερμηνεύει το Carolina On My Mind.

Πριν 38 χρόνια , η Κυριακή 30 Ιανουαρίου 1972  έμελλε να μείνει στην ιστορία ως η «Ματωμένη Κυριακή» της Β. Ιρλανδίας.

Στα μέσα Γενάρη του 1972, ο βρετανικός στρατός πραγματοποιεί εκτεταμένες συλλήψεις Καθολικών στο Μπέλφαστ, με πρόσχημα την εκκαθάριση του Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού (IRA). Στις16 του Γενάρη, η τοπική κυβέρνηση των Προτεσταντών ανακοινώνει τη δημιουργία νέου στρατοπέδου συγκέντρωσης, όπου κρατούνται οι συλληφθέντες Καθολικοί. Ταυτόχρονα, παρατείνεται για άλλους έξι μήνες η απαγόρευση ανοιχτών εκδηλώσεων διαμαρτυρίας. Είναι η σταγόνα που κάνει το νερό να ξεχειλίσει στο ποτήρι της μειονότητας. Την επομένη, η Ενωση Πολιτικών Ελευθεριών, μια οργάνωση που πρωτοστατεί στις κινητοποιήσεις των Καθολικών, εξαγγέλλει για τις 30 του Γενάρη, στο Λοντοντέρι, το λίκνο του κινήματος για την απελευθέρωση της Β. Ιρλανδίας, συγκέντρωση και πορεία, με στόχους την αποφυλάκιση των πολιτικών κρατουμένων και την αποχώρηση των βρετανικών στρατευμάτων από τη Βόρεια Ιρλανδία.

Στις 25 του Γενάρη σε μυστική σύσκεψη μελών της προτεσταντικής κυβέρνησης, της στρατιωτικής και της αστυνομικής διοίκησης αποφασίζεται το αιματοκύλισμα της διαδήλωσης. Οι Βρετανοί επιστρατεύουν τους διαβόητους για τη σκληρότητά τους αλεξιπτωτιστές της μονάδας «Para-1».

Την Κυριακή 30 του Γενάρη 1972, παρά την απειλητική ατμόσφαιρα, ένα μαχητικό πλήθος περίπου 10.000 Καθολικών συγκεντρώνεται σε μια από τις καθολικές συνοικίες και ξεκινά πορεία για το ιστορικό κέντρο του Λοντοντέρι. Οταν οι δυνάμεις καταστολής σταματάνε τους διαδηλωτές, οι διοργανωτές της πορείας καλούν τον κόσμο να διαλυθεί για να μη δώσουν πάτημα στον αντίπαλο. Πραγματικά, το πλήθος διαλύεται, ενώ τελευταία αποχωρεί μια ομάδα νεαρών που είχαν προηγουμένως πετάξει πέτρες κατά των σιδερόφραχτων αστυνομικών. Τη στιγμή της αποχώρησης, όμως, βγαίνουν από τα οδοφράγματα της Αστυνομίας οι αλεξιπτωτιστές της «Para-1» και αρχίζουν να καταδιώκουν τους διαδηλωτές, να συλλαμβάνουν αδιακρίτως και να κακοποιούν βάναυσα όποιον έβρισκαν μπροστά τους. Ταυτόχρονα, τεθωρακισμένα οχήματα των ειδικών δυνάμεων εισβάλλουν από τρία διαφορετικά σημεία και αποβιβάζουν στρατιώτες που παίρνουν θέσεις απέναντι στους εναπομείναντες διαδηλωτές. Ξαφνικά, ακούγονται ριπές αυτομάτου όπλου και ένας 17χρονος πέφτει νεκρός. Ακολουθεί πανικός, πανδαιμόνιο, καταιγισμός πυροβολισμών και μέσα στα επόμενα δέκα λεπτά, η άσφαλτος βάφεται κόκκινη από το αίμα 13 νεκρών και 16 βαριά τραυματισμένων. Ολα σχεδόν τα θύματα είναι νέοι και παιδιά, ηλικίας 16-25 ετών.

Ο θρήνος στα γκέτο των Καθολικών συνοδεύεται από πολιτικό σάλο. Ο βουλευτής του Εργατικού Κόμματος Τζον Χιούμ, αυτόπτης μάρτυρας της σφαγής, καταγγέλλει ότι πωρωμένοι αλεξιπτωτιστές πυροβολούσαν πισώπλατα άοπλους εφήβους που προσπαθούσαν να σωθούν και μιλάει για «Ματωμένη Κυριακή», όπως θα μείνει στην Ιστορία η 30ή του Γενάρη 1972.

Η διεθνής κατακραυγή που ξέσπασε ανάγκασε τη Συντηρητική κυβέρνση του Έντουαρτ Χηθ να προχωρήσει σε έρευνα του αιματηρού συμβάντος. Ο αρχιδικαστής Γουάιτζερυ, που επελήφθη της υποθέσεως, δεν απέδωσε ευθύνες στους στρατιώτες, υιοθετώντας πλήρως τη στρατιωτική εκδοχή της σφαγής, που αποδόθηκε στο κλασικό επιχείρημα της αυτοάμυνας, μια και «ανάμεσα στους διαδηλωτές υπήρχαν μέλη του IRA που άνοιξαν πυρ». 

Το 1998 ο Τόνι Μπλερ ύστερα από πιέσεις της ιρλανδικής πλευράς ανέθεσε στον λόρδο Σαβίλ να διεξαγάγει νέα έρευνα για την υπόθεση. Στα στοιχεία που συλλέχθηκαν κατά την διάρκεια της έρευνας περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, έγγραφα που αποδεικνύουν την ύπαρξη εντολής «υψηλά ισταμένου στρατιωτικού» να πυροβολούνται με πραγματικά πυρά οι διαδηλωτές.


1. Ερωτική Επιθυμία και 2046

Ο ατμοσφαιρικός συνδυασμός του Ουμεμπαγιάσι με τον Νατ Κινγκ Κόουλ. Σαν νυχτερινή λούπα που μοιάζει με φετιχιστικό άγγιγμα. Μαγικοί ήχοι. 

2.  Requiem for a dream

Λυρικό, εφιαλτικό, trippy, από τον Βρετανό Κλιντ Μανσέλ, που ξέρει να συνδυάζει ηλεκτρονική και κλασική, και κυρίως, καταλαβαίνει τι θέλει να (μην) πει ο Αρονόφσκι, αρθρώνοντας πλουσιοπάροχα. Παρεμπιπτόντως, ένα από τα πιο περιζήτητα soundtrack στην Ελλάδα. Απροσδόκητο φαινόμενο.

3.  Kill Bill

Με τον φόρο τιμής στο ασιατικό σινεμά δράσης και υπέρβασης, ο Ταραντίνο ξεσκόνισε μια άλλη πλευρά της πλούσιας δισκοθήκης του εκτός από τη νευρώδη σόουλ και γνώρισε στο κοινό συνθέτες κινηματογραφικής μουσικής, με απίστευτης γκάμας και ομορφιάς θέματα, γνωστά και ξεχασμένα, από γνωστά και ξεχασμένα (κυρίως) b movies. Μπακάλοφ, Τροβαγιόλι, Χέρμαν και Μορικόνε. Συνέχισε το υπέροχο κόλλημα και με τις επόμενες ταινίες του στη δεκαετία που τελειώνει. 

4.  Αλεξάντρ Ντεπλά

Είναι πολυγραφότατος, έχει βαλθεί να ξεπεράσει τον Λεγκράν σε όγκο και αναγνωρισιμότητα και μέσα στη φιλοδοξία του κάνει παπάδες. Ποια από τις μουσικές του να ξεχωρίσει κανείς; Τη Βασίλισσα; Το Painted Veil, που μου άρεσε πολύ; Η τη ρομαντική Νέα Σελήνη, ένα φοβερό soundtrack, όπως συμφωνήσαμε όταν τα βάλαμε κάτω με τον φίλο μου και αυθεντία στο είδος Σπύρο Κατσιμίγκο; Από τα παλιά, το Κορίτσι με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι; Ή μήπως τη Γέννηση; Μόνο το 2009 υπέγραψε 7 soundtrack, το ένα καλύτερο από το άλλο. Με την εργασιομανία του, αν δεν του δώσουν σύντομα Όσκαρ, θα πάρει το βραβείο για τη συνολική προσφορά του σε τρία το πολύ χρόνια - μόνος του! 

5.  Εξιλέωση

Το τέλειο μουσικό soundtrack για δράμα και ρομάντσο, της δεκαετίας. Από τον Ιταλό Ντάριο Μαριανέλι.

6.  Αλμπέρτο Ιγκλέσιας

Συνεχίζει να είναι το αυτί του Αλμοδόβαρ, ο ήχος των χρωμάτων του, η ψυχή των πρωταγωνιστών του. Του ταιριάζει γάντι. Από τα '00s, δύσκολο να διαλέξει κάποιος ανάμεσα στις Ραγισμένες Αγκαλιές, το Volver και το Μίλα Της. 

7.  Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών

Με τη σοβαρότητα της μουσικής του Χάουαρντ Σορ, οι τρεις Άρχοντες ψήλωσαν κι άλλο. Υπογραφή σε μια περιπέτεια που βράζει εσωτερικά. (Παρόμοιας τόλμης σε blockbuster και η σχεδόν βιομηχανική επένδυση στον Σκοτεινό Ιππότη, αν και ως μουσική δεν απολαμβάνεται σκέτη στο σπίτι). Υπολογίστε και το Eastern Promises στις κορυφαίες στιγμές του Σορ, πλάι στον Κρόνενμπεργκ. 

8.  Almost Famous

Ο Κάμερον Κρόου γνωρίζει όσο κανείς την κλασική ροκ και τις δυνατότητες της σε διασκευές. Στο Elisabethtown δεν έτυχε. Στο Almost Famous πέτυχε. Πρέπει να σηκώνουν και οι χαρακτήρες τόσα τραγούδια. Στην ίδια φλέβα και το High Fidelity. 

9.  Βαβέλ

Ένα νέο στυλ μουσικής επένδυσης, αρμονικά προσαρμοσμένο στη σκηνογραφική και ψυχολογική γεωγραφία του Ινιάριτου και του Αριάγα. Από τον Γκουστάβο Σανταολάγια. 

10.   Ω Αδελφέ πού είσαι.

Έκανε μόδα το bluegrass. Διασκεδαστικό, φολκ, νοσταλγικό, εκτός σειράς αλλά τόσο επιτυχημένο. 

ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΟΔΩΡΗ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟ


Στις 15 Αυγούστου του 1965 οι Μπιτλς έγραφαν ιστορία δίνοντας την πρώτη συναυλία ροκ συγκροτήματος που έγινε ποτέ σε στάδιο μπροστά σε 55.000 εκστασιασμένους θεατές. Ο χώρος ήταν το περίφημο Shea Stadium, έδρα των Νew Υork Μets. Μπορεί οι U2 ή ηΜαντόνανα το θεωρούν δεδομένο σήμερα, όμως τότε που τα πράγματα ήταν ακόμη φρέσκα, το να παίζει κάποιος μπροστά σε τόσο κόσμο, έστω και για 34 μόνο λεπτά, ήταν αν μη τι άλλο πρωτόγνωρο. Το 2008 ο Πολ Μακ Κάρτνεϊ έπαιξε και πάλι στον ίδιο χώρο συμβολικά για την κατεδάφισή του, αυτή τη φορά μαζί με τονΜπίλι Τζόελ. Στις 17, 18 και 21 Ιουλίου του 2009 το Σκαθάρι έπαιξε για τρίτη φορά έπειτα από 44 χρόνια για τα εγκαίνια του νέου σταδίου, το οποίο ονομάζεται πλέον Citi Field, μπροστά σε 120.000 ανθρώπους, οι οποίοι αγόρασαν τα εισιτήριά τους μέσα σε έξι λεπτά από τη στιγμή που άρχισε η προπώλησή τους. Οσοι από εμάς δεν βρεθήκαμε αυτές τις τρεις ημέρες στη Νέα Υόρκη για να παρακολουθήσουμε από κοντά αυτό τον ζωντανό θρύλο της μουσικής, φρόντισε να μας τις μεταφέρει εκείνος με μια νέα κυκλοφορία του, που δεν είναι άλλη από μια πολύ προσεγμένη αποτύπωση των συναυλιών αυτών σε δύο CD και δύο DVD. 

Αρέσει δεν αρέσει, ο Πολ Μακ Κάρτνεϊ είναι συνδεδεμένος άρρηκτα με την εξέλιξη της σύγχρονης μουσικής και το όνομά του συνδέεται με ρεκόρ τα οποία μάλλον δεν θα ξεπεραστούν ποτέ, όπως επίσης, και αυτό είναι το σημαντικότερο, με δεκάδες τραγούδια τα οποία θα αποτελούν πάντα τυφλοσούρτη για όποιον επιχειρήσει να γράψει έστω και μία νότα ποπ και ροκ μουσικής, και όχι μόνο. Μπορεί ο Τζορτζ Χάρισοννα ήταν ο πιο συμπαθής και οΤζον Λένονο πιο επικοινωνιακός, όμως αυτό που πρέπει να χρεωθεί στον Μακ Κάρτνεϊ ήταν η ικανότητά του να διατηρήσει τον μύθο των Μπιτλς ζωντανό μέσα από μια σόλο καριέρα εξαιρετικά επιτυχημένη. Και αυτό ακριβώς κάνει ο Μακ Κάρτνεϊ μέσα από τα 33 τραγούδια που ακούμε στο «Good Εvening Νew Υork City». Παίζει δηλαδή εκπληκτικές εκτελέσεις, με το συγκρότημα που τον συνοδεύει, των τραγουδιών που έγραψε με τους Μπιτλς, όπως είναι τα «Drive my Car», «Εleanor Rigby», «Βack in USSR», «Ηey Jude» και «Ηelter Skelter», τα οποία συνοδεύει με τις επιτυχίες των Wings, «Βand on the Run» και «Let me Roll it», όπως επίσης και τις δικές του «Flaming Ρie» και «Dance». 

Γιατί αυτό είναι τελικώς ο Πολ Μακ Κάρτνεϊ, πέρα από το 1,2 δισ. ευρώ περιουσία που κατέχει αυτή τη στιγμή, τα 60 πλατινένια και χρυσά άλμπουμ και τα εκατομμύρια των πωλήσεων που έχει σημειώσει από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 ως σήμερα: είναι ένας εξαιρετικός μουσικός με αντίληψη, που γνωρίζει τι εστί ρεφρέν και πώς να το γράψει, ενώ την ίδια στιγμή έχει πείσει το κοινό να τον ακολουθεί κατά βήμα σε κάθε του κίνηση, όσο πειραματική κι αν είναι, όπως έγινε πρόσφατα με το σχήμα Τhe Firemen ή ακόμη και με την πορεία του στις κλασικές διαδρομές. 

Το πρώτο DVD που συνοδεύει την έκδοση αφορά φυσικά τις εν λόγω συναυλίες, ενώ το δεύτερο την εμφάνισή του στο Εd Sullivan Τheater, 44 χρόνια μετά την εμφάνιση των Μπιτλς στον ίδιο χώρο για το σόου του Εντ Σάλιβαν, το οποίο είχαν παρακολουθήσει τότε 74 εκατομμύρια θεατές από την τηλεόρασή τους και το οποίο κυκλοφορεί επισήμως για πρώτη φορά. 


Τι είπε το Σκαθάρι


Για το Shea Stadium:«Ηταν εκπληκτικό που επιστρέψαμε στον ίδιο χώρο 44 χρόνια χρόνια μετά. Και είναι βέβαιο ότι είχαμε πολύ καλύτερο εξοπλισμό από τους Μπιτλς. Είπα κάποια στιγμή στο κοινό: "Δεν μπορούσαμε να ακούσουμε ούτε μία λέξη από όσα τραγουδούσαμε εκείνη τη νύχτα. Δεν μπορούσαμε να ακούσουμε από τις στριγκλιές των κοριτσιών". Και το είπα πολύ αθώα και χωρίς πρόθεση. Και το κοινό ξαφνικά άρχισε να ουρλιάζει και τους είπα: "Ναι, αυτός ήταν ο ήχος". Είμαι ευτυχής που καταγράψαμε αυτή τη συναυλία». 

Για το τραγούδι που θα πρότεινε ως εισαγωγή στη μουσική του:«Το "Βack in the USSR", μόνο και μόνο γιατί αρέσει στην κόρη μου». 

Για το πώς κρατιέται σε φόρμα:«Είναι το κοστούμι που ξεγελά. Μέσα από αυτό είμαι χάλια. Δεν κάνω τίποτε για να είμαι ειλικρινής. Τρέχω λίγο και κάνω γυμναστική περιστασιακά. Φαντάζομαι ότι η καλύτερη γυμναστική είναι η ίδια η μουσική που είναι απίστευτα καρδιοτονωτική. Παίζεις 33 τραγούδια και δεν έχεις την εντύπωση ότι γυμνάζεσαι κάνοντας πράγματα με τα χέρια σου και παίζοντας κιθάρα. Δεν μοιάζει με άσκηση και όμως είναι». 

Για το αν χρειάστηκε να ξαναμάθει κάποια τραγούδια:«Βεβαίως. Εχω γράψει τόσα πολλά. Δεν είναι ότι έχω γράψει πέντε και μπορώ να τα θυμηθώ. Ενα τραγούδι σαν το "Day Τripper" είναι πραγματικά δύσκολο. Είχα πει ότι ποτέ δεν θα το επιχειρούσα. Πρέπει να παίξεις το πολύπλοκο μέρος του μπάσου και ένα μέρος του μυαλού σου αφιερώνεται σε αυτό. Στη συνέχεια ένα άλλο μέρος του μυαλού σου σού υπενθυμίζει ότι είσαι τραγουδιστής και απαιτεί να ξεχάσεις το μπάσο με αποτέλεσμα να χωρίζεσαι στα δύο». 

Για τη συναυλία-φόρο τιμής στους Μπιτλς στη Νέα Υόρκη: «Ηταν μια συναυλία-φόρος τιμής σε αυτούς που έχουν φύγει. Οταν τραγουδώ τραγούδια των Μπιτλς θυμάμαι τις πρόβες μαζί τους. Οταν τραγουδώ το "Something" θυμάμαι τον Τζορτζ να παίζει το γιουκαλίλι. Το ίδιο συμβαίνει με τον Τζον και τη Λίντα. Κατά κάποιον τρόπο είσαι σε επαφή μαζί τους μέσω των τραγουδιών. Είναι λυπηρό και βαθιά συναισθηματικό. Υπάρχει ένα τραγούδι που λέγεται "Ηere Τoday" που έχω γράψει για τον Τζον. Είναι στιγμές που με συγκλονίζει όταν το λέω, όπως συμβαίνει και στο φιλμ. Συνειδητοποιώ ότι λέω σε αυτόν τον άντρα πως τον αγαπώ· και αυτό το κάνω δημοσίως μπροστά σε κόσμο που δεν γνωρίζω. Είναι φορές που αναρωτιέμαι γιατί το κάνω». 


ΣΑΚΗΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ | Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2009



Η παρουσία καλλιτεχνών που είναι ηλικιακά γύρω στα 70 και κινούνται στον χώρο της μουσικής στα καθημερινά μας δρώμενα, πραγματικά είναι παραπάνω από εντυπωσιακή.

Πιστεύω ότι η όλη κατάσταση θυμίζει τις εποχές που κυριαρχούσε αυτό που σήμερα αποκαλούμε κλασική μουσική κι έχει να κάνει με το γεγονός ότι δεν έχουν αλλάξει ουσιαστικά και πολλά πράγματα στη μουσική που ακούμε εδώ και σχεδόν 70 χρόνια.

Περνάμε λοιπόν τη φάση όπου αρκετά από τα ακούσματα που παρουσιάστηκαν από τις αρχές της δεκαετίας του '30 εντάσσονται σταδιακά στον χώρο της κλασικής μουσικής, χωρίς απαραίτητα να ταιριάζουν ηχητικά απολύτως με αυτό που πιστεύουν αρκετοί, τουλάχιστον στην Ελλάδα, ότι προσδιορίζει τον χώρο.

Ο Paul Simon έχει πίσω του 52 χρόνια και όμως παραμένει δημιουργικός, όπως σε ανάλογη ηλικία έγραφαν μουσική αρκετοί μεγάλοι συνθέτες στους προηγούμενους αιώνες.

Ξεκίνησε το 1957, σε ηλικία μόλις 16 ετών, ως μέλος του ντουέτου Tom & Jerry, αλλά ουσιαστικά στα μέσα της δεκαετίας του '60, με τη συνεργασία του με τον Art Garfunkel στο ντουέτο Simon and Garfunkel, μας έκαναν γνωστό τον αρμονικό ήχο που μας χάρισε η συνεργασία τους μέχρι το τέλος της το 1970, που διαλύθηκαν, παρότι περιστασιακά συνεργάστηκαν, κυρίως σε συναυλίες, τα επόμενα χρόνια.

Με τον Garfunkel τραγούδησαν για πρώτη φορά μαζί σε ηλικία 13 ετών σε μία σχολική παράσταση του θεατρικού έργου Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων. Λίγους μήνες αργότερα θα φτιάξουν και το πρώτο τους a capella συγκρότημα με τις αδελφές Ida και Angel Pelligrini.

Ο ήχος που παρουσίασαν ως ντουέτο με τα ονόματά τους, ήταν βασισμένος στη φολκ μουσική που είχαν ηχογραφήσει παλαιότερα καλλιτέχνες όπως οι Pete Seeger, Weavers, Peter, Paul and Mary, ο Bob Dylan,αλλά και καλλιτέχνες από τον χώρο του ροκ, όπως οι Everly Brothers, στα φωνητικά των οποίων στηρίχτηκε και ο δικός τους ήχος. Οσο για την κιθάρα που διάλεξε σαν όργανο ο Simon, αυτό οφείλεται στην επιρροή που δέχτηκε από τον Elvis Presley που κυριαρχούσε στη δεκαετία του '50, όταν ο Paul μάζευε εμπειρίες από τους μουσικούς που άκουγε και παρακολουθούσε στην τηλεόραση, όπως οι περισσότεροι από τους νέους της εποχής.

Αλλες σημαντικές επιρροές του, όπως έχει δηλώσει ο ίδιος, ήταν το μαύρο ντουέτο Robert and Johnny, ο Chuck Berry, με το Maybellene να είναι το αγαπημένο του τραγούδι και στη μελωδία του να βασίζονται στη συνέχεια αρκετές από τις μετέπειτα, προσωπικές κυρίως, επιτυχίες του, ενώ το Earth Angel των Penguins ήταν το τραγούδι που του άνοιξε τον μαγευτικό κόσμο των συγκροτημάτων από τον χώρο της μουσικής Doo-Wop. Αργότερα θα αντλήσει ιδέες και από την μουσική του Antonio Carlos Jobim.

Στη δεκαετία του '60, οι δύο φίλοι, μαζί με τους Beatles και Bob Dylan, δημιούργησαν ένα νέο μουσικό κύμα με πιο ενεργό συμμετοχή των συνθετών στην καθημερινή ζωή της εποχής, που περιέγραφαν μέσα από τα τραγούδια τους προσωπικές εμπειρίες, και ήταν αυτοί που θα οδηγήσουν τα ακούσματα και τις προτιμήσεις του κόσμου, όχι μόνον εκείνης της συγκεκριμένης δεκαετίας, αλλά και μέχρι τη σημερινή εποχή.

Το παράξενο είναι ότι όταν οι Simon & Garfunkel ηχογράφησαν το άλμπουμ Wednesday Morning 3 Α.Μ., το 1964, τίποτα δεν προδίκαζε την επιτυχία που θα ακολουθούσε, και ο Paul Simon εγκατέλειψε την Αμερική και δοκίμασε να πετύχει στη Βρετανία, όπου εκείνη την περίοδο η μουσική επανάσταση των Βρετανών καλλιτεχνών ήταν στο αποκορύφωμά της και πόλος έλξης για όλους τους μουσικούς.

Το 1965 όμως η Αμερική ανοίγει τον δρόμο για τα κιθαριστικά συγκροτήματα του ροκ, όπως οι Byrds, που σημειώνουν επιτυχία με τραγούδια όπως το Turn! Turn! Turn!. Την ίδια εποχή οι Beatles κυκλοφορούν το We Can Work It Out με ανάλογο ήχο και έτσι ο δρόμος για το Sounds Of Silence των Simon and Garfunkel είναι ανοιχτός και ο Simon επιστρέφει εσπευμένα από τη Βρετανία για την προώθηση του δίσκου τους.

Στις αρχές της δεκαετίας του '70, η φόρα που είχε το ντουέτο με το άλμπουμ Bridge Over Troubled Water, στο οποίο υπάρχει και η μεγάλη ομώνυμη επιτυχία, βοηθάει τον Simon να αρχίσει την πετυχημένη προσωπική του καριέρα με το άλμπουμ του Paul Simon, στο οποίο υπάρχουν χαρακτηριστικά τραγούδια της προσωπικής του καριέρας, όπως τα Mother And Child Reunion, Me And Julio Down By The Schoolyard και το Duncan.

Εναν χρόνο αργότερα, το 1973, θα κυκλοφορήσει ένα ακόμα σημαντικό άλμπουμ, με τίτλο There Goes Rhymin' Simon, στο οποίο υπάρχουν εξίσου σημαντικά τραγούδια, όπως τα Love Me Like Α Rock,Take Me Το The Mardi Grass, American Tune και Tenderness.

Το 1975 κυκλοφορεί το Still Crazy After All These Years, στο οποίο, εκτός από το ομώνυμο τραγούδι, υπάρχει και το 50 Ways Το Leave Your Lover.

Η δεκαετία του '80 τον βρίσκει αρκετά ανανεωμένο και στο άλμπουμ Hearts And Bones του 1983, συνεργάζεται με ονόματα όπως ο Nile Rodgers των Chic από τον χώρο της χορευτικής μουσικής και ο μινιμαλιστής Philip Glass.

Η πραγματική τομή στη μουσική του θα γίνει όμως το 1986 με το άλμπουμ Graceland στο οποίο θα παρουσιάσει τη συνεργασία του με μία ομάδα σημαντικών μουσικών από την Νότια Αφρική, δημιουργώντας μία νέα κατάσταση στη διεθνή δισκογραφία, η οποία θα οδηγήσει σε αρκετές ανάλογες συνεργασίες από άλλους ροκ καλλιτέχνες της εποχής. Παράλληλα θα πετύχει το να είναι ένας από τους ελάχιστους συνθέτες-ερμηνευτές που θα καταφέρουν να ξεπεράσουν ακόμα και τον ίδιο τον εαυτό τους και ύστερα από 30 χρόνια καλλιτεχνικής πορείας θα ανοίξουν νέους ορίζοντες στη μουσική καινοτομώντας με τη δημιουργία νέων ακουσμάτων και οδηγώντας στην εξάπλωση της λεγόμενης World μουσικής.

Το 1969 είχε κάνει την πρώτη του προσπάθεια σ' αυτόν τον χώρο, με τους αγγλικούς στίχους που έγραψε στην περουβιανή μελωδία El Condor Pasa, δύο χρόνια αργότερα θα ηχογραφήσει στην Τζαμάϊκα το Mother And Child Reunion στον ρυθμό της ρέγκε, αρκετά χρόνια πριν αυτό το είδος της μουσικής γίνει δημοφιλές στις Ην. Πολιτείες.

Στον Simon αρέσει ιδιαίτερα να γράφει τραγούδια για πραγματικές ιστορίες, όπως το Still Crazy After All These Years που αρχίζει με τη φράση ...συνάντησα μια παλιά μου αγάπη στο δρόμο χθες το βράδυ και με αυτό το πραγματικό περιστατικό να δημιουργήσει ένα τραγούδι. Οσο για τη μελωδία, θεωρεί σημαντικότερη στιγμή στην πορεία του τη δημιουργία του Bridge Over Troubled Water, που ήδη έχει πάρει θέση ως ένα από τα σημαντικότερα τραγούδια του περασμένου αιώνα.

Από τους άλλους συνθέτες ξεχωρίζει τους Paul McCartney και Stevie Wonder, οι οποίοι, σύμφωνα με τον Simon, έγραψαν μελωδίες που συγκρίνονται με αυτές των μεγάλων συνθετών από το παρελθόν, όπως οι Cole Porter και Irving Berlin.

Η ζωή του Paul Simon είναι μία ατέλειωτη διαδρομή στη μουσική, που αρχίζει από το Doo-Wop του '50, περνάει από τη βρετανική έκρηξη της δεκαετίας του '60, το αποκορύφωμα της οποίας έζησε από κοντά στο Λονδίνο, δημιουργεί μαζί με Byrds και Dylan την έκρηξη της φολκ στην ίδια δεκαετία, φέρνει τους ήχους της Αφρικής κοντά στον δυτικό κόσμο με το Graceland του 1986, ενώ κάτι ανάλογο θα κάνει για τη βραζιλιάνικη μουσική το 1990 με το άλμπουμ Rhythm Of The Saints. Ισως σύντομα αυτός ο αιώνιος νεανίας επιστρέψει με κάτι καινούριο.


Από τον Γιάννη Πετρίδη



«Sexstories» και Ροκ πορνογραφία

Αν κάτι αποτελούσε σκάνδαλο στα χρόνια των Rolling Stones, αυτό ήταν ένα τολμηρό κάλυμμα, όπως του άλμπουμ τους «Sticky Fingers» το 1971. Σχεδόν σαράντα χρόνια μετά, οι Γερμανοί Rammstein επισύρουν την μήνιν της λογοκρισίας με το βιντεοκλίπ του τραγουδιού «Ρussy», το οποίο περιέχει εικόνες σκληρού πορνό. Και το σεξ συνεχίζεται...


Οι Βερολινέζοι Rammstein αποτελούν κλασική περίπτωση συγκροτήματος που αγαπά την πρόκληση. Ακόμη και το όνομα που διάλεξαν στην αρχή της καριέρας τους ήξεραν ότι δεν θα τους άφηνε να περάσουν απαρατήρητοι. Το πρόσφατο βιντεοκλίπ τους για το τραγούδι «Ρussy» έρχεται απλώς να επικυρώσει με τον πιο επιτυχημένο τρόπο την πορεία τους, μέσα από εικόνες σκληρού πορνό με πρωταγωνιστές τα έξι μέλη του συγκροτήματος, όπου αναγκάζουν σε ποικίλες μορφές σεξ ισάριθμες γυναίκες. Δεν θα μπορούσε φυσικά να συμβεί οτιδήποτε άλλο παρά να απαγορευθεί η προβολή του, είτε μέσα από τα μουσικά κανάλια είτε από το Υou Τube, όπου βρίσκει κανείς μερικές δεκάδες διαφορετικές λογοκριμένες εκδοχές του. Η απαγόρευση αυτή, όπως έχει συμβεί και άλλες φορές στο παρελθόν, τους έφερε στην κορυφή των γερμανικών τσαρτς και το ίδιο αναμένεται να συμβεί και στις πιο πολλές χώρες του κόσμου. Στις 14 Δεκεμβρίου μάλιστα, προκειμένου να ωθήσουν τα πράγματα ακόμη περισσότερο στα άκρα, θα κυκλοφορήσουν μια περιορισμένων αντιτύπων έκδοση του νέου άλμπουμ τους «Liebe Ιst Fur Αlle Da» στη μορφή μιας μικρής βαλίτσας που θα περιέχει έξι δονητές, ρεπλίκες των μορίων των μελών του συγκροτήματος, ένα ζευγάρι χειροπέδες, μια λιπαντική κρέμα και φυσικά το CD στη σπέσιαλ εκδοχή του. 

Το όνομά τους πήραν λίγο πριν από τα μέσα της δεκαετίας του ΄90 από την πόλη Ramstein-Μiesenbach, το μέρος όπου το 1988 πραγματοποιήθηκε η μεγαλύτερη τραγωδία ως σήμερα σε σόου επίδειξης αεροσκαφών, με 67 θεατές και τρεις πιλότους νεκρούς και άλλους 346 θεατές σοβαρά τραυματισμένους. Το ομώνυμο τραγούδι τους αναφέρεται βεβαίως σε αυτό το συμβάν. Το δεύτερο m έχει προστεθεί στο όνομά τους ώστε να μεταφράζεται ελεύθερα ως «η πέτρα που χτυπά» προκειμένου να περιγράψουν τον τευτονικό ήχο τους. Μέσα από τα έξι συνολικά άλμπουμ που έχουν κυκλοφορήσει εξερευνούν τον βιομηχανικό ροκ και ηλεκτρονικό ήχο, κυρίως όμως όλοι μιλούν για τη σκηνική παρουσία τους που, είτε αρέσει είτε όχι, ξεχωρίζει τόσο από το εικαστικό μέρος της, όπου τα πυροτεχνήματα και τα σαδομαζοχιστικά κοστούμια έχουν τον πρώτο λόγο, ενώ η δύναμη που εκπέμπει ο αρχηγός του γκρουπΤιλ Λίντερμαν σύμφωνα με τους «Νew Υork Τimes» είναι πέρα από κάθε φαντασία: «Οι συναυλίες τους δίνουν την αίσθηση ότι ο κ.Λίντερμαν παράγει τόσο ωμή αρρενωπότητα και βιαιότητα που πιστεύεις κάποιες στιγμές ότι θα χιμήξει στο πλήθος, θα αρπάξει έναν από τους θαυμαστές τους και θα του κοπανάει το κεφάλι». Ο Τιλ Λίντερμαν συμμετέχει και ο ίδιος στο σόου ως επαγγελματίας πυροτεχνουργός που είναι, και δεν είναι λίγες οι φορές που του έχουν συμβεί ατυχήματα επί σκηνής. Οι στίχοι τους αγγίζουν όλα τα «απαγορευμένα» θέματα, όπως ο σαδομαζοχισμός, η ομοφυλοφιλία, ο ερμαφροδιτισμός, η αιμομειξία, η παιδοφιλία, η νεκροφιλία, η πυρομανία, ο κανιβαλισμός, συχνά αναφέρθηκαν και στη θρησκεία, όπως επίσης σε αρκετές περιπτώσεις έχουν χρησιμοποιήσει στα τραγούδια τους αποσπάσματα από την κλασική γερμανική λογοτεχνία, με πιο συχνές αναφορές στα ποιήματα του Γκαίτε. Τους έχουν κατηγορήσει αρκετά συχνά ως φιλοναζιστές, αφού στα σόου τους έχουν χρησιμοποιήσει αποσπάσματα από την ταινία «Οlympia» της Λένι Ρίφενσταλ, πράγμα που έχουν αρνηθεί, ενώ απεναντίας το τραγούδι τους «Links-2-3-4» έχει χρησιμοποιήσει επανειλημμένως το γνωστό μέλος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Γερμανίας Οσκαρ Λαφοντέν. Το 1999 ακούστηκε το όνομά τους καθώς συνδέθηκε με την τραγωδία στο γυμνάσιο του Κολουμπάιν, όταν δημοσιεύθηκαν φωτογραφίες τωνΕρικ ΧάριςκαιΝτίλαν Κλέμπολντνα φορούν μπλουζάκια με φωτογραφίες των Rammstein και το συγκρότημα έκανε τότε σχετικές δηλώσεις, ότι δεν παρότρυνε για τέτοιου είδους κινήσεις, ούτε το επιτρέπουν τα πολιτικά «πιστεύω» τους. Το 2004 στη σφαγή του Μπεσλάν λέγεται ότι οι τρομοκράτες άκουγαν συνεχώς μουσική των Rammstein δυνατά προκειμένου να κρατούν εαυτούς σε εγρήγορση, αναγκάζοντας τους Rammstein να κάνουν και πάλι απολογητικές δηλώσεις. 

Αν κάτι αποτελούσε σκάνδαλο στα πρώτα χρόνια της ροκ μουσικής, αυτό ήταν ένα τολμηρό κάλυμμα,

Το κάλυμμα του νέου άλμπουμ του γερμανικού συγκροτήματος Rammstein που περιέχει το τραγούδι «Ρussy». Η προβολή του βιντεοκλίπ για το τραγούδι αυτό, που σκαρφάλωσε στην κορυφή των γερμανικών τσαρτς, απαγορεύθηκε στα μουσικά κανάλια

αφού τα βιντεοκλίπ είναι μια τέχνη που αναπτύχθηκε κυρίως τη δεκαετία του ΄80 με τη γέννηση του μουσικού καναλιού ΜΤV. Χαρακτηριστικά παραδείγματα ήταν η απαγόρευση του καλύμματος του «Sticky Fingers» των Ρόλινγκ Στόουνς το 1971 με το γνωστό έργο τουΑντι Γουόρχολ , στο οποίο απεικονίζεται η βουβωνική χώρα ενός άνδρα καλυμμένη με μπλουτζίν παντελόνι, με τη διαφορά όμως ότι το φερμουάρ ανοίγει. Είχε προηγηθεί το άλμπουμ «Τwo Virgins», όπου το ζευγάριΤζον Λένον -Γιόκο Ονοποζάρει γυμνό στο κάλυμμά του, και οΝτέιβιντ Μπάουι, ο οποίος στο αρχικό κάλυμμα του «Τhe Μan Who Sold Τhe World» ποζάρισε φορώντας γυναικείο φουστάνι. Τις πρώτες ημέρες η λογοκρισία κυρίως αφορούσε τα διάφορα βίντεο μικρής διάρκειας που έκαναν επιλεγμένοι καλλιτέχνες, και όχι απαραιτήτως για την προώθηση των τραγουδιών τους Ο Μπάουι έχει ιστορικό απαγορεύσεων, αφού το 1972 επέμεινε παρά τις αντιρρήσεις της εταιρείας του να δημιουργήσει μικρά ταινιάκια για να προωθήσει τα τραγούδια του, όλα εξαιρετικά σκηνοθετημένα από τον ροκ φωτογράφοΜικ Ροκ, με το «John, Ι΄m Οnly Dancing» να απαγορεύεται από το ΒΒC λόγω των ομοφυλοφιλικών αναφορών του. Η ιστορία επαναλήφθηκε το 1983 για το βιντεοκλίπ του «China Girl» το 1983, όπου αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο σε μια σκηνή να κάνει αληθινό σεξ με την κινέζα σύντροφό του. 

Το πρώτο όμως βιντεοκλίπ που απαγορεύθηκε στο ΜΤV ήταν το «Βody Language» των Queen. Ομοφυλοφιλικές αναφορές, πολύ δέρμα, πολύς ιδρώτας, στοιχεία που το καθιστούσαν άσεμνο για τα δεδομένα της περιόδου. Παραδόξως όμως το κανάλι είχε παίξει την επιτυχία «Ρhysical» τηςΟλίβια Νιούτον Τζον, όπου άνδρες μοντέλα φορώντας στρινγκ παρελαύνουν στις φαντασιώσεις της, για να φύγουν στο τέλος χεράκι χεράκι. Οι Duran Duran με το «Girls Οn Film» δεν τη γλίτωσαν από το ΒΒC, αφού οι γυμνόστηθες κοπέλες που πάλευαν στη λάσπη ήταν δυνατό στοιχείο για την απαγόρευση του βίντεο. Πιέσεις δέχθηκε και ηΛόρα Μπράνινγκανγια να αλλάξει το βίντεο του «Self Control» όπου αφήνεται στις ακολασίες της, ενώ το περίφημο και καυτό στρινγκ τηςΣερπου φοράει όταν τραγουδά ανάμεσα σε ναύτες του αμερικανικού στόλου στο «Ιf Ι Could Τurn Βack Τime» ήταν ο λόγος που το βιντεοκλίπ μεταφέρθηκε στις μεταμεσονύχτιες ώρες του ΜΤV. 

ΗΜαντόναπάλι βρίσκεται μονίμως στο στόχαστρο της λογοκρισίας, με πρώτη πιο γνωστή περίπτωση το βίντεο για το «Like Α Ρrayer», όπου ως άλλη Μαγδαληνή ερωτοτροπεί με έναν μαύρο Ιησού. Την επόμενη φορά για το τραγούδι της «Justify Μy Love» του 1990, όπου μεταξύ πολλών άλλων πραγματοποιεί ομαδικό και ομοφυλοφιλικό σεξ, μια δουλειά που όλοι όμως συμφώνησαν ότι είχε καλλιτεχνική διάθεση. Το όνομα της βασίλισσας της ποπ ακούστηκε για μία ακόμη φορά με αφορμή το βίντεο που συνόδευε την επιτυχία της «What Ιt Feels Like For Α Girl», στο οποίο η Μαντόνα υπό τη σκηνοθετική επιμέλεια του πρώην συζύγου τηςΓκάι Ρίτσι ακολουθεί κατά πόδας την «αισθητική Ταραντίνο» σπέρνοντας στο πέρασμά της τον τρόμο. 

Την τύχη της απαγόρευσης είχε και το σουηδικό ποπ συγκρότημα Cardigans για το βιντεοκλίπ στο τραγούδι τους «Μy Favourite Game», όπου η τραγουδίστριαΝίνα Πέρσον ταξιδεύοντας σε μεγάλη λεωφόρο παρασύρει πεζό συνεχίζοντας να τραγουδά ασυγκίνητη την πολύ όμορφη ποπ σύνθεσή της. Οι Μassive Αttack είχαν υποστεί την απαγόρευση του ΒΒC αλλά και του ΜΤV για το εξαιρετικό βιντεοκλίπ για το τραγούδι τους «Βe Τhankful For What Υou Got» από το εντυπωσιακό πρώτο άλμπουμ τους «Βlue Lines» του 1991. Ενα βίντεο που αναλώνεται εξ ολοκλήρου στο νούμερο μιας στριπτιζέζ σε κλαμπ του Λονδίνου, το οποίο όμως κινηματογραφείται με εξαιρετική μαεστρία. Και για να έλθουμε στονΤζορτζ Μάικλ, ο οποίος μονοπωλεί αυτόν τον καιρό το ενδιαφέρον του Τύπου για το νέο βιντεοκλίπ του «Shoot Τhe Dog», να θυμίσουμε ότι το άλλοτε ήμισυ των Wham! μονίμως έχει τέτοια προβλήματα, από την αρχή ακόμη της σόλο καριέρας του. Ζηλεύοντας τον Ντέιβιντ Μπάουι κάνει σεξ με μια Γιαπωνέζα (;) στο βιντεοκλίπ του «Ι Want Υour Sex», αναπαράγει την προσωπική του περιπέτεια στις τουαλέτες του Λος Αντζελες στο «Οutside» ξεσηκώνοντας θύελλα αντιδράσεων και κινητοποιεί ολόκληρο το ΒΒC όταν παίζεται για πρώτη φορά το βίντεο του «Freeek» στην ιστορική εκπομπή «Τop Οf Τhe Ρops» με τις σεξουαλικού περιεχομένου εικόνες του. Στο «Shoot Τhe Dog» επιτίθεται, τόσο λεκτικά όσο και με τις σκηνές που προβάλλονται, στον βρετανό πρωθυπουργόΤόνι Μπλεργια την πολύ στενή σχέση του με τονΤζορτζ ΜπουςΤζούνιορ. Το βίντεο μάλιστα περιέχει και μια σκηνή κινουμένων σχεδίων όπου ο Τζορτζ Μάικλ βρίσκεται στο κρεβάτι με τηΣερί Μπλερ. 

Το «Smack Μy Βitch Up» των Ρrodigy δεν είχε απαγορευθεί μόνο για τους σοβινιστικούς στίχους του αλλά και για τις ανάλογες εικόνες του βίντεο για τη χρήση ναρκωτικών και το απροκάλυπτο γυμνό. Ούτε ο «βασιλιάς της ποπ» Μάικλ Τζάκσονείχε γλιτώσει, αφού το 1991 είχε αναγκαστεί να κόψει μια σκηνή από το «Βlack Οr White» όπου άγγιζε το επίμαχο σημείο. Παρά τις καλλιτεχνικές ανησυχίες της, ηΜπγιορκδέχθηκε και αυτή τις επιπτώσεις της λογοκρισίας και μάλιστα σε αρκετές περιπτώσεις, με πιο γνωστή αυτή του «Ρagan 

Toν Δεκέμβριο οι Rammstein θα κυκλοφορήσουν μια ειδική έκδοση του νέου άλμπουμ τους «Liebe Ιst Fur Αlle Da» στη μορφή μικρής βαλίτσας που θα περιέχει έξι δονητές και φυσικά το CD στη σπέσιαλ εκδοχή του

Ρoetry», το οποίο έχει ερωτικές σκηνές με αρκετή ποικιλία αλλά και περιγραφικές σκηνές με body piercing, για γερά νεύρα. Η χαμηλοβλεπούσα πάλιΣακίρα, που συνεχώς διατείνεται ότι ντρέπεται για το σώμα της, κυκλοφορεί το ένα μετά το άλλο βιντεοκλίπ που, ναι μεν δεν μπορείς να ονομάσεις πορνό, αλλά ξεπερνούν το όριο του αισθησιακού. Στο τελευταίο μάλιστα «She Wolf» δεν μεταμορφώνεται σε λυκάνθρωπο, όπως θα περίμενε κανείς, όταν βγαίνει το φεγγάρι, αλλά σε ένα ερωτικά άπληστο θηλυκό. 

Η λογοκρισία στην ποπ και ροκ μουσική είναι ένα φαινόμενο παγκόσμιο και μάλιστα εκεί όπου ανθεί περισσότερο είναι φυσικά οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Εκεί όχι μόνο με μεγάλη ευκολία δεν παίζονται τα μικρά αυτά ταινιάκια, τα οποία ουσιαστικά δημιουργήθηκαν για την καλύτερη προώθηση των τραγουδιών μέσα από την οπτικοποίησή τους, αλλά κυρίως πολλά τραγούδια δεν ακούγονται στο ραδιόφωνο λόγω των στίχων τους, έπειτα από μεσολάβηση πολλών ομάδων που έχουν συσταθεί γι΄ αυτόν τον λόγο. Μια από αυτές μάλιστα, η Ρarents΄ Μusic Recourse Center με ιδρύτρια τηνΤίπερ Γκορ, σύζυγο του πρώην αντιπροέδρου των ΗΠΑΑλ Γκορ, έχει καταφέρει να μπαίνει η γνωστή πλέον προειδοποίηση στα καλύμματα CD αν οι στίχοι είναι προσβλητικοί για τις μικρότερες ηλικίες. 

Γεγονός πάντως είναι ότι τις περισσότερες φορές αυτού του τύπου οι απαγορεύσεις λειτούργησαν θετικά για τις πωλήσεις των τραγουδιών που υπέστησαν αυτή την αντιμετώπιση. Τώρα κατά πόσον αυτό γίνεται από την πλευρά των καλλιτεχνών γι΄ αυτόν τον σκοπόγιατί λέγονται και τέτοια-, αυτό μόνο οι ίδιοι το ξέρουν και τελικώς το καθετί κρίνεται από το πόσο καλό είναι. Και η αλήθεια είναι ότι τις περισσότερες φορές το αποτέλεσμα είναι θεαματικό! 


ΤΟΥ ΣΑΚΗ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ 


Ο ψιθυριστής των ντραμς

50 χρόνια μετά την ηχογράφηση του ιστορικού «, ο ογδοντάχρονος ντράμερ Τζίμι Κομπ, που έρχεται για δύο συναυλίες, είναι ο μόνος από τους συντελεστές της που βρίσκεται ακόμα κοντά μας 

«Θυμάμαι ότι ο Μάιλς ερχόταν στο στούντιο με τη μουσική του και θυμάμαι ότι ήταν πολύ σύντομες συγχορδίες, που άλλαζαν συνεχώς. Ήταν "δύσκολος" δίσκος. Από τότε μου φάνηκε περίεργο που άρεσε τόσο πολύ στον κόσμο. Όταν τον ηχογραφούσαμε ήμασταν εντελώς χαλαροί στο στούντιο. Και τελικά, όλο αυτό που έγινε εκεί άγγιξε πολλούς χωρίς να το καταλάβουμε. Μάλλον χρειαζόταν τον χρόνο του». Πράγματι, το «Κind of Βlue» ήταν ένας «δύσκολος» δίσκος για την εποχή του. Ήταν ένας ακόμα από τους νεωτερισμούς που ο μεγάλος τρομπετίστας θα έφερνε στο προσκήνιο σφραγίζοντας την τζαζ ιστορία, και δίνοντας συνέχεια στις μεγάλες τομές της μουσικής του αυτοσχεδιασμού που είχε επιχειρήσει ο Τσάρλι Πάρκερ περίπου μια δεκαετία νωρίτερα. Ο Μάιλς θα άνοιγε ένα ακόμα μονοπάτι προς την ελεύθερη καλλιτεχνική έκφραση της αφροαμερικάνικης κοινότητας σμιλεύοντας με τον πιο αυθεντικό τρόπο το μπλουζ και τη μαύρη θρησκευτική μουσική, τη ραχοκοκαλιά και την καρδιά της αφροαμερικάνικης μουσικής κουλτούρας. Ο ντράμερ Τζίμι Κομπ ήταν παρών στον τοκετό αυτής της υπέροχης μουσικής ροής. 

Ο Κομπ ισχυρίζεται ότι βρέθηκε δίπλα στον τρομπετίστα εντελώς συμπτωματικά. «Ήταν το 1958. Ντράμερ του Μάιλς ήταν ο Φίλι Τζο Τζόουνς, αλλά καθυστερούσε τόσο πολύ να πάει στο στούντιο που ο δίσκος δεν τελείωνε. Οπότε, ο σαξοφωνίστας Τζούλιαν "Κάνονμπολ" Άντερλεϊ, που ήταν φίλος μου, με κάλεσε και έπαιξα ντραμς. Τον Μάιλς τον είχα συναντήσει παλιότερα στη Νέα Υόρκη, όταν έπαιζα με την Νταϊάνα Ουάσιγκτον. Τότε είχε αρχίσει να γίνεται διάσημος. Δύο μήνες αφότου ολοκληρώσαμε τον δίσκο, με πήρε τηλέφωνο και μου είπε: 


"Έλα να παίξεις μαζί μου. Και αν θες τη δουλειά, έλα τώρα γιατί παίζουμε απόψε". 

Ήμουν στη Νέα Υόρκη και αυτοί ήταν στη Βοστώνη, τετρακόσια μίλια μακριά. Είχα τρεις ώρες καιρό. Πήρα το αεροπλάνο με όλα τα ντραμς, έφτασα στο κλαμπ και άρχισα να τα στήνω, ενώ παίζανε το "Round Μidnight". Μόλις έγινε η παύση μετά τα σόλο, ξεκίνησα να παίζω. Έτσι γίναμε φίλοι με τον Μάιλς». 

Σήμερα όποιος ακούσει το ντράμινγκ του Τζίμι Κομπ στους δίσκους του Μάιλς, όποιος παρακολουθήσει τη ρυθμική του φιλοσοφία, την ντραμιστική διακριτικότητά του θα αισθανθεί ότι μια ακόμη σύμπτωση λειτούργησε με μαγικά αποτελέσματα. Ένας ντράμερ που περισσότερο «ψιθυρίζει» στα τύμπανα παρά τα χτυπάει. Ελέγχει τον ρυθμό παρά τον προκαλεί και κυρίως τον κάνει να αναδυθεί με τον πιο υπαινικτικό τρόπο. Όλη η τεχνική του Τζίμι Κομπ βρίσκεται στον τρόπο που αντιλαμβάνεται τον ρόλο του στην ορχήστρα: στον άπλετο χώρο που δίνει στους αυτοσχεδιασμούς των μελωδικών οργάνων. «Μου αρέσει να ακούω τις μελωδίες γύρω μου, το σαξόφωνο, την τρομπέτα, τα φώτα πάνω μου. Η ζωή ενός μουσικού είναι συναρπαστική». Πρόκειται για έναν από τους ελάχιστους εναπομείναντες της μεγάλης γενιάς των Αφροαμερικανών τζάζμεν. Εκείνων που δεν «υπηρέτησαν» την τζαζ αλλά εκείνων που επινόησαν τα καινούργια λεξιλόγιά της. 

Ένα αφιέρωμα στον Μάιλς Ντέιβις. Στη μεγάλη στιγμή του «Κind of Βlue» ή καλύτερα σε μια αισθητική πρόταση που απλώς αποκρυσταλλώθηκε πριν από 50 χρόνια. Αυτό θα ακούσουμε στις συναυλίες της μπάντας του Κομπ που αποτελείται από πέντε εξαιρετικούς αυτοσχεδιαστές της σύγχρονης τζαζ.


Σταθμοί μιας μεγάλης καριέρας

1929. Ο Τζίμι Κομπ γεννιέται στην Ουάσιγκτον 1951. Γίνεται μέλος της ορχήστρας του σαξοφωνίστα Ερλ Μπόστικ 1952-1955. Συνεργάζεται με την Ντάινα Ουάσιγκτον και αναλαμβάνει την καλλιτεχνική διεύθυνση της ορχήστρας της 1957-1958. Παίζει με τον αλτοσαξοφωνίστα Κάνονμπολ Άντερλεϊ που έναν χρόνο αργότερα θα τον συστήσει με θερμά λόγια στον Μάιλς Ντέιβις 1959. Παίρνει μέρος στην ιστορική ηχογράφηση του «Κind Οf Βlue» 1962- 1970. Συνεργασίες με σημαντικά ονόματα της τζαζ όπως ο σαξοφωνίστας Άρτ Πέπερ, ο πιανίστας Ουίντον Κέλι και ο κιθαρίστας Ουές Μοντγκόμερι1980. Συνοδεύει τη μεγάλη Σάρα Βον στις συναυλίες της εντός και εκτός συνόρων


Του Ζακ Σαμουήλ



Αφοσιωμένος στην ποίηση


Από τις άπειρες αδικοχαμένες φιγούρες στον χώρο του ροκ, ο Tim Hardin δεν πρόλαβε ιδιαίτερα να εξαργυρώσει την επιρροή που άσκησαν τα τραγούδια και το ταλέντο του σε άλλους καλλιτέχνες.

Ο Δεκέμβριος του 1980 έχει μείνει στην ανάμνηση των μουσικόφιλων ως ο «μαύρος Δεκέμβρης», λόγω της δολοφονίας του John Lennon από τον Mark David Chapman. Στις 29 του ίδιου μήνα χάνει τη ζωή του, σε ηλικία 40 ετών, και ο Hardin, από υπερβολική δόση ναρκωτικών, που είναι η μόνιμη αιτία απώλειας αρκετών μουσικών στον χώρο του ροκ.

Χωρίς την πρόθεση να συγκρίνει κανείς το μέγεθος του ταλέντου των δύο δημιουργών, δεν μπορεί παρά να σχολιάσει το ότι ενώ όλο τον Δεκέμβριο τα τραγούδια του Lennon κυριαρχούσαν στα ραδιόφωνα όλου του κόσμου, ο θάνατος του Tim Hardin απασχόλησε μόνο μία ομάδα φίλων της μουσικής και την ημέρα του θανάτου του δεν υπήρχε ούτε ένα από τα άλμπουμ που είχε ηχογραφήσει, σε κυκλοφορία στα καταστήματα δίσκων της εποχής.

Οι περισσότεροι μουσικολόγοι χαρακτηρίζουν τον Hardin μουσικό της φολκ. Ομως ο ίδιος θεωρούσε ότι τα τραγούδια του ήταν πιο κοντά στη μουσική τζαζ. Την αγάπη γι' αυτήν του είχε εμφυσήσει ο πατέρας του, που ήταν μπασίστας σε μπάντες του αμερικανικού Ναυτικού κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και έπαιζε τον ήχο που κυριαρχούσε εκείνη την εποχή. Ο Ray Charles, μάλιστα, κάποτε τον είχε αποκαλέσει το «τρίτο φως στο μπλουζ», λέγοντας ότι το πρώτο ήταν ο Lightnin' Hopkins και το δεύτερο, ο ίδιος. Από την άλλη πλευρά, η μητέρα του ήταν διάσημη βιολίστρια και έπαιζε στη συμφωνική ορχήστρα του Πόρτλαντ.

Ο ίδιος έμαθε κιθάρα όταν ήταν μαθητής στο Γυμνάσιο, στο Γιουτζίν του Ορεγκον. Η άποψή του για το τι συμβαίνει στον κόσμο πήρε άλλες διαστάσεις στα τέλη της δεκαετίας του '50, όταν υπηρέτησε τη θητεία του ως πεζοναύτη στην Ινδοκίνα, μία περιοχή που τότε έδινε ιδιαίτερα μαθήματα γύρω από την ανθρώπινη ζωή σε όσους είχαν την ατυχία να συμμετάσχουν στις πολεμικές επιχειρήσεις της και σ' αυτόν τον καταστροφικό πόλεμο.

Οταν τελείωσε τη θητεία του, επιστρέφοντας στην Αμερική, εγκαταστάθηκε στο Κέμπριτζ της Μασαχουσέτης και άρχισε να παρουσιάζει τα τραγούδια του σε μικρές καφετέριες, όπου σύντομα ξεχώρισε με το ταλέντο του, με επακόλουθο το να αποφασίσει να πάει στη Νέα Υόρκη και να προσπαθήσει να γίνει γνωστός στην περιοχή τού Γκρίνουιτζ Βίλατζ, που ήταν ιδιαίτερα θετική στην προώθηση των καλλιτεχνών της φολκ.

Το 1962 ηχογραφήθηκαν σε ταινίες τα πρώτα του τραγούδια, που θα κυκλοφορήσουν όμως αρκετά χρόνια αργότερα, το 1967, ως το τρίτο του άλμπουμ και ενώ στο μεταξύ το 1966 ο Bob Dylan τον είχε χαρακτηρίσει, μετά την εντυπωσιακή του εμφάνιση στο φολκ φεστιβάλ του Newport, ως τον σημαντικότερο εν ζωή συνθέτη.

Στα τέλη της δεκαετίας του '60 κι ενώ αρκετοί είχαν επισημάνει την επιρροή που είχαν τα τραγούδια σε μερικές από τις δουλειές του Bob Dylan, κυκλοφόρησε το άλμπουμ του Dylan (1968) John Wesley Harding που αναφέρεται σε αμερικανό παράνομο του 19ου αιώνα, αλλά αρκετοί ήταν αυτοί που έγραψαν ότι ο τίτλος αναφερόταν και στον Tim Hardin, ο οποίος αποφασίζει να μετακομίσει στην περιοχή του Γούντστοκ, όπου εκείνη την περίοδο ζούσαν εκεί ο Dylan και ο επίδοξος για πολλούς διάδοχός του Eric Anderson.

Αυτό που περιόρισε την καριέρα του Hardin ήταν το ότι τα τραγούδια του έγιναν γνωστά με άλλους καλλιτέχνες, έτσι δεν μπόρεσε ο ίδιος να καρπωθεί την αξία συνθέσεων όπως το If Ι Were Α Carpenter, που όχι μόνο έγινε επιτυχία από τον Bobby Darin, αλλά τον βοήθησε να κάνει καριέρα σε ένα καινούριο γι' αυτόν μουσικό χώρο, που ήταν αυτός της φολκ. Το ίδιο τραγούδι θα ξεχωρίσει με τους Four Tops, συγκρότημα της μουσικής σόουλ, και στον χώρο της κάντρι, με την ερμηνεία του Johnny Cash σε ντουέτο με την June Carter. Αλλα δικά του τραγούδια που έγιναν γνωστά από άλλους ήταν τα The Lady Came From Baltimore, με την Joan Baez, και Misty Roses από τον Johnny Mathis. Αυτά τα τραγούδια είχαν αρκετά θετική αποδοχή από το ραδιόφωνο και στην εκτέλεση τους από τον ίδιο τον Hardin, αλλά δεν κατάφεραν να γίνουν επιτυχίες. Ο Scott Walker ήταν ένας άλλος τραγουδιστής που είχε ανακαλύψει το ταλέντο του Hardin και ερμήνευσε τα Black Sheep Boy και Reason Το Believe, που συμπτωματικά ίσως τραγούδησε και ο Paul Weller.

Το Reason Το Believe ήταν βέβαια η μεγαλύτερη επιτυχία του, αφού έγινε Νο 1 σε Αγγλία και Αμερική, μαζί με το Maggie May του Rod Stewart, ο οποίος το είχε διαλέξει μάλιστα σαν πρώτη πλευρά του τότε μικρού δίσκου του, αλλά το ραδιόφωνο στη συνέχεια ξεχώρισε περισσότερο το Maggie May.

Αφοσιωμένος στην ποίηση, την οποία περνούσε μέσα στους στίχους των τραγουδιών του, ο Hardin ωθούσε στα άκρα όλη του την ύπαρξη, με ό,τι ήταν αναμεμειγμένος. Ερωτευόταν παράφορα, κάπνιζε κι έπινε πολύ, γενικά με ό,τι ασχολούνταν στη ζωή του ήταν υπερβολικός. Μία μέρα ανακάλυψε τη μυρωδιά του υάκινθου σαν άρωμα και ψέκασε ολόκληρο το σπίτι του με αυτό.

Οι μύθοι ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινής του ζωής κι ένας από αυτούς που προσπάθησε να συντηρήσει, ήταν το ότι ήταν απόγονος του John Wesley Harding.

Από μικρός ήθελε να ξεχωρίζει. Στο Γυμνάσιο έπαιξε σε σχολική παράσταση τον ρόλο που είχε ο Gordon McRae στο μιούζικαλ Carousel. Στην Οκινάουα, όπου υπηρέτησε, απέκτησε μάλλον την κακιά συνήθεια της ηρωίνης, που τελικά τον έστειλε πρόωρα στον άλλο κόσμο.

Το πρώτο του τραγούδι ήταν το How We Can Hang On Το Α Dream, που διασκεύασαν αργότερα οι Nice. Τελικά η ζωή του κινούνταν γύρω από ένα όνειρο, το οποίο όμως δεν είχε καλή εξέλιξη, γιατί, όπως στα όνειρα, η ταύτιση με έναν ειδικό περιθωριακό τρόπο ζωής συχνά έχει απροσδόκητη και μη ελεγχόμενη εξέλιξη.

Το 1974 θα μετακομίσει με την οικογένειά του στην νότια Αγγλία, όπου εμφανιζεται σε διάφορα κλαμπ. Υστερα από έναν χρόνο, θα επιστρέψει στην Αμερική όπου και θα έλθει το τραγικό τέλος ύστερα από χρήση ηρωίνης. Θα τον βρουν νεκρό στο διαμέρισμά του στο Λος Αντζελες πριν συμπληρώσει τα 40 του χρόνια.


Από τον Γιάννη Πετρίδη

* επιλογή και εικονογράφηση Ανδρέας Δηλές


Oι Μπιτλς κατέστρεψαν (!) το ροκ εν ρολ


Το 1969, στο Γούντστοκ, από τους 33 καλλιτέχνες που εμφανίστηκαν στη σκηνή μόνο τρεις ήταν μαύροι! Κι απ' αυτούς ο Τζίμι Χέντριξ και ο Ρίτσι Χέιβενς έπαιζαν με λευκούς μουσικούς τραγούδια που απευθύνονταν σε ένα κατά βάση λευκό ακροατήριο.

Δύο χρόνια νωρίτερα, στο Μόντερεϊ, έξι από τα 32 καλλιτεχνικά σχήματα ήταν μαύρα και έπαιζαν μπροστά σ' ένα κοινό από χίπις που άκουγαν μάλλον αδιάφορα τον Οτις Ρέντινγκ.

*Πώς, όμως, έγινε το ροκ ένα μουσικό είδος αποκλειστικά «λευκό»; Σ' αυτό το ερώτημα απαντάει ο Ελάιζα Γουόλντ στο βιβλίο του «Πώς οι Μπιτλς κατέστρεψαν το ροκ εν ρολ» (εκδ. Oxford University Press, Νέα Υόρκη, 2009), ξεκινώντας την προσέγγισή του από την αρχή του εικοστού αιώνα, από την εποχή που οι μεγάλες μπάντες έπαιζαν τη μουσική των μαύρων με ανάμεικτους μουσικούς, συχνά και με λευκούς μαέστρους επικεφαλής.

* Φτάνοντας στη δεκαετία του '50 που γεννιέται το ροκ εν ρολ, λευκοί και μαύροι καλλιτέχνες απευθύνονται στο ίδιο κοινό. Οι δίσκοι του Λιτλ Ρίτσαρντ και του Τσακ Μπέρι αγοράζονται από τους ίδιους ανθρώπους που αγοράζουν δίσκους του Ελβις Πρίσλεϊ και του Τζέρι Λι Λιούις, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι μαύροι καλλιτέχνες που συνυπάρχουν με τους λευκούς έχουν την ίδια μεταχείριση στη σόου μπίζνες και ιδίως στον κινηματογράφο και την τηλεόραση (που σπανιότατα συμπεριλαμβάνουν μαύρους καλλιτέχνες στις ταινίες και τα προγράμματά τους).

* Μέχρι το 1964 αυτή η συνύπαρξη έχει προχωρήσει τόσο πολύ που το περιοδικό «Μπίλμπορντ», που απηχεί τα συμφέροντα της βιομηχανίας του δίσκου, καταργεί την ξεχωριστή κατηγορία πωλήσεων «Rhythm and Blues» και την εντάσσει στη γενική κατηγορία «Ποπ», θεωρώντας ότι το κοινό που αγοράζει τα μεν και τα δε δεν είναι πια τόσο διαφορετικό που να δικαιολογεί αυτή τη διάκριση. Αλλά υπολόγιζαν χωρίς τον ξενοδόχο, γιατί το '64 είναι η χρονιά της αποκαλούμενης «βρετανικής εισβολής» στις ΗΠΑ, με μπροστάρηδες τους Μπιτλς, και του εξελισσόμενου folk-rock, που οδηγεί τη μουσική σε άλλα πεδία, με διαφορετικό ήχο, ποιητικό στίχο, κοινωνικό περιεχόμενο και άλλο ακροατήριο.

* Το Γενάρη της επόμενης χρονιάς το «Μπίλμπορντ» επαναφέρει το διαχωρισμό, διαπιστώνοντας ότι δημιουργείται μία άλλου τύπου διάκριση ανάμεσα στα δύο είδη, αν και συχνά τα όρια είναι δυσδιάκριτα, ιδιαίτερα για καλλιτέχνες με πολύ ευρύ πεδίο, όπως η Τζάνις Τζόπλιν, που είναι πιο κοντά στον Τζέιμς Μπράουν παρά στην Γκρέις Σλικ, ή η Τίνα Τάρνερ, που τραγουδάει κομμάτια των Μπιτλς και των Κρίντενς.

Το κίνημα άρνησης της σπάταλης καταναλωτικής κοινωνίας δεν συγκινεί εξίσου τους μαύρους, οι οποίοι δεν έχουν γνωρίσει καμία ευημερία και αγωνίζονται για να αποκτήσουν τα ελάχιστα απ' αυτά που οι λευκοί διαθέτουν και τα παιδιά τους απορρίπτουν.

Οι μαύροι, προσπαθώντας από τη μια να γίνουν αποδεκτοί με ίσους όρους στην κοινωνία που είναι φτιαγμένη από λευκούς για λευκούς, εξακολουθούν να φτιάχνουν χορευτική μουσική που απευθύνεται στους πάντες, γιατί, όπως είπε ωμά ο Μάρβιν Γκέι, «όλοι θέλουν να πουλήσουν στους λευκούς, γιατί οι λευκοί έχουνε τα φράγκα».

Εμφαση στο ρατσισμό

Απ' την άλλη, οι μαύροι ριζοσπαστικοποιούνται με το δικό τους πρόβλημα, το ρατσισμό, δίνοντας πολύ μαύρη διάσταση στη μουσική τους, όπως την εκφράζει ο Τζέιμς Μπράουν στο «Say it loud, Ι' m black and Ι' m proud», ενώ η Αρίθα Φράνκλιν που είναι στο μέινστριμ απλά ζητάει «Σεβασμό» (Respect). Το φολκ-ροκ, εδραιωμένο στα πανεπιστήμια και τους διανοούμενους, δεν ζητάει ένταξη αλλά, αντιθέτως, άρνηση και απόσυρση.

* Οι Μπιτλς παίζουν μεγάλο ρόλο σ' αυτό το διαχωρισμό: Από το '64 ώς το '70 είχαν 14 άλμπουμ στο νούμερο 1 των πωλήσεων. Είναι αυτοί που μεταφέρουν το κέντρο βάρους της διάπλασης της μουσικής από τα κλαμπ, τις συναυλίες και τα κινήματα στο στούντιο, όπου παράγουν αριστουργήματα, χρησιμοποιώντας υλικό και ιδέες που δεν εξαρτώνται από κανένα συγκεκριμένο μητρικό είδος μουσικής. Καθώς πειραματίζονται με ήχους και στιλ στο στούντιο χρησιμοποιώντας ομάδες εγχόρδων και πνευστών, στοιχεία από το γαλλικό τραγούδι και ό,τι άλλο εμπνευστούν, η αδιάκοπη συνέχεια ραγκτάιμ-τζαζ-σουίνγκ-ροκ εν ρολ σπάει.

* Οι Ρόλινγκ Στόουνς και ο παραγωγός συναυλιών Μπιλ Γκράχαμ, μαζί με μερικούς άλλους, προσπαθούν να επανασυγκολλήσουν τους μαύρους με τους λευκούς στο ροκ, αλλά ματαίως. Και όπως γράφει ο Πολ Γουίλιαμς στο περιοδικό «Κροντάντι», «(...) πρώτη φορά στην ιστορία της Αμερικής η καλύτερη σύγχρονη μουσική δεν γίνεται από τον αμερικάνο μαύρο». 


Του ΣΤΕΛΙΟΥ ΕΛΛΗΝΙΑΔΗ

Τραγουδώντας το χωρισμό


Αν προσπαθήσει να κατατάξει κανείς θεματολογικά το περιεχόμενο των στίχων των τραγουδιών που ακούμε, σίγουρα ένα σημαντικό ποσοστό, αν όχι το μεγαλύτερο, θα αφορά τραγούδια που περιγράφουν τα συναισθήματα αυτών που βιώνουν τον χωρισμό στις ερωτικές σχέσεις τους.

Αυτά τα τραγούδια συνήθως γίνονται και οι μεγαλύτερες επιτυχίες σε όλο το μουσικό φάσμα και καλύπτουν κλασική, λαϊκή, χιπ χοπ και ροκ μουσική.

Τα τραγούδια αυτά έχουν όμορφη μελωδία, αξιομνημόνευτους συγκινητικούς και ποιητικούς στίχους και πάνω από όλα πρέπει να αναφέρονται σε μια χαμένη αγάπη, προδομένη ή αγάπη χωρίς ανταπόκριση. Τα πιο λυπηρά απ' όλα είναι βέβαια είναι αυτά που μιλούν για χωρισμό που οφείλεται σε δύσκολες καταστάσεις, όπως ο θάνατος, ή συγκεκριμένες περιστάσεις που οδηγούν στο να θυσιάσει ο ένας από τους δύο τον έρωτά του.

Ο καθένας από εμάς σίγουρα θα έχει τη δικιά του λίστα με τα αγαπημένα του τραγούδια χωρισμού, που ειδικά στους νεότερους θα αποτελούν συχνά σημείο αναφοράς. Τα τραγούδια που ακολουθούν, θα βοηθήσουν ίσως στο να βάλετε σε μια σειρά και τις δικιές σας προτιμήσεις:

Ι Will Always Love You, το τραγούδι της Dolly Parton, που το έκανε ακόμα μεγαλύτερη επιτυχία η Whitney Houston χάρη στην ερμηνεία της στην ταινία Bodyguard. Είναι μία απλή ειλικρινής μπαλάντα που εκφράζει την υπέρτατη θυσία μιας γυναίκας που ποτέ δεν θα πάψει να αγαπά, αλλά έχει συνειδητοποιήσει ότι δεν είναι αυτή που του αξίζει, έτσι αποσύρεται από τη ζωή του.

Love Hurts, γράφτηκε από το ζευγάρι Felice και Boudleaux Bryant, που έχει γράψει αρκετές επιτυχίες για το ντουέτο των Everly Brothers. Εκτός από τα δύο αδέλφια, το διασκεύασαν με επιτυχία και οι Roy Orbison, Nazareth και ο Gram Parsons με την Emmylou Harris.

Ι Will Survive, η κορυφαία στιγμή της καριέρας τής Gloria Gaynor. Φύγε τώρα, γύρισε την πλάτη σου και βγες από την πόρτα, δεν είσαι πια ευπρόσδεκτος σ' αυτό το σπίτι.

Ι't's Τοο Late, από την Carole King και το άλμπουμ Tapestry. Είναι πολύ αργά, μωρό μου, παρ' όλο που και οι δυο μας προσπαθήσαμε, κάτι έχει πεθάνει μέσα μου και δεν μπορώ να κρύψω αυτό το συναίσθημα και δεν μπορώ πια να προσποιούμαι.

Only The Lonely από τον Roy Orbison, ο οποίος με τα τραγούδια του συχνά εκφράζει περισσότερο από κάθε άλλον τον ανθρώπινο πόνο από την ερωτική απογοήτευση.

Μόνο όσοι ζούνε μόνοι τους μπορούν να καταλάβουν το πώς νιώθω απόψε, μόνον οι μοναχικές καρδιές μπορούν να καταλάβουν πόσο άδικο είναι το να ζεις μόνος σου χωρίς την αγάπη σου. Ο ίδιος έχει τραγουδήσει πολλά ακόμη τραγούδια στο ίδιο ύφος, Cryin', Ι'm Hurtin', Blue Bayou, Blue Angel, It's Over.

All Ι Have Το Do Is Dream από τους Everly Brothers σε ένα από τα πιο αθώα και αγνά σε συναισθήματα τραγούδια που περιγράφουν ένα νεανικό έρωτα. Τα φωνητικά του ντουέτου επηρέασαν δεκάδες ονόματα, όπως αυτά των Simon and Garfunkel, Eagles, Crosby, Stills and Nash, The Byrds κ.ά.

Ι Fall Το Pieces, το απόλυτο τραγούδι για χωρισμό, είχε ήδη απορριφθεί από τρεις άνδρες τραγουδιστές ως πολύ φεμινιστικό. Η Patsy Cline, που αρχικά αρνήθηκε να είναι η τέταρτη επιλογή, το ηχογράφησε μια κι έξω σε λιγότερο από μία ώρα, όταν ήταν 8 μηνών έγκυος, χωρίς να προσδοκά να γίνει επιτυχία, και όμως έγινε το δημοφιλέστερο τραγούδι της.

Κάθε φορά που σε ξαναβλέπω, γίνομαι κομμάτια.

Πώς μπορώ να είμαι μόνο φίλη σου;

The Last Goodbye, από τις καλύτερες στιγμές του Jeff Buckley, ο οποίος αναπάντεχα χάθηκε σε νεαρή ηλικία. Τραγική σύμπτωση, ο χαμός του συνέπεσε με τον επίσης πρόωρο χαμό του πατέρα του, Tim. Αλλο ένα τραγούδι που περιγράφει την αδυναμία του ερωτικά πληγωμένου να καταλάβει το τι έφταιξε για τον χωρισμό.

Missing με τους Everything But The Girl, το οποίο όταν το ακούει κανείς αναρωτιέται αν αυτά που λέει ο πρωταγωνιστής της ιστορίας είναι όνειρο ή πραγματικότητα.

Τα χρόνια που πέρασαν από τότε που έφυγες έδειξαν ότι τίποτα δεν μπορώ να κάνω χωρίς εσένα. Σ' αναζητώ, όπως η έρημος αναζητά την βροχή.

Ι Know It's Over με τον Morrissey και τους υπόλοιπους των Smiths στις καλύτερες στιγμές τους: Αφού είσαι τόσο χαρούμενος, γιατί κοιμάσαι μόνος σου απόψε, αφού είσαι τόσο έξυπνος, γιατί κοιμάσαι μόνος σου απόψε; Αφού είσαι τόσο όμορφος, γιατί κοιμάσαι μόνος σου απόψε; Ξέρω... επειδή για σένα απόψε είναι μια νύχτα όπως όλες οι άλλες και ζεις στον κόσμο σου με τους θριάμβους να αγκαλιάζουν τη γοητεία σου.

Alone Again Or, το τραγούδι των Love που δεν γράφτηκε από τον Arthur Lee, αλλά από τον Bryan McLean και είναι ένα πάντρεμα του ήχου των Byrds με αυτό του Ennio Morricone. Ακουσα κάτι αστείο, κάποιος μου είπε/ Ξέρεις θα μπορούσα να ερωτευτώ οποιαδήποτε/ Αλλά το αστείο είναι, ότι πάλι είμαι μόνος μου απόψε, γλυκιά μου.

Ι Just Don't Know What Το Do With My Self. Στην εκδοχή της ερμηνείας του από την Dusty Springfield, που για ακόμη μία φορά τραγουδά σύνθεση των Bacharach/ David, που ήδη είχε ερμηνεύσει η Dionne Warwick. Το να πηγαίνω στο σινεμά με κάνει να αισθάνομαι λύπη, όπως και το να πηγαίνω σε διάφορα πάρτι/ όταν δεν είμαι μαζί σου, δεν ξέρω τι να κάνω.

The Tracks Of My Tears από τον σύγχρονο αμερικανό ποιητή και συνθέτη Smokey Robinson. Ολοι μου λένε ότι είμαι η «ψυχή» του πάρτι, επειδή γελάω και λέω αστεία/ όμως το χαμόγελο είναι η μάσκα που φοράω για να κρύψω τα συναισθήματά που νιώθω από τότε που σε έχασα.

Knowing Me, Knowing You, από τους Abba και όχι, όπως θα περίμενε κανείς λόγω των στίχων, από ένα όνομα όπως οι Radiohead, ο Jeff Buckley ή κάποιος άλλος καλλιτέχνης από τον χώρο του ροκ. Οχι πια προσποιητά χαμόγελα, μόνο σιωπή.

You've Lost That Lovin' Feelin' με τους Righteous Brothers σε μία από τις καλύτερες εισαγωγές τραγουδιού για χωρισμό, Δεν κλείνεις πια τα μάτια σου όταν φιλώ τα χείλη σου και λίγο αργότερα, μωρό μου, γονατίζω μπροστά σου, αχ ας μπορούσες να μ'αγαπήσεις ξανά όπως πριν.

Ι'm Α Fool Το Want You από τον Frank Sinatra, σε ένα από τα ελάχιστα τραγούδια στα οποία ο μεγάλος τραγουδιστής είχε συμμετοχή στη σύνθεση και γράφτηκε μάλλον για τη σχέση του με την Ava Gardner. Η απελπισμένη φωνή ενός άνδρα που αγαπά υπερβολικά μια γυναίκα που τον κατέστρεψε.

Τα ερωτικά τραγούδια για χωρισμό είναι ανεξάντλητα, θα μπορούσε κανείς να προσθέσει, μεταξύ άλλων, τα: Against All Odds-Phil Collins, Don't Speak-Νο Doubt, Without You-Nilsson, Diamonds And Rust-Joan Baez, All Alone Am Ι-Brenda Lee, Are You Lonesome Tonight?-Elvis Presley, Back Το Black-Amy Winehouse, Blue On Blue-Bobby Vinton, One-U2, It Must Have Been Love-Roxette, Ι (Who Have Nothing)-Shirley Bassey, Nothing Compares 2 U-Sinead Ο'Connor και εκατοντάδες, αν όχι χιλιάδες άλλα.

Ατελείωτη είναι η λίστα και στον χώρο του ελληνικού τραγουδιού, με το Χωρίσαμε ένα Δειλινό του Βασίλη Τσιτσάνη να τα λέει όλα:

Χωρίσαμε ένα δειλινό, με δάκρυα στα μάτια,/ η αγάπη μας ήταν γραφτό, να γίνει δυο κομμάτια.

Συγνώμη που σ'αγάπησα πολύ,/ δεν ξέρω ν'αγαπώ όμως πιο λίγο... μουσική του Γιώργου Χατζηνάσιου, σε στίχους του Γιώργου Κανελλόπουλου.

Ολα σε θυμίζουν, από τις καλύτερες στιγμές του Μάνου Λοΐζου σε στίχους του Μανώλη Ρασούλη και ερμηνεία από τη Χ. Αλεξίου, που περιγράφει ίσως περισσότερο από κάθε άλλο τραγούδι την ιστορία του καθενός:

Ολη μας η αγάπη την κάμαρα γεμίζει/ σαν ένα τραγούδι που λέγαμε κι οι δυο/ πρόσωπα και λόγια και τ' όνειρο που τρίζει/ σαν θα ξημερώσει τι θα 'ν' αληθινό.

Από το σύγχρονο ελληνικό τραγούδι, οι ερμηνείες του Νότη Σφακιανάκη είναι ίσως αυτές που καλύπτουν σε πολλά από τα τραγούδια του το θέμα μας. Αλλωστε το λαϊκό μας τραγούδι είναι ανεξάντλητο σε θέματα χωρισμού.

 

Ηappy birthday blue note!


Η Βlue Note κλείνει φέτος τα 70 της χρόνια. Η εμβληματικότερη εταιρεία του μουσικού κόσμου που έγραψε το μεγαλύτερο κομμάτι της ιστορίας της jazz, συνδυασμένης με τα υποδειγματικά εξώφυλλα του Reid Miles. Ο διευθυντής Bruce Lundvall είναι από το 1984 στο τιμόνι της εταιρείας κι έχει πάνω από 70 λόγους να είναι ικανοποιημένος με την ιστορία αλλά και τις νέες προοπτικές. Eίναι ο άνθρωπος που υπέγραψε μουσικούς σαν τον Herbie Hancock και τη Νοrah Jones. Πόσο τζαζ μπορεί να είναι ένας επιχειρηματίας που τρέχει ένα τόσο σπουδαίο label. Συνδεόμαστε με το γραφείο του πιο ισχυρού άντρα της jazz, στον 6ο όροφο της Fifth Avenue στη Νέα Υόρκη.

Πώς συνδυάζετε τη διαχείριση αυτής της μεγάλης κληρονομιάς με την αναζήτηση του καινούργιου; Πρώτα απ' όλα έχουμε μια σπουδαία δημιουργική ομάδα που συνεργάζεται στενά. Συνεργάτες σαν τον Michael Cuscuna είναι τόσο πολύτιμοι. Είναι μόνιμος σύμβουλος και διαχειρίζεται όλο το back catalogue. Το κλειδί είναι η συνεργασία. Μπορεί να παίρνω τις τελικές αποφάσεις, αλλά υπάρχει από πίσω ένα ολόκληρο team. 

Jazz pianist and composer Horace Silver was a pioneer of the hard bop style and helped form the group The Jazz Messengers.
(© By Francis Wolff; photo courtesy of Blue Note Records / EMI Music.)

Ποιος είναι ο πιο αγαπημένος φίλος από το ρόστερ της Blue Note; O Ηerbie Hanconck που θεωρώ ότι είναι μια μουσική ιδιοφυΐα και ο αδελφικός μου φίλος Dexter Gordon που αναμφισβήτητα είναι ένας μουσικός γίγαντας, διαβασμένος, πολύ αστείος και αυθεντικός. Από μικρός ήμουν θαυμαστής του. Θυμάμαι άκουγα δίσκους του όταν ήμουν ακόμη παιδί. Τον πρωτοσυνάντησα backstage σε ένα club στην Νέα Υόρκη όταν ήμουν στην Columbia. Toν υπέγραψα την άλλη μέρα. Και όταν πήγα στην Blue Note ήρθε μαζί μου. 

Σχετικά με τα θρυλικά εξώφυλλα της εταιρείας και την αισθητική του Reid Miles; Είναι πολύ σημαντική η σχέση της μουσικής και της αισθητικής των εξώφυλλων. Προσπαθήσαμε να τον προσλάβουμε το 1984, αλλά ήταν πολύ ακριβός. Αλλάξαμε πολλά πράγματα τότε, κρατώντας πάντα ένα υψηλό επίπεδο αισθητικής. 

Πόσο έχει αλλάξει η τζαζ στον 21ο αιώνα; Πολλοί μουσικοί θρύλοι δεν είναι πια μαζί μας. Από την άλλη υπάρχουν πολλά νέα ταλέντα - πρέπει συνεχώς να έχεις τεντωμένα τα αυτιά σου. Μουσικοί σαν τους Jason Moran και Gonzalo Rubalcaba χωρίς αμφιβολία είναι ιδιοφυΐες. 

Πόσο τζαζ είναι η ζωή σας; Zω μια τζαζ ζωή από τα 15 μου. Από τότε ξεκίνησα να πηγαίνω στα jazz clubs της Νέας Υόρκης. Προσπαθούσα να βρω τρόπους να μπω κρύβοντας την ηλικία μου. Η jazz είναι το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή μου μετά την οικογένειά μου.

Art Blakely, one of the inventors of the modern bebop style of drumming, led various groups, including The Jazz Messengers.
(© By Francis Wolff; photo courtesy of Blue Note Records / EMI Music.)

Τι θυμάστε από τις πρώτες εκείνες μέρες; Έβλεπα συναυλίες του Charlie Parker και όλους τους μουσικούς της εποχής, τον Lester Young, τον Clifford Brown που με είχε αφήσει άφωνο. Ποτέ δεν ξεχνάς τις στιγμές αυτές. Όταν ήμουν παιδί πούλαγα μπουκάλια αναψυκτικών. Μου έδιναν 5 σεντ για τα μεγάλα και 2 για τα μικρά μπουκάλια. Τα μάζευα για να παίζω δίσκους 78 στροφών στo juke-box. 

H πρώτη σας επαφή με τον ιδρυτή της Blue Note Alfred Lion; Όταν αποφοίτησα από το κολέγιο, το 1957, πήγα κατευθείαν στο γραφείο του για να βρω δουλειά. Ήταν πολύ ευγενικός, αλλά του πήρε 10 λεπτά για να με βγάλει από την πόρτα. Όταν ανέλαβα την Blue Note ήταν η πιο σπουδαία μέρα της ζωής μου.

Μεγαλύτερό σας επίτευγμα; Υποθέτω το ότι έχω επιβιώσει μέχρι σήμερα (γέλια). Και το ότι βρίσκω νέους καλλιτέχνες με πηγαίο, αυθεντικό ταλέντο.


Του Γιώργου Δημητρακόπουλου

Εικονογράφηση και επιμέλεια άρθρου 
          Ανδρέας Δηλές



Quiz: Πόσο Woodstock είσαι;




1. Ποιος «άνοιξε» τη συναυλία;
α) John Sebastian
β) Richie Havens 
γ) Joan Baez

2. Ποιοι από τους Led Zeppelin, Jethro Tull, Doors δεν συμμετείχαν στο Woodstock;
α) Kαι οι τρεις
β) Oι δύο πρώτοι 
γ) Oι Doors

3. Ποιοι από τους Who, Ten Υears After, Joe Cocker και Canned Heat είναι Εγγλέζοι;
α) Όλοι
β) Οι δύο πρώτοι 
γ) Οι τρεις πρώτοι

4. Ποιος τραγούδησε μόνο με την κιθάρα του από τους
α) John Sebastian
β) Richie Havens 
γ) Arlo Guthrie

5. Ο Jimmy Hendrix παρουσίασε μνημειώδη διασκευή του
α) "Wild thing" (Troggs)
β) "Satisfaction" (Rolling Stones) 
γ) Εθνικός  Ύμνος ΗΠΑ

6. Η Joan Baez τραγούδησε
α) Με 40 πυρετό 
β) Έγκυος 
γ) Με σπασμένο πόδι

7. Ποιος κατάφερε το κοινό να φωνάζει ρυθμικά "Fuck";
α) Carlos Santana
β) Arlo Guthrie 
γ) Country Joe

8. Ποιος τραγούδησε διασκευή τραγουδιού των Beatles και έγινε διάσημος γι' αυτό;
α) Joe Cocker
β) Joan Baez 
γ) Johnny Winter

9. Ποιου ο πατέρας υπήρξε επίσης τραγουδιστής;
α) Alvin Lee
β) John Sebastian
γ) Arlo Guthrie

10. Πόσο κόστιζαν επισήμως τα εισιτήρια (άσχετα αν σχεδόν κανείς δεν πλήρωσε)
α) $ 10 & 15 
β) $ 6 & 8  
γ) $ 20 & 30 

11. Tο ορχηστρικό "Soul Sacrifice" έπαιξαν οι 
α) Who 
β) Jefferson Airplane 
γ) Santana

12. Ποιο το όνομα της τραγουδίστριας των Jefferson Airplane;
α) Grace Slick 
β) Judy Collins
γ) Carol King

13. Ποιος έσπασε την κιθάρα του και την πέταξε στο κοινό;
α) Carlos Santana
β) Jimmy Hendrix 
γ) Pete Townsend

14. Συνθέτης του τραγουδιού "Woodstock" είναι ο
α) Crosby Steels Nash & Young
β) Johnny Mitsel  
γ) Melanie

15. Ποιο original rock&roll σχήμα εμφανίστηκε στο φεστιβάλ;
α) Chuch Berry
β) Sha na na  
γ) Billy Haley & the Comets 

16. Ποια soul-funky παρουσία (μοναδική) υπήρξε στο Woodstock;
α) James Brown
β) War 
γ) Sly & the family stone

17. Ο Bob Dylan αρνήθηκε να εμφανιστεί. Εμφανίστηκε όμως η ορχήστρα του. Ποιοι;
α) Incredible string Band
β) Mountain 
γ) The Band

18. Η Janis Joplin
α) Αρνήθηκε να παρουσιαστεί  
β) Ήταν ήδη νεκρή
γ) Παρουσιάστηκε

19. Ο Jimmy Hendrix ήταν
α) Αριστερόχειρας
β) Δεξιόχειρας 
γ) Αμφιδέξιος 

20. Το Woodstock παρακολούθησε πολύς κόσμος. Πιο κοντά στην αλήθεια είναι:
α) 200.000
β) 1.500.000 
γ) 500.000
 
 
ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ: 1β, 2α, 3γ, 4α, 5γ, 6β, 7γ, 8α, 9γ, 10β, 11γ, 12α, 13γ, 14β, 15β, 16γ, 17γ, 18γ, 19α, 20γ
 
Μια ωραία ιστορία

0-10 απαντήσεις: Ή είστε μικρή/ός ή δεν σας ενδιαφέρει το rock. Δεν πειράζει να μην ξέρετε τις λεπτομέρειες, δείτε όμως οπωσδήποτε το ντοκιμαντέρ. Και σκεφτείτε τι να έκαναν οι γονείς σας εκείνο το Καλοκαίρι του '69... 

10-15: Αν απαντήσατε σωστά τις ερωτήσεις Νο 5, 8, 12 και 18, μη στεναχωριέστε. Είστε εντελώς μέσα στο θέμα. Ακούστε όμως και τα άλλα κομμάτια του δίσκου, αξίζουν.

15-20: Ή είστε γύρω στα 60-65 χρονών και ήσασταν εκεί ή είστε πολύ κολλημένος με το θέμα ή και τα δύο. Συγχαρητήρια που επιβιώσατε. Σας υπενθυμίζουμε όμως και την άποψη «όποιος λέει ότι θυμάται τι έγινε στο Γούντστοκ, δεν ήταν στ' αλήθεια εκεί».

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ 

Ο ποιητής των ήχων

Ιούλιος 1955. Σ' ένα μικρό διαμέρισμα στο Μανχάταν, στη West 83rd Street, σ' ένα μεγάλο πιάνο που καταλαμβάνει όλο το σαλόνι, ανάμεσα σε παρτιτούρες του Σοπέν, του Ραβέλ, του Σκριάμπιν και του «Καλοσυγκερασμένου κλειδοκύμβαλου» του Μπαχ, ένας 26χρονος διοπτροφόρος «σκαλίζει» κάθιδρος τα πλήκτρα. Μάχεται με μια κρυστάλλινη μελωδία, αυτοσχεδιάζει έχοντας κατά νου την αγαπημένη του ανιψιά, τη μικρή Ντέμπι, την κόρη του αδελφού του, το κορίτσι που πήγαινε βόλτα στην παραλία.

Εναν χρόνο μετά, αυτό το «τραγούδι χωρίς λόγια», το «Waltz for Debby», θα αποτελέσει μέρος του πρώτου του άλμπουμ, του New Jazz Conceptions, ενώ θα τιτλοφορήσει και ένα ακόμα σπουδαίο άλμπουμ, το 1961.

Το «Waltz for Debby» είναι ένα κομμάτι που έχει ταυτιστεί με τον δημιουργό του, τον Μπιλ Εβανς (Bill Evans, 1929 - 1980). Εναν γνήσιο ποιητή των ήχων. Συγγνώμη για την κοινοτοπία, αλλά μάλλον δεν υπάρχουν άλλα λόγια για να περιγράψει κανείς το μεγαλείο του Εβανς. Υπήρξε ένας από τους κορυφαίους μουσικούς της τζαζ, σπουδαίος συνθέτης και δεξιοτέχνης του πιάνου, με στέρεη κλασική μουσική παιδεία, με αναγνώσεις λογοτεχνίας και φιλοσοφίας, είχε κλίση στον αθλητισμό, την ίδια στιγμή όμως ήταν ένας μελαγχολικός άνθρωπος (με ροπή στις ουσίες), ο οποίος, αν δεν πέθαινε ξαφνικά το 1980, ίσως σήμερα να έκλεινε τα ογδόντα του χρόνια. Παραδόξως, ενώ οργανώνονται (δικαίως) γιορτές και συναυλίες για τα πενήντα χρόνια της ηχογράφησης του θρυλικού άλμπουμ Kind of Blue του Μάιλς Ντέιβις, καμία μνεία δεν γίνεται στα οδοντάχρονα του Εβανς, ο οποίος έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία του συγκεκριμένου δίσκου, όντας το μοναδικό λευκό μέλος της μπάντας του Ντέιβις.

Μελοποίησε Μπλέικ

Ο Εβανς πήρε το δίπλωμα του σολίστ παίζοντας το Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα υπ' αριθμ. 3 του Μπετόβεν, μελοποιώντας παράλληλα ποιήματα του Ουίλιαμ Μπλέικ. Τα προς το ζην άρχισε να τα βγάζει παίζοντας boogie-woogie σε νυχτερινά κέντρα, ώσπου τον κάλεσε η πατρίδα. Με το που θα απολυθεί θα βρεθεί στη Νέα Υόρκη για μεταπτυχιακά, μα και για να εντρυφήσει στη σκηνή της τζαζ: ξενυχτάει ακούγοντας ζωντανά τους πιανίστες που τον καθόρισαν: Αρτ Τέιτουμ, Λένι Τριστάνο, Μπαντ Πάουελ, Τζορτζ Σίρινγκ, Τελόνιους Μονκ αλλά και Νατ «Κινγκ» Κόουλ.

Η φιλία και η συνεργασία του με τον κλαρινετίστα Τόνι Σκοτ θα τον βοηθήσει σιγά σιγά να βρει το δρόμο του. Το 1956 θα είναι η χρονιά της κυκλοφορίας του πρώτου του άλμπουμ ως leader ενός τρίο. Αυτό ήταν το ξεκίνημα μιας μεγάλης πορείας που σφράγισε την ιστορία της τζαζ. «Κρυστάλλινες νότες ή ένα δροσερό αφρίζον νερό που κυλάει από κάποιον καθάριο καταρράκτη», χαρακτήριζε το παίξιμό του ο Ντέιβις, με τον οποίο άρχισε να συνεργάζεται το 1958. «Φυσικά και έμαθα πολλά από τον Μπιλ Εβανς», θα γράψει στην αυτοβιογραφία του ο πάντα απαιτητικός Μάιλς.

Το 1959 ο Εβανς θα σχηματίσει το περίφημο τρίο με τον Σκοτ Λαφάρο (μπάσο) και τον Πολ Μοσιάν (κρουστά), ηχογραφώντας άλμπουμ - σταθμούς: Portrait in Jazz (1959), Explorations, Sunday at the Village Vanguard και Waltz for Debby, όλα ηχογραφημένα μέσα στο 1961. Ο Εβανς ίσως να ήταν ένας από τους μουσικούς που είχε στο νου του ο συνθέτης και μελετητής Γκούντερ Σούλερ, όταν το 1957 μίλησε για το περίφημο «τρίτο ρεύμα», για τη συγχώνευση της ευρωπαϊκής μουσικής με την τζαζ.

Το 1963 ο Εβανς θα ηχογραφήσει το εκπληκτικό Conversations with Myself, αυτοσχεδιάζοντας «πάνω» από ήδη ηχογραφημένες συνθέσεις, δικές του αλλά και άλλων, ενώ εξαιρετικές θα είναι και οι συνεργασίες του με τραγουδιστές, όπως με την αισθαντική -έως και αισθησιακή- Ελεν Μέριλ καθώς και με τον Τόνι Μπένετ.

Οπως σημειώνει στη βιογραφία του Εβανς «How My Heart Sings» ο Peter Pettinger, ο ήχος του Εβανς δεν ήταν ποτέ ο «μπιτ» ήχος του μποπ ή του σουίνγκ, αλλά ένα «εσωτερικό, σιωπηλό» άκουσμα, ένας διαρκής στοχασμός, μια αέναη ονειροπόληση. Πειραματίστηκε, υπήρξε νεωτεριστής, πατώντας όμως στα γερά θεμέλια της παραδοσιακής τζαζ. Πολλοί ήσαν οι επίγονοί του: Χέρμπι Χάνκοκ, Κιθ Τζάρετ, Πατ Μέθενι, Μπραντ Μελντάου, ο «δικός μας» Βασίλης Τσαμπρόπουλος και πολλοί άλλοι.

Οπως έλεγε ο Στραβίνσκι: «Δεν αρκεί να βιάσεις την Ευτέρπη - πρέπει να την αφήσεις και έγκυο».


του Ηλία Μαγκλίνη 





Είναι συνηθισμένο φαινόμενο για όσους ασχολούνται με το ελληνικό τραγούδι, να αναπολούν τις δοξασμένες μέρες της δεκαετίας του '60, που συνέβαλαν στη διαμόρφωση μιας νέας κατάστασης που ανανέωσε για αρκετά χρόνια το τραγούδι μας, δημιουργώντας αρκετές διαφορετικές μουσικές τάσεις, με όλες σχεδόν να έχουν από ένα σημαντικό κομμάτι του κοινού να τις υποστηρίζει.

Ενα σημαντικό μερίδιο στην άνοδο του ελληνικού τραγουδιού είχε σίγουρα η μελοποίηση ποιημάτων από πολλούς συνθέτες της εποχής, με αρκετούς από αυτούς να χρησιμοποιούν ακόμα και ολόκληρους κύκλους ποιημάτων ελλήνων και ξένων ποιητών στα συχνά ολοκληρωμένα έργα τους.

Η τάση αυτή θα φτάσει στο αποκορύφωμά της στη δεκαετία του '70 κι έκτοτε θα συνεχίσει να υποχωρεί με γοργό ρυθμό, οδηγώντας στην απαξίωση του ελληνικού τραγουδιού, το οποίο, εκτός από την παρουσία σημαντικών συνθετών, υστερεί και από πλευράς στιχουργών.

Από το βιβλίο Τα τραγούδια των Ελλήνων (εκδόσεις Ανατολικός), που περιλαμβάνει περίπου 1.500 τραγούδια που ξεχώρισαν στη χώρα μας τα τελευταία 80 χρόνια, θα αναφέρω τα τραγούδια που έχουν χρησιμοποιήσει έργα ελλήνων και ξένων ποιητών (σε μετάφραση) και εκτός του ότι έγιναν επιτυχίες και τραγουδήθηκαν από τον κόσμο, συνέβαλαν και στη δημιουργία ενός υψηλού σε ποιότητα μουσικού αισθητηρίου.

Ποίηση Κώστα Βάρναλη ήταν Οι Μοιραίοι (1964) σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη από την Πολιτεία Β'. Εναν χρόνο αργότερα, το 1965, πάλι σε ποίηση Βάρναλη, ο Μίκης θα γράψει την Μπαλάντα του Αντρίκου, με ερμηνευτή κι εδώ τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, που τον συνοδεύουν όμως και οι Αντώνης Κλειδωνάρης και Μαρία Φαραντούρη.

Ο Νίκος Γκάτσος είχε την ευκαιρία να συνεργαστεί και με τους δύο μεγάλους του ελληνικού τραγουδιού: Μίκη Θεοδωράκη, Είχα φυτέψει μια καρδιά, με το ψευδώνυμο Νίκος Γεωργίου (1961, από το Αρχιπέλαγος), Σε πότισα ροδόσταμο (1961, Αρχιπέλαγος) κ.ά., Μάνο Χατζιδάκι, Αερικό (1962, Νάνα Μούσχουρη), Αθήνα (1961, Νάνα Μούσχουρη, από το Ελλάς Η χώρα των ονείρων), Αρθούρε Ρεμπώ (1976, Μανώλης Μητσιάς), Ηταν καμάρι της αυγής (Λάκης Παππάς, μετάφραση από τον Ματωμένο γάμο του Λόρκα, 1965), Ησουν παιδί σαν τον Χριστό (1966, Λ. Παππάς, Μυθολογία) και δεκάδες άλλα, γράφοντας γι' αυτούς αμέτρητες επιτυχίες. Ανάλογη πορεία ακολούθησε και ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, ο οποίος συνεργάστηκε με ευρύτερη ομάδα ελλήνων μουσικοσυνθετών, και ειδικά στα πρώτα χρόνια της δημιουργίας του ήταν στενά συνδεδεμένος με τα τραγούδια που έγραφε ο Σταύρος Ξαρχάκος, ενώ ένα κομμάτι από τα τραγούδια για τα οποία έγραψε στίχο ήταν μετάφραση σε ποιήματα του Λόρκα. Η πρώτη μελοποίηση του Λόρκα είχε γίνει το 1949 από τον Μάνο Χατζιδάκι και στη συνέχεια μελοποίησαν ποιήματά του συνθέτες όπως οι Θεοδωράκης, Ξαρχάκος, Κουρουπός, Γλέζος, Λεοντής, Μαμαγκάκης, Μαυρουδής κ.ά.

Αλλοι ξένοι ποιητές με σημαντική συμμετοχή στο ελληνικό τραγούδι είναι και οι Ν. Χικμέτ, Μπ. Μπρεχτ, Π. Νερούντα.

Ο Οδυσσέας Ελύτης έχει σημαντική συμμετοχή σε επιτυχίες του Μίκη Θεοδωράκη με τη μελοποίηση ποιημάτων του, που έτσι περνούν, μέσα από τα τραγούδια, από γενιά σε γενιά στους νεότερους: Ενα το χελιδόνι, Της αγάπης αίματα, Της Δικαιοσύνης Ηλιε νοητέ (όλα του 1964, Γρηγόρης Μπιθικώτσης, από το Αξιον Εστί), Του μικρού βοριά και Μαρίνα (και τα δύο από το 1966, Μικρές Κυκλάδες, με την Ντόρα Γιαννακοπούλου).

Ποίηση Οδυσσέα Ελύτη χρησιμοποίησαν και οι Δημήτρης Λάγιος (Ομορφη και παράξενη πατρίδα, 1982, Γιώργος Νταλάρας) και Γιάννης Μαρκόπουλος (Κάτω στης Μαργαρίτας τ'αλωνάκι, 1969, Μαρία Δημητριάδη).

Νίκο Καββαδία έχουν μελοποιήσει με επιτυχία ο Θάνος Μικρούτσικος -Ενα μαχαίρι, (Βασίλης Παπακωνσταντίνου), Ενας νέγρος θερμαστής από το Τζιμπουτί (Γιάννης Κούτρας), και τα δύο από τον Σταυρό Του Νότου (1979)-, ο Γιάννης Σπανός με την Γ'Ανθολογία, στην οποία υπάρχει και το Ιδανικός κι ανάξιος εραστής (1975, Κώστας Καράλης) και η Μαρίζα Κωχ, με το Φάτα Μοργκάνα (1977).

Ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου έχει μελοποιήσει με επιτυχία ο Μίκης Θεοδωράκης: από τη Ρωμιοσύνη (1966, Γρηγόρης Μπιθικώτσης). Στο βιβλίο με τα τραγούδια των Ελλήνων υπάρχουν τα: Οταν σφίγγουν το χέρι, Αυτά τα δένδρα, Θα σημάνουν οι καμπάνες, από τον Επιτάφιο (1960, Γρηγόρης Μπιθικώτσης) τα Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, Πού πέταξε τ' αγόρι μου, Στο παραθύρι στέκοσουν, Ησουν καλός κι ήσουν γλυκός. Από τα 18 Λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας (1974, Γιώργος Νταλάρας), τα Εδώ το φως, Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις και Το κυκλάμινο.

Το Χριστινάκι, με την Καίτη Χωματά σε μουσική του Γιάννη Σπανού, από την Α'Ανθολογία (1967), είναι ποίημα του Βασίλη Ρώτα.

Ο Γιώργος Σεφέρης είναι ακόμα ένας βραβευμένος ποιητής μας, με αρκετά από τα ποιήματά του να γίνονται πετυχημένα τραγούδια. Το Κι αν ο αγέρας φυσά υπάρχει μαζί με το Πες της το μ' ενα γιουκαλίλι στην Τετραλογία του Δήμου Μούτση (1975), τραγουδισμένο από τον Μανώλη Μητσιά. Στο ίδιο άλμπουμ ο συνθέτης μελοποιεί επίσης Καβάφη, Καρυωτάκη και Ρίτσο. Το τραγούδι Στο περιγιάλι το κρυφό ως ποίημα είχε τον τίτλο Η Αρνηση. Ο Μίκης Θεοδωράκης το χρησιμοποίησε το 1961 στον κύκλο τραγουδιών που κυκλοφόρησε με τον τίτλο Επιφάνια, τραγουδισμένο από τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, όπως και τα Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές και Κράτησα τη ζωή μου από τον ίδιο κύκλο.

Το ποίημα του Γ. Σεφέρη Λίγο ακόμα μελοποίησε για πρώτη φορά ο Γιάννης Μαρκόπουλος το 1965 και το παρουσίασε σε διάφορες συναυλίες του. Τελικά, το ηχογράφησε μαζί με άλλα ποιήματα του Σεφέρη αρκετά χρόνια αργότερα, το 1973, στον κύκλο τραγουδιών που ονόμασε Τα Τραγούδια του νέου πατέρα. Το Λίγο ακόμα τραγούδησε η Μέμη Σπυράτου.

Αρκετοί ακόμα ποιητές-συγγραφείς έχουν γράψει στίχους για σημαντικά τραγούδια που ξεχώρισαν τα τελευταία 50 χρόνια, ανάμεσά τους οι Δημήτρης Χριστοδούλου, Φώντας Λάδης, Γιώργος Χρονάς, Θοδωρής Γκόνης, Ιάκωβος Καμπανέλλης, Γιώργος Θέμελης, Μιχάλης Μπουρμπούλης, Μιχάλης Γκανάς, Μανόλης Αναγνωστάκης, Νότης Περγιάλης, Κώστας Γεωργουσόπουλος, Κώστας Τριπολίτης κ.ά.

Το 1977 ο Γιάννης Μαρκόπουλος μελοποίησε Διονύσιο Σολωμό στο άλμπουμ του Ελεύθεροι Πολιορκημένοι.

Το 2003 κυκλοφόρησε ένας δίσκος με 19 μελοποιημένα ποιήματα του Κωστή Παλαμά γραμμένα από διάφορους γνωστούς συνθέτες, όπως οι Σταμάτης Κραουνάκης, Νίκος Ξυδάκης, Νίκος Ζούδιαρης, Φοίβος Δεληβοριάς, Κώστας Λειβαδάς, Γιώργος Ανδρέου, Λουδοβίκος των Ανωγείων, Ορφέας Περίδης, με τον γενικό τίτλο Δεν ξέρω παρά να τραγουδώ.

Η πιο πρόσφατη μελοποίηση ποιημάτων ήταν αυτή του Βασίλη Δημητρίου, που έγραψε τη μουσική για την τηλεοπτική σειρά Κ. Γ. Καρυωτάκης, στην οποία ο συνθέτης, εκτός από δύο ποιήματα του Καρυωτάκη που ερμηνεύουν οι Μανώλης Μητσιάς και Χρήστος Θηβαίος, μελοποιεί κι ένα ποίημα της Μαρίας Πολυδούρη.

Τελειώνοντας αυτήν την αναφορά σε έλληνες ποιητές των οποίων ποιήματα έχουν μελοποιηθεί από έλληνες συνθέτες και κυρίως έχουν συμπεριληφθεί στο βιβλίο Τα τραγούδια των Ελλήνων, θα πρέπει να σημειώσω ότι η πρώτη σκέψη μου ήταν να συμπεριληφθούν και ποιήματα ξένων που μελοποιήθηκαν από καλλιτέχνες του ροκ, αλλά αυτό θα αποτελέσει το αντικείμενο μιας μελλοντικής αναζήτησης.

Κι αφού ξαναζωντάνεψε τη θύμηση αυτών των υπέροχων χρόνων, με ρώτησε γιατί δεν γράφω ένα μικρό χρονικό για τον Σεμπάστιαν. «Τον γνωρίσατε όπως κανείς άλλος κι είμαι βέβαιος ότι η καρδιά σας δεν έχει ξεχάσει πολλά. Γράψτε, λοιπόν, τα λόγια του, τις χειρονομίες, τη ζωή, τη μουσική του. Οι άνθρωποι μπορεί να παραμελούν σήμερα τη μνήμη του, όμως τα πράγματα δεν θα είναι για πάντα έτσι. Το όνομά του δεν θα μείνει για πολύ στη λησμονιά και μια μέρα ολόκληρος ο κόσμος θα σας ευγνωμονεί για όσα θα έχετε προσφέρει με το έργο σας».


Από τον Κώστα Ζουγρή

Αννα Μαγκνταλένα Μπαχ

«Το μικρό χρονικό της Αννας Μαγκνταλένα Μπαχ» © Εκδόσεις Νεφέλη

«βρετανική φολκ»


Δημιούργημα των Richard Thompson και Sandy Denny, οι Fairport Convention ήταν αυτοί που έφεραν στο προσκήνιο τις κελτικές μουσικές παραδόσεις.

Το συγκρότημα αρχικά βασίστηκε στα αιθέρια φωνητικά της Sandy Denny και στο μουσικό ταλέντο του Thompson, ο οποίος, εκτός από τη δεξιοτεχνία που είχε στην κιθάρα, έγραφε και καταπληκτική μουσική.

Ο μπασίστας Ashley Hutchings με τον κιθαρίστα Simon Nicol συναντήθηκαν για πρώτη φορά στο βόρειο Λονδίνο το 1966, όταν και οι δύο συμμετείχαν σε μία κρατική ορχήστρα. Αρχισαν να κάνουν πρόβες στον πάνω όροφο ενός εργαστηρίου που είχε ο πατέρας τού Nicol και ονομαζόταν Fairport. Από εκεί προέκυψε και το όνομά τους.

Το 1967 στο συγκρότημα τραγουδίστρια ήταν η Judy Dyble και αυτή την περίοδο ο ήχος τους ήταν πιο κοντά στην αμερικανική φολκ. Η αντικατάστασή της όμως από την Denny, έναν χρόνο αργότερα, οδήγησε οριστικά το συγκρότημα στις ρίζες της βρετανικής μουσικής παράδοσης και διαμόρφωσε τον ήχο τους, που θα ξεχώριζε στη συνέχεια από κάθε άλλο βρετανικό συγκρότημα και θα έβαζε τις βάσεις για την εμφάνιση μουσικών και συγκροτημάτων όπως οι Nick Drake, Jethro Tull, Steeleye Span, King Crimson, Dire Straits,αλλά και οι Led Zeppelin που έχουν επηρεασθεί αρκετά από αυτούς, γι' αυτό άλλωστε συνεργάστηκαν αργότερα και με τη Sandy Denny στο άλμπουμ τους Houses Of The Holly.

Fairport Convention

Στα τέλη της δεκαετίας του '60, μαζί με τους Soft Machine και Pink Floyd, οι Fairport Convention ήταν αυτοί που συντηρούσαν το προοδευτικό μουσικό κίνημα της εποχής.

Στην αρχική σύνθεση του συγκροτήματος, εκτός από την Dyble και τον Thompson, συμμετείχαν και οι Iain Matthews, που αποχώρησε μετά το δεύτερο άλμπουμ λόγω καλλιτεχνικής διαφωνίας με τα υπόλοιπα μέλη και έφτιαξε το δικό του συγκρότημα Matthews Southern Comfort, Ashley «Tyger» Hutchings, που θα θεωρηθεί αργότερα ο John Mayall της μουσικής φολκ, Simon Nicol, το μακροβιότερο μέλος τους, αφού είναι ο μοναδικός που παραμένει ακόμα στο συγκρότημα, και Martin Lamble, που σκοτώθηκε μετά την ηχογράφηση του δεύτερου άλμπουμ τους, όταν ανετράπη το φορτηγάκι που τους μετέφερε σε κάποια συναυλία τους.

Sandy Denny

Στο πρώτο τους άλμπουμ, που κυκλοφόρησε με τίτλο το όνομά τους, κέρδισαν αμέσως την εκτίμηση των προοδευτικών κύκλων που παρακολουθούσαν τη μουσική κίνηση στα κλαμπ του Λονδίνου. Ο ήχος τους σ' αυτό τον δίσκο ήταν ένας συνδυασμός του ήχου αμερικανικών συγκροτημάτων, όπως οι Byrds και Jefferson Airplane, με τους οποίους πολλοί τους συνέκριναν, γιατί όπως οι Jefferson είχαν τους Grace Slick και Marty Balin στο τραγούδι, οι Fairport Convention είχαν τον Richard Thompson και τη Sandy Denny. Ηταν από τους πρώτους που διασκεύασαν τραγούδια της Joni Mitchell στα δύο πρώτα τους άλμπουμ, σε μια εποχή που αυτή δεν ήταν ιδιαίτερα γνωστή. Παράλληλα είχαν την τάση να ερμηνεύουν και τραγούδια του Bob Dylan, με επακόλουθο να υπάρχει τουλάχιστον από ένα τραγούδι του στους τρεις πρώτους δίσκους τους. Πριν από αυτούς μόνο περιστασιακά είχαν χρησιμοποιηθεί ηλεκτρικά όργανα από συγκροτήματα, όπως οι Strawbs και Pentagle, για τη δημιουργία δίσκων της σύγχρονης βρετανικής φολκ μουσικής.

Η Sandy Denny, που θα έλθει στο συγκρότημα από το δεύτερο άλμπουμ τους What We Did On Our Holiday, θα εμπλουτίσει τον ήχο τους με τις εμπειρίες που είχε από τη βρετανική μουσική παράδοση και το προηγούμενο συγκρότημά της, τους Strawbs. Η συνθετική συμμετοχή της σ' αυτό το άλμπουμ περιλαμβάνει τα Fotheringay και τη διασκευή της στο She Moves Through The Fair. Ο Matthews έγραψε τα Book Song και Ι'll Keep It With Mine και ο Richard Thompson το καταπληκτικό Meet On The Ledge.

Το τρίτο τους άλμπουμ Unhalfbicking κυκλοφόρησε κι αυτό το 1969 και περιείχε δύο τραγούδια του Dylan, το Si Tu Dois Partir (If You Gotta Go, Go Now), διασκευασμένο στα γαλλικά, μια και τα μέλη του συγκροτήματος ήταν γλωσσομαθείς, και το Percy's Song. Η Sandy συμμετέχει με τα Autopsy και Who Knows Where The Time Goes, που θα διασκευάσει αργότερα η Judy Collins. Ο ήχος αυτού του δίσκου ήταν η διασταύρωση της παραδοσιακής μουσικής με το ροκ. Η αινιγματική εικόνα στο εξώφυλλο του άλμπουμ ανήκει στους γονείς της Sandy Denny, που ποζάρουν έξω από τον κήπο του σπιτιού τους. Οσο για τον παράξενο τίτλο του άλμπουμ, αυτός οφείλεται σ' ένα παιχνίδι λέξεων που έπαιζε το συγκρότημα όταν πήγαιναν σε περιοδεία.

Το επόμενο άλμπουμ τους Liege And Lief πρωτοπαρουσιάστηκε στη ραδιοφωνική εκπομπή του John Peel στο BBC και άνοιξε τον δρόμο σε συγκροτήματα όπως οι Steeleye Span, που δημιούργησε το μέλος τους Ashley Hutchings. Καλύτερη στιγμή του άλμπουμ, η διασκευή τους στο παραδοσιακό Α Sailor's Life, που σύντομα καθιερώθηκε ως το μανιφέστο της βρετανικής φολκ σκηνής. Μετά την κυκλοφορία του, αποχωρεί και η Sandy Denny για να φτιάξει τους Fotheringay με τον Αυστραλό, πρώην μέλος των Eclection και μελλοντικό σύζυγό της Trevor Lucas. Ο David Pegg έγινε ο μπασίστας τους (στα τέλη της δεκαετίας του '70 θα προσχωρήσει στους Jethro Tull) και ο βιολιστής Dave Swarbrick, που συμμετείχε στο τρίτο τους άλμπουμ ως έκτακτος, έγινε μόνιμο μέλος τους και τραγουδιστής τους.

Richard Thompson

Ο Richard Thompson συμμετείχε στην ηχογράφηση του επόμενου άλμπουμ τους Full House, που θα είναι το πρώτο με μόνο άνδρες στη σύνθεση του συγκροτήματος, αλλά θα αποχωρήσει μετά την ηχογράφηση του Angel Delight και πριν από την κυκλοφορία του, το 1971.

Το Babbacombe Lee του 1971, που ήταν μία σύγχρονη όπερα βασισμένη στην ιστορία του John «Babbacombe» Lee, πήρε καλές κριτικές, αλλά οι πωλήσεις του ήταν μέτριες· έτσι μετά την κυκλοφορία του αποχώρησε ο Simon Nicol για να φτιάξει τους Albion Band με τον Ashley Hutchings.

Η Sandy Denny και ο Iain Matthews θα επιστρέψουν περιστασιακά, αλλά με το τέλος της δεκαετίας του '70 και τον θάνατο της Denny από ατύχημα, στις 21 Απριλίου του 1978, η μαγεία που περιέβαλλε τον ήχο τους αποτελεί πια παρελθόν. Τα εναπομείναντα μέλη θα συνεχίσουν να κυκλοφορούν περιστασιακά δίσκους, αλλά πιο σημαντικές θα είναι οι κυκλοφορίες συλλογών με τις παλαιότερες επιτυχίες τους και οι επανεκδόσεις των δίσκων τους στα επόμενα χρόνια με επιπλέον ανέκδοτο υλικό.

Η πορεία του συγκροτήματος στο πέρασμα του χρόνου έχει δημιουργήσει μια ολόκληρη στρατιά από φίλους τους και κάθε καλοκαίρι πραγματοποιείται στην Αγγλία ένα μεγάλο φεστιβάλ, στο οποίο συμμετέχουν ονόματα που λίγο-πολύ έχουν επηρεαστεί από τη μουσική τους.


Από τον Γιάννη Πετρίδη

επιμέλεια και εικονογράφηση άρθρου Ανδρέας Δηλές



«έφεση στο "sex, drugs and rock 'n roll" ή αφοσίωση στη φύση».

Υστερα από την παρατήρηση της Στέλλας Μακάρτνεϊ στη σερβιτόρα, η δημοσιογράφος του «Γκάρντιαν» προτίμησε να... κρύψει τη δερμάτινη τσάντα της. Η βραχύσωμη, κοκκινομάλλα σχεδιάστρια μόδας με το διάσημο επίθετο είναι «vegetarian» και ακτιβίστρια υπέρ της υγιεινής ζωής, ικανή να κατακεραυνώσει όσους συναδέλφους της επιμένουν να χρησιμοποιούν δέρμα ή γούνα στις δημιουργίες τους.

Συνεπώς, «η ανατροφή στην αυλή της ροκ αριστοκρατίας του '70, δεν της κληροδότησε έφεση στο "sex, drugs and rock 'n roll", αλλά αφοσίωση στη φύση». Βέβαια, ως σχεδιάστρια μόδας έχει περάσει την τελευταία 15ετία παίρνοντας αποστάσεις από τη «σύσταση» «η κόρη του Πολ Μακάρτνεϊ». Δεν είναι όμως και αχάριστη: «Το κλειδί για ό,τι είμαι, βρίσκεται στην ανατροφή που μου έδωσαν οι γονείς μου», αναγνωρίζει.

Γεννημένη το 1971, λίγο μετά τη διάλυση των Beatles, μεγάλωσε με τα αδέλφια της (τη Χίδερ, κόρη της Λίντα από τον πρώτο της γάμο, και τα δίδυμα Μαίρη και Τζέιμς), σε μια φάρμα στο Σάσεξ, όπου έτρεφαν άλογα και καλλιεργούσαν λαχανικά. Και τα τέσσερα παιδιά πήγαν στο κοντινό δημόσιο σχολείο. «Μεγαλώσαμε με την ιδέα ότι όλοι έχουμε ίσα δικαιώματα σ' αυτόν τον πλανήτη», λέει. Η υγιεινή ζωή δεν ανέτρεψε τη μοίρα της μάνας της, που πέθανε από καρκίνο του μαστού. Το δράμα δεν έκαμψε φυσικά τις πεποιθήσεις της οικογένειας, που ηγήθηκε εκστρατείας για τον περιορισμό της κατανάλωσης ψητού κρέατος -επιμένοντας ότι θα μείωνε στο ήμισυ τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα.

Η Στέλλα σπούδασε σχέδιο μόδας στο Central St Martin, αποφοίτησε το 1995 με τις οικογενειακές φίλες Ναόμι Κάμπελ και Κέιτ Μος να κάνουν πασαρέλα στην πτυχιακή της εργασία και το 1997 προσελήφθη ως επικεφαλής σχεδιάστρια στον οίκο «Chloe», κλείνοντας τα επόμενα χρόνια τα στόματα όσων νόμιζαν ότι προήχθη λόγω ονόματος. Το 2001 υπέγραψε με τον οίκο Gucci συμφωνία για τη δημιουργία της ξεχωριστής ετικέτας «Στέλλα Μακάρτνεϊ». Το πρώτο σόου αποδείχτηκε καταστροφικό: τα σικ γυναικεία κοστούμια, σήμα κατατεθέν της στην «Chloe», είχαν αντικατασταθεί από ακαλαίσθητα τ-σερτ με ανόητα μηνύματα. «Χάος! Ακόμα ψαχνόμουν...», εξηγεί η Μακάρτνεϊ.

Πέρασαν 6 χρόνια μέχρι μια κολεξιόν της να αποδειχτεί κερδοφόρα. Την καθιέρωσαν οι καλλιτεχνικές της δημιουργίες που μπορούσαν όμως να φορεθούν (δεν είναι πάντα αυτονόητο) και η απελευθερωμένη διάθεση να δείξει ποια ρούχα αρέσουν στις σημερινές γυναίκες. Μετά, φλέρταρε με σχέδια προσιτότερα στους πολλούς: παράδειγμα η επιτυχημένη κολεξιόν της για την αλυσίδα Η&Μ. Τον Νοέμβριο θα κυκλοφορήσει και η παιδική της σειρά για τα Gap.

Σήμερα, ζει με τον άνδρα της, Αλασντερ Γουίλις (πρώην εκδότη του «Wallpaper» και ιδρυτή της εταιρείας βρετανικού ντιζάιν Established&Sons) και τα τρία τους παιδιά, μεταξύ του δυτικού Λονδίνου και εξοχικής κατοικίας στο Γκλουσεστερσάιρ. Σχεδιάζει συνεχώς. Και προειδοποιεί: «Δεν είμαι τέλεια».


 ΝΑΤΑΛΙ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ



Θρύλοι από άμμο.



Είναι όλοι τους εκεί. 

Και τόσο ζωντανοί που νομίζεις ότι όπου να ΄ναι ο Τζον Λένον θα πιάσει το μικρόφωνο. 

Ιmagine λοιπόν ένα φεστιβάλ γλυπτικής με άμμο στο Λούμπεκ-Τραβεμούντε της Βόρειας Γερμανίας με τίτλο «Ταξίδι στον χρόνο»· διάσημες προσωπικότητες και σημαντικά έργα του παρελθόντος, όλα πλασμένα από άμμο· μεταξύ άλλων και οι θρυλικοί Βeatles... 

Εξάλλου είναι πολύ πιο εύκολο από το να φανταστείτε όλους τους λαούς να ζουν τη ζωή εν ειρήνη- εκτός αν είστε κι εσείς ονειροπόλοι! 

Ένας «Τζάκσον» 3.000 ετών


Θυμάστε το τραγούδι «Remember the Τime»; Μεγάλο σουξέ του Μichael Jackson εν έτει 1993. Θυμάστε και το βιντεοκλίπ; Το στόρι διαδραματιζόταν στην αρχαία Αίγυπτο. Βέβαια η τραγική ειρωνεία ήταν σύλληψη των μεγάλων τραγικών ποιητών, αλλά ως concept ταιριάζει γάντι στην περίπτωση μιας και η προτομή της φωτογραφίας δεν ήταν μέρος των σκηνικών του συγκεκριμένου βιντεοκλίπ αλλά αληθινή, ηλικίας περίπου 3.000 ετών. 

Εκτίθεται σήμερα έπειτα από 100 χρόνια στο Μουσείο Field του Σικάγου και ναι, είναι ολόιδια ο βασιλιάς της ποπ. 

Και επειδή η τραγική ειρωνεία δεν σταματά στην εμφανή ομοιότητα των χαρακτηριστικών και το αιγυπτιακό σκηνικό, παρατηρήσατε ότι η μύτη της έχει αρχίσει να εξαφανίζεται;... 



Αλάνθαστος πιανίστας



Τα δάχτυλα του «πιανίστα» Ρον Φούλερ ακουμπούν τα πλήκτρα του πιάνου και παίζουν διάφορες μελωδίες. 

Πρόκειται για ένα έργο του γνωστού Βρετανού καλλιτέχνη και σχεδιαστή παιχνιδιών που παρουσιάζεται σε μία εντυπωσιακή έκθεση με τίτλο «Η Μυστική Ζωή των Μηχανών», στο Ντόρτμουντ, στη Γερμανία. Πρόκειται για διάσημα μηχανικά γλυπτά τα οποία προέρχονται από το Μουσείο του Λονδίνου «Καμπαρέ Μεκάνικαλ Θίατερ» και εκτίθενται για πρώτη φορά στην περιοχή. Η έκθεση, η οποία θα παραμείνει ανοικτή για το κοινό μέχρι και τις 30 Δεκεμβρίου, περιλαμβάνει επίσης μηχανές που φέρουν την υπογραφή καλλιτεχνών, όπως των Πολ Σπούνερ, Κιθ Νιούστεντ και Λούσι Κασόν.





Μια εμβληματική φυσιογνωμία της μουσικής της Νοτίου Αμερικής, η Αργεντινή Μερσέντες Σόσα, «έφυγε» από τη ζωή σε ηλικία 74 ετών.

Τα τελευταία χρόνια αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, ωστόσο, δεν έχανε ποτέ το χιούμορ και την αγάπη της για τη ζωή: «Είμαι τυχερή. Αλλά μου κόστισε πολύ να είμαι» έλεγε.

Ο θάνατος της Μερσέντες Σόσα ανακοινώθηκε τα ξημερώματα της Κυριακής (ώρα Ελλάδος) από εκπρόσωπο νοσοκομείου του Μπουένος Αϊρες.

Εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο έχουν ψιθυρίσει τα τραγούδια της. Ιδιαίτερα στην Ισπανία, όπου έζησε εξόριστη στα χρόνια της τελευταίας (και πιο σκληρής) δικτατορίας του 1976.

Η Σόσα κατάφερε να κάνει γνωστούς σε όλη τη Γη τους μοναδικούς ήχους της παραδοσιακής μουσικής της Αργεντινής, αλλά και όλης της Νοτίου Αμερικής: τσακαρέρας και σάμπας, όπως και οι ήχοι του tango και της milonga.

Μεγάλη η προσφορά της και στο πολιτικό τραγούδι, το οποίο υπηρέτησε με συνέπεια τα χρόνια της δικτατορίας.

H ίδια στήριζε με θέρμη τους νεότερους καλλιτέχνες της πατρίδας της, ενώ ήταν πάντα πρόθυμη να τους «δανείζει» τα δικά της τραγούδια (ηχογράφησε συνολικά 40 άλμπουμ), ώστε το αργεντίνικο φολκόρ να φτάσει και στις νεότερες γενιές μέσα από πιο σύγχρονα ακούσματα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι στο τελευταίο της διπλό άλμπυν με τίτλο Cantora, η Σόσα είδε να συνεργάζονται μαζί της ονόματα όπως η Σακίρα, ο Φίτο Πάες, ο διάσημος στην Αργεντινή Τσάρλι Γκαρσία, ο Χόρχε Ντρέξλερ, ο Ισπανός Χοακίν Σαβίνα και πολλοί ακόμα.

Το άλμπουμ είναι υποψήφιο για τα Latin Grammys 2009.

Το καλύτερο τζαζ άλμπουμ όλων των εποχών, το πιο καλοπουλημένο και σημαδιακό για το μουσικό είδος, γίνεται φέτος πενήντα χρόνων.

«Τη μουσική του "Kind Of Blue" δεν την έγραψα σε παρτιτούρες. Εφερνα μόνο κάτι προσχέδια, γιατί ήθελα οι μουσικοί να βγάλουν όλο τον αυθορμητισμό στο παίξιμό τους, όπως είχα δει να γίνεται στα αφρικανικά μπαλέτα ανάμεσα στους χορευτές, τους τυμπανιστές και τον τύπο που έπαιζε καλίμπα», είχε πει χαρακτηριστικά ο Μάιλς Ντέιβις, για το άλμπουμ που επηρεάστηκε από το «Κονσέρτο για Μονόχειρα και Ορχήστρα» του Ραβέλ και από το «Κονσέρτο Νο 4» του Ραχμάνινοφ.

Περίεργη καταγωγή και μέθοδος για ένα άλμπουμ του 1959, που βρέθηκε ψηλά στη λίστα με τα καλύτερα άλμπουμ όλων των εποχών -ανεξαρτήτως μουσικής προέλευσης- κι έγινε τρεις φορές πλατινένιο και ο δίσκος τζαζ με τις μεγαλύτερες πωλήσεις σε παγκόσμια κλίμακα. Και συνεχίζει να πουλάει ακόμα 5.000 αντίτυπα την εβδομάδα!

«Εγραψα αυτά τα μπλουζ προσπαθώντας να ζήσω αυτό που είχα νιώσει όταν ήμουν έξι χρόνων, τότε που περπατούσα με τον ξάδερφό μου σ' ένα σκοτεινό δρόμο του Αρκάνσας...», είχε γράψει ο Ντέιβις στην αυτοβιογραφία του για το άλμπουμ. «...Ελα όμως που γράφεις κάτι και οι άλλοι το παίρνουν σαν ερέθισμα για να παίξουν αυτά που θέλουν εκείνοι κι έτσι τελικά αποπροσανατολίζεσαι από τον τελικό σου στόχο. Αλλα είχα στο μυαλό μου και άλλα βγήκαν στην πορεία».

Οι «άλλοι», βέβαια, ήταν μερικοί από τους μεγαλύτερους βιρτουόζους της τζαζ, που τον προσηλύτισαν στη λατρεία του αυτοσχεδιασμού. Διατήρησαν, όμως, την απλότητα και το συναισθηματικό βάθος του ήχου, τον απαλό ρυθμό της τζαζ και τη μελαγχολία του μπλουζ σε ένα μίγμα ακόμα μοναδικό, που χωρίς να γίνει ποτέ κλισέ επηρέασε τα πάντα, από τη μουσική μέχρι τον κινηματογράφο, ορίζοντας το «κουλ».

Είχε πει, άλλωστε, και ο Ντίλαν: «Για μένα ο Μάιλς Ντέιβις ήταν η επιτομή του κουλ τύπου. Λάτρευα να τον βλέπω στα μικρά κλαμπ να παίζει τα σόλο του, να γυρνάει την πλάτη στο κοινό, να αφήνει κάτω την κόρνα του και να φεύγει από τη σκηνή, αφήνοντας την υπόλοιπη μπάντα να παίζει και μετά να επιστρέφει για να παίξει λίγες νότες στο τέλος».

* Εισιτήρια

* Θεσσαλονίκη: Metropolis, εκδοτήριο Αριστοτέλους. Τιμές: Α' ζώνη 40 ευρώ , Β' ζώνη 30 ευρώ .

* Αθήνα: Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, εκδοτήριο Ομήρου 8 Σύνταγμα, τηλεφωνικά στο 210-7282333 και στο www.megaron.gr. Τιμές: Α' ζώνη 65 ευρώ , Β' 50 ευρώ , Γ' 35 ευρώ , Διακεκριμένη 80 ευρώ , φοιτητικό 15 ευρώ .

* Κυκλοφόρησε: 17 Αυγούστου 1959.

* Ηχογραφήθηκε: από 2 Μαρτίου ώς 22 Απριλίου 1959 στα 30th Street Studio της Κολούμπια στη Νέα Υόρκη.

* Με πέντε κομμάτια, έχει διάρκεια 45 λεπτά και 44 δεύτερα.

* Αντίτυπό του υπάρχει στη δισκοθήκη του Κογκρέσου.

* Η Ενωση Δισκογραφικών Εταιρειών της Αμερικής δίνει για την αρχική του μορφή 4 εκατομμύρια πωλήσεις μόνο στην Αμερική.

* Σύμφωνα με το billboard, είναι νούμερο 10 σε πωλήσεις στην κατηγορία τζαζ και το 2001 ήταν νούμερο 14 στις πωλήσεις μέσω Ιντερνετ ανεξαρτήτως είδους.

* Ψηφοφορία του «Ρόλινγκ Στόουν» το έφερε στη 12 θέση, ανάμεσα στα 500 καλύτερα άλμπουμ όλων των εποχών. για να γιορτάσει τον μισό αιώνα του, ο ύμνος του κουλ που ξέρουμε ως «Kind of Blue» βγαίνει ξανά στον δρόμο. Και περνά και από την Ελλάδα.

Το αφιέρωμα στον Μάιλς Ντέιβις και το «Kind of Blue», που θα παρουσιαστεί στις 23 Οκτωβρίου στο Βελλίδειο Πολιτιστικό Κέντρο στη Θεσσαλονίκη και στις 24 Οκτωβρίου στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, αποτελεί όχι μόνον έναν επιβεβλημένο φόρο τιμής, αλλά και μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να απολαύσουμε ένα κλασικό όσο και συναρπαστικό έργο.

Ο θρυλικός ντράμερ Τζίμι Κομπ, ο μόνος εν ζωή από τους εφτά μουσικούς της αρχικής ηχογράφησης, θα διευθύνει την καινούργια μπάντα, So What Band, με τους εξαίρετους σολίστ: Γουάλας Ρόνεϊ στην τρομπέτα, Τζάβον Τζάκσον στο τενόρο σαξόφωνο, Βίνσεντ Χέρινγκ στο άλτο σαξόφωνο, Λάρι Γουίλις στο πιάνο και Μπάστερ Γουίλιαμς στο μπάσο. Εχουν όλοι παίξει ξανά με κάποιο από τα μέλη της αρχικής μπάντας του «Kind of Blue» κομμάτια, όπως το «So What» και το «Freddie Freeloader», αλλά και πολλά βασικά κομμάτια του Μάιλς Ντέιβις, του Τζον Κολτρέιν και του Τζούλιαν Αντερλεϊ. Οι τρεις αυτοί, μαζί με τους Μπιλ Εβανς και Γουίντον Κέλι στο πιάνο, τον Πολ Τσέιμπερς στο μπάσο και τον Τζίμι Κομπ στα ντραμς, ηχογράφησαν πριν από πέντε δεκαετίες το ιστορικό άλμπουμ.

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΒΑΓΓΕΛΑΤΟΣ

Η κληρονομιά του Mπομπ Mάρλεϊ


Τον περασμένο μήνα, μέσα στο τεράστιο καινούργιο τουριστικό συγκρότημα στην ακτή του Μοντέγκο Μπέι, ο Τάρους Ράιλι κατάφερε το σχεδόν ανέφικτο: Αυτός και η επταμελής μπάντα του, συνοδευόμενοι από τον Τζαμαϊκανό βιρτουόζο του σαξόφωνου Ντιν Φρέιζερ, μεταμόρφωσαν μια αντισηπτική, κλιματιζόμενη αίθουσα χορού πολυτελούς ξενοδοχείου της Τζαμάικας σε ξέφρενο, κάθιδρο ρέγκε πάρτι. Ο Ράιλι, ένας 30χρονος ρασταφάρι τραγουδιστής και συνθέτης, γιόρταζε την έκδοση του τρίτου του άλμπουμ, του «Contagious» (VP Records), μιας ζωηρόχρωμης ανθολογίας τραγουδιών που αποκαλύπτουν την ποικιλία και τον πλούτο ενός είδους το οποίο συχνά έχει κατηγορηθεί ως μονότονο.

«Είναι μεταδοτικό [contagious], πιο πολύ κι απ' τη γρίπη των χοίρων», είπε χαμογελώντας ο γενειοφόρος και διοπτροφόρος Ράιλι. «Ελάτε να σας μεταδώσουμε λίγο απ' αυτό τον ιό».

Ο Πίτερ Τος είχε τραγουδήσει το «Reggae Mylitis» το 1981, εγκαινιάζοντας μια πανδημία της αυτόχθονης τζαμαϊκανής μουσικής που απλώθηκε σε όλο τον κόσμο. Ωστόσο, στα 28 χρόνια που πέρασαν από τον θάνατο του μουσικού συντρόφου του Τος, του Μπομπ Μάρλεϊ, η ρέγκε αναζητούσε έναν νέο σημαιοφόρο. Ο Ράιλι δεν είναι, βέβαια, ο πρώτος που πέταξε τον σκούφο του στο ρινγκ, αλλά το όνομά του αναφέρεται πλέον δίπλα σε ονόματα επιφανών τραγουδιστών της ρέγκε, όπως ο Ντένις Μπράουν, ο Γκέγκορι Αϊζακς και ο Μπέρες Χάμοντ.

Διατήρηση της κουλτούρας

Οπως αυτοί οι τραγουδιστές, ο Ράιλι διαθέτει εκφραστική, αναγνωρίσιμη φωνή, καθώς κι ένα ταλέντο για στίχους και μουσική που «πιάνουν» τα σκαμπανεβάσματα της ζωής και του έρωτα με τρόπο που δεν είναι οικείος μόνο στο κοινό της πατρίδας του αλλά σε όλους. Διαθέτει επίσης μια ιδιαίτερα εύθυμη προσωπικότητα, εκτοξεύοντας συνεχώς αστεία στα ιδιωματικά αγγλικά της Τζαμάικας, ενώ είναι ταυτόχρονα εξαιρετικά σοβαρός απέναντι στη δουλειά του. Η αποστολή του, όπως μου είπε σε μια πρόσφατη τηλεφωνική συνέντευξη, είναι να «διατηρήσω την κουλτούρα μας», εννοώντας τη μουσική ρέγκε και μαζί τις φιλοσοφικές ιδέες για ενδυνάμωση των μαύρων που έχει αναπτύξει ο Μάρκους Γκάρβεϊ.

Η μουσική ρέγκε έχει περάσει μια μακρόχρονη φάση εσωστρέφειας που την αποξένωσε από το διεθνές κοινό της. Σ' αυτό συντέλεσε η διαμάχη ανάμεσα στον Vybz Cartel και τον Mavado, που δίχασε τους νεαρούς θαυμαστές των δύο καλλιτεχνών, καθώς και η σύνδεση ορισμένων μουσικών με την ενδημική νεανική εγκληματικότητα στην Τζαμάικα. Αρνητική επιρροή όμως είχε και η τάση του dirty-dancing, του χορευτικού ήχου που κυριάρχησε στην τζαμαϊκανή μουσική για δύο δεκαετίες, χωρίς να βρει απήχηση στον υπόλοιπο κόσμο. Χωρίς να περιφρονεί τη χορευτική συνιστώσα, ο Τάρους Ράιλι ηγείται σε μια αναγέννηση της παράδοσης της ρέγκε, ενισχυμένος από ένα σπάνιο μείγμα ευφυΐας, ωριμότητας και εμπειρίας του δρόμου. Στην Τζαμάικα η μουσική του βρίσκεται πάντα στις λίστες επιτυχιών της ρέγκε, και τώρα φαίνεται έτοιμη να κάνει το άλμα στον κόσμο.

«Είναι πολύ σημαντικό να βρει συνεχιστές η κληρονομιά της μουσικής που δημιούργησε ο Μπομπ Μάρλεϊ», λέει ο Μπόμπι Κλαρκ, διευθυντής στον Irie Jam Media, ρέγκε ραδιοφωνικό σταθμό της Νέας Υόρκης και εταιρεία διοργάνωσης συναυλιών. «Η δουλειά του Τάρους είναι να φέρει πάλι στο προσκήνιο τη ρέγκε. Πιστεύω ότι μπορεί να το κάνει και θα το κάνει, γιατί έχει σπουδαίους ανθρώπους πίσω του και γιατί η μουσική του είναι τέλεια».

Τη νύχτα μετά το πάρτι για την κυκλοφορία του δίσκου του ο Ράιλι έκανε μια θριαμβευτική εμφάνιση σε μια πολύ μεγαλύτερη σκηνή, στο Reggae Sumfest, το ετήσιο τριήμερο φεστιβάλ. Το φετινό πρόγραμμα περιλάμβανε τον Ne-Yo, τον Αμερικανό σταρ του R&B που το τελευταίο επιτυχημένο του σινγκλ «Miss Independent» έγινε backing track για τη μεγάλη χορευτική επιτυχία των Καρτέλ και Σπάις «Rampin' Shop», καθώς και ένα ντουέτο με τον μικρότερο γιο του Μάρλεϊ, τον Ντάμιαν (Jr. Gong), και τον Nas, τον Αμερικανό σταρ της ραπ, οι οποίοι συνεργάζονται αυτό τον καιρό στην ηχογράφηση ενός άλμπουμ με τίτλο «Distant Relatives» («Μακρινοί συγγενείς»).

Για όλους

Οπως υποστηρίζει ο βετεράνος παραγωγός της ρέγκε Τζόνι Γουόντερ, η αναγέννηση του είδους πρέπει να έρθει από την ίδια την Τζαμάικα, «από τους δρόμους, τα νεανικά κλαμπ, τους πειρατικούς σταθμούς».

Από τη μεριά του ο Τάρους Ράιλι φαίνεται να μην πτοείται από τα οποιαδήποτε εμπόδια. «Είμαι άνθρωπος που δέχεται τις προκλήσεις», λέει. «Είμαστε εδώ για να κάνουμε μουσική για διαφορετικά είδη ανθρώπων. Δεν με νοιάζει αν είσαι ράστα ή χριστιανός, άσπρος, μαύρος ή ασιάτης. Γιατί ο ήλιος λάμπει για όλους και η βροχή πέφτει πάνω σ' όλους, και οι άνθρωποι είναι άνθρωποι».

Εκδηλη αγάπη για το danceball

Γεννημένος στο Μπρονξ της Νέας Υόρκης και μεγαλωμένος ανάμεσα στη Φλώριδα και την Τζαμάικα, ο Τάρους Ράιλι είναι γιος του τραγουδιστή της ρέγκε Τζίμι Ράιλι, ο οποίος υπήρξε μέλος πρωτοπόρων φωνητικών συγκροτημάτων του '60, όπως οι Techniques και οι Uniques, ενώ σημείωσε σόλο επιτυχία με τη ρέγκε μπαλάντα «Love and Devotion», η οποία ανέβηκε στην κορυφή των βρετανικών τσαρτς το 1982.

Ο Ράιλι τζούνιορ, ωστόσο, αγαπούσε την ποπ μουσική που άκουγε από το ραδιόφωνο το ίδιο με τη ρέγκε. «Τα πάντα με επηρέασαν», λέει. «Η ροκ, η R&B - η μουσική επηρεάζει τη μουσική. Αγαπώ τη μελωδία, όποια κι αν είναι». Μεγάλωσε θαυμάζοντας αστέρια της danceball μουσικής και ξεκίνησε την καριέρα του ως ράπερ σε χορευτικά κλαμπ, ηχογραφώντας το πρώτο του σινγκλ Nowdays στα 15 του χρόνια.

Ωριμάζοντας πέρασε σε μια πιο λυρική εκδοχή, γράφοντας τραγούδια που τα αποκαλεί «μουσική για μέσα στο σπίτι σου», με στίχους που έχουν θετική διάθεση χωρίς να είναι διδακτικά. Ωστόσο, η αγάπη του για το danceball είναι έκδηλη, όσο και η άρνησή του για τις ταμπέλες. Στο καινούργιο του άλμπουμ έχει περιλάβει κομμάτια όπου τραγουδούν καλλιτέχνες διαφορετικού στυλ, από τον σταρ της χορευτικής σκηνής Demarco έως τον «καπετάν φασαρία» Vybz Carter



International Herald Tribune


Η τόλμη του Μάνου Χατζιδάκι




Αν και στο ακροατήριο ήταν τα φωτισμένα μυαλά της Αθήνας, όλοι τον άκουγαν έκπληκτοι. Ηταν 31 Ιανουαρίου του 1949 και ο Μάνος Χατζιδάκις μιλούσε για το περιφρονημένο ρεμπέτικο όχι μόνο αποκαθιστώντας το μουσικά αλλά και καταξιώνοντάς το ως μια αυθεντική καλλιτεχνική έκφραση της πιο αδικημένης πλευράς της μεταπολεμικής ελληνικής κοινωνίας.

Εξήντα χρόνια πέρασαν από τότε και αξίζει να θυμηθούμε τις λεπτομέρειες αυτής της τολμηρής ιστορικής στιγμής, να ανακαλύψουμε την πολύ ενδιαφέρουσα προϊστορία της και να αναρωτηθούμε αν υπάρχουν σήμερα τέτοιοι αιρετικοί αστοί που να μπορούν να ανακαλύψουν το κρυμμένο πετράδι. Και κυρίως, σήμερα, στην εποχή της βιομηχανοποίησης, της τυποποίησης και της light αντιμετώπισης, αν υπάρχουν κρυμμένα πετράδια.

Η αξία του ρεμπέτικου

1949. Τα πάθη πολύ πρόσφατα. Το πρότυπο «Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια» είναι επίσημο και επιτακτικό. Το ελληνικό τραγούδι επιτρέπεται να είναι μόνο η εξελληνισμένη εκδοχή της δυτικής ελαφρότητας, το παρακράτος κινείται ανεξέλεγκτα και οποιαδήποτε άλλη στάση και επιλογή θεωρείται ύποπτη.

Σε αυτό το σκοτεινό περιβάλλον ο Μάνος Χατζιδάκις τολμά να μιλήσει για την αξία του «περιφερόμενου λαϊκού σκοπού της πόλης» και να πει: «Το να θέλει κανείς ν' αγνοήσει την πραγματικότητα και μάλιστα του τόπου του, μόνον κακό του κεφαλιού του μπορεί να κάμει. Τα χρόνια μας είναι δύσκολα και το λαϊκό μας τραγούδι, που δεν φτιάχνεται από ανθρώπους της φούγκας και του κοντραπούντο ώστε να νοιάζεται για εξυγιάνσεις και για πρόχειρα φτιασιδώματα υγείας τραγουδάει την αλήθεια και μόνον την αλήθεια». Τώρα πολλοί μπορούν να πουν αυτά περίπου: «Καλά. Οσα είπες είναι σωστά και τα παραδεχόμαστε. Μα τι μας πείθει ότι το ρεμπέτικο είναι η σημερινή μας λαϊκή έκφραση καθώς και που σαν τέτοια βέβαια πρέπει να συνδέεται με την παράδοση του δημοτικού τραγουδιού και του βυζαντινού μέλους, κι όχι ένα τραγούδι μιας ορισμένης κατηγορίας ανθρώπων που εκφράζει την προσωπική της κατάσταση;».

Κι όμως αυτή η διάλεξή του που άλλαξε τα πράγματα δεν ήταν η πρώτη τολμηρή προσπάθεια καταξίωσης του ρεμπέτικου τραγουδιού από την πλευρά της διανόησης της εποχής.

Δύο ολόκληρα χρόνια πριν, το 1947, Ιανουάριος ήταν πάλι, όταν ο Φοίβος Ανωγειανάκης, από τους κορυφαίους πρωτοπόρους ερευνητές, μουσικολόγους και συλλέκτες, είχε υποστηρίξει από τις σελίδες του «Ριζοσπάστη» ότι «η παράδοση του δημοτικού τραγουδιού και κάπως λιγότερο της βυζαντινής μουσικής, όσο αν εκπλήσσει μερικούς συνεχίζεται σ' αυτά τα τραγούδια που είναι γνήσια μορφή σημερινής λαϊκής μουσικής ...;». Η δική του άποψη για τους αφορισμούς «εν ονόματι» της ηθικής πνίγηκε στον κομματικό καθωσπρεπισμό και τις θέσεις του ΚΚΕ. Για την αστική τάξη τα ρεμπέτικα ήταν ταυτισμένα με τον «λαουτζίκο» αλλά και για την Αριστερά ήταν ταυτισμένα με το χασίσι που αποπροσανατολίζει την εργατική τάξη από τα προβλήματά της.

Πυρήνας ή φλοιός;

2009. Επιστροφή στον 21ο αι. Σήμερα στην εποχή της τυποποίησης έχει κανείς την εντύπωση πως δεν υπάρχει πυρήνας αλλά μόνο φλοιός. Ομως, τα πράγματα είναι πολύ πιο θετικά για τα κρυμμένα πετράδια. Το πρότυπο του καθωσπρεπισμού δεν είναι τόσο επιτακτικό όσο τότε. Το Ιντερνετ δίνει τη δυνατότητα να φανεί ό,τι διαφορετικό κινείται έξω από τους κατεστημένους τρόπους. Τάσεις υπάρχουν αλλά δεν έχουν τον σκληρό κοινωνικό και καλλιτεχνικό πυρήνα του ρεμπέτικου. Αλλοι μιλάνε για την ελπίδα της τσιγγάνικης μουσικής, άλλοι για το ραπ και τα παιδιά της ηλεκτρόνικα. Γενικά τις φωνές των ανένταχτων ομάδων. Η πρώτη κατηγορία έχει μια δική της παράδοση με ξεχωριστούς μουσικούς στο παίξιμο (δεν αναφερόμαστε στα καψουροτράγουδα). Η άλλη είναι παγκοσμιοποιημένη, εκφράζεται πάνω σε μια μίνιμαλ επαναλαμβανόμενη φόρμα αλλά ισχυρό πολιτικό λόγο (η μόνη με κοινωνικές ανησυχίες) ενώ η ηλεκτρόνικα, έχει πιστό κοινό στο Διαδίκτυο. Η εποχή είναι ανεκτική σε διαφορετικά είδη γι' αυτό και τα τραγούδια της παραβατικής στάσης έχουν ιδιαίτερη απήχηση στη νεολαία.

Τα μεγέθη βέβαια δεν είναι ανάλογα ούτε η οπτική με το ρεμπέτικο. Ομως κάτι καινούργιο υπάρχει. Θέλει ίσως χρόνο να εκδηλωθεί δυναμικά. Ας σκεφτούμε αυτά που έλεγε το 1949 ο Μάνος Χατζιδάκις. Οταν υποστήριξε πως «το ρεμπέτικο τραγούδι είναι γνήσια ελληνικό, μοναδικά ελληνικό» και παρουσίασε δύο από τους πιο γνήσιους και δημοφιλείς εκπροσώπους της σύγχρονης ελληνικής μουσικής όπως τους χαρακτήρισε στο κοινό, τον Μάρκο Βαμβακάρη και τη Σωτηρία Μπέλλου.

Τι επιφυλάσσει το μέλλον

«Κάποτε -είπε στο τέλος εκείνης της διάλεξής του στο Θέατρο Τέχνης- θα κοπάσει η φασαρία γύρω τους κι αυτά θα συνεχίσουν ανενόχλητα τον δρόμο τους. Ποιος ξέρει τι καινούργια ζωή μας επιφυλάσσουν τα «νωχελικά 9/8» για το μέλλον. Ομως εμείς θα 'χουμε πια για καλά νιώσει στο μεταξύ τη δύναμή τους. Και θα τα βλέπουμε πολύ φυσικά και σωστά να υψώνουν τη φωνή τους στον άμεσο περίγυρό τους και να ζουν πότε για να μας ερμηνεύουν και πότε για να μας συνειδητοποιούν τον βαθύτερο εαυτό μας».

Ας μην είμαστε λοιπόν απαισιόδοξοι και για μας. Ποιος ξέρει τι θα μας επιφυλάξει η διάλυση του μουσικού συστήματος όπως το ξέρουμε σήμερα.





Της Γιωτας Συκκα


The Southern Man


Μεγάλη εντύπωση μου προκάλεσε μία αναφορά του Bob Dylan στον Neil Young, σε μία σχετικά πρόσφατη συνέντευξη που έδωσε στο μουσικό περιοδικό Rolling Stone.

Δεν έχουμε συνηθίσει σε τέτοιου ύφους δηλώσεις από καλλιτέχνες της εμβέλειας και της αξίας του Dylan, ο οποίος στη συνέντευξη που έδωσε για το περιοδικό, είπε ότι ταξίδεψε στο Τορόντο και αναζήτησε την πόλη Winnepeg, όπου μεγάλωσε ο Neil Young μετά τον χωρισμό των γονιών του, όταν ήταν 12 ετών, μόνο και μόνο για να δεί τα τοπία που έβλεπε από το παράθυρό του όταν ήταν νεαρός και άγνωστος ο μεγάλος καναδός τραγουδοποιός, ο οποίος σημειωτέον είναι, σύμφωνα με τους ειδικούς, επηρεασμένος από τη μουσική του Dylan.

Η αλήθεια είναι ότι η πορεία του Neil Young στη μουσική είναι τόσο σημαντική, ώστε είναι λογικό να αναζητήσει κανείς οτιδήποτε έχει σχέση με την εξέλιξή του και τις ενδεχόμενες πηγές που τον έχουν εμπνεύσει όλα αυτά τα χρόνια, που πλησιάζουν τον μισό αιώνα.

Υπάρχουν βέβαια και άλλοι καλλιτέχνες που έχουν στην εποχή μας μεγάλη σε χρονική διάρκεια συμμετοχή στα μουσικά πράγματα, ο Young όμως είναι από αυτούς που ξεχωρίζουν, γιατί κάθε νέο του άλμπουμ καταφέρνει, ανεξαρτήτως του αν είναι τόσο καλό όσο τα παλαιότερα, να απασχολεί τα μουσικά περιοδικά και γενικά το σύνολο του Τύπου, σαν να πρόκειται για άλμπουμ που κυκλοφόρησε ένας 20χρονος νέος δημιουργός.

Διανύοντας την πέμπτη καλλιτεχνική δεκαετία του, ο Young έχει κατά καιρούς πειραματιστεί με διάφορα είδη μουσικής, όπως το swing, η τζαζ, τα μπλουζ, το ροκαμπίλι και η ηλεκτρονική μουσική, αλλά το ακουστικό και ηλεκτρικό κιθαριστικό ροκ είναι το είδος που έδειξε ότι αγαπάει περισσότερο, μέσα από τις ηχογραφήσεις του.

Πριν από περίπου έναν μήνα, κυκλοφόρησε σε 8 cd το Neil Young Archives-Vol. 1 (1963-1972), μια έκδοση με επιλεγμένα τραγούδια, που θα την ακολουθήσουν και άλλες που θα καλύπτουν όλο το φάσμα της καριέρας του, γιατί δεν είναι εύκολο να καλύψει κανείς, έστω και σε 8 cd, μία πορεία που αφορά κυκλοφορία σχεδόν 50 άλμπουμ, με υλικό και συμμετοχές σε τόσα πολλά συγκροτήματα, όπως αυτά στα οποία έχει συμμετάσχει κατά καιρούς ο Young.

Εκτός από τις προσωπικές του ηχογραφήσεις, στα 128 τραγούδια, από τα οποία τα 48 εκδόθηκαν για πρώτη φορά, περιλαμβάνονται και τραγούδια με τα συγκροτήματά του Crosby, Stills, Nash and Young και Buffalo Springfield.

Ηδη από το Γυμνάσιο είχε αρχίσει να παίζει σε διάφορα συγκροτήματα με φίλους του στις αρχές της δεκαετίας του '60 και τελειώνοντας επέστρεψε στο Τορόντο, όπου άρχισε να κάνει εμφανίσεις σε διάφορα μικρά κλαμπ, στα οποία κυριαρχούσε η μουσική φολκ, σ' ένα αντίστοιχο μουσικό κίνημα με αυτό της Νέας Υόρκης στην ίδια περίοδο. Εκεί θα γνωρίσει τους μετέπειτα φίλους του Steve Stills, Richie Furay και Joni Mitchell, η οποία θα γράψει αργότερα το Circle Game επηρεασμένη από το Sugar Mountain του Neil Young.

Στο συγκρότημα των Mynah Birds είχε μαζί του τον μαύρο Rick James που στη δεκαετία του '70 θα φτιάξει μερικά καταπληκτικά φανκ τραγούδια, όπως τα Superfreak και Give It Το Me. Με τη διάλυση του συγκροτήματος, ο Young και ο μπασίστας του γκρουπ Bruce Palmer αποφασίζουν να εγκαταλείψουν το Τορόντο και με την Pontiac του Young ταξίδεψαν στο Λος Αντζελες, όπου αναζήτησαν τους Steve Stills και Richie Furay και έφτιαξαν μαζί τους το συγκρότημα των Buffalo Springfield, που μαζί με τους Byrds ήταν αυτοί που με τον ήχο τους έβαλαν τις βάσεις για το λεγόμενο κάντρι ροκ, ένα είδος που για πολλά χρόνια θα παίξει σημαντικό ρόλο στη μουσική και οι προεκτάσεις του θα φτάσουν μέχρι και τις μέρες μας. Αρχικά το συγκρότημα είχε το όνομα Herd, αλλά για να μην τους μπερδεύουν με το βρετανικό συγκρότημα του Peter Frampton, λίγο πριν από την κυκλοφορία του πρώτου τους άλμπουμ, άλλαξαν το όνομά τους.

Η πρώτη μεγάλη επιτυχία τους ήταν το For What It's Worth και η περιοδεία που έκαναν με τους Byrds, βοήθησε στο να γίνουν γνωστοί σε όλη την Αμερική με το κάντρι-φολκ ροκ τους, όμως οι αρκετές μουσικές διαφορές που είχαν μεταξύ τους τα μέλη, οδήγησαν στη διάλυσή τους και ο Neil Young με τον Steve Stills ασχολήθηκαν με την προσωπική τους καριέρα. Ο Young θα κυκλοφορήσει τον Ιανουάριο του 1969 το πρώτο του προσωπικό άλμπουμ με τίτλο το όνομά του. Την ίδια χρονιά θα ηχογραφήσει μέσα σε 15 μέρες το δεύτερο άλμπουμ του Everybody Knows This Is Nowhere με το νέο συγκρότημά του, που αποτελούνταν από μουσικούς όπως ο κιθαρίστας Danny Whitten. Το συγκρότημα είχε το όνομα The Rockets και ο Young θα το αλλάξει σε Crazy Horse. Στο άλμπουμ αυτό υπάρχουν τρία από τα πιο γνωστά του τραγούδια, Cowgirl In The Sand, Cinnamon Girl και Down By The River.

Αυτός ο ξεχωριστός προσωπικός ήχος θα είναι ο πρόδρομος της έκρηξης του Grunge, που θα εμφανισθεί αρκετά χρόνια αργότερα με συγκροτήματα όπως οι Nirvana και οι Pearl Jam. Ετσι ο Neil Young ουσιαστικά έχει συμμετοχή στη δημιουργία ενός ακόμα μουσικού είδους μετά το κάντρι ροκ, ενώ θα είναι και αυτός που ουσιαστικά θα καθιερώσει τα ακουστικά κονσέρτα, τα οποία θα ονομασθούν Unplugged.

Με τον Stills θα συνεργαστεί λίγο αργότερα και στους Crosby, Stills, Nash and Young, συγκρότημα με το οποίο ο Young ηχογράφησε ένα μόνο στούντιο άλμπουμ, το Deja Vu, χωρίς να διακόψει την προσωπική του καριέρα, γιατί δεν ήθελε, όπως δήλωσε αργότερα, να κάνει αυτό που έκανε ο Joe Walsh με τους Eagles, δηλαδή να γίνει μόνιμο μέλος τους. Στη συνέχεια προέκυψε και το live Four Way Street.

Το 1970 θα κυκλοφορήσει το After The Goldrush, με τον 17χρονο τότε πιανίστα Nils Lofgren να παίζει σημαντικό ρόλο στην ηχογράφηση. Στο άλμπουμ αυτό υπήρχαν τα Southern Man, Only Love Can Break Your Heart, When You Dance You Can Really Love και Don't Let It Bring You Down.

Το Harvest, που θα ακολουθήσει το 1972, θα φέρει τη μουσική του Neil Young σε κάθε γωνία του κόσμου και θα γίνει η μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία του χάρη στο Heart Of Gold, αλλά θα περιλαμβάνει και άλλα αξέχαστα τραγούδια του, όπως τα Old Man, Are You Ready For The Country και The Needle and The Damage Done, που γράφτηκε για τον φίλο και κιθαρίστα των Crazy Horse, Danny Whitten, που ήταν ένα ακόμα θύμα της ηρωίνης.

Στη δεκαετία του '70 συνέχισε να κυκλοφορεί καταπληκτικά άλμπουμ, όπως τα On The Beach (1974), Tonight's The Night (1975), Zuma (1975), Comes Α Time (1978), Rust Never Sleeps, στο οποίο χωρίζει τις πλευρές των δίσκων σε ακουστικά και ηλεκτρικά ακούσματα, με το Out Of The Blue να είναι αφιερωμένο στον Johnny Rotten και τους Sex Pistols, και το Live Rust το 1979.

Στη δεκαετία του '80 ηχογραφεί μία σειρά από ενδιαφέροντα άλμπουμ, αλλά κλείνει εντυπωσιακά με το Freedom, στο οποίο υπάρχει το Rockin' In The Free World. Το ίδιο εντυπωσιακά ανοίγει και η δεκαετία του '90 με δύο σημαντικά άλμπουμ, όπως τα Ragged Glory (1990) και Weld (1991). Ο Young θα συνεχίσει να είναι ιδαίτερα παραγωγικός σε όλη τη δεκαετία, κυκλοφορώντας εννέα ακόμα άλμπουμ, με ανάμεσά τους το πολύ καλό Unplugged.

Την ίδια τακτική θα ακολουθήσει και στη δεκαετία του '90, κυκλοφορώντας και δύο άλμπουμ μέσα σε κάθε χρονιά, συχνά με ανέκδοτο παλιό υλικό.

Ενα άλλο κρυφό για πολλούς ταλέντο που έχει ο Young είναι η σκηνοθεσία, και με το ψευδώνυμο Bernard Shakey έχει σκηνοθετήσει ταινίες κυρίως σε ύφος ντοκιμαντέρ, όπως τα Journey Through The Past (1973), Rust Never Sleeps (1979), Human Highway (1982), Greendale (2003) και CSNY Deja Vu (2008).

Δεν είναι λίγοι αυτοί που ισχυρίζονται ότι ο Young υστερεί μόνο σε σύγκριση με τον Dylan από τους εν ζωή μουσικούς που έχουν επηρεάσει περισσότερο το σημερινό ροκ, και μάλλον έχουν δίκιο.


του Γιάννη Πετρίδη

επιμέλεια άρθρου Ανδρέας Δηλές



«Εκείνες τις μέρες που φτιάξαμε την μπάντα, ένας μουσικός δεν μπορούσε να ζήσει μόνο από τις συναυλίες που έδινε τριγύρω. Επρεπε να έχουμε και μια κανονική δουλειά. Για παράδειγμα, εγώ ήμουν ξυλουργός, οι άλλοι ήταν τσαγκάρηδες, οδηγοί ή μάγειρες. Ηταν οι καιροί που φεύγαμε από το σπίτι και δεν ξέραμε αν το βράδυ που θα γυρίσουμε θα έχουμε φαγητό στο τραπέζι. Οπότε ήμασταν ανθεκτικοί σαν τους φακίρηδες. Υπομέναμε την κατάσταση χωρίς να παραπονιόμαστε».

Αντίθετα, οι Los Fakires, τις δύσκολες εποχές, έπαιζαν τραγούδια, τα παλιά σον, τα μπολέρος, τα γκουαράτσας. Το ίδιο κάνουν και στον ομώνυμο δίσκο τους.

Είναι δεκατέσσερα τραγούδια, που φέρνουν πίσω την ξεχασμένη παράδοση από τις δεκαετίες του '40 και του '50. Πρωτοκυκλοφόρησε από τη φημισμένη δισκογραφική εταιρεία Deutshe Grammophon το 2002. «Ρετρό» μουσική της Κούβας, όπως την αποκαλούν οι κριτικοί, αλλά με άφθαστο στιλ και πίστη στην παράδοση της αφροκουβανικής σκηνής.

Η μπάντα φτιάχθηκε το 1962 στη Σάντα Κλάρα. Μια πόλη που είχε γίνει πριν από λίγα χρόνια διάσημη, όταν οι αντάρτες του Τσε Γκεβάρα και του Καμίλο Σιενφουέγος έδωσαν την τελική μάχη με τα στρατεύματα του δικτάτορα Μπατίστα και τους έτρεψαν σε φυγή. Μια μέρα μετά, ο Μπατίστα έφυγε με αεροπλάνο από την Κούβα και ο Κάστρο μπήκε θριαμβευτής στην Αβάνα.

Οι Los Fakires φτιάχτηκαν από μουσικούς που έπαιζαν στις μεγάλες μπάντες των ξενοδοχείων και των καζίνων που γνώριζαν δόξες την εποχή του Μπατίστα. Ο Χουάν Χοσέ Μπρίνγκες είναι ο σαξοφωνίστας, ο βετεράνος μουσικός, που ουσιαστικά ίδρυσε την μπάντα. Ο Χοσέ Ρεμί είναι ο βιρτουόζος κιθαρίστας, που έμαθε μουσική στην εκκλησία. Η κιθάρα του είναι το σήμα κατατεθέν της μπάντας. Ο Μάρτιν Τσάβες ή Κασκαρίτα, όπως είναι το παρατσούκλι του, είναι ο τραγουδιστής με τη βραχνή φωνή, που δείχνει ότι «λατρεύει τα πούρα και το ρούμι», όπως λέει συχνά. Ο Ραφαέλ Βαλντές είναι ο μουσικός πίσω από τα μαράκας και κάνει τη δεύτερη φωνή. Και, τέλος, ο Τζιλμπέρτο Ομπρε παίζει τα κρουστά και τα τύμπανα. Μεγάλο όνομα στην πατρίδα τους, έγιναν γνωστοί στο εξωτερικό μόνο μετά το 2001, όταν άρχισαν να δίνουν συναυλίες έξω από την Κούβα.

Οι Los Fakires στον δίσκο τους ανακατεύουν πασίγνωστα παραδοσιακά τραγούδια, όπως το «Chan Chan» και το «Guitarra, Tabaco & Ron», με τραγούδια συνθετών, όπως το «Suavecito» του Ιγκνάσιο Πινιέρο. «Παλιομοδίτικες μελωδίες, με στίχους για τον έρωτα και την ομορφιά της ζωής», όπως τις περιγράφουν.

Και ο Μπρίνγκες, με το σαξόφωνό του, δίνει μια άλλη διάσταση στη μουσική τους. «Ολοι ξέρουν τη μουσική του νησιού μας από τον Κομπάι Σεγούντο και τους Buena Vista Social Club», εξηγεί. 

«Μόνο που αυτή η μουσική είναι η μουσική της Αβάνας. Αν κάποιος ταξιδεύσει στο νησί, θα ανακαλύψει καταπληκτικούς μουσικούς και μια πλούσια μουσική παράδοση. Είναι αυτός ο ήχος που φέρνουμε εμείς σε όλο τον κόσμο». 

Ανδρέας Δηλές

πηγη www.enet.gr

 

Barbra


Κυκλοφορεί στο τέλος του μήνα το νέο άλμπουμ της Barbra Streisand με τίτλο Love Is The Answer. Είναι μία σχετικά απροσδόκητη συνεργασία της με την Diana Krall, η οποία τη συνοδεύει με το πιάνο της, έχοντας μαζί της και τους μουσικούς που αποτελούν το κουαρτέτο που χρησιμοποιεί στις ηχογραφήσεις της.

Το ρεπερτόριο αποτελείται από κλασικά τραγούδια της αμερικανικής μουσικής ιστορίας, όπως τα Smoke Gets In Your Eyes, In The Wee Small Hours Of The Morning, που είχε ερμηνεύσει ο Frank Sinatra, καθώς και το Make Someone Happy από το μιούζικαλ του 1960 Do Re Mi, το Α Time For Love, που είναι γραμμένο από τον 84 ετών σήμερα Johnny Mandel, ο οποίος έχει σχέση και με την ενορχήστρωση του άλμπουμ και είχε συνεργαστεί ξανά με την Barbra στο άλμπουμ του 1993 Back Το Broadway.

Στο Love Is The Answer υπάρχουν επίσης ερμηνείες της μεγάλης τραγουδίστριας σε ευρωπαϊκές συνθέσεις, όπως το Ne Mes Quittes Pas (If You Go Away) του Jacques Brel και το You Must Believe In Spring του Michel Legrand από το μιούζικαλ Les Mademoiselles De Rochfort, που σκηνοθέτησε ο Jacques Demy το 1967.

Σε αντίθεση με αρκετούς άλλους τραγουδιστές που διανύουν την 7η δεκαετία της ζωής τους και επέστρεψαν πρόσφατα στην επικαιρότητα με πετυχημένα άλμπουμ εκμεταλλευόμενοι την έλλειψη ανταγωνιστικότητας από τους σύγχρονους καλλιτέχνες, η Barbra, που έχει συμπληρώσει τα 67 της χρόνια από τον περασμένο Απρίλιο, αποτελεί ένα μοναδικό φαινόμενο, αφού ποτέ δεν έπαψε να είναι στην κορυφή της μουσικής, και όχι μόνο, επικαιρότητας.

Κάθε νέος δίσκος της, αρχίζοντας από το 1963 που κυκλοφόρησε το Barbra Streisand Album, σημειώνει ξεχωριστή επιτυχία και συνήθως γίνεται τοπ 10 στις Ην. Πολιτείες, όπου συνολικά 29 από τα άλμπουμ της κατάφεραν αυτό το επίτευγμα, που την κατατάσσει στην κορυφή των γυναικείων φωνών για όλες τις εποχές. Τα 72 εκατομμύρια άλμπουμ της στις ΗΠΑ τη φέρνουν μέσα στους 10 πρώτους σε πωλήσεις στην ιστορία, ξεπερνώντας ονόματα όπως οι Elton John, AC/DC, Rolling Stones, Bruce Springsteen, ενώ από γυναίκες την ακολουθούν στην επόμενη δεκάδα, με πωλήσεις λιγότερες κατά τουλάχιστον 8 εκατομμύρια, οι Madonna, Mariah Carey, Whitney Houston και Celine Dion.

Είναι χαρακτηριστικό το ότι είναι η μοναδική καλλιτέχνιδα στην ιστορία που έχει τουλάχιστον από ένα Νο 1 άλμπουμ για τις 4 προηγούμενες δεκαετίες στις ΗΠΑ. Το 1964 ανέβηκε για πρώτη φορά στην κορυφή με το People, το 1974 με το The Way We Were, το 1976 με το Α Star Is Born, το 1978 με το Greatest Hits Vol. 2, το 1979 με το Guilty, το 1985 με το Broadway Album και τέλος, στη δεκαετία του '90 με τα Back Το Broadway 1993 και Higher Ground 1997.

Αν αυτά τα επιτεύγματα δεν θεωρούνται αρκετά για να ενισχύσουν το... βιογραφικό της, μπορούμε να προσθέσουμε το βραβείο Οσκαρ που κατέκτησε το 1968 για τη συμμετοχή της στην ταινία Funny Girl, που ήταν η πρώτη της ταινία και κινηματογραφική μεταφορά της ομώνυμης θεατρικής της επιτυχίας του 1964, που σήμανε την επιστροφή της στο Μπρόντγουεϊ μετά την πετυχημένη εμφάνισή της εκεί το 1962 στον ρόλο της Miss Marmelstein στο μιούζικαλ Ι Can Get It For You Wholesale. Οι παραστάσεις της εκείνη την περίοδο ήταν η αιτία για τη βράβευσή της αρκετά χρόνια αργότερα με ένα ειδικό βραβείο Tony, που ήλθε να προστεθεί στα Οσκαρ ερμηνείας, τραγουδιού, για τη σύνθεσή της Evergreen από την ταινία Α Star Is Born, βράβευση που δινόταν για πρώτη φορά σε γυναίκα συνθέτρια. Πήρε επίσης βραβείο Emmy για την τηλεοπτική παράσταση του 2001 Timeless καθώς και δεκάδες βραβεία Γκράμι, κατά καιρούς, για τις ηχογραφήσεις της. Είναι η μοναδική τραγουδίστρια στην ιστορία της μουσικής που έχει καταφέρει να βραβευτεί σε τόσες διαφορετικές δραστηριότητες.

Το 1957 συμμετέχει σ' έναν διαγωνισμό μουσικής, αλλά η πραγματική επιδίωξή της ήταν να γίνει ηθοποιός. Ετσι το 1959 εμφανίζεται για πρώτη φορά σε παραστάσεις εκτός Μπρόντγουεϊ, παίζοντας δίπλα στην, τότε επίσης άσημη, Joan Rivers στο Driftwood, που παίχτηκε για μόλις 6 εβδομάδες.

Στη δισκογραφική της πορεία, που άρχισε το 1963, συνήθως αναβίωνε γνωστά τραγούδια από περασμένες δεκαετίες, που είχαν γίνει γνωστά σε θέατρα και καμπαρέ. Σ' αυτό το ρεπερτόριο θα επιστρέψει το 1985 με το Broadway Album, αλλά στο μεταξύ θα έχει κάνει την πρώτη στροφή στο σύγχρονο ρεπερτόριο παρουσιάζοντας το 1969 μία σειρά από τραγούδια συνθετών, όπως η Laura Nyro στο άλμπουμ της Stoney End, με παραγωγό τον μετέπειτα πολύ πετυχημένο Richard Perry.

Στη δεκαετία του '70 θα συνεργασθεί με ονόματα όπως οι Donna Summer και Neil Diamond, ενώ παράλληλα θα γνωρίσει μεγάλες επιτυχίες με τα τραγούδια από τις ταινίες της The Way We Were, όπου παίζει δίπλα στον Robert Redford κερδίζοντας την υποψηφιότητα για το βραβείο Οσκαρ, και Α Star Is Born. Στην ίδια δεκαετία φιγουράρει κάθε χρόνο στη λίστα με τους 10 πιο πετυχημένους εμπορικά ηθοποιούς, συχνά μάλιστα αυτή η παρουσία της ήταν η μοναδική γυναικεία.

Η σκηνοθετική της προσπάθεια στο Yentl του 1983, αν και χάρισε στην ταινία 5 υποψηφιότητες για Οσκαρ, δεν κατάφερε να συγκεντρώσει υποψηφιότητα για σκηνοθεσία, καλύτερη ταινία ή καλύτερη γυναικεία ερμηνεία, οι κριτικές όμως ήταν ιδιαίτερα θετικές και κέρδισε τη Χρυσή Σφαίρα ως σκηνοθέτρια.

Οι νέες μουσικές φόρμες διαδέχονται η μία την άλλη και η Barbra στην εποχή του χιπ χοπ παραμένει στην κορυφή με τη συνεργασία της με τους Bee Gees στο άλμπουμ του 1980 Guilty.

Ενα άλλο μοναδικό ατού της είναι οι ζωντανές εμφανίσεις της, που συχνά πραγματοποιούν ρεκόρ εισπράξεων, και σχετικά πρόσφατα, το 2006, σε ηλικία 64 ετών, θα συγκεντρώσει σε 16 κονσέρτα της το ποσό - ρεκόρ των 96 εκατ. δολαρίων, με αρκετές από τις εμφανίσεις της να σημειώνουν μάλιστα ρεκόρ εισπράξεων σε συγκεκριμένους συναυλιακούς χώρους.

Είχα την τύχη να παρακολουθήσω το κονσέρτο που έδωσε στο Λονδίνο το 1994, όπου εμφανίστηκε για δεύτερη φορά μετά το 1967. Ανάμεσα στους θεατές που πλήρωσαν τα πανάκριβα εισιτήρια (το φτηνότερο έκανε 200 λίρες), ήταν οι Elton John, Michael Caine, Shirley Bassey κ.ά. Την ορχήστρα, που αποτελούνταν από 72 άτομα, διηύθυνε ο Marvin Hamlish και η Barbra, πραγματοποιώντας μία από τις μεγαλύτερες επιθυμίες της, τραγούδησε μαζί με τον Marlon Brando, ο οποίος εμφανιζόταν σε γιγαντοοθόνη στον ρόλο του στην ταινία Guys and Dolls να ερμηνεύει το Α Woman In Love και η Barbra ντουμπλάριζε ζωντανά τη φωνή τής Jean Simmons.

Το σημαντικό φιλανθρωπικό έργο της, μέσω της οργάνωσης The Streisand Foundation, έχει θετική αποδοχή από τον κόσμο και συχνά βραβεύεται για την οικονομική συνεισφορά της με διάφορους τρόπους σε εθνικούς οργανισμούς, που βοηθάνε τις γυναίκες σε θέματα υγείας, για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την προστασία του περιβάλλοντος.

Ενεργό μέλος του αμερικανικού Δημοκρατικού Κόμματος εδώ και αρκετές δεκαετίες, δηλώνει ότι αυτό το κόμμα πάντα υποστήριζε τους εργάτες και αυτή πάντα ταυτίζεται με τις μειονότητες, τις οποίες βοηθάει ακόμα και με εμφανίσεις από τις οποίες όλα τα έσοδα δίδονται στους μη έχοντες. Είναι τόσο φανατική οπαδός του Δημοκρατικού Κόμματος που για αρκετό καιρό δεν μιλούσε στον θετό γιο της, ηθοποιό Josh Brolin, γιατί αυτός έπαιξε τον ρόλο του τότε προέδρου Bush στον κινηματογράφο. Μπορεί τα εισιτήρια σε κάθε συναυλία της να κοστίζουν αρκετές φορές μία μικρή περιουσία, αλλά το να δίνεις αρκετές από αυτές τις συναυλίες μόνο για φιλανθρωπικό σκοπό, σίγουρα δεν είναι κάτι το συνηθισμένο στον κόσμο των σόου μπίζνες.

Οσο για την ποιότητα των κονσέρτων που δίνει κατά καιρούς, αυτή είναι το κάτι άλλο και εντυπωσιάζει τους παρισταμένους. Ειλικρινά δεν θυμάμαι να έχω παρακολουθήσει άλλη τραγουδίστρια που να κάνει αυτόν τον τέλειο συνδυασμό μουσικού σόου και θεατρικής παράστασης. Αυτό άλλωστε ήταν και το πλεονέκτημά της έναντι των άλλων γυναικείων φωνών που παρουσιάστηκαν τα τελευταία 50 χρόνια.


Από τον Γιάννη Πετρίδη

Επιμελεια εγγραφής Ανδρέας Δηλές



«Have a Cigar» η ιστορία ενός αριστουργήματος


Have a Cigar  ονομάζεται το τρίτο τραγούδι από το άλμπουμ Wish You Were Here του Αγγλικού ροκ συγκροτήματος Pink Floyd. Ήταν το πρώτο κομμάτι της δεύτερης πλευράς του αυθεντικού δίσκου στην έκδοση του CD βρίσκεται αμέσως μετά το «Welcome to the Machine»

Όπως και στο «Welcome to the Machine», η μουσική και οι στίχοι γράφτηκαν από τον Ρότζερ Γουότερς και κριτικάρει την υποκρισία και την πλεονεξία της μουσικής βιομηχανίας. Η μουσική είναι περισσότερο στραμμένη στο ροκ από τα υπόλοιπα τραγούδια του δίσκου, ξεκινώντας με ένα αναδυόμενο ρυθμό κιθάρας και μπάσου. Το κομμάτι είναι γεμάτο με επιπλέον ήχους κιθάρας, ηλεκτρικού πιάνου και συνθεσάιζερ προκειμένου να δημιουργηθεί ένα funk ροκ υπόβαθρο.

Το τραγούδι κορυφώνεται από το απότομο σόλο κιθάρας, το οποίο διακόπτεται από εφέ συνθεσάιζερ καθώς ο ήχος της μουσικής χαμηλώνει σε επίπεδα AMραδιοφώνου. Κάποιο θεωρούν ότι αυτό συμβολίζει την μεταμόρφωση της μουσικής σε ένα άχρηστο προϊόν που στοχεύει μόνο τις μαζικές πωλήσεις- κάτι το οποίο μπορεί να θεωρηθεί σχεδόν προφητικό, καθώς το τραγούδι παίχτηκε πολύ στα ραδιόφωνα. Στο τέλος του τραγουδιού ακούγεται ένας ήχος ραδιοφωνικού σταθμού, και με αυτό το εφέ γίνεται η μετάβαση στο επόμενο τραγούδι, το Wish you Were Here.

Ο στίχος "Oh, by the way, which one's Pink?" φημολογείται πως τέθηκε σαν ερώτηση στο συγκρότημα από έναν εκτελεστικό παράγοντα δισκογραφικής εταιρίας στα μέσα της δεκαετίας του 1960, όπου βρίσκονταν ακόμα σε στάδιο σχηματισμού. Η φήμη λέει πως ο παράγοντας της δισκογραφικής αφού χαιρέτησε ένα ένα τα μέλη του συγκροτήματος και τους μίλησε με κολακευτικά λόγια, τότε προχώρησε σε αυτήν την ερώτηση. Αργότερα το όνομα Pink χρησιμοποιήθηκε για τον βασικό χαρακτήρα του δίσκου The Wall. Το τραγούδι πρωτοπαρουσιάστηκε όταν το συγκρότημα το εκτέλεσε στην περιοδεία που έκαναν στην Βόρειο Αμερική το 1975, ανάμεσα στα δύο μισά του Shine On You Crazy Diamond, με τον Ρότζερ Γουότερς και τον Ντέιβιντ Γκίλμουρ να μοιράζονται τα φωνητικά.

Επίσης, το τραγούδι παίχτηκε και στις περιοδείες που έκαναν οι Pink Floyd το 1975 και το 1977. Στις περιοδείες του '77 ο Γουότερς ήταν στα κυρίως φωνητικά, τον Γκίλμουρ στην δεύτερη φωνή και στα σόλο κιθάρας τον γνωστό κιθαρίστα Snowy White.

Στην αυθεντική εκτέλεση, τα κυρίως φωνητικά δεν γίνονται από κάποιο μέλος των Pink Floyd, άλλα από έναν γνωστό τους, τον Άγγλο συνθέτη και τραγουδιστή Ρόυ Χάρπερ. Ο Γουότερς σχεδίαζε να κάνει ο ίδιος τα φωνητικά, όπως συνήθιζε στα περισσότερα τραγούδια, αλλά τραυμάτισε τις φωνητικές του χορδές ενώ ηχογραφούσε το Shine On You Crazy Diamond, και ο Γκίλμουρ δεν μπορούσε μόνος του να τραγουδήσει τους «σκληρούς» στίχους. Ο Χάρπερ ηχογραφούσε για το άλμπουμ του HQ στο Στούντιο 2 του Abbey Road ενώ την ίδια στιγμή οι Φλόυντ βρίσκονταν στο Στούντιο 3Ω ο Χάρπερ, μαθαίνοντας το δίλλημα του συγκροτήματος, προσφέρθηκε να τραγουδήσει αυτός. Αργότερα ο Γουότερς είπε πως ήλπιζε (ίσως υποσυνείδητα) πως τα άλλα μέλη του συγκροτήματος θα αρνούνταν, και επέμενε το τραγούδι να περιοριστεί μέσα στα όρια του συγκροτήματος. Επομένως ένοιωσε έκπληκτος όταν τα άλλα μέλη δέχθηκαν την ιδέα, και ο Χάρπερ ισχυρίζεται πως για πληρωμή ζήτησε ένα εισιτήριο απεριόριστης διάρκειας για το κοντινό Lord's Cricket Ground και πως ένιωσε προσβεβλημένος όταν του έστειλαν ένα απλό εισιτήριο, το οποίο δεν χρησιμοποίησε ποτέ.



Επιμέλεια άρθρου 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΔΗΛΕΣ

 

Πετυχημένες διασκευές




Είναι κοινό μυστικό ότι η εποχή μας είναι ιδιαίτερα φτωχή όσον αφορά τις εμπνεύσεις των συνθετών της μουσικής που ακούμε, κι αυτό ανεξάρτητα από το είδος στο οποίο ανήκει.

Τα τελευταία 10 χρόνια μάλιστα ελάχιστα είναι τα καινούρια τραγούδια που γνωρίζουν νεότερες ερμηνείες και συνήθως οι καλλιτέχνες καταφεύγουν στις παρακαταθήκες που μας έχουν αφήσει οι παλαιότεροι δημιουργοί, παρουσιάζοντας γνωστά τραγούδια από το παρελθόν ή μέρος από αυτά ενσωματωμένα σαν σάμπλινγκ (δείγμα) μέσα σε νεότερες αυθεντικές συνθέσεις.

Στο παρελθόν υπήρχαν αρκετοί καλλιτέχνες που είχαν δημιουργήσει πετυχημένες καριέρες ερμηνεύοντας μόνο τραγούδια σε δεύτερη εκτέλεση. Συχνά μάλιστα αυτές οι διασκευές αφορούσαν τραγούδια της εποχής τους. Απλώς εκμεταλλεύονταν το εύρος της απήχησης που είχαν στο κοινό και επέβαλαν τις δικιές τους ερμηνείες.

Στη δεκαετία του '50 μάλιστα, πολλά από τα μεγάλα αστέρια της μουσικής που ήταν λευκοί, καθιερώθηκαν σαν αστέρια πρώτου μεγέθους διασκευάζοντας απλώς τραγούδια που είχαν παρουσιάσει για πρώτη φορά μαύροι καλλιτέχνες, οι οποίοι δύσκολα θα άκουγαν τα τραγούδια τους να παίζονται στο ραδιόφωνο της εποχής.

Στην ίδια δεκαετία, όπως και στην προηγούμενη, δεκάδες τραγούδια έγιναν επιτυχίες σε πολλαπλές ερμηνείες, με συνέπεια να υπάρχουν ακόμα και 5 εκτελέσεις του ίδιου τραγουδιού μέσα στο Top ten. Το Mona Lisa εκτός από την ερμηνεία του Nat King Cole, την ίδια εβδομάδα, μέσα στο καλοκαίρι του 1950, είχε ξεχωρίσει και με τους Victor Young, Harry James, Art Lund, Ralph Flanagan, Charlie Spivak και Dennis Day.

Αλλο τραγούδι με άπειρες διαφορετικές ερμηνείες ήταν το Mack The Knife του Bertolt Brecht που, αν και τραγούδι του 1928, ξαναγύρισε στην επικαιρότητα το 1956, αρχικά σαν ορχηστρικό με τον Dick Hyman και στη συνέχεια με αγγλικούς στίχους και διαφορετικές ερμηνείες: από τους Louis Armstrong (1956), Bobby Darin (1959), Ella Fitzgerald (1960) και άλλες ερμηνείες του που φτάνουν μέχρι τις μέρες μας.

Ανάλογα φαινόμενα είχαμε και στη χώρα μας, όπου οι δύο μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες της εποχής κυκλοφορούσαν η καθεμιά τη δικιά τους εκδοχή στις επιτυχίες. Ετσι, το Χαρά μου, το 1952 ακουγόταν με τον Σώτο Παναγόπουλο, αλλά και την Ελσα Λάμπο, το Πολλές φορές (Πού θα πας) του Μανώλη Χιώτη (1956) με τη Μάγια Μελάγια και τη Μαίρη Λίντα.

Σημαντικό μερίδιο στις επιτυχίες της περιόδου 1955-1970 είχαν οι αγγλόφωνες ερμηνείες ιταλικών και γαλλικών τραγουδιών, όπως τα Volare, Ιο Che Non Vivo Senza Te του Pino Donaggio, που έγινε You Don't Have Το Say You Love Me από την Dusty Springfield, L'Amour Est Bleu, που ο αγγλικός τίτλος του είναι Love Is Blue και πολλά άλλα.

Λίγο αργότερα, στη δεκαετία του '60, αρκετοί από τους μέχρι σήμερα κορυφαίους καλλιτέχνες και συγκροτήματα άρχισαν να γίνονται γνωστοί με τραγούδια άλλων. Beatles, Rolling Stones, Bob Dylan, Byrds, Animals, Led Zeppelin και δεκάδες άλλοι, αρχικά, κατέφυγαν σε διασκευές από τον χώρο της μουσικής των μαύρων και μετά την αποδοχή τους από το κοινό, άρχισαν να μας παρουσιάζουν πετυχημένα δικά τους τραγούδια.

Υπάρχουν τραγούδια που η απήχησή τους καλύπτει χρονολογικά ακόμα και περίοδο που ξεπερνά τα 50 χρόνια και είναι η χαρά των δημιουργών των reality show, αφού τα δίνουν για ερμηνεία στους διαγωνιζόμενους, οι οποίοι έτσι γίνονται πιο εύκολα αποδεκτοί από το κοινό. Μία πετυχημένη επιλογή για τη συμμετοχή στον διαγωνισμό ταλέντων παρέχει μεγάλο πλεονέκτημα στον ερμηνευτή της και σχεδόν σίγουρη την επιλογή του από το κοινό, που προσεγγίζει πιο εύκολα έναν άγνωστο καλλιτέχνη μέσω μιας γνωστής μελωδίας.

Δεν είναι ασυνήθιστο το να γίνεται επιτυχία ένα τραγούδι που στην πρώτη αυθεντική του ερμηνεία είχε περάσει απαρατήρητο. Σ'αυτήν την κατηγορία ανήκουν μεγάλες επιτυχίες, όπως: Το Lady Marmalade, που έγινε Νο 1 με το συγκρότημα Labelle και αρκετά αργότερα με τις Pink, Christina Aguilera, Mya και Lil' Kim, αλλά και με τις All Saints, όταν πρωτοκυκλοφόρησε όμως με το συγκρότημα των Eleventh Hour πέρασε απαρατήρητο. Το Without You, επιτυχία για τον Nilsson, αλλά και για τη Mariah Carey στη δεκαετία του '90, αρχικά είχε ηχογραφηθεί από τους Badfinger. Το The Tide Is High των Blondie αρχικά είχε περιορισμένη απήχηση μόνο στον χώρο της ρέγκε, όπου ανήκε η πρώτη ερμηνεία του από τους Paragons. Το My Sweet Lord του George Harrison ήταν αρχικά μέτρια επιτυχία με τον Billy Preston, το Sailing με τον Rod Stewart, η πρώτη ερμηνεία του πέρασε απαρατήρητη με τους συνθέτες του Sutherland Brothers and Quiver, το Nothing Compares 2 U, γραμμένο από τον Prince, βρήκε την ιδανική διασκευή του από τη Sinead Ο' Connor. Ο Eric Clapton ήταν αυτός που έφερε στην επικαιρότητα τον J.J. Cale με το Cocaine αλλά και τον Bob Marley με το Ι Shot The Sheriff. Ο Jeff Buckley με τη διασκευή του στο Hallelujah σήμανε την ολική επαναφορά για την καριέρα του Leonard Cohen. Το Hurt των Nine Inch Nails, ερμηνευμένο από τον Johnny Cash λίγο πριν από το τέλος, τον βοήθησε να γίνει περισσότερο αποδεκτός από μία νέα γενιά των φίλων του ροκ, και εκατοντάδες άλλα.

Το You'll Never Walk Alone, τραγούδι της δεκαετίας του '40 από το μιούζικαλ Carousel, έγινε μεγάλη επιτυχία το 1963 με τους Gery and The Pacemakers και σε νεότερες εκτελέσεις στις δεκαετίες του '80 και '90, ενώ παράλληλα είναι και ο ανεπίσημος ύμνος της ποδοσφαιρικής ομάδας της Λίβερπουλ.

Αλλες εκκεντρικές διασκευές σε γνωστά τραγούδια που προκάλεσαν το ενδιαφέρον του κοινού για διάφορους λόγους, ήταν τα: American Pie με τη Madonna, Respect του Otis Redding με την Aretha Franklin, Perfect Day με τους Duran Duran, Sympathy For The Devil και Living And Let Die με τους Guns 'Ν Roses, Ι Will Always Love You με τη Whitney Houston. Η λίστα αυτή είναι ατελείωτη, αφού πάντα θα διασκευάζονται παλαιότερα τραγούδια τα οποία οι μουσικές εξελίξεις θα οδηγούν σε διαφοροποίηση από την αρχική πρώτη ερμηνεία τους.

Μια άλλη σημαντική κατηγορία χρησιμοποίησης παλαιότερων τραγουδιών με επιτυχία είναι αυτή των μαύρων καλλιτεχνών από τον χώρο του χιπ χοπ που μέσα από τα sampling δίνουν ζωή σε γνωστά ή άγνωστα τραγούδια από το παρελθόν. Χαρακτηριστικές το Ι'll Be Missing You του Puff Daddy και της Faith Evans, που ξεπέρασε σε επιτυχία και αυτό ακόμα το πρωτότυπο Every Breath You Take των Police, το Set Adrift On Memory Bliss των Ρ.Μ. Dawn με sampling από το True των Spandau Ballet, το Gangsta's Paradise με τον Coolio και sampling το Pastime Paradise του Stevie Wonder. Η Madonna τα τελευταία χρόνια έχει προσεγγίσει με επιτυχία τα sampling με τραγούδια όπως τα Music και Hung Up, στο οποίο χρησιμοποίησε τραγούδι των Abba. Στα 10 καινούρια πετυχημένα τραγούδια της εποχής μας τα τρία τουλάχιστον έχουν χρησιμοποιήσει μέρος από παλαιότερες ηχογραφήσεις, ποσοστό που είναι εξαιρετικά μεγάλο και μάλλον επιβαρύνει το μέλλον του τραγουδιού.


Από τον Κώστα Ζουγρή

επιμέλεια άρθρου Ανδρέας Δηλές

Πρότυπο ιδανικής τραγουδίστριας


Η  ήταν μία από τις πιο πετυχημένες τραγουδίστριες του περασμένου αιώνα και με την παρουσία της από τη δεκαετία του '40 συνέβαλε στην καθιέρωση των δίσκων μακράς διαρκείας, ηχογραφώντας συνήθως συνθέσεις μεγάλων δημιουργών της εποχής και ακολουθώντας μία καλλιτεχνική πορεία αντίστοιχη, σε πολλά σημεία με αυτήν του Frank Sinatra.

Ξεχώρισε χάρη στο πολύπλευρο ταλέντο της· εκτός από ερμηνεύτρια, έγραφε και η ίδια τραγούδια, έκανε ενορχηστρώσεις, έπαιζε στον κινηματογράφο, όπου μάλιστα κέρδισε και μία υποψηφιότητα για το βραβείο Οσκαρ για την ερμηνεία της στην ταινία Pete Kelly's Blues παίζοντας δίπλα στον Frank Sinatra. Η Lee ξεχώρισε από άλλες λευκές τραγουδίστριες της περιόδου που προηγήθηκε της εμφάνισης του ροκ εντ ρολ και συνεχίζοντας και μετά από αυτό, επηρεάζοντας γυναικείες φωνές όπως η Madonna, η Κ. D. Lang, η Dianna Krall, η Shirley Horn, αλλά παράλληλα και άνδρες τραγουδιστές, όπως ο Paul McCartney και ο Elvis Costello.

Με την αισθησιακή φωνή της, ηχογράφησε περισσότερα από 60 άλμπουμ που κάλυπταν διάφορα είδη μουσικής, όπως τζαζ, λάτιν, μπλουζ, ποπ, ρυθμ εντ μπλουζ, σουίνγκ και ροκ. Επίσης είχε συμμετοχή σε αρκετά μιούζικαλ και η φωνή και τα τραγούδια της έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην επιτυχία της ταινίας του οργανισμού Disney Η Λαίδη και ο Αλήτης.

Το πραγματικό της όνομα ήταν Norma Delores Egstrom που μάλλον δεν ήταν και το καταλληλότερο για τραγουδίστρια, γι' αυτό και το άλλαξε σε Peggy Lee, όπως θα έκανε μερικά χρόνια αργότερα και μία άλλη Norma, η Norma Jeane Morternsen, που σαν Marilyn Monroe πήρε κι αυτή αρκετά στοιχεία από την Lee, εμφανισιακά, αλλά και στον τρόπο ερμηνείας των τραγουδιών της.

Η ιστορία της έχει πολλά κοινά σημεία με πολλούς καλλιτέχνες που ξεκίνησαν από φτωχές πολυμελείς οικογένειες και κατάφεραν να συντηρήσουν το αμερικανικό όνειρο.

Γεννήθηκε το 1920 στη Βόρεια Ντακότα και ήταν η τελευταία από τα 7 παιδιά που απέκτησαν οι γονείς της. Σε ηλικία 5 ετών χάνει τη μητέρα της. Ο πατέρας της ξαναπαντρεύτηκε, αλλά η μητριά της δεν είχε και την καλύτερη συμπεριφορά για την ίδια και τα αδέλφια της, ενώ η κατάσταση χειροτέρεψε, αφού ο πατέρας της έγινε αλκοολικός.

Η νεαρή Peggy θα βρει καταφύγιο στο πιάνο της και παίζοντας σ' αυτό θα περνάει όλες σχεδόν τις ελεύθερες ώρες της, ακούγοντας παράλληλα στο ραδιόφωνο τις ορχήστρες των Count Basie και Benny Goodman. Από την ορχήστρα του τελευταίου ξεχώριζε την τραγουδίστρια Maxine Sullivan.

Στα 14 της κάνει την πρώτη της εμφάνιση τραγουδώντας επιτυχίες της εποχής, όπως το Moonglow, με την ορχήστρα του Doc Haines σε τοπικά κλαμπ στην πόλη Valley της Βόρειας Ντακότα. Σύντομα θα έχει το δικό της ραδιοφωνικό σόου, με αμοιβή 5 δολ. συν φαγητό για κάθε της εμφάνιση.

Με το που τελείωσε το Γυμνάσιο άρχισε να συνοδεύει διάφορα συγκροτήματα και ο Bill Sawyer, παίκτης του μπέιζμπολ, θα εντυπωσιαστεί ακούγοντας τη φωνή της στο ραδιόφωνο και θα την αναζητήσει στον σταθμό, προτείνοντάς της στη συνέχεια να τη βοηθήσει να κάνει καριέρα.

Ο παραγωγός ραδιοφωνικών προγραμμάτων Ken Kennedy ήταν αυτός που την προσέλαβε και της συνέστησε να αλλάξει το όνομά της. Λίγους μήνες αργότερα, η Peggy, πια, θα πάει στο Λος Αντζελες για να δοκιμάσει την τύχη της, αλλά θα επιστρέψει στην Ντακότα, αφού δεν κατάφερε κάτι το ιδιαίτερο.

Υστερα από διάφορες αναζητήσεις και συμμετοχές σε μικρές ορχήστρες θα εντυπωσιάσει τον πιανίστα τού Benny Goodman, Mel Powell, ο οποίος θα παρακολουθήσει μία εμφάνισή της σε ξενοδοχείο στο Σικάγο και θα της προτείνει να πάρει τη θέση τής Helen Forrest ως τραγουδίστρια στη δημοφιλή μπάντα του Benny Goodman. Η Helen εγκατέλειψε τον Goodman για να πάει ως τραγουδίστρια του Artie Shaw. Η μεγάλη επιτυχία της με τον Benny Goodman ήταν το Why Don't You Do It Wright?, που το παρουσιάζει στην ταινία του 1943 Stage Door Canteen κάνοντας την πρώτη της εμφάνιση στον κινηματογράφο. Στη συνέχεια παντρεύεται τον κιθαρίστα Dave Barbour, που ήταν μέλος της μπάντας, και δύο χρόνια μετά αποχωρεί από την ορχήστρα του Benny Goodman και αρχίζει να γράφει με τον σύζυγό της τραγούδια, όπως τα Manana και It's Α Good Day. Ο σύζυγός της όμως ήταν κι' αυτός αλκοολικός και σύντομα ο γάμος τους διαλύθηκε.

Από το 1944, που θ' αρχίσει η προσωπική της καριέρα, μέχρι το 1972 καταφέρνει να έχει τουλάχιστον από ένα πετυχημένο τραγούδι της στους καταλόγους επιτυχιών, συμπληρώνοντας έτσι τέσσερις διαφορετικές δεκαετίες, κάτι που δεν είναι ιδιαίτερα συνηθισμένο στον μουσικό χώρο.

Το 1952 προτείνει στην εταιρεία της Capitol να ηχογραφήσει στον ρυθμό του μάμπο τη σύνθεση των Rodgers και Hart Lover, αλλά η εταιρεία το ηχογραφεί με το ντουέτο Les Paul and Mary Ford, γεγονός που οδηγεί τη Lee να διακόψει το συμβόλαιό της και να πάει στην εταιρεία Decca (MCA).

Αρκετοί είναι αυτοί που ισχυρίζονται ότι τα πέντε χρόνια που ηχογράφησε για την Decca ήταν και τα καλύτερα στην καριέρα της. Στο διάστημα αυτό συμμετείχε στην ταινία Pete Kelly's Blues παίζοντας τον ρόλο της Rose δίπλα στον Jack Webb και την Janet Leigh, κερδίζοντας υποψηφιότητα για το Οσκαρ β' γυναικείου ρόλου, έγραψε τραγούδια και δάνεισε τη φωνή της σε τέσσερις χαρακτήρες στην ταινία του Disney Lady and The Tramp, συνέθεσε μαζί με τον Victor Young και τραγούδησε το βασικό θέμα της ταινίας Western του Nicholas Ray, με πρωταγωνιστές τους Sterling Hayden, Joan Crawford, Johnny Guitar, και πάνω απ' όλα κυκλοφόρησε το άλμπουμ Black Coffee, που ήταν μία νέα κίνηση στον χώρο της τζαζ και από τα πρώτα ενιαία σε θεματολογία άλμπουμ (Concept) στην ιστορία της μουσικής.

Το 1958 με την επιστροφή της στην Capitol θα ηχογραφήσει τη δικιά της διασκευή στο Fever και θα κερδίσει δύο υποψηφιότητες για τα βραβεία Γκράμι, ενώ θα έχει στο ενεργητικό της και άλλη μία κλασική ερμηνεία, μια και το Fever θα γίνει ένα από τα πιο γνωστά τραγούδια της και σήμα κατατεθέν για την καλλιτεχνική πορεία της.

Στη δεκαετία του '60 θα συνεχίσει να κάνει εμφανίσεις και το 1969 θα κυκλοφορήσει άλλο ένα κλασικό τραγούδι με τον τίτλο Is That All There Is?, που, ύστερα από 12 συνολικά υποψηφιότητες, αυτή τη φορά θα της χαρίσει και το Γκράμι της καλύτερης γυναικείας ερμηνείας.

Το 1974 θα γνωρίσει ουσιαστικά την τελευταία σχετική επιτυχία της με το Let's Love, που θα γράψει γι' αυτήν ο θαυμαστής της Paul McCartney.

Ανάμεσα στους συνθέτες με τους οποίους συνεργάστηκε γράφοντας μαζί τους τραγούδια μέχρι τον θάνατό της, το 2002, ήταν ονόματα όπως οι Sonny Burke, Victor Young, Francis Lai και ο Duke Ellington.



Από τον Γιάννη Πετρίδη

επιμέλεια άρθρου Ανδρέας Δηλές

September song


Οσοι έχουν γεννηθεί τον μήνα Σεπτέμβριο, εκτός από τα άλλα πλεονεκτήματα που ενδεχομένως έχουν, σίγουρα μπορούν να ισχυριστούν ότι ο μήνας που γεννήθηκαν, έχει εμπνεύσει τους μουσικοσυνθέτες να γράψουν μερικά από τα καλύτερα τραγούδια τους, με συνέπεια οι συνθέσεις που γράφτηκαν γι' αυτόν τον πρώτο φθινοπωρινό μήνα, να συγκρίνονται σε επιτυχία μόνο με αυτές που γράφτηκαν για τον Απρίλιο.

Κορυφαία θέση στη λίστα έχει το September song, που γράφτηκε από τον Kurt Weil το 1938 σε στίχους του Maxwell Anderson και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1938 από τον ηθοποιό Walter Huston στο μιούζικαλ του Μπρόντγουεϊ Knickerbocker Holiday.

Αυτό το μελαγχολικό κλασικό τραγούδι ηχογραφήθηκε στη συνέχεια εκατοντάδες φορές και έγινε επιτυχία σε διαφορετικές χρονολογικές περιόδους, που καλύπτουν σχεδόν όλες τις δεκαετίες από τότε που ακούστηκε για πρώτη φορά.

Ο Anderson ήταν ένας σεναριογράφος, συγγραφέας, ποιητής, ρεπόρτερ και στιχουργός, που είχε κερδίσει το βραβείο Pulitzer. Στο Knickerbocker Holiday πρωταγωνιστούσε ο Walter Huston, πατέρας του σκηνοθέτη John Huston, και ήταν αυτός που ερμήνευσε για πρώτη φορά αυτό το κλασικό τραγούδι, που ξεχώρισε στο πέρασμα του χρόνου από το μιούζικαλ, που είχε σαφείς πολιτικές προεκτάσεις.

Από τις πολλές ερμηνείες του ξεχώρισαν αυτές με τους Frank Sinatra, Jimmy Durante (1955), Lou Reed (1997), Bryan Ferry (1999), Patricia Kaas (2009), Willie Nelson, Lotte Lenya.

Το Try to remember, στο οποίο ο Σεπτέμβριος αναφέρεται σε ομοιοκαταληξία με τη λέξη remember, είναι το πρώτο τραγούδι που ακούγεται στη μουσική κωμωδία The Fantasticks, που παρουσιάστηκε στη Νέα Υόρκη στις αρχές της δεκαετίας του '60, κι έγινε επιτυχία το 1965 με τον Ed Ames, ενώ το ξανάφερε στην επικαιρότητα η Gladys Knight το 1975, τραγουδισμένο μαζί με το The way we were της Barbra Streisand.

Το Try to remember ίσως ενέπνευσε και τον Γιώργο Παπαστεφάνου στο να γράψει τους στίχους για το Θυμήσου τον Σεπτέβρη, που έγινε μεγάλη επιτυχία με τον Κώστα Καρρά σε μουσική του Γιάννη Σπανού το 1967 και χρησιμοποιήθηκε στην παράσταση του έργου του Noel Coward με τον ίδιο τίτλο, που παίχτηκε στο θέατρο «Διονύσια», με πρωταγωνιστές τους Ελλη Λαμπέτη, Κώστα Καζάκο και Κώστα Καρρά.

Remember September είναι ο τίτλος και για το τραγούδι της Belinda Carlisle από το άλμπουμ της Α woman and a man, που κυκλοφόρησε το 1996.

Το 1979 ο Μάνος Ελευθερίου γράφει τους στίχους για το τραγούδι του Ηλία Ανδριόπουλου Θα σε ξανάβρω στους μπαξέδες (τρεις του Σεπτέμβρη να περνάς), τραγουδούν ο Αντώνης Καλογιάννης και η Αλκηστις Πρωτοψάλτη.

Συμπτωματικά για την 3η Σεπτεμβρίου τραγουδούσαν το 1972 και οι Temptations στο Papa was a Rollin' Stone. Αυτή τη συγκεκριμένη μέρα πεθαίνει, σύμφωνα με το τραγούδι, ο πατέρας τού ερμηνευτή.

Για το Φθινόπωρο, με αναφορά στον Σεπτέμβριο, έγραψε στίχους η Λίνα Νικολακοπούλου και τους τραγουδά η Χάρις Αλεξίου σε μουσική του Νίκου Αντύπα.

Θα 'ναι Σεπτέμβρης μήνας, μπορεί κι Οκτώβρης

Θα 'σαι στην πόλη εσύ κι εγώ στο νησί.

Η Λίνα έχει γράψει στίχους και για το Εμείς οι δυο που τραγουδά η Αλκηστις Πρωτοψάλτη: Από Σεπτέμβρη τα μονά και οι ζυγοί.

Η Πόπη Αστεριάδη τραγουδά, σε στίχους του Δημήτρη Χριστοδούλου και μουσική του Γιάννη Γκούμα, το Σεπτέμβρη μήνα μου.

Ο Παντελής Θαλασσινός αναφέρει τον Σεπτέμβρη σε δύο τραγούδια του από το άλμπουμ Καλαντάρι, που κυκλοφόρησε το 2006, στο Αύγουστος είναι και Ενας γλυκός παλιός Σεπτέμβρης, και τα δύο σε στίχους του Ηλία Κατσούλη.

Ο Δημήτρης Μητροπάνος τραγουδά σε στίχους του Φίλιππου Γράψα και μουσική του αξέχαστου Μάριου Τόκα Τον Αύγουστο που μου χρωστάς με αναφορά στον Σεπτέμβριο.

Το πιο χαρακτηριστικό ίσως τραγούδι για τον Σεπτέμβρη είναι το Melancholie του Pepino Di Capri από τις αρχές της δεκαετίας του '60· άλλη μία ιταλική επιτυχία ήταν το 29 Settembre με το συγκρότημα Equipe 84, σύνθεση του Lucio Battisti, ο οποίος με τη σειρά του έχει τραγουδήσει για τον Σεπτέμβρη, όπως και οι Antonello Venditti, Sergio Cammariere, Al Bano και Pepino Gagliardi.

Στη Γαλλία για τον Σεπτέμβρη τραγούδησαν οι Gilbert Becaud, George Brassens, Barbara, στα ισπανικά οι Los Machucambos το Dimmelo In Settembrie, επιτυχία και για την Caterina Valente.

Το 1961 πετυχημένη ήταν η ρομαντική κωμωδία Come September, του σκηνοθέτη Robert Mulligan, με πρωταγωνιστές τους Rock Hudson, Sandra Dee, Gina Lollobrigida και Bobby Darin. Επιτυχία έγινε το ορχηστρικό βασικό της θέμα με τον ίδιο τίτλο.

Το Wake me up when September ends είναι η σχετικά πρόσφατη επιτυχία των Green Day από το άλμπουμ τους American Idiot. Αντίθετα απ' ό,τι πίστευαν αρκετοί στην αρχή, το τραγούδι δεν γράφτηκε για το γεγονός της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001, αλλά για τον πατέρα του τραγουδιστή τους Billie Joe Armstrong, που είχε πεθάνει 20 χρόνια πριν από τη δημιουργία του τραγουδιού, δηλαδή το 1985, όταν ο Billie ήταν πολύ μικρός σε ηλικία.

Το Sealed with a kiss πρωτοπαρουσιάστηκε το 1960 από το συγκρότημα των Four Voices και στη συνέχεια έγινε επιτυχία με τους Brian Hyland (1962), Gary Lewis (1968), Bobby Vinton (1972) και Jason Donovan (1989).

Το September in the rain είναι ένα άλλο κλασικό τραγούδι για τον Σεπτέμβριο και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην ταινία τού 1937 Melody for two από τον James Melton. Αρκετές οι ερμηνείες που έγιναν κατά καιρούς σ' αυτό το καταπληκτικό τραγούδι, με πιο εντυπωσιακή ίσως αυτή με την Dinah Washington.

Από τα υπόλοιπα τραγούδια για τον μήνα που πολλοί πιστεύουν ότι σηματοδοτεί μια καινούρια αρχή κάθε χρόνο στη ζωή μας, ξεχωρίζουν τα: September of my years από το ομώνυμο άλμπουμ του Frank Sinatra, September με τους Earth, Wind and Fire, September Morn' με τον Neil Diamond, It might as well rain yntil September με την Carole King, See you in September με το συγκρότημα των Tempos, που γνώρισε αρκετές ερμηνείες στη συνέχεια και ακούσtηκε στην ταινία American graffiti, September girls με τις Bangles, September night με τον Van Morrison από το άλμπουμ του Inarticulate speech of the heart, Maybe September με τον Tony Bennett κ.ά.


Από τον Κώστα Ζουγρή

επιμέλεια άρθου Ανδρέας Δηλές



Ένας Θηλυκός ροκ χαμαιλέοντας



Οι γυναικείες παρουσίες στο σύγχρονο τραγούδι, που καλύπτουν τη σημερινή ποπ και το ροκ όπως έχει διαμορφωθεί στην εποχή μας, είναι περισσότερες από κάθε άλλη φορά σε σύγκριση με το παρελθόν.

Δεν θα μπορούσα, όμως, να ισχυριστώ το ίδιο και για την αξία τους, η οποία σαφώς υστερεί σε σχέση με το παρελθόν και πάνω απ' όλα χαρακτηρίζεται από έλλειψη προσωπικότητας και πρωτοτυπίας.

Η Linda Ronstadt είναι μια τραγουδίστρια που και αυτή με τη σειρά της επηρεάστηκε από κάποια παλαιότερη, στη συγκεκριμένη περίπτωση η Patsy Cline ήταν το πρότυπο στο οποίο βασίστηκε η εξέλιξή της.

Κατάφερε όμως να περάσει στις ηχογραφήσεις της τη δικιά της προσωπικότητα και να συνδυάσει την κάντρι ροκ της Cline με την ανέμελη, τουλάχιστον φαινομενικά, ζωή στον χώρο του ροκ, και να παίξει σημαντικό ρόλο στην άνθηση της κάντρι ροκ στη δεκαετία του '70.

Οπως συμβαίνει συνήθως με τα αστέρια του ροκ, η προσωπική της ζωή περιλάμβανε ερωτικές σχέσεις με γνωστούς αστέρες, όχι μόνο από τον χώρο του ροκ, αλλά και της πολιτικής, όπως ο Jerry Brown, κυβερνήτης της Καλιφόρνιας, σχέσεις που βοήθησαν στο να κτιστεί ένας μύθος για το απόλυτο θηλυκό και όπως μου έλεγε η Ρενέ Πάπας, το βιβλίο της οποίας πρόκειται να εκδοθεί σύντομα και το αναμένω με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, η Linda ήταν πάντα απόλυτα αφοσιωμένη σε κάθε άντρα με τον οποίο είχε ερωτική σχέση, σε έναν ρόλο σκλάβας-αφέντη, γεγονός που ξετρέλαινε όσους είχαν σχέσεις μαζί της.

Αυτή η φιλοσοφία για τις ανθρώπινες σχέσεις έβγαινε και μέσα από τα τραγούδια της, τα περισσότερα από τα οποία ήταν γραμμένα από άλλους, αφού αυτή έγραφε σπάνια, ήξερε όμως πάντα να διαλέγει τους καλύτερους μουσικούς και τα πιο αξιόλογα τραγούδια για να διασκευάσει.

Η Ronstadt, που γεννήθηκε στο Tuscon της Αριζόνας, έκανε την εμφάνισή της στο Λος Αντζελες το 1966 κι έναν χρόνο αργότερα έγινε τραγουδίστρια του συγκροτήματος Stone Poneys, με τους οποίους γνώρισε μια μεγάλη επιτυχία με το Different drum το 1967. Το συγκρότημα δύο χρόνια αργότερα διαλύθηκε, αλλά η Linda είχε καταφέρει να εδραιωθεί σαν η πριγκίπισσα του ροκ στην περιοχή της Καλιφόρνιας και στην παρέα της συμμετείχαν τα μέλη των Eagles, οι οποίοι, πριν κάνουν την δικιά τους καριέρα, ήταν το προσωπικό της συγκρότημα, ο Jackson Browne, ο J.D. Souther. Ολοι αυτοί ανήκαν στην «αυλή της», έπαιζαν στους δίσκους της και της έδιναν τραγούδια βοηθώντας στην επιτυχία της.

Επειτα από μερικά καλά, αλλά μέτρια σε εμπορική επιτυχία άλμπουμ, η Linda το 1974 συνεργάζεται με τον παραγωγό Peter Asher, αδελφό τής Jane Asher, που ήταν φίλη τού Paul McCartney στη δεκαετία του '60. Ο Peter ήταν πρώην μέλος του πετυχημένου ντουέτου Peter and Gordon και ήδη πετυχημένος παραγωγός σε καλλιτέχνες όπως ο James Taylor. Αποτέλεσμα της συνεργασίας ήταν το άλμπουμ Heart like a wheel, στο οποίο η Linda ερμήνευσε έναν συνδυασμό από σύγχρονα νέα αλλά και κλασικά τραγούδια από το παρελθόν, όπως το You're no good, που μπορεί να ξεκίνησε από την Αμερική και την ερμηνεία της Betty Everett, αλλά προφανώς ο Peter Asher το ήξερε από την ερμηνεία των Swinging Blue Jeans στην Αγγλία, όταν ήταν μέλος του ανταγωνιστικού ντουέτου των Peter and Gordon, οι οποίοι ήταν στις 9 Ιουλίου του 1964 ταυτόχρονα με τους Swinging Blue Jeans μέσα στα 10 της Βρετανίας με το τραγούδι τους Nobody Ι know.

Στα επόμενα χρόνια της δεκαετίας του '70, η Ronstadt θα συνεχίσει τη φόρμουλα των διασκευών γνωστών επιτυχιών από το παρελθόν στα πλατινένια άλμπουμ της Prisoner in disguise (1975), Hasten down the wind (1976), Simple dreams (1977) και Living in the U.S.Α., με τραγούδια όπως τα Tracks of my tears, Heat wave από τον ήχο της Μοτάουν, Blue Bayou του Roy Orbison, τραγούδια της Karla Bonoff, του Warren Zevon, που τον βοήθησε στο να γίνει γνωστός στο ευρύ κοινό, ενώ επίσης ήταν η πρώτη που έκανε γνωστό τον Elvis Costello στην Αμερική χάρη στη διασκευή της στο τραγούδι του Alison.

Διαβάζοντας το βιογραφικό της, βλέπει κανείς ότι τα είδη της μουσικής με τα οποία έχει ασχοληθεί καλύπτουν το ροκ, την τζαζ, το ρυθμ εντ μπλουζ, την κάντρι, τη φολκ, τον ήχο των μεγάλων ορχηστρών, τη Λατινική Αμερική, τα cajun, τον ήχο των mariachi και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς.

Από την εμφάνισή της στο Μπρόντγουεϊ στην παράσταση του Pirates of Penzance το 1980 δίπλα στον Kevin Cline, συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν και πολύ μακριά από τους ήχους που άκουγαν οι γονείς της όταν ήταν σε νεαρή ηλικία. Ο παππούς της μάλιστα, Fred Ronstadt, φέρεται ως ο δημιουργός της πρώτης ορχήστρας στο Tuscon και η μητέρα της Rythmary Copeman Ronstadt είχε στην κατοχή της μία πλούσια συλλογή από δίσκους των Gilbert & Sullivan, οι οποίοι είχαν γράψει το μιούζικαλ στο οποίο η ερμηνεία της τής απέφερε την υποψηφιότητα για το βραβείο Tony και δύο χρόνια αργότερα, μία υποψηφιότητα για τις Χρυσές Σφαίρες στην κινηματογραφική μεταφορά του έργου.

Η συμμετοχή της στο μιούζικαλ των Gilbert & Sullivan της άνοιξε την όρεξη και το 1984 έπαιξε ξανά στο Μπρόντγουεϊ τον ρόλο της Mimi στην όπερα του Puccini La Boheme.

Στην ίδια περίοδο, στη δεκαετία του '80, αρχίζει να ηχογραφεί τα άλμπουμ με τα κλασικά τραγούδια της αμερικανικής μουσικής παράδοσης με τη βοήθεια του γνωστού αμερικανού ενορχηστρωτή Nelson Riddle. Η συνεργασία τους θα οδηγήσει στη δημιουργία τριών εξαιρετικών δίσκων: What's new (1983), Lush life (1985) και For sentimental reasons (1986), που θα σημειώσουν όλοι μεγάλη επιτυχία και θα χαρίσουν οριστικά στη μεγάλη τραγουδίστρια τον τίτλο της γυναίκας χαμαιλέοντα στον χώρο του ροκ και από τα 6 συνολικά εξώφυλλα στο περιοδικό «Rolling Stone» θα περάσει πια σε άλλους χώρους και θα φιλοξενηθεί σε εξώφυλλα περιοδικών όπως το «Time».

Η συνεργασία αυτή θα φέρει πιο κοντά στο νεανικό κοινό και τον Nelson Riddle, που μέχρι τότε η νεολαία τον αντιπαθούσε γιατί τον χαρακτήριζε «αρχαίο», λόγω της συνεργασίας που είχε με τους τραγουδιστές της δεκαετίας του '50.

Περίπου την ίδια περίοδο, το 1986, κάνει τη δεύτερη συνεργασία της με τις Dolly Parton και Emmylou Harris ηχογραφώντας το δεύτερο άλμπουμ με το όνομα «Trio» (το πρώτο είχε περάσει σχεδόν απαρατήρητο το 1978). Η δεύτερη συνεργασία τους έγινε επιτυχία και τους χάρισε το βραβείο Γκράμι, ως καλύτερος δίσκος στον χώρο της κάντρι, ενώ προτάθηκε και για άλμπουμ της χρονιάς μαζί με τους δίσκους των U2, Michael Jackson, Whitney Houston και Prince.

Η συνεργασία θα επαναληφθεί το 1999, με ένα άλμπουμ που είχε ηχογραφηθεί το 1994 και θα τους χαρίσει ξανά το βραβείο Γκράμι στον χώρο της μουσικής κάντρι.

Η καλή σχέση που είχε με τα ισπανικά και το Μεξικό, την οδήγησαν στο να ηχογραφήσει μία σειρά από άλμπουμ σ' αυτή τη γλώσσα και να κερδίσει βραβεία σε μία διαφορετική κατηγορία, διευρύνοντας ακόμη περισσότερο το ρεπερτόριό της, γεγονός όχι ιδιαίτερα συνηθισμένο και ίσως μοναδικό για μια τραγουδίστρια με τόσο σημαντική παρουσία στον χώρο του ροκ.

Συνολικά έχει κυκλοφορήσει περισσότερα από 30 στούντιο άλμπουμ κι έχει συμμετάσχει σε άλλα 120, καλλιτεχνών όπως οι Philip Glass, Paul Simon, Neil Young, The Chieftains, The Eagles, Randy Newman κ.ά.

Στις συνολικά 27 υποψηφιότητες που κέρδισε για τα βραβεία Γκράμι, προτάθηκε για βράβευση σε είδη μουσικής όπως Rock, Pop, Country, Tropical Latin, Mexican-American, μουσική για παιδιά και παραδοσιακή φολκ.


Από τον Γιάννη Πετρίδη




Αρχής γενομένης από την Τετάρτη με τη σημαδιακή ημερομηνία 09/09/09. Τότε κυκλοφορούν, ταυτόχρονα, τα καινούργια «remaster» των κλασικών τους άλμπουμ αλλά και το πολυδιαφημισμένο βιντεοπαιχνίδι με τα τραγούδια τους. Και μην το ξεχνάμε... Ούτε λίγο ούτε πολύ, βρισκόμαστε σαράντα χρόνια περίπου μετά τη διάλυσή τους.

* Πρώτη φορά μετά το 1987, όταν και βγήκαν σε CD, επανακυκλοφορούν τα αυθεντικά 12 άλμπουμ του γκρουπ. Με καινούρια επεξεργασία ήχου -όσοι τα άκουσαν μιλούν για «φανταστικό αποτέλεσμα»- μια και κατά γενική ομολογία οι προηγούμενες επανεκδόσεις ήταν πολύ φτωχές σε ηχητικό επίπεδο.

Οσοι σπεύσουν να αγοράσουν τα πρώτα αντίτυπα θα είναι πιο τυχεροί, γιατί αυτά θα περιέχουν έξτρα παροχές όπως διάφορα βίντεο με στιγμιότυπα από το στούντιο, λάιβ αποσπάσματα και συνεντεύξεις.

* Εκτός, όμως, από τις μεμονωμένες κυκλοφορίες των δίσκων τους, την Τετάρτη βγαίνουν στην αγορά και τα δύο πολυαναμενόμενα box set τους.

Το πρώτο είναι το Remastered in Stereo με 17 συνολικά CD. Πέραν των άλμπουμ θα περιέχει κι ένα διπλό CD με σκόρπια τραγούδια που δεν βρίσκονταν στο παρελθόν σε κανέναν από τους δίσκους τους, συν ένα DVD με ανέκδοτο οπτικοακουστικό υλικό.

Το δεύτερο κουτί λέγεται The Beatles In Mono και περιέχει όλες τις κυκλοφορίες του γκρουπ σε μονοφωνική έκδοση - τα CD θα βρίσκονται σε καλαίσθητες συσκευασίες με την ορίτζιναλ δουλειά του βινυλίου. Το στερεοφωνικό κουτί στοιχίζει γύρω στα 200 ευρώ, ενώ το μονοφωνικό είναι πιο ακριβό.

Τα τραγούδια τους σε καραόκε

* «Ποιος θα φανταζόταν ότι τελικά θα καταλήγαμε να γίνουμε ανδροειδή», αστειευότανε ο Πολ Μακάρτνεϊ τον Ιούνιο, παρουσιάζοντας, στη μεγαλύτερη έκθεση ηλεκτρονικών παιχνιδιών του Λος Αντζελες, το νέο βιντεοπαιχνίδι «Beatles: Rock Band».

Μαζί του, στη διαφημιστική προώθηση του παιχνιδιού, ο Ρίνγκο Σταρ, αλλά και οι χήρες των Τζον Λένον και Τζορτζ Χάρισον, Γιόκο Ονο και Ολίβια αντίστοιχα.

Το βιντεοπαιχνίδι που επίσης κυκλοφορεί την Τετάρτη περιλαμβάνει 49 τραγούδια -«All you need is love», «Here comes the sun», «Get back» κ.ά.- και θα είναι σε μορφή καραόκε.

Οι παίκτες, χρησιμοποιώντας τηλεχειριστήρια θα μπορούν να παίζουν κιθάρα, μπάσο και άλλα μουσικά όργανα όμοια με εκείνα που χρησιμοποιούσε το συγκρότημα τη δεκαετία του '60. Κρίνοντας από το όχι και τόσο διαφωτιστικό διαφημιστικό βίντεο που κυκλοφορεί στο YouTube, το προϊόν δεν μοιάζει και τόσο ελκυστικό. Ο Πολ πάντως το βρήκε «τέλειο», ενώ ο Ρίνγκο στάθηκε στην «καλή ποιότητα των γραφικών». Η Γιόκο δεν είπε τίποτα γιατί προφανώς έχει άλλες προτεραιότητες. Πώς να πιάσει υψηλότερες τιμές σε δημοπρασία αγαπημένων αντικειμένων του Τζον, ας πούμε. Ολα στο βωμό του κέρδους αν και, σύμφωνα με εκπρόσωπο της Microsoft, τα έσοδα από ένα bonus track που θα υπάρχει στο πακέτο του βιντεοπαιχνιδιού θα διατεθούν στους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα...

* Το «Yellow Submarine», η περίφημη ταινία κινουμένων σχεδίων του 1968 που αναφέρεται στην ψυχεδελική περίοδο του συγκροτήματος, θα αποτελεί το επόμενο φιλμ του Ρόμπερτ Ζεμέκις, σκηνοθέτη του «Forrest Gump». Τα γυρίσματα θα πραγματοποιηθούν με μια πρωτοποριακή τρισδιάστατη τεχνική, σύμφωνα με την οποία οι κάμερες θα καταγράφουν τις κινήσεις των ηθοποιών μετατρέποντάς τις, αμέσως μετά, σε τρισδιάστατα κινούμενα σχέδια.

* Εν τω μεταξύ γιορτάζεται και η 40ή επέτειος του «Abbey Road», του άλμπουμ με ένα από τα πιο χαρακτηριστικά εξώφυλλα στην ιστορία της μουσικής. Προ ημερών, μάλιστα, οπαδοί του συγκροτήματος φόρεσαν τα κλασικά κοστούμια των Beatles και συγκεντρώθηκαν έξω από το θρυλικό στούντιο του Λονδίνου. Σκοπός τους να φωτογραφηθούν στη στάση του εξωφύλλου, ζωντανεύοντας, έτσι, την κλασική σκηνή στη διάβαση.

«Είναι γοητευτικό αυτό που συμβαίνει», δήλωσε ο Τόνι Μπράμγουελ, παλιός μάνατζερ του συγκροτήματος. «Εγώ, ο Πολ και ο Ρίνγκο είμαστε οι μοναδικοί ζωντανοί απ' όσους ήμασταν παρόντες στην ιστορική εκείνη φωτογράφηση».


Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ





Στις αρχές του περασμένου αιώνα, οι μαύρες τυφλές γυναίκες που είχαν κάποιο ταλέντο στη μουσική είχαν καταφύγιο τις εκκλησιαστικές χορωδίες, όπου μπορούσαν να τραγουδήσουν διάφορους θρησκευτικούς ύμνους και τα γνωστά τραγούδια γκόσπελ.

Σε αντίθεση με τις γυναίκες, οι τυφλοί άντρες που ήθελαν να ασχοληθούν με τη μουσική είχαν σαφώς περισσότερες επιλογές, και μερικοί από αυτούς κατάφεραν να μείνουν στην ιστορία, κυρίως χάρη στις μετέπειτα διασκευές των τραγουδιών τους από μεγάλα ονόματα του ροκ.

Κοινό χαρακτηριστικό για τους τυφλούς κιθαρίστες των μπλουζ που θα αναφερθούν, το γεγονός ότι όλοι τους έγιναν για πρώτη φορά γνωστοί με ηχογραφήσεις τους στα τέλη της δεκαετίας του '20.

Ο Blind Lemon Jefferson γεννήθηκε την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα· ως έτος γεννήσεως αναφέρονται οι χρονολογίες 1893, 1894 ή 1897 και ως τοποθεσία, το Couchman του Τέξας.

Τυφλός εκ γενετής, ο Lemon Jefferson ήταν το τελευταίο από τα 7 παιδιά των γονιών του. Αυτή η αναπηρία του δεν του άφηνε πολλά περιθώρια για επαγγελματική αποκατάσταση, έτσι από μικρός ασχολήθηκε με τη μουσική και από το 1911 αναφέρεται ότι έκανε εμφανίσεις σε διάφορους χώρους παίζοντας μουσική για να κερδίσει μερικά χρήματα. Σε ηλικία 20 ετών μετακόμισε στο Ντάλας και συχνά έκανε εμφανίσεις σε διάφορες περιοχές της Πολιτείας του Τέξας.

Αργότερα πήγε στο Σικάγο και άρχισε να ηχογραφεί τα τραγούδια του γύρω στο 1926. Συνολικά έχουν διασωθεί περίπου 80 ηχογραφήσεις του αυτής της πρώτης περιόδου 1926-1929. Πέθανε τον Δεκέμβριο του 1929.

Η μεγαλύτερη επιτυχία του ήταν το Matchbox Blues το 1927, που ηχογραφήθηκε στη δεκαετία του '50 ως Matchbox από τον Carl Perkins και στη δεκαετία του '60 από τους Beatles.

Αλλα τραγούδια του που ηχογραφήθηκαν από ροκ καλλιτέχνες είναι τα Boll Weevil Blues, που ηχογραφήθηκε με τον τίτλο De Ballot of De Boll Weevil από τους White Stripes και See That My Grave Is Kept Clean από τους Bob Dylan και Β.Β. King.

Αναφορά στον Blind Lemon Jefferson κάνουν σε τραγούδια τους οι Van Morrison, στο τραγούδι του Cleaning Windows, ο Nick Cave με τους Bad Seeds που ηχογράφησαν το Blind Lemon Jefferson για το άλμπουμ τους Fisrt Born Is Dead και ο Geoff Muldaur στο Got Το Find Blind Lemon.

Ο Leadbelly και ο Τ-Bone Walker έχουν δηλώσει ότι σε νεαρή ηλικία δούλεψαν μαζί του, ο πρώτος ηχογράφησε και το τραγούδι My Friend Blind Lemon.

Ο William Samuel McTell, γνωστός ως Blind Willie McTell, γεννήθηκε στις 5 Μαΐου του 1898 στην Τζόρτζια, αλλά κάποιες πηγές αναφέρουν ότι γεννήθηκε το 1901 ή το 1903. Πέθανε στις 19 Αυγούστου του 1959 και πρόλαβε να ηχογραφήσει 149 τραγούδια.

Τυφλός αρχικά από το ένα του μάτι, σε παιδική ηλικία έχασε την όραση και απ' το άλλο. Από μικρός έδειξε ενδιαφέρον για τη μουσική κι έμαθε να παίζει εξάχορδη κιθάρα. Ο πατέρας του εγκατέλειψε αυτόν και τη μητέρα του, μετά τον θάνατο της οποίας αναγκάστηκε να γίνει περιπλανώμενος μουσικός για να ζήσει. Το 1927 άρχισε τη δισκογραφική του καριέρα στην πόλη της Ατλάντα.

Το πιο γνωστό τραγούδι του είναι το Statesboro Blues, το οποίο αναφέρεται στην πόλη της Τζόρτζια, όπου πέρασε αρκετά χρόνια της ζωής του. Διασκευάστηκε από τους David Bromberg, Taj Mahal και Allman Brothers. Το Your Southern Can Is Mine διασκευάστηκε από τους White Stripes και Kurt Cobain των Nirvana. Ο Bob Dylan τον αναφέρει στο τραγούδι του Highway 61 Revisited, στο τραγούδι που έχει για τίτλο το όνομά του, δηλαδή Blind Willie McTell, από το άλμπουμ του The Bootleg Series Volume 1-3, στο Ρο'Boy από το Love and Theft του 2001. Επίσης ο Dylan έχει διασκευάσει τα Broke Down Engine και Delia στο άλμπουμ του World Gone Wrong του 1993.

Το πραγματικό όνομα του Blind Boy Fuller ήταν Fulton Allen. Γεννήθηκε στις 10 Ιουλίου του 1907 στο Wasesboro της βόρειας Καρολίνας και πέθανε στις 13 Φεβρουαρίου του 1941.

Οι γονείς του είχαν συνολικά 10 παιδιά και από μικρός έμαθε να παίζει κιθάρα, αφού έχασε την όρασή του σε νεαρή ηλικία. Αρχισε να ηχογραφεί από το 1928.

Το τραγούδι του Get Your Yas Yas Out ήταν αυτό που έδωσε τον τίτλο στο live άλμπουμ των Rolling Stones αρκετά χρόνια αργότερα. Το What's That Smells Like Fish έγινε Keep On Truckin' από τους Hot Tuna.

Ο Blind Willie Johnson γεννήθηκε το 1902 στο Marlin του Τέξας και πέθανε το 1949.

Ηταν τυφλός από την ηλικία των 7 ετών, κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες· μερικοί αναφέρουν ως αιτία της τύφλωσής του το ότι η μητριά του τού έριξε καυτό νερό στο πρόσωπο. Ο Willie ασχολήθηκε από μικρός με τη μουσική, μαθαίνοντας αρχικά πιάνο και στη συνέχεια κιθάρα, παράλληλα με τη συμμετοχή του στην εκκλησία. Συνδύασε μάλιστα αυτά τα δύο ενδιαφέροντά του με τη σύνθεση θρησκευτικών τραγουδιών και αρκετές συνθέσεις του βασίστηκαν σε παλιούς ύμνους· Τα τραγούδια αυτά τα παρουσίαζε αρχικά στους δρόμους της πόλης όπου γεννήθηκε.

Το 1927 άρχισε να ηχογραφεί τα πρώτα του τραγούδια με το όνομα Blind Marlin Texas, σημειώνοντας μάλιστα αρκετή επιτυχία.

Ο Ry Cooder αναφέρει τη σύνθεση του Johnson Dark Was The Night ως ένα από τα σημαντικότερα τραγούδια στην ιστορία της μουσικής και η μουσική που έγραψε για την ταινία Παρίσι, Τέξας βασίζεται σ' αυτό. Το ίδιο τραγούδι χρησιμοποίησε ο Παζολίνι στην ταινία Ευαγγέλιο Κατά Ματθαίο· επίσης ακούγεται στο Ι Walk The Line, στην ταινία για τη ζωή του Johnny Cah. Η σύνθεση του Johnson χρησιμοποιήθηκε ως τίτλος και για τη συλλογή που κυκλοφόρησε από την εταιρεία 4AD πριν από μερικούς μήνες, με το Kronos Quartet να παίζει το Dark was The Night. Ενας άλλος κιθαρίστας, ο Eric Clapton αναφέρει το It's Nobody's Fault But Mine ως το τελειότερο κιθαριστικό τραγούδι και το έχει συμπεριλάβει στο ρεπερτόριό του, όπως και οι Led Zeppelin, που το έχουν αλλάξει αρκετά στο άλμπουμ τους Presence. Από τις πιο γνωστές συνθέσεις τού Johnson είναι το In My Time Of Dying, που στην πρωτότυπη εκδοχή του είχε τον τίτλο Jesus Make Up My Dying Bed. Ο Dylan το διασκεύασε στο πρώτο του άλμπουμ και επίσης το ηχογράφησαν οι Led Zeppelin, οι οποίοι στο δεύτερο άλμπουμ τους έχουν βάλει φωτογραφία του. Ακόμη, συνθέσεις του ερμήνευσαν ονόματα όπως οι Beck, White Stripes, το John The Revelator, που έχει διασκευασθεί και από τους Taj Mahal και Son House, το 1968 οι Fairport Convention ηχογράφησαν το Dark Was The Night, Cold Was The Ground με τον τίτλο The Lord Is In The Place... How Dreadful Is This Place, οι Peter, Paul and Mary άλλαξαν τον τίτλο τού If Ι Had My Way Ι'd Tear The Building Down σε Samson and Delilah, το οποίο ηχογράφησαν αργότερα και οι Grateful Dead, το Nobody's Fault But Mine διασκευάστηκε από τη Nina Simone, ο Ben Harper είχε σαν κρυφό τρακ στο πρώτο του άλμπουμ το By and By Ι'm Going Το See The King, ο Bruce Cockburn διασκεύασε το 1991 το Soul Of Α Man· το ίδιο έκανε και ο Eric Burdon το 2006.



Από τον Κώστα Ζουγρή





Οσοι πιστεύουν σε κάποιον θεό πηγαίνουν να τον προσκυνήσουν στη Ρώμη, στο Σαντιάγο ντε Κομποστέλα, στη Μέκκα ή στην Ιερουσαλήμ. Οσοι πιστεύουν στον βασιλιά του ροκ εν ρολ θα παρευρεθούν στην Γκρέισλαντ στο Μέμφις (ΗΠΑ). Μπροστά από το μνήμα του Ελβις Πρίσλεϊ στον Κήπο των Διαλογισμών, άνθρωποι κλαίνε, τηρούν κατανυκτική σιγή, αποθέτουν λούτρινα αρκουδάκια στη μνήμη του τραγουδιού του «Τέντι Μπέαρ» ή βγάζουν φωτογραφίες σαν να βρίσκονταν στις Πυραμίδες της Αιγύπτου. «Χαμογέλα στην κάμερα!». «Μα καλά, δεν καταλαβαίνεις ότι είμαστε μπροστά στο μνήμα του;». Ο σύντομος διάλογος ανάμεσα σε ένα ζευγάρι Καναδών, ο οποίος εκτυλίχτηκε στην επιβλητική έπαυλη όπου έζησε και είναι θαμμένος σήμερα ο Ελβις Πρίσλεϊ δίπλα στη μητέρα του Γκλάντις, στον πατέρα του Βέρνον και στη γιαγιά του Μίνι Μάε (πρόκειται ίσως για τους μοναδικούς συγγενείς μουσικού των οποίων τα ονόματα είναι γνωστά στους θαυμαστές του), είναι ένα μόνο παράδειγμα αυτών που μπορεί να πετύχει κανείς στον απέραντο ωκεανό της μανίας για τον Ελβις. Διότι αν υπάρχει ένα πράγμα που καταλαβαίνει κανείς όταν επισκεφθεί την Γκρέισλαντ, όπου κάθε χρόνο γιορτάζεται η επέτειος του θανάτου του Βασιλιά, είναι ότι δεν υπάρχει ένα πρότυπο οπαδού του Ελβις: υπάρχουν τόσο πολλοί και τόσο διαφορετικοί λόγοι για τους οποίους ο κόσμος τον λατρεύει, που θα ήταν άδικο και αλαζονικό εκ μέρους μας να επιχειρήσουμε να τους ταξινομήσουμε. Ο Ελβις Πρίσλεϊ πέθανε σε ηλικία μόλις 42 χρόνων από ανακοπή καρδιάς, στις 16 Αυγούστου 1977. Η εξάρτησή του από τις αμφεταμίνες, τις δεξτρίνες, τα ηρεμιστικά και κάθε είδους συνταγογραφημένες ουσίες διέλυσε τον άνθρωπο που τη δεκαετία του 1950 ανακάλυψε το ροκ εν ρολ και χάρη στον οποίο γεννήθηκε η λατρεία των διασημοτήτων στην οποία είναι σήμερα βυθισμένη η ποπ κουλτούρα. 

Το αθλητικό παράστημα και η χαρισματική παρουσία του Ελβις έδωσαν τη θέση τους σε ένα παχύσαρκο και ταλαιπωρημένο σώμα που δεν μπορούσε να κινηθεί επάνω στη σκηνή, με αποτέλεσμα να αποτελεί παρωδία του εαυτού του τα τελευταία χρόνια της καριέρας του. Γι΄ αυτό υπάρχουν κάποιοι σαν τον μουσικοκριτικό Τσακ Κλόστερμαν οι οποίοι ισχυρίζονται ότι ο Ελβις πέθανε την «κατάλληλη στιγμή»: βρισκόταν σε απόλυτη πτώση και ο θάνατος τον γλίτωσε από τη λήθη, καθώς, αφότου θάφτηκε, άρχισε να ζει μια διαρκή ανάσταση που τον διατηρεί σε πλήρη εμπορική φόρμα.
 

Το άνοιγμα της Γκρέισλαντ στο κοινό το 1982 και η άγρια εμπορευματοποίηση της εικόνας του πυροδότησαν το φαινόμενο της υστερικής λατρείας στο πρόσωπό του και, παρ΄ όλο που θα φαινόταν τολμηρό να συγκρίνουμε την Γκρέισλαντ με θρησκευτικούς ναούς όπως ο καθεδρικός του Αγίου Πέτρου στη Ρώμη, το σίγουρο είναι ότι πρόκειται για τη δεύτερη ιδιωτική κατοικία στις ΗΠΑ με τις περισσότερες επισκέψεις μετά τον Λευκό Οί κο. Υπολογίζεται ότι δέχεται 600.000 επισκέπτες ετησίως και μόνο τη βδομάδα της επετείου του θανάτου του, την αποκαλούμενη Εβδομάδα του Ελβις που περιλαμβάνει κάθε είδους δραστηριότητες γύρω από αυτόν, τουλάχιστον 40.000 άτομα αναμένεται να περάσουν από το Μέμφις, τη νότια πόλη χωρίς την οποία είναι αδύνατον να κατανοήσει κανείς την
 μπλουζ, τη σόουλ και φυσικά τη ροκ που μέσω του Ελβις Πρίσλεϊ συντάραξε τόσο σε μουσικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο τις ΗΠΑ στα μέσα της δεκαετίας του 1950. 

«Ο Ελβις, ίσως και άθελά του, υπήρξε επαναστάτης, γιατί αυτό που έκανε, να αναμείξει δηλαδή την
 κάντρι με την μπλουζ και τα γκόσπελ, άλλαξε την ιστορία της μουσικής. Κανείς δεν είχε τολμήσει να ανακατέψει τους ήχους των λευκών με εκείνους των μαύρων και ο Ελβις το έκανε, δημιουργώντας κάτι εντελώς προσωπικό που επηρέασε ό,τι και αν ακολούθησε μετά» εξηγεί ο Βιθέντε Αουμάδα, ένας ισπανός ειδικός στον Ελβις Πρίσλεϊ, υπεύθυνος της ισπανικής ραδιοφωνικής εκπομπής «Κλαμπ Ελβις», ο οποίος ταξίδεψε στο Μέμφις με ένα γκρουπ 40 Ισπανών οι οποίοι, σαν καλοί φαν, διένυσαν όλη την επίσημη διαδρομή που κάνει όποιος έρχεται ως εδώ για να αποτίσει φόρο τιμής στον Ελβις. Εκαναν την πρώτη τους στάση στο Τουπέλο, το χωριό της γειτονικής Πολιτείας του Μισισιπή, όπου γεννήθηκε ο τραγουδιστής στις 8 Ιανουαρίου 1935, σε απόσταση δύο ωρών από το Μέμφις. «Συγκινήθηκα βλέποντας τις ταπεινές ρίζες του ανθρώπου που υπήρξε το μεγαλύτερο αστέρι όλων των εποχών» είπε ο Τομάς Αλκάνταρα, ένας Μαδριλένιος με φαβορίτες α λα Πρίσλεϊ, θαυμαστής του Ελβις από τότε που ήταν παιδί και αναζητούσε «αυθεντικά συναισθήματα». 

Ανάμεσα στους συνταξιδιώτες του ήταν και ο Χόρχε Πέρεθ Παράδα, ένας καλλιτέχνης που παραπονιόταν ότι «το σκηνικό στο Τουπέλο είναι στημένο για τους τουρίστες, το σπίτι είναι πολύ φροντισμένο και πέρα από αυτό δεν υπάρχει τίποτε άλλο, είναι ένα χωριουδάκι που δεν νομίζω ότι αξίζει τον κόπο να το επισκεφθεί κανείς». Αυτός ήθελε να βρει κυρίως «εκείνους τους δίσκους του Ελβις που είναι αδύνατον να πετύχεις στην Ισπανία».
 

Για παράδειγμα, τα αυθεντικά
 σινγκλ που ηχογράφησε ο Ελβις στη Sun Records, τη θρυλική δισκογραφική εταιρεία της οδού Union, που ίδρυσε ο Σαμ Φίλιπς, ο οραματιστής που τόλμησε να ηχογραφήσει μουσικούς της μαύρης φυλής, όπως ο Μπι Μπι Κινγκ ή ο Ρούφους Τόμας, όταν ήταν ακόμη άγνωστοι, και ο οποίος ανακάλυψε όχι μόνο τον Ελβις Πρίσλεϊ αλλά και πολλά άλλα ταλέντα της εποχής, όπως ο Καρλ Πέρκινς ή ο Τζόνι Κας. Η δισκογραφική εταιρεία δεν υπάρχει σήμερα στο Μέμφις, διατηρείται όμως το κτίριο το οποίο λειτουργεί ως μουσείο και στούντιο ηχογράφησης με το ίδιο πάτωμα, το ίδιο πιάνο και το ίδιο μικρόφωνο εκείνης της εποχής, όπου ακόμη έρχονται μουσικοί από τις ΗΠΑ και το εξωτερικό για να ηχο γραφήσουν. Λέγεται ότι, όταν ο Μπομπ Ντίλαν και ο Μπόνο πέρασαν από εκεί πριν από λίγα χρόνια, φίλησαν το πάτωμα: αν υπάρχουν ναοί του ροκ εν ρολ, αυτό το στούντιο είναι ένας από αυτούς. 

Και ηθοποιός του κινηματογράφου από το 1956, ο Ελβις Πρίσλεϊ εμφανίστηκε σε 31 ταινίες οι οποίες στην πλειονότητά τους στόχευαν να διατηρήσουν «ζωντανή» τη δημοτικότητά του και στη μεγάλη οθόνη. Ο Πρίσλεϊ δεν διακρίθηκε ποτέ για τις αρετές του στην υποκριτική τέχνη, αλλά οι περισσότερες από αυτές τις ταινίες σημείωσαν επιτυχία γιατί οι θαυμαστές του ήθελαν

Εκεί ηχογράφησε ο Ελβις τον πρώτο του δίσκο «Μy happiness»το 1953, μια εκτέλεση ενός κλασικού τραγουδιού της κάντρι, που στην αρχή δεν έκανε καμία εντύπωση στον Σαμ Φίλιπς. Ο Ελβις μετακόμισε από το Τουπέλο στο Μέμφις το 1949. Ηταν παθολογικά ντροπαλός: έπαιζε κιθάρα σχεδόν μόνο στα κρυφά, μπροστά στους φίλους του μόνο σε ειδικές περιστάσεις. Αλλά καταβρόχθιζε μουσική: άκουγε όλες τις ραδιοφωνικές εκπομπές και έφευγε από την εκκλησία του για να παρευρεθεί στις τελετές γκόσπελ των μαύρων σε έναν ρατσιστικό Νότο όπου η έγχρωμημουσική ήταν περιφρονητέα από τους λευκούς. Γι΄ αυτό, όταν το 1954 ο Σαμ Φίλιπς αποφάσισε να του δώσει μια δεύτερη ευκαιρία και τον άκουσε να αυτοσχεδιάζει το «Τhat΄s all right»του τραγουδιστή της μπλουζ Αρθουρ Κρούνταπ αλλά σε πολύ πιο γρήγορη εκτέλεση και με φωνή που δεν αντιστοιχούσε στο χρώμα του δέρματός του, κατάλαβε ότι είχε μπροστά του ένα ξεχωριστό ταλέντο. 

Και δεν έκανε λάθος. Από εκείνη τη στιγμή ο Ελβις, που σιγά σιγά μεταμορφωνόταν σε έναν ανεμοστρόβιλο ρυθμού και σαγήνης επάνω στη σκηνή, άρχισε να χτίζει μια μετεωρική καριέρα με αποτέλεσμα να αγοράσει το 1957 την Γκρέισλαντ, ένα σπίτι-παλάτι αποικιακού ρυθμού, που ανήκε σε μια οικογένεια της περιοχής η οποία το είχε ονομάσει έτσι προς τιμήν της κόρης της Γκρέις. Ο Ελβις ήθελε να χαρίσει αυτό το σπίτι στους γονείς του αλλά είχε επίσης ανάγκη να ξεφύγει από τους θαυμαστές και τους δημοσιογράφους που τον καταδίωκαν ασταμάτητα από τη στιγμή που οι τηλεοπτικές του εμφανίσεις τον μετέτρεψαν όχι μόνο σε ένα νεανικό είδωλο χωρίς όμοιό του στην ιστορία, αλλά και σε μια προσβολή ενάντια στην ηθική, καθώς οι κινήσεις της λεκάνης του, η ασυνήθιστη αισθητική του και η μολυσμένη από τους μαύρους ήχους μουσική του σκανδάλιζαν την κοινωνία της εποχής. 

Στην Γκρέισλαντ, με 23 δωμάτια και με συνολική επιφάνεια σχεδόν 1.000 τ.μ., που επρόκειτο να αυξηθούν σε περισσότερα από 1.500 

τ.μ., άρχισε να χτίζει το μνήμα του σε ηλικία μόλις 22 χρόνων. Οσο αυξάνονταν η φήμη και τα εκατομμύριά του, αυξάνονταν και οι ιδιορρυθμίες του, αντιπροσωπευτικότερο δείγμα των οποίων είναι πιθανότατα αυτό το σπίτι στην Εlvis Βoulvard. «Τα πάντα στον Ελβις ήταν υπερβολικά. Ετρωγε άσχημα, κοιμόταν άσχημα, έπαιρνε χάπια, ζούσε τη νύχτα, οπότε μπαίνοντας κανείς στην Γκρέισλαντ υποθέτω ότι παίρνει μια γεύση τόσο της υπερβολής όσο και της ιδιότυπης αισθητικής του» λέει ο Τζιαν Μαρκ Γκαρτζιούλο, πρόεδρος του παλιότερου φαν κλαμπ ξένων στον κόσμο, του Le Club des Αmis d΄ Εlvis, που ιδρύθηκε το 1965 στο Παρίσι με τακτική παρουσία στην Εβδομάδα του Ελβις. 

Ο τραγουδιστής που ποτέ δεν έδρασε εκτός των ΗΠΑ αλλά θριάμβευσε σε ολόκληρο τον πλανήτη (η περίπτωση του Πικάσο είναι ακριβώς η αντίστροφη: εκείνος θριάμβευσε στην Αμερική χωρίς ποτέ να πατήσει το πόδι του στη χώρα), είχε ένα κιτρινομπλέ δωμάτιο με τρεις τηλεοράσεις τις οποίες έβλεπε ταυτόχρονα και ένα άλλο δωμάτιο με χαλί που μοιάζει με γρασίδι και έπιπλα με μοτίβα άγριων ζώων το οποίο αποκαλούσε Τhe jungle room.«Πιστεύω ότι όταν επισκεφθείς την Γκρέισλαντ θα τον καταλάβεις καλύτερα, αν και για μένα το θέμα είναι να δεις το μνήμα του, ήταν πολύ συγκινητικό» εξηγεί μπροστά στην έπαυλη η Ντόνα Χιλ, μια πενηντάχρονη γυναίκα που λατρεύει «όλο το ροκ εν ρολ και γι΄ αυτό και τον Ελβις». 

Στην πραγματικότητα το κοινό μπορεί να έχει πρόσβαση μόνο σε εννέα από τα 23 δωμάτια μιας έπαυλης η οποία περιβάλλεται από ένα μεγάλο λιβάδι. Σε έναν άλλο χώρο μπορεί κανείς να επισκεφθεί αυτό που κάποτε ήταν η πίστα του ράκετμπολ και που σήμερα έχει αναδιαμορφωθεί σε μια εντυπωσιακή αίθουσα με χρυσούς και πλατινένιους δίσκους που καλύπτουν τους τοίχους από πάνω ως κάτω. Με 30 δολάρια ο επισκέπτης μπορεί επίσης να δει τη συλλογή αυτοκινήτων του Ελβις συμπεριλαμβανομένης της ροζ Κάντιλακ που χάρισε στη μητέρα του το 1955 και ένα δείγμα από τα κοστούμια που σημάδεψαν την τελευταία περίοδο της καριέρας του όταν, έπειτα από μια παύση εφτά χρόνων κατά την οποία μετατράπηκε σε έναν από τους δέκα πιο προσοδοφόρους ηθοποιούς του Χόλιγουντ, αποφάσισε να επιστρέψει στη σκηνή με την ίδια επιτυχία που είχε γνωρίσει στα νιάτα του. Υπολογίζεται ότι ο Ελβις Πρίσλεϊ έχει πουλήσει πάνω από 1.000 εκατομμύρια δίσκους παγκοσμίως και αν κρίνουμε από την ταχύτητα με την οποία οι δίσκοι του πουλιούνται στα μαγαζιά με αναμνηστικά που κατακλύζουν τις εισόδους της Γκρέισλαντ, ο Ελβις παραμένει αναμφισβήτητα ζωντανός. Και αυτό δεν οφείλεται μόνο στη συμβολή των θαυμαστών του τους οποίους βλέπει κανείς αυτές τις ημέρες να φτάνουν μαζικά στην Γκρέισλαντ ντυμένοι από πάνω ως κάτω με το πρόσωπο και το όνομα του Ελβις τυπωμένο σε κάποιο σημείο των ρούχων τους. Μεγάλο μέρος της ανάστασης αυτού του μοναδικού ερμηνευτή, που ωστόσο έγραψε μόνο πέντε τραγούδια σε όλη την καριέρα του, οφείλεται στη δουλειά της Εlvis Ρresley Εnterprise, της εταιρείας που δημιούργησε η πρώην σύζυγός του Πρισίλα Πρίσλεϊ με στόχο τη διαχείριση της περιουσίας και των πνευματικών δικαιωμάτων της εικόνας του τραγουδιστή και η οποία αργότερα θα περνούσε στα χέρια της Λίζας Μαρί, κόρης του ζευγαριού. Η απόφαση του ανοίγματος της Γκρέισλαντ στο κοινό και της εκχώρησης αδειών για την εμπορευματοποίηση των πιο απίθανων αντικειμένων με το πρόσωπο και το όνομα του Ελβις- καφές, κρασί, αρκουδάκια που τραγουδάνε το «Fever», μαχαιροπίρουνα...- αποδείχτηκε τόσο προσοδοφόρα ώστε πριν από δύο χρόνια ένας ιδιωτικός επενδυτής, ο Ρόμπερτ. Φ. Ξ. Σίλερμαν, πλήρωσε 100 εκατ. δολάρια για το 85% της εταιρείας. Ο Σίλερμαν σχεδιάζει να διευρύνει ολόκληρη την αυτοκρατορία Ελβις χτίζοντας ένα ξενοδοχείο 500 δωματίων απέναντι από την Γκρέισλαντ και διάφορες ατραξιόν που θα τη μετατρέψουν σε ένα πολυθεματικό πάρκο ακόμη πιο υπερβολικό από όσο είναι τώρα. «Οσο πιο πολλά τόσο πιο καλά. Εγώ δεν θεωρώ ότι είναι κακό να τυπώνεται το πρόσωπο του Ελβις σε αλατιέρες. Ο,τι γίνεται για να μην ξεχνάει ο κόσμος είναι θετικό» υποστηρίζει η Λίντα Λαφάβ, η οποία από ηλικία δύο χρόνων και «πριν πατήσω το πόδι μου σε εκκλησία» άκουγε ήδη Ελβις. «Δεν ξέρω για πόσο ακόμη θα υπάρχει αυτός ο πλανήτης, αλλά ο Ελβις θα ζει ως και την τελευταία στιγμή» δηλώνει από την Γκρέισλαντ η φανατική αυτή θαυμάστρια. 

Για κάποιους άλλους, σαν τον Ρόμπερτ Αλάνιτς, ο οποίος τα τελευταία 15 χρόνια διοργανώνει το παζάρι Collecting the Κing, Μemorabilia Show 2007, η κατάσταση είναι επονείδιστη. «Εγώ πιστεύω ότι ο Ελβις θα ένιωθε ντροπιασμένος αν έβλεπε το πρόσωπό του σε ένα ζευγάρι κάλτσες. Και επιπλέον, γιατί ο κόσμος προτιμάει να αγοράσει μια τσάντα και όχι έναν αυθεντικό δίσκο της δεκαετίας του ΄50 που έχει ιστορική αξία;» αναρωτιέται ο Αλάνιτς. Συλλέκτες σαν και αυτόν εκθέτουν αυτή την βδομάδα στο ξενοδοχείο «Ρeabody» του Μέμφις κάθε είδους μουσικούς θησαυρούς, συμπεριλαμβανομένων των ακριβότερων δύο άλμπουμ του Βασιλιά στο εμπόριο: μία μοναδική ηχογράφηση του 1967 με εννέα κομμάτια από την ταινία «Stay away Joe», που η τιμή της ανέρχεται σε 25.000 δολάρια, και μια άλλη της ίδιας χρονιάς με ιδιαίτερα χριστουγεννιάτικα τραγούδια αξίας 12.000 δολαρίων. Ο κάτοχός τους, ο Τζέρι Οσμπορν, ξέρει τι έχει στα χέρια του. «Δεν ξέρω αν θέλω να πουλήσω τους δίσκους, γιατί γνωρίζω ότι η τιμή τους θα συνεχίσει να ανεβαίνει. Ο Ελβις Πρίσλεϊ θα είναι πάντοτε μια καλή επένδυση». 



Βαrbara Celis




Το ροκ στην Ελλάδα, όπως αναφέρει ο Ντίνος Δηματάτης στο βιβλίο του «Get that beat. Ελληνικό ροκ 60s και 70s», πρωτακούστηκε στην Αθήνα, στα μέσα της δεκαετίας του ΄50, από μια μπάντα του αμερικανικού στόλου, σε κάποια συναυλία που πραγματοποιήθηκε στην «Αίγλη» του Ζαππείου.

Επιτυχίες όπως «Νοσταλγός του rock ΄n΄ roll» του Γιάννη Γιοκαρίνη, «Να μ΄ αγαπάς» του Παύλου Σιδηρόπουλου, «Κάγκελα παντού» του Τζίμη Πανούση, «Γαρύφαλλε - Γαρύφαλλε» των Πελόμα Μποκιού, «Δώσ΄ μου το χέρι σου» των Νοστράδαμος, «Η Φανή» του Βασίλη Καζούλλη, «Until the end» των Forminx, «Τσικαμπούμ» του Γιάννη Κούτρα, «Ευλαμπία» του Γιάννη Γιοκαρίνη, «Νίψον ανομήματα» των Μagic de Spellδεν θυμίζουν απλώς τις καλύτερες στιγμές του ελληνικού ροκ,αλλά μας μεταφέρουν σε τρεις δεκαετίες όπου αν δεν κυριαρχούσε πάντοτε η αθωότητα τουλάχιστον πολλά πράγματα ήταν διαφορετικά. 

Δεκαετία ΄60, δεκαετία ΄70, δεκαετία ΄80.

Τρεις δεκαετίες που διαμόρφωσαν αυτό που ονομάζεται «ελληνικό ροκ», τρεις δεκαετίες διαφορετικές μεταξύ τους αλλά και τόσο όμοιες. Κοινή συνισταμένη τους η ανάγκη της νεολαίας, τόσο αυτής που βρέθηκε πάνω στη σκηνή όσο και αυτής που ακολουθούσε-παρακολουθούσε τα τεκταινόμενα, να αρθρώσει τον δικό της λόγο, να περιγράψει τα συναισθήματά της, το πώς εκείνη ένιωθε, και να «κοντράρει», προκαλέσει και σκανδαλίσει τις μεγαλύτερες γενιές. Τι έμεινε από όλα αυτά; Στους μεγαλύτερους μια νοσταλγία, μια αναμνησιολογία, και στους μικρότερους μια σειρά επιτυχιών που μπορεί να τις σιγοψιθυρίζουν αλλά να μη γνωρίζουν ίσως τίποτε για τους δημιουργούς τους και την εποχή τους. 

Το ροκ στην Ελλάδα, όπως αναφέρει ο Ντίνος Δηματάτης στο βιβλίο του «Get that beat. Ελληνικό ροκ 60s και 70s», πρωτακούστηκε στην Αθήνα, στα μέσα της δεκαετίας του ΄50, από μια μπάντα του αμερικανικού στόλου, σε κάποια συναυλία που πραγματοποιήθηκε στην «Αίγλη» του Ζαππείου. Την ίδια περίπου περίοδο προβλήθηκε και η ταινία «Η ζούγκλα του μαυροπίνακα» του Γκλεν Φορντ, με το κλασικό «Rock around the clock» του Μπιλ Χάλεϊ. Στα πάρτι της εποχής κάνουν την εμφάνισή τους τα πρώτα πικάπ με τα «απαραίτητα» 45άρια, τα βερμούτ, τις πορτοκαλάδες, τους ξηρούς καρπούς και τον χορό. Μέχρι τελικής πτώσεως. Εχουν ήδη κάνει την εμφάνισή τους τα τζουκ μποξ, με αποτέλεσμα η νεολαία να γνωρίζει τις ξένες μεγάλες επιτυχίες. Το 1963 δημιουργούνται δύο συγκροτήματα που βάζουν τη σφραγίδα τους στο ελληνικό ροκ: οι Charms και οι Forminx, με τον Βαγγέλη Παπαθανασίου. Οι δεύτεροι είναι μάλιστα «υπεύθυνοι» για την πρώτη εντός συνόρων μαζική υστερία του κοινού σε συναυλία που έδωσαν το 1964 στη Θεσσαλονίκη. Την ίδια χρονιά εκδίδεται το πρώτο μουσικό περιοδικό με τίτλο «Μοντέρνοι Ρυθμοί» και σχηματίζονται συγκροτήματα όπως οι, μεταξύ άλλων, Juniors, Ιdols, ΜGC, Sounds. Αποτέλεσμα αυτής της έκρηξης ήταν τα περιθρύλητα μουσικά πρωινά και οι απογευματινές συναυλίες, που συνήθως ελάμβαναν χώρα κάθε Κυριακή σε γνωστά κινηματοθέατρα, ενώ τα καλοκαίρια... μετακόμιζαν στις παραλίες.  


Η αποστροφή των μεγαλύτερων δεν εμπόδισε κάθε γειτονιά, κάθε συνοικία να έχει το δικό της γκρουπ. Τα περισσότερα από αυτά, σαφώς επηρεασμένα από τα αντίστοιχα του εξωτερικού, γράφουν και τραγουδούν σε ξένο στίχο. Κάτι που άλλαξε όμως το 1966 με την εμφάνιση των Οlympians. Το τραγούδι τους «Τρόπος» επιβάλλει σε όλη αυτή τη μουσική σκηνή τον ελληνικό στίχο. 
Τα χρόνια περνούν, τα μαλλιά και οι φαβορίτες μακραίνουν. Η δικτατορία είναι ήδη παρούσα από τον Απρίλιο του ΄67 (τα δόντια της άλλωστε απέναντι στη νεολαία τα είχε δείξει λίγες ημέρες νωρίτερα, με τα επεισόδια στο γήπεδο του Παναθηναϊκού, στη συναυλία των Rolling Stones, όταν ο Μιγκ Τζάγκερ «τόλμησε» να προσφέρει σε κάποιον φαν ένα κόκκινο γαρίφαλο), αλλά ένα σημαντικό 
μέρος της νεολαίας συνεχίζει να αμφισβητεί με τον τρόπο της. Τα παντελόνια καμπάνα συνοδεύονται από ινδικά γιλέκα, μπότες, πολύχρωμα λουλουδάτα πουκάμισα, ταγάρια, σανδάλια κ.ο.κ. Το ροκ συνεχίζει να κάνει δυναμικά την εμφάνισή του, η εποχή γεννά συγκροτήματα όπως οι Socrates Drank Τhe Conium, o Εξαδάκτυλος, οι Πελόμα Μποκιού, οι Μακεδονομάχοι από τη Θεσσαλονίκη, οι Ρoll και οι Νoστράδαμος. 
Στις αρχές της δεκαετίας του ΄70 κάνει την εμφάνισή του ο «πρίγκιπας» του ελληνικού ροκ Παύλος Σιδηρόπουλος. Με το πρώτο ντουέτο Δάμων και Φιντίας εμφανίζεται στον... ναό του ροκ, στο κλαμπ Κύτταρο, συμμετέχοντας στη ζωντανή ηχογράφηση του κλασικού πλέον άλμπουμ «Ζωντανοί στο Κύτταρο». Η μεταπολίτευση φέρνει στην επιφάνεια το πολιτικό τραγούδι, ο Δημήτρης Πουλικάκος παρουσιάζει το άλμπουμ «Εκδρομαί- μεταφοραί ο Μήτσος», οι Socrates ηχογραφούν στο Λονδίνο με τη συνεργασία του Βαγγέλη Παπαθανασίου το άλμπουμ τους «Ρhos» και ο Παύλος Σιδηρόπουλος και οι Σπυριδούλα το άλμπουμ «Φλου». 
Η δεκαετία του ΄80 βρίσκει την ελληνική νεολαία να επανακάμπτει στο ροκ. Διοργανώνονται συναυλίες ξένων συγκροτημάτων, όπως αυτή των Ρolice στο γήπεδο του Σπόρτιγκ στα Πατήσια, ο Πουλικάκος και ο Σιδηρόπουλος εμφανίζονται στον ίδιο χώρο σε κοινή συναυλία, ενώ αρχίζουν να εμφανίζονται νέα συγκροτήματα - Φατμέ, Μουσικές Ταξιαρχίες (με τον Τζίμη Πανούση και τον Βαγγέλη Βέκιο), Λήτης και Ιζόλδη κ.ά. Από τα τέλη της δεκαετίας του ΄70 εμφανίζεται στα μουσικά πράγματα ο Νικόλας Ασιμος με τις «παράνομες κασέτες» του, όπως ήθελε ο ίδιος να τις ονομάζει. Και αυτό επειδή λόγω του στιχουργικού τους περιεχομένου ηχογραφήθηκαν σε σπίτια και διακινούνταν μέσω του ίδιου του καλλιτέχνη ή φίλων του, αποφεύγοντας έτσι την εκμετάλλευση των συνθέσεών του από τις δισκογραφικές εταιρείες. Εκτός από το ιστορικό Κύτταρο, και άλλα κλαμπ κάνουν την εμφάνισή τους, όπως τα Skylamp και Αχ Μαρία, οι Μουσικές Ταξιαρχίες αντιμετωπίζουν προβλήματα με τους στίχους τους, καταδικάζονται, αθωώνονται και λογοκρίνονται, οι Sharp Τies δημιουργούν αίσθηση και με τον new wave ήχο τους και με τις πωλήσεις τους, οι Μagic de Spell δικαιωματικά θεωρούνται από τα πρώτα πανκ συγκροτήματα των 80s, η Πλάκα αρχίζει να συγκεντρώνει τη νεολαία με τα ροκ στέκια της, κυκλοφορούν πλέον περιοδικά για τη μουσική, το ραδιόφωνο αρχίζει να «ανοίγει», η ενημέρωση είναι περισσότερο άμεση, η ροκ και η ποπ εισβάλλουν και στην τηλεόραση, στον δρόμο που είχε ανοίξει από την προηγούμενη δεκαετία ο Γιάννης Πετρίδης μέσω του ραδιοφώνου. 

Για κάποιον παλαιοροκά, που έχει φάει την ελληνική ροκ σκηνή με το κουτάλι, όλα αυτά δεν είναι τίποτε περισσότερο από την ανάγκη της νεολαίας να βάλει και λίγο χρώμα στη ζωή της, απέναντι στο γκρι της κοινωνίας. Να σπάσει το κατεστημένο, να εκτονώσει την αδρεναλίνη της. Ισως γι΄ αυτό ακόμη παραμένουμε «Νoσταλγοί του rock ΄n΄ roll». 

 


Γ.ΣΚΙΝΤΣΑΣ


επιμέλεια άρθρου Ανδρέας Δηλές



Η μεγάλη δασκάλα


Οδηγώντας τη σκέψη μας στην αναζήτηση γυναικείων φωνών από τον χώρο της τζαζ και του κλασικού αμερικανικού τραγουδιού, σίγουρα ύστερα από 4-5 ονόματα θα φτάσουμε σ' αυτό της Carmen McRae.

Είναι δύσκολο βέβαια να αιτιολογήσει κανείς με τη σειρά την αξία μαύρων τραγουδιστριών που ασχολήθηκαν με τη σύγχρονη πλευρά του τραγουδιού που αποκαλούμε κλασικό και περιλαμβάνει συνήθως δημιουργίες μεγάλων αμερικανών συνθετών, όπως οι Hoagy Carmichael, Cole Porter, George Gershwin, Jerome Kern, Richard Rodgers, Sammy Cahn, Irving Berlin και πολλοί άλλοι.

Κοινό σημείο στις περισσότερες από τις μαύρες γυναικείες φωνές σ' αυτόν τον χώρο, ήταν, εκτός από τις φωνητικές τους δυνατότητες, η παρουσία τους στη σκηνή, που είχε αρκετά στοιχεία υποκριτικής και απαιτούσε εμφανίσεις ανάλογες με αυτές που έκαναν στον κινηματογράφο οι λευκές σταρ της εποχής.

Οι μαύρες δεν είχαν τις ίδιες δυνατότητες παρουσίας, έτσι το ταλέντο τους κατευθύνθηκε περισσότερο στο τραγούδι, όπου τραγουδώντας συχνά, ακόμα και σε περιθωριακούς χώρους, κατάφερναν να ξεχωρίζουν στο πέρασμα του χρόνου.

Ενα μεγάλο ατού των μαύρων γυναικείων φωνών ήταν η σχέση τους με το πιάνο, από το οποίο άρχισε για πρώτη φορά η σχέση τους με τη μουσική.

Η Carmen McRae έμαθε πιάνο από παιδί και μεγαλώνοντας έγινε μέλος του σωματείου των μουσικών που δεν δέχεται στους κόλπους του καλλιτέχνες που είναι μόνο τραγουδιστές, αλλά θα πρέπει να είναι και μουσικοί.

Το πιάνο ήταν η πρώτη της επαγγελματική απασχόληση στη δεκαετία του '40, όταν συνόδευε μουσικά άλλους ερμηνευτές στα κλαμπ της περιοχής του Χάρλεμ στη Νέα Υόρκη.

Σύντομα η φήμη της μεγάλωσε και όσοι παρακολούθησαν τις εμφανίσεις της μετέφεραν στόμα με στόμα την ικανότητά της να τραγουδά με έναν αφηγηματικό τρόπο, δίνοντας στην κάθε λέξη των στίχων που τραγουδούσε μία ξεχωριστή σημασία.

Σε αντίθεση με άλλες μεγάλες μαύρες τραγουδίστριες, όπως οι Billie Holiday, Sarah Vaughan, Ella Fitzgerald και Dinah Washington, που έγιναν διάσημες γύρω στα 20 χρόνια τους, η Carmen χρειάστηκε να γίνει 30 για να περάσει στην κατηγορία των γυναικών που έγραψαν, η καθεμιά για διαφορετικό λόγο, τη δικιά τους ιστορία στη μουσική. Ομως σε ηλικία 19 ετών, το 1939, είχε κερδίσει σε διαγωνισμό νέων ταλέντων στο θέατρο Apollo της Νέας Υόρκης, ακριβώς όπως και τα είδωλά της, η Sarah Vaughan και η Ella Fitzgerald.

Αυτό έγινε για έναν απλό λόγο, η Carmen δεν είχε μόνο μια φωνή που θύμιζε κάτι ξεχωριστό, όπως και καθεμιά από τις τραγουδίστριες που αναφέρονται πιο πάνω, αλλά κατάφερε να έχει και μια προσωπική χροιά στη φωνή της, γιατί απλούστατα δεν θύμιζε μόνο τη μία από αυτές, αλλά όλες μαζί.

Παρότι δεν είχε μεγάλη διαφορά ηλικίας με την Billie Holiday, η Carmen τη θεωρούσε είδωλό της και προσπαθούσε από μικρή να ακολουθήσει τα βήματά της στο τραγούδι.

Η Billie είχε γεννηθεί στις 7 Απριλίου του 1915 και η Carmen 5 χρόνια αργότερα, στις 8 Απριλίου του 1920.

Οι γονείς της ήταν αυτοί που την προέτρεψαν να συνεχίσει τις σπουδές της στο πιάνο, όταν αυτή δεν πίστευε ότι η μουσική θα μπορούσε να γίνει το βασικό της επάγγελμα. Οταν πήγαινε ακόμη στο Γυμνάσιο, οι γονείς της, που δούλευαν σε κρατική υπηρεσία, μετατέθηκαν στην πόλη της Washington DC. και κατάφεραν μάλιστα να βρουν και στην Carmen μια μικρή απασχόληση σε κρατική υπηρεσία.

Σ' αυτή την πόλη η Carmen θα συναντήσει για πρώτη φορά την Billie Holiday, η οποία όχι μόνο της έδωσε κουράγιο να συνεχίσει να ασχολείται με το τραγούδι, αλλά το 1939 ερμήνευσε σε δίσκο το Dream Of Life, που ήταν ένα από τα πρώτα τραγούδια που έγραψε μόνη της η Carmen McRae σε νεαρή ηλικία. Αυτοί που τις έφεραν σε επαφή ήταν ο Teddy Wilson και η γυναίκα του Irene Kitching Wilson που ήταν συνθέτρια. Ο Teddy είχε βοηθήσει σημαντικά εκείνη την περίοδο την Billie Holiday.

Αυτή η επαφή ήταν που οδήγησε οριστικά την Carmen McRae στο τραγούδι και η πρώτη της δουλειά ήταν σε ένα κλαμπ στο Σικάγο, όπου κάθε βράδυ ερμήνευε 8 συγκεκριμένα τραγούδια.

Αμέσως μετά θα περάσει για ένα μικρό διάστημα από τις μπάντες των Count Basie και Benny Carter, θα συνεργασθεί με τον πιανίστα Earl Hines και θα παντρευτεί τον ντράμερ Kenny Clarke, με τον οποίο θα χωρίσει λίγο αργότερα. Στην ίδια περίοδο θα συνεργασθεί και με τον Dizzy Gillespie παίζοντας μαζί του στο κλαμπ της Νέας Υόρκης «Minton's Playhouse».

Το 1946 μάλιστα θα ηχογραφήσει το πρώτο της προσωπικό άλμπουμ με την ορχήστρα του Mercer Ellington με το όνομα Carmen Clarke.

Με το όνομα Carmen McRae, ο πρώτος της δίσκος θα κυκλοφορήσει το 1953 με τη συνοδεία του ακορντεονίστα Mat Matthews.

Τρία χρόνια αργότερα, το 1954, σε ηλικία 32 ετών, θα κερδίσει το βραβείο του περιοδικού «Down Beat» ως η καλύτερη νέα τραγουδίστρια. Η βράβευση αυτή θα οδηγήσει σε αλλαγή δισκογραφικής εταιρείας, όμως το 1955 θα αλλάξει για ακόμη μία φορά εταιρεία και θα ηχογραφήσει για τα επόμενα 4 χρόνια με τη MCA μία σειρά από 12 άλμπουμ, ερμηνεύοντας κλασικές συνθέσεις από το αμερικανικό ρεπερτόριο.

Σ' αυτήν την περίοδο θα ηχογραφήσει ένα ολόκληρο άλμπουμ με τον Sammy Davis Jr. και θα συνεργαστεί με μερικές από τις μεγάλες ορχήστρες της εποχής

Αργότερα, μέχρι τον θάνατό της το 1994, θα βρει την ευκαιρία να ηχογραφήσει μέσα στα περίπου 60 άλμπουμ της καριέρας της και δύο δίσκους για τις τραγουδίστριες που θαύμαζε, όπως το For Lady Day για την Billie Holiday και το Sarah Dedicated Το You για τη Sarah Vaughan. Είναι χαρακτηριστικό το ότι όταν ηχογράφησε το άλμπουμ για τη Sarah Vaughan είχε πάψει να δέχεται επιρροές από τις δύο μεγάλες τραγουδίστριες και είχε αποκτήσει δικιά της ταυτότητα. Επίσης έχει ηχογραφήσει ολόκληρο άλμπουμ αφιερωμένο στον Thelonius Monk.

Στον χώρο των τραγουδιστριών της τζαζ η Carmen McRae σίγουρα δεν έφτασε δίπλα στις Billie Holiday, Ella Fitzgerald και Sarah Vaughan, όμως είναι ακριβώς πίσω τους και ο χρόνος μικραίνει την απόσταση που τις χωρίζει, παρά το γεγονός ότι καμία από τις τέσσερις δεν είναι πια στη ζωή. Μπορεί να πήρε αρκετά στοιχεία από αυτές, αλλά με τη σειρά της τα μετέφερε σε νεότερες φωνές, όπως οι Cassandra Wilson, Nansy Wilson, Betty Carter και Holly Cole.



Από τον Γιάννη Πετρίδη

επιμέλεια αρθρου Ανδρέας Δηλές




Στην Ελλάδα φτάνουν μόνο τα αντιπολεμικά τραγούδια και δημιουργείται ένα υπόγειο ρεύμα μεταξύ νέων που μαζεύονται σε σπίτια για να ακούσουν δισκάκια και να ανταλλάξουν πληροφορίες.

Τα μακριά μαλλιά και η ροκ μουσική αποτελούν στοιχεία ανυπακοής. Ετσι, διαμορφώνεται η ροκ σκηνή που στο κλείσιμο της δεκαετίας επισκιάζει την ποπ σκηνή, αντικαθιστώντας τα κοστουμάκια και τις γραβατούλες των συγκροτημάτων με σταμπωτές ψυχεδελικές φανέλες, χαϊμαλιά, τζιν και αμπέχονα.

Στις μπουάτ της Πλάκας, η ασφάλεια κάνει εφόδους για εξακρίβωση στοιχείων και για να ελέγξει τα προγράμματα του Γιώργου Ζωγράφου, του Κώστα Χατζή ή της Αρλέτας, στο «Δώμα», τις «Εσπερίδες», τη «Σοφίτα»...

Το ελληνικό τραγούδι, παρά τη λογοκρισία και την αμορφωσιά των συνταγματαρχών, συνεχίζει να παράγει εξαίρετα τραγούδια. Ο Γιάννης Μαρκόπουλος μελοποιεί Οδυσσέα Ελύτη με τη φωνή της Μαρίας Δημητριάδη και ο Μίμης Πλέσσας με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο γράφουν τον «Δρόμο» με τη φωνή του Γιάννη Πουλόπουλου, στον οποίο ο Αλέκος Πατσιφάς της «Λύρας» δίνει και τα μελοποιημένα από τον Γιάννη Γλέζο ποιήματα του Λόρκα, ενορχηστρωμένα από τον Νίκο Μαμαγκάκη.

Δυνατά λαϊκά

Η άνοδος του ελαφρολαϊκού συμπίπτει με την τουριστική ανάπτυξη και τα τραγούδια σαν τον «Επιπόλαιο» (Κατσαρού-Πυθαγόρα) συνδυάζονται με την άνθηση των κοσμικών κέντρων που φιλοξενούν ηθοποιούς και νεόπλουτους.

Η χούντα σε μια «επιχείρηση αρετής» απαγορεύει με ποινή φυλάκισης έως έξι μηνών το «έθιμο» των «φθορών προκαλουσών το κοινόν αίσθημα», για να κάνει στη συνέχεια τα στραβά μάτια με υπουργούς της τακτικούς θαμώνες στην παραλία. Μέσα σε μία χρονιά διπλασιάζεται η κατανάλωση ουίσκι!

Τα δυνατά λαϊκά τραγούδια με τις φωνές των Καζαντζίδη («Νυχτερίδες κι αράχνες»), Διονυσίου («Ο παλιατζής»), Μπιθικώτση («Ρολόι-κομπολόι») κ.ά. και τα πάλκα με Τσιτσάνη, Πόλυ Πάνου, Γαβαλά και άλλους κλασικούς, κρατάνε κόντρες στον εκφυλισμό του τραγουδιού που προωθείται από εταιρείες δίσκων με μεταγλωττίσεις ξένων ελαφρών επιτυχιών.

Μέσα στο γενικό μούδιασμα (ευχάριστο για μια φιλοχουντική μερίδα), γεμάτες παραμένουν μόνο οι αίθουσες κινηματογράφου, ανυποψίαστες για το επερχόμενο τέλος της ακμής τους. Η Ελλάδα διαθέτει ένα τεράστιο δίκτυο αιθουσών. Στην ευρύτερη περιοχή της πρωτεύουσας, το καλοκαίρι λειτουργούν 563 κινηματογράφοι! Κάθε συνοικία διαθέτει δικούς της κινηματογράφους, μέρος του τοπικού πολιτιστικού ιστού!

Οι ογδόντα χιλιάδες συσκευές τηλεόρασης στην Αθήνα είναι ακόμα λίγες για να κλείσουν τις αίθουσες, αλλά πολλαπλασιάζονται γρήγορα μειώνοντας ραγδαία και τις εντόπιες παραγωγές, που έχουν χάσει τη φρεσκάδα του κλασικού ελληνικού σινεμά.

Πάνω από δέκα ταινίες εθνοπατριωτικού περιεχομένου παίζονται ταυτόχρονα κόβοντας εκατομμύρια εισιτήρια: πρώτη «Η δασκάλα με τα ξανθά μαλλιά» του Ντίνου Δημόπουλου (739 χιλιάδες) με τη Βουγιουκλάκη και τον Παπαμιχαήλ, οι «Γενναίοι του Βορρά» (627) του Κώστα Καραγιάννη, το «Οχι» (602) και «Η Μεσόγειος φλέγεται» (410) του Ντίμη Δαδήρα, «Το νησί της Αφροδίτης» (299) του Γιώργου Σκαλενάκη, «Οι δραπέτες του Μπούλκες» του Α. Παπασταματάκη, «Ετσι πολεμούσαμε το '40» κ.ά.

Ταινίες με μακεδονομάχους, κομμουνιστοσυμμορίτες, μαχητές της ΕΟΚΑ, βούλγαρους κομιτατζήδες, γερμανούς ναζί και ιταλούς μακαρονάδες. Ο υπολοχαγός Κώστας Πρέκας στις δόξες του!

Παράλληλα, προβάλλονται ερωτικά δράματα, κοινωνικές περιπέτειες και κωμωδίες. Ο Κούρκουλος και η Χρονοπούλου («Ορατότης μηδέν») με 640 χιλιάδες εισιτήρια συναγωνίζονται το ζευγάρι Βουγιουκλάκη-Παπαμιχαήλ («Η νεράιδα και το παλικάρι») με 627 χιλιάδες εισιτήρια! Και ακολουθούν «Η Παριζιάνα», «Ο μπλοφατζής», «Θ. Β., ο φαλακρός πράκτωρ», «Ο γόης» και οι υπόλοιπες από τις 99 νέες ταινίες της χρονιάς, με Βλαχοπούλου, Βέγγο, Βόγλη, Λάσκαρη, Κατράκη, Βουτσά κ.λπ. Το «Τσουφ» με τα κινούμενα σχέδια του Θόδωρου Μαραγκού είναι από τις λίγες εξαιρέσεις στον κανόνα.

Και οι ταινίες εξακολουθούν να αποτελούν το καλύτερο μέσο για την προβολή καινούριων τραγουδιών και νέων ερμηνευτών. Οι Μίμης Πλέσσας, Κώστας Καπνίσης, Νίκος Μαμαγκάκης, Γιώργος Ζαμπέτας, Γεράσιμος Λαβράνος κ.ά. έχουν επενδύσει μουσικά πολλές ταινίες και ο Στράτος Διονυσίου κάνει μεγάλο σουξέ με το τραγούδι «Βρέχει φωτιά στη στράτα μου».

Είναι η χρονιά που η Μαρία Κάλλας εμφανίζεται ως ηθοποιός στον ρόλο της Μήδειας στην ομώνυμη ταινία του Πιέρ Πάολο Παζολίνι, που γυρίζεται στην Τουρκία, όπου η μεγάλη τραγουδίστρια συλλαμβάνεται γιατί μεταφέρει στις αποσκευές της μεγάλο αριθμό αρχαίων αντικειμένων! Ενώ, στις Κάνες, η ακτιβίστρια Βανέσα Ρέντγκρεϊβ κερδίζει το βραβείο πρώτου γυναικείου ρόλου για τον ρόλο της Ισιδώρας Ντάνκαν και η Κάθριν Χέπμπορν στο Χόλιγουντ παίρνει το τρίτο της Οσκαρ! Γυναίκες εκπληκτικές! 



 

Σπασμένα πιάτα, κομμένα τραγούδια

Σε μια εντελώς αντιφατική εποχή, η Ελλάδα ζει την παραγωγή εξαιρετικής μουσικής, αλλά και την άνθηση των κέντρων διασκέδασης


Του ΣΤΕΛΙΟΥ ΕΛΛΗΝΙΑΔΗ



 

Μια μουσική ιδιοφυΐα


Ελάχιστοι καλλιτέχνες στον χώρο της σύγχρονης μουσικής μπορούν να συγκριθούν σε προσφορά με τον Brian Eno, ο οποίος διανύει ήδη την έβδομη δεκαετία της ζωής του -γεννήθηκε στις 15 Μαΐου του 1948.

Είναι, θα τολμούσα να γράψω, το ιδανικό παράδειγμα για κάποιον που θέλει να ασχοληθεί με τη μουσική.

Η παρουσία του σημάδεψε τα δύο πρώτα άλμπουμ των Roxy Music στις αρχές της δεκαετίας του '70, όταν μαζί με τον Bryan Ferry δημιουργούσαν τον ξεχωριστό ήχο τους που θα έγραφε ιστορία στο αρτ ροκ και θα έβαζε για τα καλά τα συνθεσάιζερ και την ηλεκτρονική μουσική στη μουσική μας καθημερινότητα.

Παράξενο ντύσιμο και μουσική που ήταν επηρεασμένη από τους Velvet Underground και τους avant-garde ήχους της εποχής, άφησαν τη σφραγίδα τους σε δεκάδες μετέπειτα πετυχημένους καλλιτέχνες προσδιορίζοντας τις νέες εξελίξεις στο ροκ, ειδικά με το δεύτερο άλμπουμ τους, For Your Pleasure, στο οποίο υπάρχουν τα καταπληκτικά Editions Of You, The Bogus Man, In Every Dream Home Α Heartache και Do The Strand.

Στη συνέχεια, ο Eno θα αρχίσει τις προσωπικές του αναζητήσεις με πειραματισμούς στον χώρο της ηλεκτρονικής μουσικής, που θα οδηγήσουν στη δημιουργία της μουσικής ambient, συνδυάζοντας ηχητικά τοπία που δημιουργούσε η φαντασία του, με μινιμαλιστικές μουσικές φόρμες.

Τα επόμενα χρόνια θα είναι ακόμα πιο συναρπαστικά, με τη συνεργασία του με τον David Bowie στην τριλογία των άλμπουμ Low, Heroes και Lodger θα δείξει το στίγμα του για τα επόμενα χρόνια και εγκαινιάζοντας μία σειρά από εντυπωσιακές παραγωγές που φτάνουν μέχρι τις μέρες μας, θα αναλάβει την ανασυγκρότηση μεγάλων ονομάτων στον χώρο της μουσικής και με το μαγικό μουσικό ραβδί του θα μεταμορφώνει και θα ανανεώνει τον ήχο όσων συγκροτημάτων επιμελείται την παραγωγή τους.

Το 1972 σε ένα από τα πρώτα μου ταξίδια στη Γερμανία, είχα την τύχη να δω τους Roxy Music. Θα θυμάμαι πάντα τα συναισθήματά που ένιωσα σ' αυτή τη συναυλία, όταν είδα τον Bryan Ferry και τον Brian Eno να βγαίνουν μαζί στη σκηνή. Ηταν άλλωστε η δεύτερη σημαντική συναυλία που παρακολουθούσα έπειτα από αυτή των Rolling Stones στην Αθήνα το 1967.

Ηταν καλοκαίρι του 1974, όταν ευρισκόμενος για διακοπές στο Παρίσι άκουγα συνέχεια το άλμπουμ του Eno Here Comes The Warm Jets, που είχε κυκλοφορήσει μερικούς μήνες πριν, στο σπίτι του Γιώργου Ρωμανού. Ο Γιώργος στις ατέλειωτες συζητήσεις μας για τον Χατζιδάκι, την ελληνική μουσική και το ροκ δήλωνε, όπως κι εγώ, φανατικός φίλος της μουσικής του Eno και κατάφερε να μου μεταδώσει τον ενθουσιασμό του γι' αυτό το άλμπουμ. Λίγο αργότερα ένα τραγούδι από αυτό, με τον τίτλο On Some Faraway Beach, θα γινόταν το σήμα για τη ραδιοφωνική εκπομπή μου «Rock Club» που θα άρχιζε στο τότε Α' Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, με τη βοήθεια του Μάνου Χατζιδάκι, ο οποίος συνθέτης είχε δώσει μερικά από τα ωραιότερα τραγούδια του στον Γιώργο.

Το 1981, ο Eno θα συνεργαστεί με τον David Byrne, που ήταν φανατικός φίλος της World Music. Το αποτέλεσμα ήταν κάτι το εντελώς καινούριο στον χώρο του ροκ, με τους ambient ήχους του Brian Eno να βρίσκουν καταφύγιο στους αφρικανικούς ήχους και τα ακούσματα από τη Μέση Ανατολή, με τους οποίους πειραματιζόταν εκείνη την περίοδο ο Byrne, ο οποίος με τη σειρά του αναζητούσε τον τρόπο να δημιουργήσει κάτι καινούριο εκτός του συγκροτήματός του, που ήταν οι Talking Heads.

Η συνεργασία αυτή στο άλμπουμ My Life In The Bush Of Ghosts θα δώσει μία μεγάλη ώθηση στην τριτοκοσμική μουσική που ήδη είχε αρχίσει από τη δεκαετία του '70 να κερδίζει πολλούς φίλους σε Αμερική και Ευρώπη, και θα καθιερώσει συχνές συνεργασίες μεταξύ δυτικών και αφρικανών μουσικών, όπως αυτές των Peter Gabriel και Paul Simon.

Οι Eno και Byrne θα δουλέψουν μαζί και στους δίσκους των Talking Heads, για τους οποίους ο Eno θα κάνει παραγωγή σε τρία άλμπουμ, με κορυφαία τη συνεισφορά του στο Remain In Light. Το 2008 θα ξανασυναντηθούν σε ένα άλμπουμ που θα ηχογραφήσουν μαζί με τίτλο Everything That Happens Will Happen.

Από τις πρώτες στιγμές που άρχισε να δημιουργεί ως μουσικός, ο Eno δεν είχε όρια στον τρόπο δημιουργίας του και συχνά οι εμπνεύσεις του ξεκινούσαν από το παραδοσιακό ροκ της δεκαετίας του '50 και έφταναν να συναντούν ήχους από το μέλλον, όπως αυτοί που παρήγαν μουσικοί όπως ο John Cage.

Η μουσική που δημιουργούσε εκείνη την εποχή ο Eno ξεχωρίζει με τα πρώτα του φωνητικά άλμπουμ, τα Here Comes The Warm Jets (1973), Taking Tiger Mountain By Strategy (1974), Another Green World (1975) και Before And After Science (1977). Η συνέχεια θα είναι εξίσου συναρπαστική με άλμπουμ στα οποία θα προσπαθήσει να μας μεταδώσει τις απόψεις του για το οικοσύστημα του πλανήτη μας και το πώς φαντάζεται τη μουσική προσέγγιση με κατοίκους άλλων πολιτισμών, σε άλλους κόσμους, σε διαφορετικά πλανητικά συστήματα.

Από αυτή την περίοδο ξεχώρισαν οι δίσκοι Discreet Music (1975), Ambient 1: Music For Airports (1978), Apollo (Atmosphere and Soundtracks) (1983), Working Backwords (1984), More Blank Than Frank (1986), και Desert Island Selection (1986) που ήταν μία επιλογή από το υλικό των 4 πρώτων άλμπουμ του.

Εντυπωσιακές ήταν και οι κατά καιρούς συνεργασίες του με ονόματα όπως ο Robert Fripp στα άλμπουμ Νο Pussyfooting (1973), Evening Star (1975), ο John Hassell με το Fourth World Volume One: Possible Music (1980), ο Harold Budd με το The Pearl (1984), ο John Cale με τον οποίο ηχογράφησε το Wrong Way Up (1990) και με τον οποίο συνεργάστηκε επίσης στα June 1, 1974, στο οποίο συμμετέχουν και οι Kevin Ayers και Nico.

Από το 1984 άρχισε η συνεργασία του με το συγκρότημα των U2 και μαζί με τον φίλο του Daniel Lanois έκαναν την παραγωγή σε πετυχημένα άλμπουμ του συγκροτήματος, όπως τα Unforgettable Fire (1984), The Joshua Tree (1987), Achtung Baby (1991) και All That You Can't Leave Behind (2000)· επίσης μόνος του ήταν ο παραγωγός στο άλμπουμ Zooropa (1993), το οποίο διαφοροποίησε τον ήχο του συγκροτήματος, στη συνέχεια συνεργάστηκε μαζί τους σε διάφορες παραγωγές και πρόσφατα μαζί με τον Daniel Lanois ανέλαβαν την παραγωγή του τελευταίου άλμπουμ των U2, Νο Line On The Horizon, που ηχογραφήθηκε στη Νότια Γαλλία, το Μαρόκο και την Ιρλανδία και χάρισε στο συγκρότημα ένα ακόμα Νο 1 άλμπουμ με την κυκλοφορία του.

Αμέτρητα είναι τα ονόματα για τα οποία έκανε παραγωγή όλα αυτά τα χρόνια από τις αρχές της δεκαετίας του '70 και ακόμη περισσότερα αυτά για τα οποία έκανε κάποιο ριμίξ σε τραγούδια τους.

Η πιο πρόσφατη επιτυχία του είναι η παραγωγή για το άλμπουμ των Coldplay Viva La Vida or Death and All His Friends, που χάρισε στο συγκρότημα τη μεγαλύτερη επιτυχία στην καριέρα του.

Παράλληλα με όλες τις μουσικές δραστηριότητες, ο Eno έχει ασχοληθεί με βιντεοκλίπ, έχει γράψει βιβλία και είναι ενεργός πολιτικά, με αρκετά άρθρα του να δημοσιεύονται στη βρετανική εφημερίδα Observer, στην οποία είναι μόνιμος αρθρογράφος από το 1996.

Το 2003 είχε λάβει μέρος σε σημαντική συζήτηση στο βρετανικό Κανάλι 4 και είχε επικρίνει τον πόλεμο στο Ιράκ. Για τον ίδιο πόλεμο έχει διαμαρτυρηθεί παίρνοντας μέρος σε διάφορες αντιπολεμικές εκδηλώσεις, ενώ συχνά διαμαρτύρεται και για την κατάσταση που επικρατεί στην Παλαιστίνη.

Αθόρυβα λοιπόν γράφει τη δικιά του ιστορία στη μουσική και τα καθημερινά προβλήματα στον κόσμο μας και δεν είναι τυχαίο το ότι όλα αυτά τα χρόνια έχει μόνο φίλους στον κόσμο της μουσικής, αφού παραμένει δημιουργικός όπως στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του '70.


Από τον Γιάννη Πετρίδη

επιμέλεια άρθρου Ανδρέας Δηλές



Αντί για μαριχουάνα... σαρντονέ

Ηλικιωμένοι χίπηδες, όπως το ζευγάρι της επάνω φωτογραφίας (η γιαγιά είναι 87 ετών, ο παππούς μόλις 65 και αμφότεροι βρίσκονταν το 1969 στο... σημείο), αλλά και χιλιάδες νεαρόκοσμου (κάτω) γιόρτασαν μετά μουσικής τα 40 χρόνια του Γούντστοκ


Την 40ή επέτειο του Γούντστοκ τίμησαν, στον ίδιο χώρο όπου το 1969 είχε γίνει το θρυλικό ροκ φεστιβάλ, 15.000 νοσταλγοί

Τέσσερις δεκαετίες αργότερα τα παιδιά των λουλουδιών έχουν αποκτήσει μερικές (ή και πολλές) ρυτίδες. Ωστόσο 15.000 «παιδιά» συνέρρευσαν στο Γούντστοκ το περασμένο Σαββατοκύριακο για να γιορτάσουν την τεσσαρακοστή επέτειο του φεστιβάλ που έγινε εκεί μεταξύ 15 και 18 Ιουνίου του 1969. Τότε εκεί βρισκόταν η φάρμα του Μαξ Γιάσγκουρ, ο οποίος την είχε παραχωρήσει στους διοργανωτές επειδή ο αρχικός χώρος που είχαν κλείσει τελικά δεν ήταν διαθέσιμος. Τώρα στο ίδιο σημείο δεσπόζει το Κέντρο Τεχνών του Μπέθελ Γουντς, κόστους 100 εκατ. δολαρίων (71 εκατ. ευρώ). Ο Σαμ Γιάσγκουρ, γιος του Μαξ, ήταν πάντως συγκινημένος. Μιλώντας στο πλήθος είπε ότι ο πατέρας του «θα ήταν ενθουσιασμένος που, τέσσερις δεκαετίες αργότερα, εξακολουθείτε να διασκεδάζετε και να ακούτε μουσική σε αυτόν τον υπέροχο τόπο».  
Στους εορτασμούς συμμετείχαν ορισμένοι από τους μουσικούς που είχαν παίξει στο Γούντστοκ. Οι Jefferson Starship έπαιξαν τραγούδια των Jefferson Αirplane αλλά χωρίς την αυθεντική τους τραγουδίστρια Γκρέις Σλικ. Οι Βig Βrother and the Ηolding Company δεν είχαν φυσικά μαζί τους την Τζάνις Τζόπλιν. Οι Τen Υears Αfter έπαιξαν χωρίς τονΑλβιν Λι. Οι Canned Ηeat χωρίς τον Μπομπ «Τhe Βear» Χάιτ. Και ο Τομ Κονστσντένέπαιξε χωρίς τους υπόλοιπους Grateful Dead! 

Για τους κάθε ηλικίας ακροατές όμως τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Δεν κυλίστηκαν βεβαίως στη λάσπη αυτή τη φορά, αλλά νοίκιασαν καρεκλάκια προς 5 δολάρια το ένα. Και αντί για μαριχουάνα... ήπιαν σαρντονέ! 


πηγή  www.tovima.gr


«αναβιώνοντας» τον παλιό μύθο

Οι Ten Years After, οι Doors και πολλά άλλα συγκροτήματα, μπορεί να μην έχουν πια τον πρώτο αρχηγό τους, αλλά επανασυνδέθηκαν προσπαθώντας, όχι πάντα με επιτυχία, να αναβιώσουν τον παλιό μύθο

Στη σύγχρονη μουσική σκηνή, η επανασύνδεση ενός ιστορικού συγκροτήματος είναι, πια, μια σίγουρη κίνηση. Μπορούν να το βεβαιώσουν οι Police, που επανασυνδέθηκαν δύο χρόνια πριν και γέμισαν παντού τα στάδια. Κι ακόμα οι Genesis, που, ξαφνικά, έγιναν ένα από τα μεγάλα ονόματα που σημάδεψαν το 2007 με τις περιοδείες τους.

Αυτοί, τουλάχιστον, ήταν όμως οι αυθεντικοί μουσικοί που έκαναν το συγκρότημά τους μεγάλο· ο Πίτερ Γκάμπριελ έφυγε από τους Genesis πριν από τις εμπορικές επιτυχίες τους. Αλλά η μουσική βιομηχανία -όπως κάθε τομέας του θεάματος- δεν δίνει και τόση σημασία στην αυθεντική μορφή. Αρκεί να υπάρχει ένας μουσικός που επιβίωσε μέσα από το καμίνι του τρίπτυχου σεξ, ναρκωτικά και ροκ εν ρολ και γύρω του μπορεί να ξαναστηθεί ο μύθος. Και ας μην είναι καν αυτός που υπήρξε η δημιουργική δύναμη πίσω από το συγκρότημα.



Οι άλλοι «Doors»

Ετσι, μια ολόκληρη σκηνή από παροπλισμένους ροκ αστέρες ξαναχτίζεται στη βάση της νοσταλγίας: Μπορείς να δεις συναυλίες των Thin Lizzy, χωρίς τον κιθαρίστα Φιλ Λάινοτ, που καθόρισε τον ήχο τους. Να παρακολουθήσεις τα κλασικά τραγούδια των Doors με τραγουδιστή έναν αντικαταστάτη του Τζιμ Μόρισον, ο οποίος μάλιστα του μοιάζει στην εμφάνιση. Ενώ μέχρι πέρυσι, πριν πεθάνει ο ντράμερ Μιτς Μίτσελ, οι Jimi Hedrix Experience έβγαιναν σε περιοδείες. Φυσικά, χωρίς τον Τζίμι Χέντριξ.

* Οι εναπομείναντες Doors ήταν αυτοί που προκάλεσαν και τον μεγαλύτερο θόρυβο, όταν αποφάσισαν το 2002 την επανασύνδεσή τους. Κυρίως γιατί κανείς δεν πίστευε ότι μια μπάντα που συνέδεσε το όνομά της με τις σκανδαλώδεις εμφανίσεις και τους προκλητικούς στίχους του Τζιμ Μόρισον, πίσω, στη δεκαετία του '60, θα τολμούσε να εμφανιστεί με αντικατάστατη του τραγουδιστή.

Ηταν ο Ρόμπι Κρίγκερ και ο Ρέι Μάνζαρεκ που το αποφάσισαν, καθώς ο Τζον Ντένσμορ, ο ντράμερ, δεν θέλησε να συμμετέχει, απαγορεύοντάς τους μάλιστα να χρησιμοποιούν το όνομα The Doors. Οι δυο άλλοι μουσικοί δεν πτοήθηκαν, επέλεξαν το όνομα the Doors of 21st Century, πήραν τον Ιαν Αστμπουρι, τραγουδιστή των Cult, μια πιο μεθυσμένη και παχύσαρκη έκδοση του Μόρισον, και βγήκαν σε περιοδεία, περνώντας και από εδώ, στον Λυκαβηττό.

Παραδόξως, ο κόσμος πήγαινε στις συναυλίες αντιμετωπίζοντάς τους περισσότερο ως μια άλλη μπάντα που παίζει τα τραγούδια των Doors, παρά ως «πλαστούς» Doors. Μετά την περιοδεία, ο Κρίγκερ και ο Μάνζαρεκ συνέχισαν με ένα πιο έντιμο όνομα ως «Ρέι Μάνζαρεκ και Ρόμπι Κρίγκερ από τους Doors».

* Οι Thin Lizzy, από τη άλλη, δεν έχουν τέτοια προβλήματα. Από την ιστορική χαρντ ροκ μπάντα έχει μείνει μόνο ο Σκοτ Γκόρχαμ, ο κιθαρίστας, ο οποίος δεν υπήρξε καν από τα ιδρυτικά της μέλη. Ο Φιλ Λάινοτ, ο μαύρος κιθαρίστας που το παίξιμό του έγινε ο χαρακτηριστικός ήχος της μπάντας, πέθανε το 1986. Δέκα χρόνια μετά, όμως, κάποια από τα υπόλοιπα μέλη αποφάσισαν να ξαναφτιάξουν την μπάντα ως φόρο τιμής στον Λάινοτ. Δέχθηκαν πολλές κατηγορίες, ότι εκμεταλλεύονται τη φήμη ενός νεκρού και ότι είναι ατάλαντοι ιερόσυλοι. Ομως τήρησαν την υπόσχεσή τους και δεν έπαιξαν ποτέ άλλα τραγούδια ούτε καινούριο υλικό κάτω από αυτό το όνομα.

* Κάτι ανάλογο αλλά πολύ πιο έντιμο έκαναν και οι Jimi Hedrix Experience.

Ο ντράμερ Μιτς Μίτσελ και ο μπασίστας Μπίλι Κοξ μετά τον θάνατο του Χέντριξ έσωσαν το υλικό που είχε απομείνει, επαναηχογραφώντας πολλά ημιτελή κομμάτια του Τζίμι. Εβγαιναν και σε κάποιες περιοδείες κατά καιρούς, απλώς όμως για να τιμήσουν τον μεγάλο κιθαρίστα και να δείξουν τη μουσική του στις νεότερες γενιές.

* Οι Ten Years After, που πέρασαν και αυτοί από την Αθήνα το καλοκαίρι, το συγκρότημα που σημάδεψε τη δεκαετία του '60, επανασυνδέθηκαν πολλές φορές περιστασιακά για κάποιες συναυλίες. Αλλά το 2004 ξαναέφτιαξαν την μπάντα χωρίς τον ιδρυτή της τον Αλβιν Λι, έναν από τους μεγαλύτερους κιθαρίστες.

Τη θέση του πήρε ο Τζο Γκους, ένας τριαντάρης Λονδρέζος που θα μπορούσε να είναι γιος του. Ο Αλβιν Λι δεν ασχολήθηκε με τους παλιούς του συντρόφους που αναβιώνουν το πνεύμα του Γούντστοκ. Ετσι και αλλιώς, έχει τη δική του πορεία και συνεχίζει να γράφει ιστορία στη ροκ.

* Αντίθετα, ο Ιαν Γκίλαν είναι ειλικρινής όταν λέει στις συνεντεύξεις του ότι «είμαστε οι Deep Purple κατά 60%».

Η ιστορική μπάντα, που πέρασε και από εδώ για δύο συναυλίες, δεν έχει στη σύνθεσή της δυο από τους μουσικούς που την ανέδειξαν, τον κιθαρίστα Ρίτσι Μπλάκμορ και τον πιανίστα Τζον Λορντ, που έπαιζε τα κίμπορντ μέχρι το 2002. Παραμένουν, όμως, το ίδιο δυνατοί στη σκηνή και έχουν ηχογραφήσει και νέο υλικό με τους καινούριους μουσικούς.

* Αντίθετα, πάνω από το όνομα Black Sabbath, που γέννησε το χαρντ ροκ, παίχτηκαν πολλά παιχνίδια με τις δισκογραφικές. Κυρίως το 1986, όταν ο μόνος που είχε απομείνει από την ιστορική σύνθεση με τον τραγουδιστή Οζι Οσμπορν, τον μπασίστα Γκίζερ Μπάτλερ και τον ντράμερ Μπιλ Γουόρντ, ήταν μόνο ο κιθαρίστας Τόνι Αϊόμι. Τότε ήταν που τον πίεζε η εταιρεία να κυκλοφορεί τους δικούς του δίσκους κάτω από το όνομα Black Sabbath, παρ' όλο που και ο ίδιος πίστευε ότι η μουσική του δεν είχε σχέση με τον ριζοσπαστικό κάποτε ήχο της θρυλικής τετράδας.

Τη δεκαετία του '90 η κατάσταση συνέχιζε να είναι μπερδεμένη, καθώς πρώην μέλη, όπως ο Γκίζερ Μπάτλερ ή ο τραγουδιστής Ρόνι Τζέιμς Ντιο, έρχονταν και έφευγαν. Ωσπου το 1997 όλοι οι παλιοί αυθεντικοί Black Sabbath ξαναβρέθηκαν μαζί για περιοδείες.

* Στην πανκ σκηνή οι αναβιώσεις είναι λιγότερο συχνές αλλα πάντα προβληματικές. Οι Sex Pistols, η πιο επιδραστική ομάδα, παραμένουν πάντα οι τέσσερις που ξεκίνησαν και ηχογράφησαν μαζί τον δίσκο «Never Mind The Bolocks».

Ο μόνος που λείπει, ο μπασίστας Σιντ Βίσιους, που πέθανε το 1979 από υπερβολική δόση, ήταν έτσι κι αλλιώς ο αντικαταστάτης του Γκλεν Μάτλοκ, ο οποίος είχε γράψει και τα περισσότερα τραγούδια των Sex Pistols.

* Ομως οι περισσότερες μπάντες που έχουν απομείνει δεν έχουν τους αυθεντικούς μουσικούς. Οπως οι Stranglers, ένα όνομα με μεγάλη βαρύτητα την εποχή του πανκ που τώρα πια είναι το προσωπικό όχημα του μπασίστα Ζαν Ζακ Μπερνέλ, του μόνου που απέμεινε από την αυθεντική σύνθεση των Στραγγαλιστών. Ο Μπερνέλ, μάλιστα, κυκλοφορεί κανονικά νέους δίσκους κάτω από το ίδιο όνομα, χωρίς να νοιάζεται όταν προκαλεί την οργή των άλλων όπως του παλιού τους τραγουδιστή και κιθαρίστα Χιου Κόρνγουελ, ενώ δεν παίζει πια τα ιστορικά τους κομμάτια στις συναυλίες.

Αυθεντικά μέλη

* Οι Jam υπάρχουν ως «From The Jam» από το 2007, όταν ο μπασίστας Μπρους Φόξτον και ο ντράμερ Ρικ Μπάτλερ αποφάσισαν να παίζουν τα τραγούδια από το παρελθόν τους. Ο Πολ Γουέλερ, ο τραγουδιστής, κιθαρίστας και βασικός συνθέτης των επιτυχιών τους αρνήθηκε να συμμετάσχει χαρακτηρίζοντας την επανασύνδεση «θλιβερή» και σχολιάζοντας ότι «ένας αυθεντικός δημιουργός κοιτάει μόνο μπροστά». Πάντως οι συναυλίες των From The Jam γεμίζουν τα κλαμπ της Βρετανίας.

* Οι Damned, που εμφανίστηκαν το 1976 δίπλα στους Sex Pistols, έχουν έναν ολόκληρο κατάλογο δεκάδων ονομάτων που μπορούν να επαίρονται ότι ήταν πρώην μέλη τους. Πάντως ο τραγουδιστής Ντέιν Βάνιαν και ο κιθαρίστας Κάπτεν Σένσιμπλ είναι τα μόνα αυθεντικά μέλη που παραμένουν μαζί ανάμεσα στις απανωτές διαλύσεις και επανασυνδέσεις.

* Τέλος, δύο είναι και οι αυθεντικοί New York Dolls, που ο Μόρισεϊ κατάφερε το 2004 να τους πείσει να επανασυνδεθούν. Μόνο που ο τραγουδιστής Ντέιβιντ Γιόχανσεν και ο κιθαρίστας Σίλβεν Σίλβεν δεν μπορούν να επαναφέρουν έναν μύθο που φτιάχθηκε στα υπόγεια της Νέας Υόρκης από έναν κιθαρίστα σαν τον Τζόνι Θάντερς.

Ο Θάντερς, με τον ήχο της κιθάρας του σαν κεραυνό, καθόρισε όλη τη σκηνή του πανκ, τη δεκαετία του '70 στη Νέα Υόρκη, πριν καταλήξει νεκρός από υπερβολική δόση στη Νέα Ορλεάνη, το 1991, ξεχασμένος από όλους. *

 

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΥ





1. ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ, ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ

Μια διαδοχή από αριστουργηματικές εικόνες (από τις πετονιές μες στο πανέρι μέχρι τις φλούδες στο κουζινομάχαιρο και τα πεύκα στο αμπέλι) που αντιπροσωπεύουν απόλυτα το ελληνικό καλοκαίρι

2. ΧΕΙΡΑΨΙΑ, ΚΟΡΕ ΥΔΡΟ

Εδώ το θέμα δεν είναι το καλοκαίρι αλλά η αναμονή του - τι επιφυλάσσει το καλοκαίρι σε αυτόν που το προηγούμενο καλοκαίρι «αντί φιλιού έδωσε το χέρι»; Οι στίχοι, όπως και όλοι οι στίχοι των Κόρε Ύδρο, είναι δαιμόνιοι.

 

3. ΑΝΑΜΠΕΛ, ΜΑΡΙΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ

Το τραγούδι που συνόδευε την ταινία Κορίτσια στον ήλιο (όπως, εξάλλου, και η κραυγή « Στάσου, 'μύγδαλα») θα μας θυμίζει για πάντα την Αν Λόμπεργκ με μπικίνι στην παραλία.

4. ΚΡΟΥΑΖΙΕΡΑ ΘΑ ΣΕ ΠΑΩ, ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ

Τρυφερότης και μποέμικη ζωή με γυμνή κολύμβηση και καρπούζι για δυο ερωτευμένους πιγκουίνους. Η φράση «θα σε έχω σαν κινέζικη βεντάλια και στο γραφείο δεν θα ξαναπάς» είναι η μοντέρνα βερσιόν της έκφρασης «Θα σε κάνω βασίλισσα».

5. ΚΑΛΟΚΑΙΡΑΚΙ (ΕΓΩ ΚΙ ΕΣΥ), ΦΑΤΜΕ

Παρά τις μάλλον χαζοχαρούμενες ομοιοκαταληξίες (νεράκι, φιλάκι, καλοκαιράκι), παραμένει απλό και συγκινητικό.

6. ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ, ΝΙΚΟΣ ΠΑΠΑΖΟΓΛΟΥ

Πάθος και προσμονή, αυγουστιάτικο φεγγάρι και η φυλακή του έρωτα. Συνίσταται μόνο για βαριές περιπτώσεις καλοκαιρινού πάθους, αυτές που σε κάνουν να δαγκώνεις, κλαίγοντας, το μαξιλάρι.

7. ΑΝΑΜΝΗΣΙΣ, ΤΟΝΙ ΠΙΝΕΛΙ / OLYMPIANS

Πρόκειται για το τραγούδι που κανείς δεν ξέρει τον επίσημο τίτλο του, αλλά όλοι το ξέρουν με τον πρώτο του στίχο: «Το καλοκαίρι μαζί πηγαίναμε στην αμμουδιά». Ιδανικό soundtrack για πάρτι σε χορταριασμένους κήπους.

8. ΜΙ' ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ, ΜΑΡΙΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ

Κανένα τραγούδι δεν έπιασε το εφήμερο του καλοκαιρινού έρωτα όπως το «Μι' αγάπη για το καλοκαίρι». Τίποτα πιο πικρό από το να κρατάς το χέρι κάποιου για «δροσιά», πάντως.

9. ΑΠΟΨΕ ΛΕΩ ΝΑ ΜΗΝ ΚΟΙΜΗΘΟΥΜΕ, ΛΑΘΡΕΠΙΒΑΤΕΣ

Μιλά για το όνειρο κάθε Αθηναίου - μια αυθόρμητη απόφαση να πάει με την αγάπη του σε κάποια κοντινή παραλία για μπίρες και ερωτική εξομολόγηση.

10. ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ, ΘΕΟΔΟΣΙΑ ΤΣΑΤΣΟΥ / ΜΕΓΑΛΟ ΦΩΤΕΙΝΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ, ΜΑΝΩΛΗΣ ΦΑΜΕΛΟΣ

Φεγγάρια, χάδια στην άμμο κι η προσμονή ενός χαρούμενου καλοκαιριού.


ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΤΡΙΒΟΛΗ




Το τραγούδι είναι πάντα η αφορμή. Μέσα από τους δημιουργούς του αναγνωρίζουμε μόδες, παρέες, στέκια, συνήθειες, τάσεις. Και από τους στίχους του ανασυνθέτουμε αναμνήσεις ή παίρνουμε γεύσεις εποχής. Έλληνες ή ξένοι, οι τροβαδούροι της ζωής μας είναι ένα κομμάτι του παζλ της ταυτότητάς μας, γι΄ αυτό κι έχει ενδιαφέρον να τους δούμε από πιο κοντά. 

«Στην τέχνη και στα όνειρα φρόντισε να πορεύεσαι με το αίσθημα της μοναξιάς. Στη ζωή μάθε να πορεύεσαι με την αίσθηση της ισορροπίας και της κρυφής απόλαυσης» λέει η Πάτι Σμιθ, ανάμεσα στα
 Σκόρπια Λόγια και τις Εξομολογήσεις της.

 Η Πάτι Σμιθ,σαν ένα βιβλίο ανοιχτό και γοητευτικά απόμακρο, αποκαλύπτεται μέσα από τις σελίδες- αυτή τη φορά- του Sketches of Ρain,Εξόριστη στη Λεωφόρο του Rock ΄n Roll (Εκδ. Οξύ, σελ. 

141, 19 ευρώ ), εκεί όπου τη «συναντά» ο Γιώργος Τσελώνης. Το βιβλίο είναι κυρίως μια ανθολογία των στίχων- ποιημάτων που περιλαμβάνονταν στους πρώτους δίσκους της την περίοδο 1974-1990. Μαζί συνεντεύξεις, σημειώσεις και αποσπάσματα από ημερολόγιά της δίνουν ένα δυναμικό «γκρο πλαν» της απίστευτης κυρίας Σμιθ.
 

Πανκ- ροκ και Νέα Υόρκη, Άντι Γουόρχολ, Τομ Βερλέν, Ντίλαν και Μπάροουζ,
Sonic Υouth και Γκίνσμπεργκ ήταν το χαρμάνι της κουλτούρας- μέρος της οποίας και η Πάτι Σμιθ με το έργο της- που κατάφερε τελικά να γυρίσει τον καθρέφτη στην πραγματικότητα. «Οι άνθρωποι έχουν τη δύναμη» τραγουδάει. 

«Είμαι σχεδόν 90/ Όλοι όσοι ήξερα πέθαναν ένας ένας/ εκτός από τον Λέοναρντ. Ακόμα θεάται / να περδικλώνεται με την αγάπη του». (Η Τελική Εξέταση από τον «Θάνατο Ενός Γυναικά»). Ο Λέοναρντ Κοέν, παιχνιδιάρης και αυτοσαρκαστικός, μια πονηρή σκιά ανάμεσα στους κανονικούς, κουραστικούς ανθρώπους. Το
 Λέοναρντ Κοέν- ΗΜουσική του Ξένου είναι μια επιλογή από ποιήματα και τραγούδια του σε μεταγραφή της Λίνας Νικολακοπούλου (Εκδ. Ιανός Μελωδός, 25 ευρώ σελ. 420/ συνεργάστηκε η Δάφνη Αλεξανδρή) 

με κεφάλαια όπως «Το Κουτί με τα Μπαχαρικά της Γης», «Καινούργιο Δέρμα για την Παλιά Τελετή», ο «Θάνατος Ενός Γυναικά», «Είμαι ο Άνθρωπός Σου».
 

Από την κλασική στο ροκ
 τη διαδρομή κάνουν ο Γιάννης Πετρίδης και ο Κώστας Ζουγρής - συνεργάτες σταθεροί καθημερινά 4-5 στο ραδιόφωνο και άνθρωποι της μουσικής ώς το κόκαλο. Στις 352 σελίδες του βιβλίου (Ανατολικός), το «ταξίδι» έχει 900 σταθμούς και άλμπουμ από τον Μπαχ ώς τον Μάιλς Ντέιβις και από τους Βeatlesστην Μπιορκ. Για τον μουσικόφιλο, μια αληθινή περιπέτεια. 

Τα πρόσωπα, οι παρέες, τα στέκια, η ατμόσφαιρα, που σφράγισαν τις νύχτες της Θεσσαλονίκης από το 1985 μέχρι τα πρώτα χρόνια της νέας χιλιετίας, ζωντανεύουν μέσα από την
 Όμορφη Νύχτα (Εκδ. Άγρα, 22 ευρώ ) του συγγραφέα και τραγουδοποιού Θωμά Κοροβίνη. Το κέντρο «Όμορφη Νύχτα»- γνωστή και ως «ναός» μεταξύ των Σαλονικιών- έδινε βήμα σε πολλούς λαϊκούς τραγουδιστές της Θεσσαλονίκης αλλά και κορυφαία ονόματα της εποχής: από τον Στέλιο Καζαντζίδη και τη Σωτηρία Μπέλλου μέχρι τη Μαριάνθη Κεφάλα. 

Η διήγηση του Κοροβίνη συγκινεί γιατί είναι αληθινή. Είναι και ο ίδιος μέλος της ευρύτερης καλλιτεχνικής παρέας της θεσσαλονικιώτικης νύχτας, μοιράζεται μαζί τους την ίδια κουλτούρα για το τι σημαίνει «λαϊκό», αγαπάει (και τραγουδά- ει) την ίδια μουσική, έχει την ίδια αίσθηση χιούμορ. Η
 Όμορφη Νύχτα και τα πρόσωπα που περνούν από ΄κεί σου δίνουν τη γεύση μιας εποχής και μιας κουλτούρας που χάθηκε οριστικά. 

Έτσι κι αλλιώς, στη θέση της «Όμορφης Νύχτας», στην οδό Παπάφη, βρίσκεται πλέον ένα ιντερνετάδικο.
 

Οκτώ μεγάλοι δεξιοτέχνες του μπουζουκιού που συνέδεσαν το όνομά τους με τη σύνθεση ή την εκτέλεση μεγάλων λαϊκών τραγουδιών της δεκαετίας του 1950 είναι το αντικείμενο του βιβλίου
 Οκτώ Λαϊκά Πορτραίτα (έκδοση του περιοδικού «Λαϊκό Τραγούδι», 21,50 ευρώ ) που έκανε ο σολίστας του μπουζουκιού και ερευνητήςΓιώργος Αλτής: ο Δημήτρης Στεργίου (ή Μπέμπης), ο Στέλιος Μακρυδάκης, ο Βασίλης Καραπατάκης, ο Γιάννης Τατασόπουλος, ο Γιώργος Τσιμπίδης, ο Αργύρης Βαμβακάρης, ο Ανέστης Αθανασίου και ο Μανώλης Χιώτης. Μέσα από δημοσιεύματα, συνεντεύξεις ή μαρτυρίες κοντινών τους ανθρώπων έρχεται στο φως η ζωή τους και ταυτόχρονα μια μεγάλη περίοδος του λαϊκού τραγουδιού- τα στέκια του, οι συνήθειές του, το πώς έφτανε στο στούντιο ηχογράφησης, το πώς συμμετείχε στις ελληνικές ταινίες. 

Απόστολος Καλδάρας-
 Αναφορά στη ζωή και το έργο του μεγάλου δημιουργού(Εκδ. Ιανός, 23 ευρώ ) είναι ο τόμος (427 σελ.) που μας παραδίδει ο συγγραφέας (ανιψιός του συνθέτη) Νίκος Χατζηνικολάου. Ένα χορταστικό και καλοφτιαγμένο βιβλίο γεμάτο από σπάνιες φωτογραφίες, παρτιτούρες, χειρόγραφα και στίχους του συνθέτη και των συνεργατών του. Ο Καλδάρας έγραψε πάνω από 1.200 τραγούδια, πολλά από τα οποία έγιναν κλασικά όπως το «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι», «Συ μου χάραξες πορεία», «Άμα θες να κλάψεις κλάψε» κ.ά.), ενώ είναι ο μόνος λαϊκός συνθέτης που άφησε πίσω του και πολλά έντεχνα. Από τη συνεργασία του με τον Πυθαγόρα ξεπήδησε η «Μικρά Ασία» (1972) ενώ από τη συνάντησή του με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο έχουμε τον «Βυζαντινό Εσπερινό». Οι συναντήσεις αυτές, όπως και οι συναντήσεις του με τραγουδιστές, εταιρειάρχες, μουσικούς, μαγαζάτορες, περιγράφονται με γλαφυρότητα δίνοντάς μας μια καλή γεύση για τη ζωή του και τα ήθη της εποχής. Πώς πορεύτηκε η δισκογραφία στην Ελλάδα από τη δεκαετία του ΄20, όταν έκαναν τα πρώτα τους βήματα οι δύο κορυφαίες δισκογραφικές εταιρείες Οdeon και Columbia; Ένα ενδιαφέρον βιβλίο με τίτλο Από τις 78 στροφές στο CD, 80 χρόνια ελληνικής δισκογραφίας (Εκδ. 

Ινστιτούτο Οπτικοακουστικών Μέσων, 11 ευρώ ), γραμμένο από τον
 Γιώργο Νοταρά, φωτίζει με διαφορετικό τρόπο την πορεία της ελληνικής μουσικής βιομηχανίας παρακολουθώντας βήμα βήμα τη γέννησή της, την άνθησή της και τη στασιμότητά της (μέσα το πλαίσιο της γενικότερης πτώσης της βιομηχανίας σε διεθνές επίπεδο). Στην έκδοση αυτή, εκτός από τον ευρύτατο κατάλογο επιλεγμένων ενδεικτικών τίτλων, αναλύονται όλες οι εποχές της δισκογραφίας (πού, πότε και πώς προέκυψαν), τα μουσικά ρεύματα μπαίνουν στο μικροσκόπιο και αναλύονται μέσα από μια κοινωνιολογική οπτική, ο Έλληνας γίνεται κι αυτός αντικείμενο παρατήρησης μέσα από τις επιλογές του. Ένα βιβλίο που με αφορμή τη μουσική πάει πέρα από αυτήν... 


Μυρωδιά βενζίνης, ποτού και καπνού

Σε έναν άλλο μαγικό κόσμο, αυτό του Τομ Γουέιτς, συμβαίνουν επίσης πολλά και αναπάντεχα. Μια road movie σε σελίδες με μυρωδιά βενζίνης, ποτού και καπνού είναι το Τom Waits: 

Αθώος Στα Όνειρά Σου
 (Εκδ. ΚΟΑΝ, 23 ευρώ ). Ο Waits μέσα κι έξω, στο ξέφωτο και στο σοκάκι των περιπλανήσεών του. Waits, δηλαδή χωρίς ταίρι στην Τέχνη του, τόσα και τόσα χρόνια. Στο βιβλίο του Μac Μontandon (σε μετάφραση Α. Καλοφωλιά και Π. Τομαρά, που λειτουργεί απόλυτα στο πνεύμα του «πρωταγωνιστή») ο Γουέιτς «μιλάει» μέσα από συνεντεύξεις, κείμενα, ποιήματα, στίχους, κάνοντάς σε να θέλεις να ξενυχτήσεις μαζί του, ευτυχής που ανακάλυψες το αντίδοτο της ανίας. 



Γράφουν η Μαρία Μαρκουλή και η Χάρη Ποντίδα



"Walk On The Wild Side"

Ο Lou Reed μέσα από τα τραγούδια του δείχνει την "σκοτεινή" πλευρά της ζωής.

"Walk On The Wild Side"

Το single μιλούσε για την κοινωνία των transsexual.


Ο Lewis Allen Reed (Lou Reed) γεννήθηκε στις 2 Μαρτίου του 1942 στο Long Island της Νέας Υόρκης. Στα γυμνασιακά του χρόνια, συμμετείχε σε πολλά κολεγιακά συγκροτήματα. Το πιο γνωστό ήταν οι Shades με τους οποίους το 1957 έκανε και το ντεμπούτο του στη δισκογραφία. Ένα από τα τραγούδια τους κυκλοφόρησε σαν single από μια ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρία. Εκείνη την εποχή όμως υπήρχαν πολλά τέτοια σχολικά συγκροτήματα που έβγαζαν τουλάχιστο από ένα single και όπως ήταν φυσικό η επιτυχία δεν μπορούσε να κρατήσει. Το "So Blue" δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Αρχικά γνώρισε κάποια επιτυχία, μπήκε στο ρεπερτόριο ορισμένων dj's, πολύ γρήγορα όμως άλλα κομμάτια πήραν τη θέση του. 
Στο μεταξύ ο Lou Reed είχε αποφοιτήσει από το Syracuse University και είχε πιάσει την πρώτη του δουλειά ως συμβασιούχος συνθέτης στην Pickwick Records. Συνήθως έγραφε τραγούδια με θέμα την "πικρή" πλευρά της ζωής και ήταν κυνικός στην ερμηνεία του. Μια από τις συνθέσεις ήταν το "The Ostrich" (1965) που το τραγούδησαν οι Primitives.
Από το 1968 μέχρι το 1970 ο Lou Reed ήταν επίσης μέλος των Velvet Underground. Την εποχή εκείνη οι Velvet Underground είχαν αποκτήσει πολλούς υποστηρικτές. Ανάμεσα σε εκείνους ήταν και ο David Bowie.
Το 1970 ο Lou Reed αποχώρησε από τους Velvet Underground για να ακολουθήσει σόλο καριέρα, αλλά μέχρι την κυκλοφορία του πρώτου του προσωπικού άλμπουμ πέρασαν περίπου δύο χρόνια. Στο διάστημα εκείνο ο Reed έπιασε μια περιστασιακή δουλειά. 
Τελικά το πρώτο του σόλο άλμπουμ κυκλοφόρησε το 1972. Η ηχογράφηση έγινε στο Λονδίνο ενώ ανάμεσα στους συμμετέχοντες βρετανούς μουσικούς ήταν ο Steve Howe καθώς και ο Rick Wakeman από τους "Yes". Αρκετά από τα τραγούδια του άλμπουμ ήταν καλά και θύμισαν το στυλ των Velvet Underground. 
Ο Lou Reed έκανε περιοδεία στη Μ. Βρετανία μαζί με τους νεαρούς Νεοϋορκέζους "Tots" και στη συνέχεια ηχογράφησε το επόμενο άλμπουμ του με τίτλο "Transformer" (1973) από το οποίο ξεχώρισε το διαχρονικό "Walk On The Wild Side" (Top10 στη Μ. Βρετανία, Top20 στις Ηνωμένες Πολιτείες). Το single μιλούσε για την κοινωνία των transsexual. 
Το τρίτο του προσωπικό άλμπουμ "Berlin" ήταν επίσης έτοιμο. Ακολούθησαν τα: "Live Rock n Roll Animal", "Sally Can't Dance" και το "Metal Machine Music", ένα διπλό άλμπουμ που προσέγγιζε το metal ροκ και πήρε πολύ σκληρές κριτικές. Ο Lou Reed συνέχιζε μέσα από τα τραγούδια του να δείχνει την "σκοτεινή" πλευρά της ζωής κι εξακολουθούσε όπως πάντα να είναι κυνικός. Η δισκογραφική δουλειά που ακολούθησε ήταν πιο ήπια και είχε τίτλο "Coney Island Baby". Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτό το άλμπουμ μέχρι σήμερα παραμένει το πιο απλό και ήπιο στην καριέρα του Lou Reed. Ακολούθησε το "Rock 'N' Roll Heart" που από πολλούς χαρακτηρίστηκε αποτυχημένο. Ευτυχώς δεν συνέβη το ίδιο με το "Street Hassle" που έδειξε ένα διαφορετικό, οπωσδήποτε αναζωογονημένο, στυλ του Lou Reed. Το "Street Hassle" ήταν το ομώνυμο τραγούδι του δίσκου και διασκευάστηκε αργότερα από τους Simple Minds.
Η δεκαετία του '80 μπήκε ακόμα πιο δυναμικά για τον Lou Reed. Στο "Blue Mask" συμμετείχε ο κιθαρίστας Bob Quine. Το άλμπουμ που ήταν από τις καλύτερες δουλειές του Reed, αποτέλεσε προπομπό των δύο επόμενων "Legendary Hearts" και "Mistrial". Το 1989 κυκλοφόρησε το "New York" που έδειξε το νέο πρόσωπο του Lou Reed. Επίσης τα τραγούδια ήταν πιο ρυθμικά. Ηταν ξεκάθαρο ότι ο καλλιτέχνης προσπαθούσε να ανανεωθεί. 
Ωστόσο. τα χρόνια περνούσαν και το κοινό του Lou Reed έδειχνε να έχει ιδιαίτερη προτίμηση στις πρώτες ηχογραφήσεις του, αν και το "Songs For Drella" όπου συνεργάστηκε ο John Cale, ήταν μια από τις καλύτερες δουλειές του καλλιτέχνη. Ακολούθησε το "Magic And Loss", ένα άλμπουμ αφιερωμένο στη μνήμη του βετεράνου συνθέτη Doc Pomus. Αλλά και οι δύο προηγούμενες δουλειές του έδειχναν ένα διαφορετικό προφίλ του ταλαντούχου καλλιτέχνη περισσότερο "δραματικό" και με σαφείς επιρροές από το rock'n'roll.. 
Το 1993 ο Lou Reed και οι Velvet Underground εμφανίστηκαν σε μια reunion συναυλία. Παράλληλα, ο Reed κυκλοφόρησε άλλο ένα προσωπικό άλμπουμ. Το "Twilight Reeling" παραμένει η πιο ρομαντική δισκογραφική του δουλειά. Ισως αυτό να οφείλεται στη γνωριμία του με την Laurie Anderson. Φυσικά από το άλμπουμ δεν έλειψαν τα σατιρικά κομμάτια, όπως το "Sex With Your Parents (Motherfucker)". 
Το 1997 η Laurie Anderson ήταν ανάμεσα στα άτομα που συμμετείχαν στη διασκευή της παλιότερης επιτυχίας του Lou Reed "Perfect Day" που επανακυκλοφόρησε για λογαριασμό του βρετανικού ραδιο-τηλεοπτικού δικτύου BBC. 
Μια από τις καλύτερες νύχτες του Lou Reed ήταν η συναυλία που έδωσε το 1996 στο Royal Festival Hall στο Λονδίνο. Μπορεί τα τραγούδια που ερμήνευσε να ήταν ανομοιογενή, αυτό όμως δεν έδειξε να απασχολεί κοινό και κριτικούς που τον αποθέωσαν. Η συναυλία ηχογραφήθηκε σε cd. Από τις καλύτερες στιγμές ήταν η 18λεπτη εκτέλεση του "Like A Possum".
Με την είσοδο του 21ου αιώνα ο Lou Reed επέστρεψε στη δισκογραφία με ένα άλμπουμ αφιέρωμα στον Edgar Allen Poe, ενώ το 2003 κυκλοφόρησε μια εκπληκτική συλλογή με τα καλύτερα τραγούδια του.Ο Lou Reed αποτελεί έμπνευση για πολλούς μεταγενέστερους τραγουδιστές. Αυτό που τον κάνει να ξεχωρίζει είναι η ικανότητά του να εκπλήσσει με τα τραγούδια του. Ακόμα και σήμερα τα τραγούδια του κεντρίζουν τη σκέψη του κοινού. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Lou Reed είναι από τους σημαντικότερους ποιητές της ροκ.


επιμέλεια άρθρου Ανδρέας Δηλές




«Οχι σκυλάδικο το Ηρώδειο»

Μετεξεταστέους άφησε το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο την Αννα Βίσση, τον Γιάννη Πάριο, τον Δημήτρη Μητροπάνο και τον Κώστα Χατζή, ως προς τις εμφανίσεις τους στο Ηρώδειο. Αποφάσισε να εξετάσει και πάλι το θέμα τους, καλώντας σε συνεδρίασή του μέσα στις επόμενες δύο εβδομάδες τους φορείς που οργανώνουν τις φθινοπωρινές συναυλίες τους στο αρχαίο ωδείο.

Η απουσία κάθε κριτηρίου, ωστόσο, οδήγησε στο να δοθεί ήδη άδεια στη Χάρη Αλεξίου και στον Γιώργο Χατζηνάσιο, τους οποίους τα μέλη δεν συμπεριέλαβαν στις επιφυλάξεις τους (τότε γιατί συμπεριέλαβαν τον Μητροπάνο και τον Χατζή με δεκαετίες προσφοράς στην ποιοτική μουσική;). Φυσικά, ο Σταμάτης Σπανουδάκης πήρε το ρωμαϊκό ωδείο για μια ακόμη (συνεχή) χρονιά!

Μεγάλη ανατριχίλα αισθάνθηκαν κάποια (όχι όλα) μέλη του ΚΑΣ όταν ακούστηκε πως φιλανθρωπική οργάνωση ζητούσε την εμφάνιση της Αννας Βίσση. «Το Ηρώδειο δεν είναι απλώς ένα μνημείο, είναι ένα μνημείο που βρίσκεται στις νότιες πλαγιές της Ακρόπολης, ανεξάρτητα αν έχει μεταβληθεί σε εμπορικό θέατρο και έτσι αντιμετωπίζεται από μερικούς» είπε ο καθηγητής γεωλογίας Ν. Μουρτζάς.

«Δεν θα μεταφέρουμε το σκυλάδικο σε αυτό τον χώρο», συνέχισε. «Δεν μπορεί να έρχεται ο καθένας να εξιλεώνεται μέσα στα αρχαία μνημεία. Εχει επιλέξει έναν δρόμο. Ας τον ακολουθήσει. Κάποιοι προσπαθούν να προωθηθούν στο Ηρώδειο άμεσα ή έμμεσα, χρησιμοποιώντας φιλανθρωπικές οργανώσεις και να ρίξουν το επίπεδο του λαού παρακάτω».

«Ευτελίζεται ο χώρος με τέτοιες παραστάσεις» είπε ο έφορος Αρχαιοτήτων Καρδίτσας Λεωνίδας Χατζηαγγελάκης. Αλλα μέλη του ΚΑΣ τόνισαν πως δεν έχει σημασία τι τραγούδια θα ακουστούν. Μπορεί να υπάρξει και αλλαγή ρεπερτορίου. Το θέμα είναι αν συνάδουν οι γενικότερες επιλογές κάποιων καλλιτεχνών, το προφίλ τους, με το αρχαίο μνημείο. Αλλοι, τέλος, σχολίασαν πως δεν είναι σωστό το Ηρώδειο να μετατρέπεται σε σκηνικό Γιουροβίζιον.

Για την Ιστορία: ο Σάκης Ρουβάς ζητά για συναυλία το Καλλιμάρμαρο Παναθηναϊκό Στάδιο την 1η Ιουλίου (μάλιστα αφίσες διαφημίζουν ήδη τη συναυλία στο μετρό). Το θέμα θα εξετάσει σήμερα το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων, αφού (κακώς) το Καλλιμάρμαρο θεωρείται μονάχα νεώτερο μνημείο και η Γ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων έχει πεταχτεί εντέχνως έξω.

ΤΟ ΕΚΤΟΣ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ
Το εκτός Ελληνικού Φεστιβάλ πρόγραμμα του Ηρωδείου (ανάμεσά τους και οι συναυλίες Πάριου, Βίσση, Μητροπάνου, Χατζή, που είναι... στον αέρα) έχει ως εξής:

  • 1/9 Ανάπλους, Βυζαντινή Χορωδία Λυκούργου Αγγελόπουλου
  • 3/9 Χάρις Αλεξίου
  • 4/9 Μουσικά Σύνολα Δήμου Αθηναίων
  • 5/9 Γιάννης Πάριος
  • 7/9 Λέοναρντ Κοέν
  • 9/9 Αννα Βίσση
  • 10/9 Δημήτρης Μητροπάνος
  • 11/9 Γιώργος Χατζηνάσιος
  • 13/9 Λουθ Κασάλ
  • 15/9 Παπαγεωργίου - Ξαρχάκος -  Μπάλτσα
  • 17/9 Sui Generis, συναυλία ελληνικής μουσικής
  • 19/9 Χοσέ Καρέρας
  • 21/9 Θανάσης Πολυκανδριώτης - Πάκο Πένια, Ντούλτσε Πόντες
  • 22/9 Ωδείο Αθηνών - Η Σμύρνη κάποτε
  • 24/9 Βανέσα Μέι
  • 26/9 Σταμάτης Σπανουδάκης
  • 28/9 Κ. Χατζής
  • 30/9 Ewa Kupic και πολωνική ορχήστρα
  • 2/10 Ερικ Κλάπτον
  • 5/10 Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών - θεατρική εκδήλωση

Αγγελική Κώττη 

Οι χίπις δεν γερνάνε ποτέ!

Το 1967 το Σαν Φρανσίσκο ήταν ο παράδεισος των «παιδιών των λουλουδιών». Τριάντα χρόνια αργότερα το ανέμελο πνεύμα τους κατοικεί ακόμη στην περιοχή


Πριν από 30 χρόνια, η διασταύρωση των δρόμων Χάιτ και Ασμπερι στο Σαν Φρανσίσκο ήταν η Μέκκα της χίπικης κουλτούρας: χιλιάδες «παιδιά των λουλουδιών» με ξέπλεκα μαλλιά και ονειροπόλο βλέμμα (άντε και λίγη μαριχουάνα) συγκεντρώνονταν εκεί για να χαλαρώσουν και να λικνιστούν στους ψυχεδελικούς ήχους των αγαπημένων τους συγκροτημάτων. Η Τζάνις Τζόπλιν ήταν μόνιμος κάτοικος της περιοχής και οι Grateful Dead διατηρούσαν το κοινόβιό τους σε ένα τριώροφο βικτωριανό σπίτι της οδού Ασμπερι.

Οι θρύλοι δεν μένουν πια εκεί, η γειτονιά όμως παραμένει φορτισμένη από τη μνήμη τους και διατηρεί μια φευγαλέα και παιχνιδιάρικη διάθεση: νεαρά άτομα αμφιβόλου φύλου με σκουλαρίκια στον αφαλό περιφέρονται νωχελικά εις αναζήτησιν του ιδανικού καπουτσίνο, ενώ φρενιασμένοι σκέιτερς διασχίζουν αστραπιαία τον δρόμο τρομάζοντας τους χαζοχαρούμενους τουρίστες. Η περιοχή χαίρει ποικιλοτρόπως της ευεργετικής επίδρασης του εμπορίου: δυστυχώς, τα παραδοσιακά μαγαζιά των μικροϊδιοκτητών έχουν αρχίσει να εκλείπουν και τον χώρο εκμεταλλεύονται όλο και περισσότερες επιχειρήσεις - γίγαντες, όπως η GAP και η Ben n' Jerry' s.

Πώς ξεκίνησε η όλη ιστορία; Το Σαν Φρανσίσκο συνδύαζε από παλιά τη γραφικότητα με τη λιτότητα και, το πιο σημαντικό, ένα διάχυτο πνεύμα ανεκτικότητας στο «αδοκίμαστο, το απ' αλλού φερμένο» (Ελύτης).


Ο Σπένσερ Ντράιντεν, ντράμερ των Jefferson Airplane, θυμάται: «Στις αρχές του 1966 η οδός Χάιτ ήταν παράδεισος για κάθε μακρυμάλλη. Ηταν μια οικογενειακή υπόθεση ­ καθόλου τουρίστες. Ζούσαν όλοι μαζί και βοηθούσαν ο ένας τον άλλο». Υπήρχε δωρεάν ιατρική περίθαλψη και δωρεάν συναυλίες στο Γκόλντεν Γκέιτ Παρκ. Καμιά ουτοπία όμως δεν είναι παντοτινή: τον Οκτώβριο του 1966 το LSD διακηρύχθηκε παράνομο και η περιοχή άρχισε να γεμίζει παράσιτα, αδίστακτους ντίλερς που πουλούσαν πιο επικίνδυνες ουσίες, όπως μεθεδρίνη και ηρωίνη. Τον Οκτώβριο του 1967 μια πορεία διαδηλωτών στη Χάιτ θρηνούσε τον «Θάνατο των Χίπις». Μέσα σε δύο χρόνια  όταν οι Rolling Stones έδωσαν τη μοιραία συναυλία τους στο Altamont Speedway  η «μετάλλαξη» της περιοχής είχε ολοκληρωθεί: οι ανέμελοι χίπις μεταμορφώθηκαν σε αξιολύπητους ναρκομανείς, ενώ πολλά καταστήματα και δημοφιλή «στέκια» κατέβασαν τα ρολά.

Το Σαν Φρανσίσκο άργησε να αναρρώσει από τη μεταψυχεδελική παρακμή του. Κατά τη δεκαετία του '70 το ενδιαφέρον της μουσικής βιομηχανίας μετατοπίστηκε στο Λος Αντζελες και η Χάιτ σταδιακά μαράζωσε. Την περίοδο εκείνη ολόκληρος ο Κόλπος είχε ξεχάσει το «χίπικο» παρελθόν του και είχε αγκαλιάσει το πανκ. Παρ' όλο που ξεπρόβαλαν αρκετά νέα «αναρχικά» συγκροτήματα (οι Avengers, οι Offs, οι Negative Trend), η περιοχή ποτέ δεν αποτέλεσε το επίκεντρο των εξελίξεων στον χώρο της πανκ σκηνής. Σιγά σιγά όμως άρχισαν να λειτουργούν όλο και περισσότερα κλαμπ (γκέι και μη) και καταστήματα, τα οποία εμφύσησαν νέα πνοή ζωής. Διάφορα συγκροτήματα με new wave προσανατολισμό (Cure, New Order) «ταρακούνησαν» τη μεταπάνκ νεολαία του Σαν Φρανσίσκο με τις συναυλίες τους. Σύμφωνα με τον κ. Μπρους Λάιαλ, ιδιοκτήτη του καταστήματος δίσκων «Recycled Records»  στην ίδια θέση εδώ και 20 χρόνια:

«Η παράδοση των χίπις μετουσιώθηκε σε ένα μείγμα νοσταλγικού κιτς και αλητείας». Παρ' όλο που ο αριθμός των αστέγων και των ζητιάνων έχει αυξηθεί σε ενοχλητικό βαθμό, η οικονομική δραστηριότητα της περιοχής δεν έχει πληγεί: αντιθέτως, η Χάιτ έχει όλες τις προοπτικές να μετατραπεί σε πόλο τουριστικής έλξης, όπως το Γκρίνουιτς Βίλατζ της Νέας Υόρκης ή το Κόβεντ Γκάρντεν του Λονδίνου.

Η ουσιαστικότερη συμβολή της περιοχής στην πολιτιστική και κοινωνική ζωή της χώρας συνίσταται στην εμπύρετη απόπειρα αποκοπής από το κατεστημένο, τον κομφορμισμό και τον καταναλωτισμό της καπιταλιστικής Αμερικής. Με τον δικό τους ιδιαίτερο τρόπο οι χίπις του '60 όχι μόνο αμφισβήτησαν την ακαμψία των κοινωνικών ρόλων, τα στερεότυπα των φύλων, τη βία του πολέμου του Βιετνάμ, αλλά δημιούργησαν και μια ουτοπία απόκληρων ειρηνιστών. Η μετέπειτα αποτυχία του «πειράματος» αυτού μπορεί να αποτελεί αφετηρία πολλών προβληματισμών, η επιρροή της ψυχεδέλειας όμως (ως εκφραστικού μέσου και ως στάσης ζωής) στην εξέλιξη του ροκ αποδεικνύει ότι το «πείραμα» δεν ήταν μάταιο.


πηγη www.tovima.gr

επιμέλεια Ανδρέας Δηλές 


Το Βερολίνο είναι ο αγαπημένος μου προορισμός στην Ευρώπη. Κάθε φορά που βρίσκομαι εκεί νοιώθω να ταξιδεύω μπρος πίσω στο χρόνο. Στο μέλλον γιατί η πόλη έχει έναν αστικό πολιτισμό που η Αθήνα μάλλον δε θα τον φτάσει τουλάχιστον αυτό τον αιώνα και στο παρελθόν γιατί όλη η ευρωπαϊκή ιστορία είναι διάχυτη στους δρόμους κυρίως του ανατολικού τομέα. Το κερασάκι στην τούρτα όμως σε αυτή την επίσκεψη, ήταν τοBoheme Sauvage, ένα οργιαστικό party της εποχής του μεσοπολέμου στο οποίο είχα την τύχη να παρεβρεθώ. Ένα twenties party όπου ο ερωτισμός ξεχείλιζε και σε γύριζε πίσω με μια εποχή όπου οι άντρες ήταν κύριοι και οι γυναίκες κυρίες. Και επειδή η διοργανώτρια του, η 27 xronh Ιnga Jocob μπορεί σίγουρα να μας τα διηγηθεί καλύτερα ας δώσω το λόγο σε εκείνη ...;  

  
Inga
, τι ακριβώς είναι το Boheme Sauvage; 
Το
 Boheme Sauvage είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα πάρτυ! Είναι ένα γοητευτικό αφιέρωμα στην εποχή της χρυσής δεκαετίας του '20, ειδικά για τους Boheme του Βερολίνου εκείνης της εποχής, όπως καλλιτέχνες, ηθοποιοί, συγγραφείς, δημοσιογράφους και κάθε είδος τυχοδιώκτες. Εμπνέεται από τη Belle Epoque, τη Boheme ατμόσφαιρα του Παρισιού (Moulin RougeArt  Nouveau, BurlesqueTolouse-LautrecAbsinth) και την αμερικάνικη δεκαετία του '30 με τοSwing (μαφία του Σικάγου, Al Capone, ποτοαπαγόρευση, Jazzclubs, Speakeasys). Γενικά, μπορείς να πεις ότι το "Boheme Sauvage" είναι ένα event που ταξιδεύει το κοινό πίσω στο χρόνο μεταξύ του 1890 και 1940.

Ποιοι παίρνουν μέρος σε αυτά τα μηνιαία parties; 

Διοργανώνεται για άτομα που απολαμβάνουν να εκφράζονται με διάφορους τρόπους, τους αρέσει να ντύνονται με στολές και να παίζουν με θεατρικό τρόπο χρησιμοποιώντας άλλες ταυτότητες και γενικά για όποιον είναι ανοιχτός σε νέες εμπειρίες με πειραματισμό και περιπέτεια. Κάθε καλεσμένος, ο ίδιος επιλέγει πόσο βαθιά θα καταδυθεί στο κλίμα και κουλτούρα της εποχής. Ένα από τα πιο σημαντικά σημεία του event είναι ότι κάθε ένας από τους παρευρισκόμενους είναι ντυμένος κατάλληλα βάση του συγκεκριμένου  dresscode (BohθmianBurlesqueCabaretCancanDandyDiva,GigoloGlamourMafiaMoulin RougeRascalVarietι, Vaudeville) και αυτό είναι που δημιουργεί αυτήν την εκπληκτική ατμόσφαιρα. Επίσης και η συμπεριφορά των φιλοξενουμένων εμφανίζεται διαφορετική απ' ό,τι στην καθημερινή ζωή. Αλλάζουν οι κανόνες του παιχνιδιού και χρησιμοποιείται ένας πολύ ευγενικός τρόπος συνδιαλλαγής και συμπεριφοράς μεταξύ των καλεσμένων συνήθως παιχνιδιάρικος και προκλητικός.  


Πως δημιουργείτε ατμόσφαιρα στα clubs που το διοργανώνετε; 

Πολύ σημαντικά σημεία είναι η πλούσια διακόσμηση, οι παραστάσεις πάνω στη σκηνή (cabaret, μουσική,μαθήματα χωρού, burlesque χορευτικά, ταχυδακτυλουργικά, κ.λπ.), το καζίνο (με το black Jack, τη ρουλέτα και το πόκερ) όπου οι άνθρωποι παίζουν με πλαστά χρήματα πληθωρισμού για να κερδίσουν αψέντι (ή για να τα ανταλλάξει με ένα φιλί).

 Τι μουσική παίζει στο Boheme Sauvage; 
Στο ξεκίνημα της βραδιάς ακούγεται κυρίως μουσική της συγκεκριμένης περιόδου του '20 και του '40. Αργότερα μπορείτε επίσης να ακούσετε πιο  σύγχρονες επιλογές, αλλά γενικά, μουσική σχετική με την περίοδο, όπως η Neo-Swing,Balkan BrassGipsy SwingRussian Folk, , Latin Jazz (TangoRumbaBossa Nova, κλπ.) και γαλλικά  Chanson. Όποιο ύφος και να επιλεγεί από τον DJ, η μουσική ανεβαίνει τρελά κατά τη διάρκεια της νύχτας!

Πες μας λίγα λόγια για σένα και πως ξεκίνησε όλη αυτή η φάση με τοBoheme Sauvage  
Είmαι η διοργανώτρια και οικοδεσπότης του Boheme Sauvage. Το 2004 ξεκίνησa με ιδιωτικά πάρτυ με θέμα τη "χρυσή δεκαετία του '20" στο διαμέρισμά μου, όπου όλα ήταν σχεδιασμένα και διακοσμημένα σε αυτό το ύφος. Όλοι οι παρευρισκόμενοι ήταν ντυμένοι σχετικά με το θέμα της βραδιάς και το "σενάριο" διαδραματιζότανε ακριβώς 80 χρόνια πριν, το 1924. Από το Μάιο του 2006 μέχρι σήμερα διοργανώνω μηνιαίως το Boheme Sauvage σε διαφορετικές τοποθεσίες στο Βερολίνο.

Τι το ιδιαίτερο έχει το Βερολίνο της δεκαετίας του '20; 
Στη Γερμανία είναι ο χρόνος μεταξύ των δύο παγκόσμιων πολέμων, η αποκαλούμενη "Δημοκρατία της Βαϊμάρης", η πρώτη δημοκρατία της Γερμανίας. Ποτέ ξανά στην ιστορία δεν είχε εμφανιστεί τέτοιο πλήθος από κινηματογράφους, νυχτερινά κέντρα διασκέδασης, θέατρα και cabarets απ' ό,τι στις δεκαετίες του '20 στο Βερολίνο. Ήταν επίσης το μεγάλο ξέσπασμα για την χειραφέτηση των γυναικών. Οι γυναίκες δεν χρειαζόταν να φορούν τους κορσέδες άλλο και θα μπορούσαν επιτέλους να φορέσουν κοντά φορέματα και φούστες, να έχουν κοντά χτενίσματα, τους επιτράπηκε να καπνίζουν, να εργάζονται σε κανονικές εργασίες και να ψηφίζουν στις εκλογές. Θα μπορούσατε να αγοράσετε την κοκαΐνη στα φαρμακεία - και ήταν φτηνότερη από τη βότκα! Ακόμα κι αν υπήρξε μια μεγάλη οικονομική κατάθλιψη, οι άνθρωποι επιζητούσαν ψυχαγωγία. Χόρευαν κυριολεκτικά στο ηφαίστειο. Το 1919 ως το 1925 ήταν πολύ σκληρά έτη, που χαρακτηρίστηκαν από τον πληθωρισμό και τη μαζική ανεργία. Τα πράγματα άρχισαν να καλυτερεύουν  με αργούς ρυθμούς μετά από αυτό, μέχρι την άφιξη της μαύρης Παρασκευής (η συντριβή του αμερικάνικου χρηματιστηρίου τον Οκτώβριο του 1929 που είχε επίσης πολύ κακή επιρροή στη γερμανική οικονομία) και του "τρίτου Ράιχ του Χίτλερ". Γενικά η δεκαετία του '20 ήταν ένα σημαντικό μεταβατικό σημείο στην ιστορία, και το μεγαλύτερο βήμα από την παλιά στη σύγχρονη εποχή όπως την γνωρίζουμε σήμερα, ιδιαίτερα από κοινωνικής, πολιτιστικής και τεχνολογικής άποψης.

Dresscode

Απολύτως ανεπιθύμητα είναι οποιαδήποτε είδη σύγχρονων ενδυμάτων ή αξεσουάρ, καθώς επίσης και άσχημα γυαλιστερά πλαστικά καρναβαλίστικα κοστούμια, πάρα πολύ ψεύτικες περούκες και όλα όσα δεν υπήρξαν σε αυτό ή με παρόμοιο τρόπο μεταξύ 1880 και 1940.

 Ενδύματα και αξεσουάρ για άνδρες: 
Κοστούμια, τιράντες, καπέλα, φράνκα, ψηλά καπέλα, μονόκλ, ρολόγια τσέπης, μαντίλι στην μπροστινή τσέπη τους, φουλάρια, παπιγιόν, καπέλα, λουλούδι στο πέτο τους, μπαστούνι, πίπα τσιγάρων...

Τι προτιμούν οι άνδρες να εμφανίζονται ως; 
Gentlemen, καλλιτέχνες, ευγενείς, βαρώνοι, Gigolo, δανδήδες, μαφιόζοι, καθάρματα- απατεώνες.

Ενδύματα και αξεσουάρ για τις γυναίκες: 
Φανταχτερά φορέματα, φορέματα με μπορντούρες και γκλίτερ, φορέματα φτιαγμένα από σχεδόν διαφανές ύφασμα, το αγορίστικο-ύφος ή ύφος της Marlene (κορίτσια με ανδρικά κοστούμια με γραβάτα ή παπιγίον και ψηλό καπέλο) φτερά στο κεφάλι, γούνες, περιδέραιο μαργαριταριών, σκουλαρίκια μαργαριταριών, μικρά καπέλα, βεντάλιες, γάντια, μακριές πίπες τσιγάρων 
χτενίσματα: κυμματιστά, σπαστά, φτερά, καπέλα, μαύρη δαντέλλα,

Τι προτιμούν οι γυναίκες να εμφανίζονται ως: 
Γυναίκα του cabaret, variete, λαίδη, βαρόνη, χορεύτρια, καλλιτέχνης, πόρνη.

- που επιθυμούν να εξετάσουν την ιστορία όχι μόνο με τα βιβλία αλλά και βιωματικά

- υποστηρίζουν τον σύγχρονο δανδισμό

- που θέλουν να δοκιμάσουν κάτι διαφορετικό από τα συνηθισμένα, ένα νέο τρόπο διασκέδασης. 

"δεν έχω δει ποτέ τόσους πολλούς όμορφους ανθρώπους σε μια νύχτα σε ένα σημείο"

 "αυτό είναι πραγματικά ένα ταξίδι στο χρόνο. Η ατμόσφαιρα είναι απολύτως μοναδική!"

"Υπάρχει ερωτικός στον αέρα!"


Του Bαγγέλη Δαβιτίδη

Φωτό: Frederic Schweizer

επιμέλεια Ανδρέας Δηλές 


Υπόγεια με αυγοθήκες


Ανέκαθεν οι μπάντες έψαχναν για το δικό τους χώρο. Ένα «σπίτι» μέσα στο οποίο θα μπορούν να εκφραστούν ελεύθερα, χωρίς να ενοχλούν ούτε να ενοχλούνται από κανέναν. Αυτή την ανάγκη ήρθαν να καλύψουν τα προβάδικα, γύρω στα τέλη της δεκαετίας του '80 με αρχές '90. Οι πρώτοι που αποτόλμησαν το εγχείρημα ήταν ο Βλάσης Ερημάκης στα Εξάρχεια με το Studio II και ο Νίκος Μηλιώνης στην Κυψέλη με το Ηχουργείο, δύο χώροι που υπάρχουν μέχρι σήμερα.

«Εκείνα τα χρόνια» μου λέει ο Νίκος «γεννήθηκε σε πολλούς ανθρώπους η όρεξη να εκφραστούν ομαδικά. Ένιωθαν όμορφα μόνο και μόνο με την αίσθηση ότι κάνουν κάτι μαζί. Αυτό συνεχίστηκε για περίπου μια δεκαετία. Τότε ήταν που τα προβάδικα γνώρισαν και τη μεγαλύτερη άνθηση. Αποφάσισα να φτιάξω έναν τέτοιο χώρο γιατί το είχα δει να συμβαίνει στο εξωτερικό -οργανωμένο διαφορετικά- και να σημειώνει μεγάλη επιτυχία. Για παράδειγμα, στο Άμστερνταμ ο δήμος έχει στην κατοχή του κτίρια μέσα στα οποία έχουν φτιαχτεί μόνο studio κι εκεί οι μπάντες νοικιάζουν τις αίθουσες και παίζουν μουσική». Μέσα στην επόμενη πενταετία, τα studio φυτρώνουν σαν μανιτάρια σε πολλές περιοχές της Αθήνας. Πολλά από αυτά θα κλείσουν σύντομα, κάποια άλλα θα ανοίξουν στη θέση τους, ώσπου να σταθεροποιηθεί ένας βασικός πυρήνας. Όσοι έμειναν, είναι άνθρωποι που πήραν στα σοβαρά τη δουλειά τους και κατάλαβαν από νωρίς ότι η πρόβα είναι επιστήμη. Αλλά, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Τα πρώτα χρόνια


Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι τα προβάδικα ήρθαν σαν φυσική συνέπεια της ραγδαίας ανάπτυξης των αστικών κέντρων. Στις πυκνοκατοικημένες αθηναϊκές συνοικίες, τα συγκροτήματα δεν μπορούσαν να παίξουν πλέον στο υπόγειο ή το πλυσταριό του σπιτιού τους. Επομένως, προέκυψε η επιτακτική ανάγκη για χώρους με ηχομόνωση, έτσι ώστε να προστατεύονται οι έξω από τους μέσα, αλλά και το αντίστροφο. Γιατί δεν είναι μόνο ο γείτονας που μπορεί να βρίσκει ανυπόφορο τον ήχο των ντραμς· και τα μέλη της μπάντας έχουν κάθε δίκιο να εκνευρίζονται κάθε φορά που κορναρίσματα παρεμβάλλονται στη μουσική τους. 
Την ίδια εποχή αλλάζουν και τα μουσικά γούστα. Τη δεκαετία του '80 αφήνουμε πίσω μας τον ακουστικό ήχο και τα λαϊκά όργανα. Η νεολαία ανακαλύπτει μαζικά την ηλεκτρική κιθάρα, τα ντραμς, το ηλεκτρικό μπάσο και την ομορφιά τού να παίζουμε όλοι μαζί δυνατά μουσική. Σιγά σιγά οι παρέες φτιάχνουν γκρουπάκια, ακολουθώντας τις επιταγές του do-it-yourself, που έρχεται με καθυστέρηση μιας δεκαετίας από τη Μεγάλη Βρετανία. «Ήμουν 16 χρόνων και έβλεπα συμμαθητές μου να κυκλοφορούν με μια κιθάρα και να μπαίνουν σ' αυτό το υπόγειο (Στούντιο Π στην Ηλιούπολη). Ήταν κάτι που μου κέντρισε την περιέργεια. Έτσι άρχισα να ασχολούμαι με τη μουσική» λέει Χρήστος, 25 χρόνων σήμερα. 
Οι ίδιοι πάντως οι ιδιοκτήτες πιστεύουν πως ο ρόλος των studio στη δημιουργία μιας μπάντας σταματάει σε πολύ πρώιμο στάδιο και σε καμία περίπτωση δεν αποδέχονται το ρόλο του ιδιότυπου μαικήνα της εναλλακτικής μουσικής σκηνής. «Η ύπαρξη ενός χώρου για πρόβες κάνει οπωσδήποτε πιο εύκολη τη δημιουργία ενός γκρουπ, χωρίς αυτό να αποτελεί πανάκεια. Δηλαδή το 1970, που δεν υπήρχαν studio, τι γινόταν; Δεν υπήρχαν γκρουπ; Η δημιουργία ενός καλού γκρουπ προϋποθέτει κι άλλα πράγματα. Όσο για την άνοδο της ελληνικής εναλλακτικής σκηνής σήμερα, πιστεύω ότι τα πάντα παίζουν το ρόλο τους. Το MTV, η παγκόσμια μουσική γενικότερα, καθώς και το ότι οι Έλληνες έχουν βαρεθεί την ψευτοκουλτούρα και το glamour» υποστηρίζει ο Στάθης Παυλάντης, ιδιοκτήτης του studio The Music House, που βρίσκεται στον Κορυδαλλό.
Στο ίδιο μοτίβο και ο Γιάννης Σκλίβας, ιδιοκτήτης του DSL στο Κουκάκι, αισιοδοξεί για τη μουσική δημιουργία αλλά και για το μέλλον των studio: «Θυμάμαι ότι το 2000, χρονιά των μεγάλων καταλήψεων στα σχολεία, το studio γέμισε με μαθητικές μπάντες. Προφανώς αυτό οφείλεται και στον ελεύθερο χρόνο που είχαν, αλλά και στο κλίμα που είχε δημιουργηθεί. Γενικά πιστεύω ότι σε περιόδους κοινωνικής αναταραχής, όπως η τωρινή, η ανάγκη για έκφραση γίνεται εντονότερη ειδικά στη νεολαία».   

Η επιστήμη της πρόβας


Μπορεί σήμερα να φαίνεται ότι τα πράγματα έχουν πάρει το δρόμο τους, αλλά και στην περίπτωση των studio ίσχυσε το «κάθε αρχή και δύσκολη». Τα πρώτα χρόνια, οι περισσότεροι ιδιοκτήτες δεν είχαν συνειδητοποιήσει πως το να λειτουργεί κάποιος έναν τέτοιο χώρο έχει πολλές δυσκολίες. Ο Γιώργος Ποντίκης, ιδιοκτήτης του Στούντιο Π στην Ηλιούπολη, μου εξηγεί γιατί το προβάδικο δεν έχει ωράριο: «Στην αρχή, ο οποιοσδήποτε διέθετε ένα χώρο και την οικονομική δυνατότητα να αγοράσει όργανα (ακόμα και β΄ ή γ΄ διαλογής) μπορούσε να ανοίξει studio. Επίσης, οι περισσότεροι δεν το αντιμετώπισαν ως την κύρια δουλειά τους, αλλά ως έναν τρόπο για να βγάζουν χαρτζιλίκι. Όμως το προβάδικο είναι κάτι παραπάνω από full-time απασχόληση. Εμένα μου έχει τύχει να γυρίσω από διακοπές και να ανοίξω το χώρο Δεκαπενταύγουστο, γιατί τα παιδιά που ήθελαν να κάνουν πρόβα έρχονται χρόνια και είχαν ανάγκη την αίθουσα». 

Όπως διαπίστωσα συζητώντας με θαμώνες, το πώς κρίνει κανείς ένα προβάδικο εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Η ηλικία των μελών ενός γκρουπ και ο εκάστοτε επαγγελματισμός ή ο ερασιτεχνισμός που τους διακρίνει καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τις απαιτήσεις τους. Για να καταλάβουμε το χάος που τους χωρίζει, αρκεί να σκεφτούμε ότι η ηλικία των ατόμων που περνούν καθημερινά το κατώφλι των studio είναι από 11 μέχρι 60 χρόνων. Επίσης, στην ίδια αίθουσα μπορεί το μεσημέρι να κάνουν πρόβα οι Ρόδες και δυο ώρες αργότερα τα ίδια ντραμς να χτυπάει ένας μαθητής λυκείου, που παίζει με το γκρουπ του διασκευές. «Για τους μη επαγγελματίες μουσικούς, για εκείνους που απλώς κάνουν το κέφι τους, τεχνικά ζητήματα, όπως ο εξοπλισμός και η μικροφωνική εγκατάσταση, παίζουν πολύ μικρό ρόλο. Περισσότερη σημασία δίνουν στη συμπεριφορά του ιδιοκτήτη» μου λέει ο 26χρονος Μιχάλης, ο οποίος κάνει πρόβα σε studio από 15 χρόνων. 

Πρόβα-Συναυλία 1-0 (τελικό)


Κυριακή μεσημέρι. Παρακολουθώ μια πρόβα στο studio DSL στο Κουκάκι. Ο ντράμερ χτυπάει τις μπαγκέτες, κοιτώντας τα υπόλοιπα μέλη του γκρουπ. Ξεκινούν το κομμάτι και σε όλη τη διάρκεια έχουν οπτική επαφή, για να συγχρονιστούν στα δύσκολα σημεία. Ανταλλάσσουν απόψεις για το πώς πρέπει να παιχτεί το κομμάτι, σε ποιο σημείο θα χαμηλώσει η κιθάρα, πού θα μπει δυνατά το μπάσο, για πόσα  μέτρα θα παίζουν γρήγορα τα ντραμς. Δεν ξέρω αν τα studio κάνουν καλό στη μουσική σκηνή και μάλλον αυτό λίγο ενδιαφέρει. Αυτό που ξέρω είναι ότι ζηλεύω αυτές τις ματιές που ρίχνουν μεταξύ τους: συνεννοούνται, διαφωνούν, απολογούνται για τη λάθος νότα, επιβραβεύουν ο ένας τον άλλο. Τελικά, υπάρχει κάτι πιο σημαντικό για ένα γκρουπ από τη στιγμή της πρόβας; Η απάντηση είναι όχι. Γιατί αυτές τις ματιές δεν τις αλλάζουν με τίποτα. 

 

DSL Studio (Νότη Μπότσαρη 9-11, Κουκάκι, 210 9244.643, www.dsl-studio.gr) 
Ο χώρος δημιουργήθηκε το 1993 από τον Γιάννη Σκλίβα και διαθέτει δύο άρτια εξοπλισμένες αίθουσες. Από εδώ έχει περάσει όλος ο καλός ο (μουσικός) κόσμος, από Earthbound μέχρι Bokomolech. Η ώρα κοστίζει 12 ευρώ.  

The Music House (Πλατεία Μέμου, Κορυδαλλός, 210 4950.928, www.themusichouse.gr) 
Δημιουργήθηκε το 1994 από τον Στάθη Παυλαντή. Βρίσκεται μισή ώρα από το κέντρο τις Αθήνας και 15 λεπτά απ' τον Πειραιά. Προσφέρει υψηλής ποιότητας εξοπλισμό, έχει έμπειρο προσωπικό και είναι από τα μεγαλύτερα studio της περιοχής. Διαθέτει μία αίθουσα, ειδικά εξοπλισμένη για να καλύπτει ένα ευρύ φάσμα απαιτήσεων. Εδώ οι μπάντες μπορούν να παίξουν σχεδόν κάθε είδους μουσικό στιλ, από τζαζ και κλασική μέχρι χέβι μέταλ και χιπ χοπ. Ο χώρος είναι διαθέσιμος επτά ημέρες την εβδομάδα, από τις εννιά το πρωί μέχρι αρκετές ώρες μετά τα μεσάνυχτα. Η ώρα κοστίζει 10 ευρώ.

Studio II (Τραπεζούντιου 1, Εξάρχεια, 210 3640.614, www.studio2.gr) 
Πέρσι έκλεισε αισίως τα 20 χρόνια. Στο studio του Βλάση Ερημάκη έχουν προβάρει θρυλικές μπάντες, όπως οι Γενιά του Χάους, Last Drive, Purlple Overdose και Echo Tattoo. Ο ιδιοκτήτης του δραστηριοποιείται επίσης στον τομέα της οργάνωσης συναυλιών.

Studio Terra (Αγ. Κωνσταντίνου 63, Ηλιούπολη, 210 9751.090, www.studioterra.gr) 
Η λειτουργία του ξεκινά το 2001, αρχικά με μία αίθουσα, και το 2003 κατασκευάζεται και δεύτερη. Ο ιδιοκτήτης του, Σωτήρης Πανάγος, έφτιαξε μπαρ στο χώρο του studio, για να αποκτήσει άλλο ενδιαφέρον το πριν και το μετά της πρόβας. Η πρόβα κοστίζει 12 ευρώ η ώρα. 

Ηχουργείο (Κυψέλης 94, Κυψέλη, 210 8233.632)
Από τα πρώτα studio της Αθήνας, δημιουργήθηκε το 1988 από τον Νίκο Μηλιώνη. Στις αίθουσές του έχουν κάνει πρόβα σχεδόν όλα τα μεγάλα ονόματα της ελληνικής ροκ σκηνής, αρχής γενομένης από τον Παύλο Σιδηρόπουλο. Ανακαινίστηκε πριν από δύο χρόνια και σήμερα διαθέτει δύο αίθουσες, στις οποίες κάνουν πρόβα γύρω στα 20 γκρουπ. Η πρόβα κοστίζει 10 ευρώ την ώρα στη μικρή αίθουσα και 12 στη μεγάλη. Προσφέρονται και πακέτα ωρών.

Στούντιο Π (Κανάρη 30Α, Ηλιούπολη, 210 9959.218)
Δημιουργήθηκε το 1996 από τον Γιώργο Ποντίκη. Διαθέτει δύο αίθουσες και αποτελεί εδώ και χρόνια σημείο συνάντησης για τους μουσικούς και τους μουσικόφιλους της περιοχής. Η ώρα κοστίζει 10 ευρώ.  



 

Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΟΚΚΙΝΗ


Δυο λαμπερές κυρίες

Η επιστροφή της Γουίτνι Χιούστον


Επτά χρόνια μετά το λανσάρισμα του τελευταίου, αποτυχημένου άλμπουμ της, η Γουίτνι Χιούστον κάνει μια προσπάθεια επιστροφής στη δισκογραφία, με παραγωγούς τον Ακον και τον Γουίλιαμ των Black Eyed Peas. Τα τελευταία χρόνια η τραγουδίστρια, που στα 45 της χρόνια έχει πουλήσει 170 εκατομμύρια δίσκους, απασχόλησε τον Τύπο κυρίως με δημοσιεύματα σε σχέση με την προσωπική της ζωή και την απεξάρτηση από τα ναρκωτικά. Το άλμπουμ θα βρεθεί στα αγγλικά δισκοπωλεία στις 31 Αυγούστου. 

Η Whitney Houston γεννήθηκε στο Newark του New Jersey στις 9 Αυγούστου του 1963. Η μητέρα της η τραγουδίστρια της γκόσπελ Cissy Houston και η ξαδέρφη της η πασίγνωστη Dionne Warwick την μύησαν από πολύ νωρίς στα μονοπάτια της μουσικής. Από τα 11 χρόνια της η Whitney Houston τραγουδούσε μαζί με την μητέρα της θρησκευτική μουσική στην χωρωδία 'New Hope Baptist Junior Choir'. 

Όμως η Whitney ήταν γεννημένη για μεγαλεία. Κι αυτό το απείδεξε όταν μια βραδιά τραγούδησε ξεχωριστά από την υπόλοιπη χωρωδία, κάνοντας τους πάντες να δακρύσουν. Το ταλέντο της φάνηκε από τότε που ήταν ακόμα στην εφηβεία. 
Η Whitney Houston ξεκίνησε την επαγγελματική της καριέρα κάνοντας πίσω φωνητικά στην Chaka Khan και τον Lou Raws. 
Η εξωτική ομορφιά της, της επέτρεψε την είσοδο στο κόσμο του μόντελινγκ πριν ακόμα καν ενηλικιωθεί. Ασχολήθηκε ερασιτεχνικά ποζάροντας στα εξωφυλλα των περιοδικών Seventeen και Glamour ενώ ταυτόχρονα έπαιρνε μαθήματα χορού και υποκριτικής. Εκείνη την εποχή η Whitney Houston έκανε την πρώτη της εμφάνιση και σε διαφημιστικά για την τηλεόραση. 
Λίγες εβδομάδες μετά τα δέκατα όγδοα γενέθλια της, η Whitney Houston υπέγραψε συμβόλαιο συνεργασίας με τον Gene Harvey συνεχίζοντας κάτω από την καθοδήγησή του καριέρα της ως μοντέλο. Παράλληλα όμως συνέχιζε να παίρνει μαθήματα φωνητικής, χορού και υποκριτικής. 
Μετά από μερικά χρόνια που πέρασαν για την Whitney Houston καλλιεργώντας το ταλέντο της και "χτίζοντας" το όνομά της κυρίως με τηλεοπτικές εμφανίσεις, ήρθε επιτέλους η μεγάλη στιγμή. Υπέγραψε τελικά το πρώτο της δισκογραφικό συμβόλαιο με την Arista Records. Ο πρόεδρος της εταιρίας, Clive Davis, περίμενε ώστε η φωνή της Whitney Houston να γίνει "μεστή". Έτσι το πρώτο της άλμπουμ κυκλοφόρησε το 1985. 
Η επιτυχία για την Whitney Houston ήταν δεδομένη ακολουθώντας το πνεύμα της εποχής όπου η R&B μουσική παντρευόταν με την Disco. Από το ντεμπούτο άλμπουμ της που πούλησε πάνω από 13 εκατομμύρια αντίτυπα μόνο στην Αμερική, ξεχώρησαν τρία Νο 1 singles. Το "Saving All My Love for You," το "How Will I Know," και το "The Greatest Love of All" καταφέροντας να γίνει το πιο εμπορικό άλμπουμ από γυναικεία φωνή στην ιστορία της μουσικής. 
Η μπαλάντα "Saving All My Love For You" χάρισε στην Whitney Houston το πρώτο της Grammy (από τότε μέχρι σήμερα έχει κερδίσει άλλα 5). 
Τα επόμενα 2 χρόνια πέρασαν για την Whtney Houston κάνοντας περιοδεία όπου προωθούσε τον πρώτο της δίσκο και το 1987 κυκλοφόρησε την δεύτερη δισκογραφική της δουλειά "Whitney" που ακολούθησε την επιτυχία της πρώτης. 
Δεν ήταν μόνο το ότι το "Whitney" πήγε στην κορυφή των άλμπουμς της Αμερικής αλλά επί πλέον και το ότι ήταν το μοναδικό άλμπουμ στην ιστορία της μουσικής χογραφημένο από γυναίκα στο οποίο συμπεριλαμβάνονταν 7 διαδοχικές Νο 1 επιτυχίες ξεπερνώντας το ρεκόρ που είχαν οι Bee Gees και οι Beatles. 


Οι κόποι της Whitney Houston ανταμείφθηκαν γυρίζοντας εκπληκτικά video clips. Εξίσου εκπληκτική ήταν και η ερμηνεία της στο "Star Spangled Banner" στο πρωταθλημα ποδοσφαίρου (Super Bowl) το 1990 στην Αμερική ενώ ακολούθησε άλλη μία περιοδεία. 
Η Whitney Houston βρισκόταν στο απόγειο της καριέρας της όταν κυκλοφόρησε το τρίτο άλμπουμ στην καριέρα της με τίτλο "I'm Your Baby Tonight". Το άλμπουμ αυτό ήταν πιο χορευτικό από τα δύο προηγούμενα και άλλη μία εντυπωσιακή επιτυχία της να κατακτήσει τα charts. 
Για τα επόμενα πέντε χρόνια, η Whitney Houston έδωσε στον εαυτό της την ευκαιρία να χαρεί την ανακτορική κατοικία που της στοίχισε 11 εκατομμύρια δολάρια. Αυτό της έδωσε κατά κάποιο τρόπο την ευκαιρία να βάλει σε μια σειρά και την προσωπική της ζωή. Μετά από κάποιες περιστασιακές σχέσεις με τον Jermaine Jackson και εν συνεχεία τον Eddie Murphy, η Whitney Houston αποφάσισε να αφοσιωθεί στην αγκαλιά του "κακού παιδιού της σόουλ" Bobby Brown τον οποίον και παντρεύτηκε μέσα στο 1992 μπροστά σε 800 άτομα. 
Ο γάμος σχολιάστηκε δυσμενώς από πολλούς μια και ο Bobby Brown είχε ήδη δύο παιδιά από προηγούμενο γάμο . Ο βίος τους δεν είναι και τόσο ανθόσπαρτος. Κατ' επανάληψη έφτασαν στα πρόθυρα του χωρισμού. Ο Bobby Brown έπινε παραπάνω από το κανονικό με αποτέλεσμα να κακομεταχειρίζεται την Whitney και διάφορες φήμες τον ήθελαν να γυρίζει με άλλες γυναίκες. 
Παρ' όλα όμως αυτά, η Whitney Houston και ο Bobby Brown είναι ακόμα μαζί αποκτώντας μάλιστα το 1993 μια κόρη την Bobbi Kristina. 
To 1990 ήταν η χρονιά που η Whitney Houston πρωταγωνίστησε μαζί με τον Kevin Costner στο φιλμ "The Bodyguard" κάνοντας παγκόσμιες εισπράξεις πάνω από 400 εκατομμύρια δολάρια. Το σάουντρακ της ταινίας ήταν το πιο εμπορικό όλων των εποχών με πωλήσεις πάνω από 33 εκατομμύρια αντίτυπα σε όλο τον κόσμο. Ήταν και το μουσικό θέμα της ταινίας όπου η Whitney Houston "I'll Always Love You", το κομμάτι που είχε τραγουδήσει πρώτη η Dolly Parton. 
Το 1995 η Whitney επέστρεψε και πάλι στην μεγάλη οθόνη. Αυτή τη φορά με το "Waiting To Exhale" ένα φιλμ όπου επιτυχημένες "μαύρες" γυναίκες έψαχναν για καλούς άντρες. 
Το τρίτο και πιο πρόσφατο φιλμ της Whitney Houston ήταν το "The Preacher's Wife" που μπορεί να μην τα πήγε πολύ καλά σε εισπράξεις αλλά το ομώνυμο σάουντρακ της έδωσε μια ευκαιρία να έχει επαφή με τις γκόσπελ ρίζες της. 
H Whitney Houston είναι επίσης γνωστή για την φιλεσπλαχνία της. Σημαντική ήταν η οικονομική της συμβολή σε διάφορα φιλανθρωπικά ταμεία, καθώς και σε διάφορες οργανώσεις για την καταπολέμηση του AIDS. Παράλληλα, ιδρυσε το Whitney Houston Foundation for Children, Inc., έναν μη κερδοσκοπικό οργανισμό που δημιουργήθηκε για να βοηθήσει τα άστεγα παιδιά και τα παιδιά που πάσχουν από AIDS. 
Τον Αύγουστο του 1998 το εντυπωσιακό ντουέτο της Whitney Houston με την Mariah Carey ήρθε για να διαψεύσει τα κουτσομπολιά που ήθελαν την Mariah και την Whitney αντίζηλες. Ηχογράφησαν μαζί το "When You Believe" σε μια παραγωγή του Kenneth 'Babyface' Edmonds. Αυτό ήταν το μουσικό θέμα της ταινίας κινουμένων σχεδίων "The Prince Of Egypt". 
Ένα μήνα αργότερα, η Whitney Houston και η Mariah Carey εμφανίστηκαν μαζί στην απονομή των μουσικών βραβείων MTV,φορώντας το ίδιο φόρεμα, για να προσφέρουν στον Will Smith ένα μουσικό βραβείο για το καλύτερο video clip της χρονιάς. 

Το σάουντρακ της ταινίας "The Prince Of Egypt" βγήκε στα δισκοπωλεία στις 17 Νοεμβρίου 1999. Την ίδια ακριβώς ημερομηνία κυκλοφόρησε και το compilation της Mariah Carey "#1's" ημερομηνία που συνέπεσε επίσης με το τέταρτο cd της Whitney Houston "My Love Ιs Your Love" . Ήταν η δυναμική επιστροφή της Whitney Houston με μια ολοκληρωμένη δισκογραφική δουλειά έπειτα από 8 χρόνια. Εκτός από το "When You Believe" στο ίδιο άλμπουμ περιέχονται συνεργασίες με Missy Elliott, Faith Evans, και Wyclef Jean


Τζος Στοόουν: Η νεότερη ντίβα της σόουλ

 

Η Joss Stone, μία από τις πιο χαρισματικές (και νεαρότερες) φωνές στις soul έρχεται στην Ελλάδα για μία μοναδική συναυλία στις 29 Ιουνίου στο Θέατρο Λυκαβηττού. Όσοι τυχεροί προμηθευτούν τα "μαγικά χαρτάκια" θα έχουν την ευκαιρία να απολαύσουν την μαγευτική φωνή της 22χρονής Αγγλίδας να μας γαληνεύει με επιτυχίες όπως "Spoiled", "LOVE", "You Had Me" και την εκπληκτική διασκευή της στο "Fell in love with a girl" των White Stripes.

Γεννημένη στα τέλη τις δεκαετίας του '80, η νεαρή Joss ερωτεύτηκε την φωνή της Aretha Franklin και μέσα από αυτήν μυήθηκε από μικρή στη soul και την R'N'B και σε ηλικία μόλις 14 ετών εμφανίστηκε στην Βρετανική τηλεόραση τραγουδώντας το "(You Make Me Feel Like) A Natural Woman" της μεγάλης ντίβας και καταλήγοντας να κερδίζει τον διαγωνισμό τραγουδιού στον οποίο εμφανίστηκε. Το 2002 φτάνει στην Νέα Υόρκη, για audition, καταπλήσσει τα στελέχη της δισκογραφικής οι οποίοι της προτείνουν αμέσως συμβόλαιο.

Το 2003 κυκλοφορεί το ντεμπούτο της με τίτλο "The Soul Sessions" το οποίο γίνεται τριπλά πλατινένιο στην γενέτειρα της και χρυσό στις Η.Π.Α. Ακολούθησε το "Mind, Body & Soul" το 2004, το πρώτο της άλμπουμ με δικές τις συνθέσεις, το οποίο έγινε επίσης τριπλά πλατινένιο στην Μεγ. Βρετανία και πλατινένιο σε Αμερική και Ευρώπη, ενώ με αυτό κατέκτησε την κορυφή των Βρετανικών chart και έγινε η νεαρότερη γυναίκα σε αυτή την θέση. Εκείνη τη χρονιά προτάθηκε για τρία Grammy και τρία Brit Awards κερδίζοντας τελικά αυτά της Καλύτερης Βρετανίδας Solo Καλλιτέχνιδας και του Καλύτερου Urban Act.

Τρία χρόνια αργότερα, κυκλοφορεί το "Introducing Joss Stone" το οποίο στη χώρα μας έφτασε στο νούμερο 5 των charts της IFPI ενώ μπήκε κατευθείαν στο νούμερο 2 στα charts του Billboard κάνοντας την την νεότερη Βρετανίδα καλλιτέχνιδα με την υψηλότερη είσοδο στο συγκεκριμένο chart. Εν αναμονή λοιπόν και του καινούργιου της άλμπουμ με τίτλο "Colour Me Free", που θα κυκλοφορήσει το καλοκαίρι έχουμε την ευκαιρία να απολαύσουμε την νεαρότατη και πανέμορφη Joss να μας μαγεύει τόσο με την εκπληκτική φωνή όσο και με την αέρινη παρουσία της κάτω από τον έναστρο ουρανό της Αθήνας και στον πιο κατάλληλο χώρο, το Θέατρο Λυκαβηττού. Μία συναυλία κόσμημα από μία καλλιτέχνιδα διαμάντι...




Λέγαμε -για να πιάσουμε ξανά το νήμα που είχαμε αφήσει στο πρώτο μας αφιέρωμα στο Eλαφρό Eλληνικό Tραγούδι (14/8/05)- λέγαμε, λοιπόν, ότι το τραγούδι, από τα σημαντικά συστατικά της συλλογικής ταυτότητας, είναι αξιόπιστος κοινωνικο-ιστορικός ενδείκτης, ή πιο συγκεκριμένα, αδιάψευστο αποτύπωμα, σε μουσικές και στίχους, της νεοελληνικής περιπέτειας.

Aν η διαπίστωση αυτή είναι αναμφισβήτητη όσον αφορά την προπολεμική περίοδο του μουσικού αυτού είδους, η αλήθεια της είναι περισσότερο από διαυγής όσον αφορά τη μεταπολεμική διαδρομή του: νέα άνθηση, μεταλλάξεις, πτωτική καμπύλη και, τελικά, εκθρόνιση του ελαφρού ελληνικού τραγουδιού, όπως τουλάχιστον το αναγνωρίζαμε μορφικά στις δύο πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, πριν υποστεί και αυτό τις συνέπειες των ανατροπών του '60 και των αρχών του '70.

H μεταπολεμική φάση, επιπλέον, παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον, όχι επειδή μάς είναι εγγύτερη χρονικά ή γιατί υπάρχει αξιολογική απόσταση ανάμεσα στην προπολεμική και την μεταπολεμική περίοδο, αλλά κυρίως επειδή η δεύτερη, αφενός έχει να παρουσιάσει μεγαλύτερο πλούτο από απτά τεκμήρια/καταγραφές, και αφετέρου εγγράφεται χρονικά μέσα σε έναν καταιγισμό από ιστορικά συμβάντα: ολόκληρη η δεκαετία του '40. Tο θέμα προκαλεί τον αναγνώστη να επιδιώξει μια συνάντηση με τον κοινωνιολόγο και τον ιστορικό - κι όλων μαζί με τον μουσικολόγο.

Aναφορικά με το ιστορικό πλαίσιο: ο πόλεμος, η Kατοχή, η σκοτοδίνη της απελευθέρωσης, η τραγωδία του εμφυλίου, οι μεγάλες ανθρώπινες μετακινήσεις, ο βεβιασμένος εξαστισμός σημαντικού πληθυσμού της υπαίθρου. Kαταστάσεις που δεν ελέγχονται πριν αναλώσουν αρκετό από το μένος της παθογένειάς τους. Γεγονότα σε πρώτο πλάνο, γνωστά. Tο φως από την έρευνά τους βοηθάει να διακρίνει κανείς τις παραλληλίες και συνάφειές τους, τις επιπτώσεις τους στο είδος της ειρήνης που ακολούθησε, των προσδοκιών και της έκφρασής τους με νότες.

Aναφορικά με τα τεκμήρια: σωστά υπογραμμίζεται η σημασία των εξελίξεων «σε δεύτερο πλάνο», που καθόρισαν τις τάσεις και τις τύχες του ελαφρού ελληνικού τραγουδιού αμέσως μεταπολεμικά. Eννοούμε τη νέα, μαζική πλέον, ανάπτυξη της δισκογραφίας και της κινηματογραφίας. Aποτελεί κοινή παραδοχή ότι η αλματώδης ανάπτυξη της σχετικής τεχνολογίας συμπορεύονται με την ταχύρρυθμη μεταπολεμική οικονομική αναπτυξη και, κυρίως, με την ανάδυση των μεγάλων μαζών (κυρίως του αστικού πληθυσμιακού όγκου, που για διάφορους λόγους και προς υπηρέτηση ποικίλων αναγκών αυξήθηκε στα όρια του υδροκεφαλισμού), την ορμητική είσοδό τους στην καλπάζουσα ελεύθερη οικονομία της αγοράς και στην πολιτική του ελευθέρως αγορεύειν αν μη και του ακωλύτως εξουσιάζειν, βλέπε καθιέρωση του καθολικού δικαιώματος ψήφου.

Eχει ενδιαφερον το τι καταναλώνει από πολιτισμό η μεταπολεμική Eλλάδα, το πώς το πολιτιστικό προϊόν (το ελαφρό τραγούδι εδώ) συμμορφώνεται στις μεταβολές στο γούστο των πολλών - αλλά και πώς τις επηρεάζει. Γιατί ο στίχος προτρέπει στη φυγή, στη λησμονιά, στην εξατομίκευση, γιατί η μουσική ενορχηστρώνει συναισθήματα εφησυχασμού; Γιατί οι εργατικές τάξεις τέρπονται με αστικά άσματα; Πώς το συναίσθημα του κοινωνικά ανεκπλήρωτου ενθαρρύνει τον ταξικό μιμητισμό; Ποιοι ψυχικοί μηχανισμοί ανέβασαν τα «αρχοντορεμπέτικα» στην κορυφή των προτιμήσεων των νεόκοπων αστών;

Γιατί, τέλος, οι μουσικές και οι στίχοι του ελαφρού τραγουδιού έσβησαν σαν κουρασμένη μελωδία νοσταλγική, πώς σκεπάστηκαν από τον νεοσσό ήχο και στίχο των τραγουδιών του Mάνου Xατζιδάκι και του Mίκη Θεοδωράκη, που αναδύθηκαν θαλερά, διεκδικητικά, στιβαρά, μέσα από τη συλλογική ψυχή απαιτώντας μιαν άλλη Eλλάδα;



Επιμέλεια αφιερώματος

KΩΣTHΣ ΓIOYPΓOΣ



H KYPIAPXIA του ελαφρού τραγουδιού και η ευρεία διάδοσή του, κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα, σημειώνεται στις δεκαετίες 1940 και 1950. Συνετέλεσαν σε αυτό: α) Tο ραδιόφωνο (oι ραδιοθάλαμοι του Zαππείου εγκαινιάστηκαν στις 25 Mαρτίου του 1938). β) H ανάπτυξη της δισκογραφίας μετά τον πόλεμο (η παραγωγή δίσκων είχε διακοπεί από τον Σεπτέμβριο του 1940 μέχρι τον Iούνιο του 1946). γ) H εισβολή του κινηματογράφου, κυρίως του αμερικανικού. δ) H επιθεώρηση, που εξακολουθεί να φιλοξενεί πολλά τραγούδια, μολονότι δεν βρίσκεται στην ακμή της, η οποία σημειώθηκε στις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. ε) H περαιτέρω αύξηση της έκδοσης μουσικών παρτιτούρων. στ) H ανασυγκρότηση της κοινωνικής ζωής (ταβέρνες, κοσμικά κέντρα, χώροι διασκέδασης κ.λπ.).

Στις τρεις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι., ο βασικός χώρος στον οποίο λειτουργεί το τραγούδι είναι η σκηνή του θεάτρου: το κωμειδύλλιο, η επιθεώρηση και η οπερέτα. H ευρύτερη επικοινωνία του κοινού με το τραγούδι δεν έχει αρχίσει ακόμη να πραγματοποιείται με άλλα μέσα. Tο γραμμόφωνο είναι προνόμιο λίγων και η δισκογραφία όχι μεγάλη και πραγματοποιείται στο εξωτερικό. Mέχρι την «επίσημη» εμφάνιση (το 1936 ξεκίνησε η ηχογράφηση και τύπωση δίσκων στο εργοστάσιο της Columbia) της δισκογραφίας στην Eλλάδα, το τραγούδι κυριαρχείται από το θέατρο. H σταδιακή, επομένως, παρακμή της επιθεώρησης και της οπερέτας, συνδέεται, εκτός των άλλων (η ήττα στη Mικρά Aσία, κοινωνικοπολιτικές συνθήκες κ.λπ.), με την έναρξη της δισκογραφίας και, φυσικά, την ίδρυση του ραδιοφωνικού σταθμού. Bέβαια, όταν μιλάμε για παρακμή της επιθεώρησης δεν εννοούμε εξαφάνισή της, αλλά ότι παρήλθε η τεράστια επιτυχία τής περιόδου της ακμής της (1905-1921), που είχε ως αποτέλεσμα να κλείσουν τις πόρτες τους για τρία χρόνια (1905-1908) το «Bασιλικό Θέατρο» και η «Nέα Σκηνή» του Kωνσταντίνου Xρηστομάνου.

H επιθεώρηση δεν θα πάψει και στη νέα περίοδο να είναι χώρος παραγωγής τραγουδιών και η προοπτική της κυκλοφορίας τους σε δίσκους και σε παρτιτούρες ωθεί τους Eλληνες συνθέτες να εντείνουν τις προσπάθειές τους για ποσοτική παραγωγή.


H Σπεράντζα Βρανά, το Τρίο Κιτάρα και ο μαέστρος Γιώργος Μουζάκης σε ένα τραγουδιστικό στιγμιότυπο από την κινηματογραφική κωμωδία του 1954 «H ωραία των Aθηνών», σενάριο-σκηνοθεσία Nίκος Tσιφόρος. Tέτοια μουσικά «ιντερμέδια» αποτελούσαν απαραίτητο «αλα-καρτ» συνοδευτικό-απεριτίφ στο «πιάτο» της συντριπτικής πλειονότητας των ελληνικών ταινιών, κωμωδιών ή δραμάτων, μαζικής παραγωγής και κατανάλωσης των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών (Aρχείο AEΠI).


O ρόλος του κινηματογράφου

O κινηματογράφος, επίσης, που σιγά σιγά αρχίζει να εισπράττει τη μερίδα του λέοντος στις προτιμήσεις του κοινού για θέαμα και ψυχαγωγία, στηρίζει, σε μεγάλο βαθμό, την επιτυχία του, εκτός των άλλων, και στην ύπαρξη τραγουδιών μέσα στις ταινίες. Tα ελαφρά τραγούδια, ιδιαίτερα των αμερικανικών ταινιών, που έχουν τεράστια απήχηση και επιτυχία, ενισχύουν την εγχώρια άνοδο αυτού του είδους. Kι ακόμα, στις δεκαετίες '40 και '50 παρατηρείται αξιοσημείωτη αύξηση παραγωγής ελαφρών τραγουδιών, εξαιτίας ενός αρκετά σημαντικού αριθμού νέων συνθετών που προστίθενται στους ήδη υπάρχοντες.

H μουσική γλώσσα του ελαφρού τραγουδιού, διαμορφωμένη ήδη από τον Aττίκ, τον Xαιρόπουλο, τον Γιαννίδη και τον Σουγιούλ (οι τρεις τελευταίοι θα εξακολουθήσουν να γράφουν τραγούδια μέχρι το τέλος σχεδόν της δεκαετίας του '50), δεν αφήνει πολλά περιθώρια στους συνθέτες αυτών των δεκαετιών για θεαματικές αλλαγές και ξεχωριστά επιτεύγματα. Oι περισσότεροι από αυτούς ακολουθούν τα μουσικά πρότυπα που παρέλαβαν, προσαρμόζοντάς τα ο καθένας στο προσωπικό του ύφος. Oρισμένοι φλερτάρουν το αμερικανικό μουσικό ιδίωμα και στηρίζουν την αρμονική τους γλώσσα σ' αυτό: Γιάννης Σπάρτακος, Kώστας Kαπνίσης, Hρακλής Θεοφανίδης κ.ά.

O ανταγωνισμός και οι διευρυμένοι επαγγελματικοί ορίζοντες των συνθετών θα επηρεάσουν ώς ένα βαθμό την ποιότητα της μουσικής. Tα τραγούδια τους θα έχουν ως κοινό παρονομαστή μια πιο απλουστευμένη γραφή όσον αφορά τη μελωδική εκτύλιξη και την αρμονική πλοκή, ενώ στους ρυθμούς της χαμπανέρας, του ταγκό, του βαλς και του φοξ θα προστεθούν το μπολερό, το μπούκι μπούκι, η ρούμπα, το μάμπο, η κόγκα. Oσον αφορά στα θέματα των στίχων, ο έρωτας, η απονιά και η καρδιά της γυναίκας, τα μάτια, τα χείλη, τα μαλλιά της, καθώς και τα κάλλη της Aθήνας και της Πλάκας, βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη, παραμερίζοντας άλλα, καυτά ζητήματα του καθημερινού βίου. Aς μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι η μεταπολεμική περίοδος άλλαξε τη νοοτροπία, τα ενδιαφέροντα και τις διαθέσεις της μεγάλης μάζας του κοινωνικού σώματος, η οποία αποζητάει τώρα την ανώδυνη φυγή από την πραγματικότητα. Tο ελαφρό τραγούδι στρέφει την προσοχή του στον έρωτα και στα βάσανα της καρδιάς, σάμπως αυτά να είναι τα μόνα που έχουν ανάγκη οι Eλληνες της μεταπολεμικής περιόδου. Aπό την άλλη, η μαζικοποίηση της ψυχαγωγίας και ο αμερικανικός τρόπος ζωής, που έχουν κατακτήσει, στο μεταξύ, τον πληθυσμό των αστικών κέντρων, οδηγεί τους τραγουδοποιούς στο κυνήγι της εύκολης επιτυχίας και στη συμμόρφωση με τους κανόνες που επιβάλλει η αγορά. Tο τραγούδι αρχίζει να γίνεται δέσμιο των ρυθμών που είναι της μόδας, εξασφαλίζοντας έτσι την κατανάλωσή του στο αγοραστικό κοινό, που ενδιαφέρεται περισσότερο να το χορεύει παρά να το τραγουδάει.


«Aυτός ο άλλος που σε πήρε μακριά, αυτός ο άλλος είν' ευεργέτης μου μεγάλος!» διακωμωδούσε τραγουδιστικά το αιώνιο θέμα της ερωτικής απάτης ο Nίκος Γούναρης σε στίχους Kώστα Kοφινιώτη και στις στροφές του αρχοντο-ζεϊμπέκικου (Aρχείο AEΠI).


Mουσικές επιμειξίες

Oι μετά τον πόλεμο κοινωνικές ανακατατάξεις οδηγούν σε μια, πλαστή μάλλον, προσπάθεια συνάντησης της αστικής τάξης με τις λαϊκές μάζες, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν τα λεγόμενα «αρχοντορεμπέτικα» τραγούδια, τα οποία βέβαια δεν έχουν ουσιαστική σχέση με τα αυθεντικά λαϊκά τραγούδια της εποχής. Παρά τη μουσική ομορφιά ορισμένων απ' αυτά («Tο μονοπάτι», «Tο τραμ το τελευταίο» κ.ά.), τα περισσότερα δεν έχουν την ειλικρίνεια και το ήθος των αντίστοιχων λαϊκών. H «αρχοντιά» τους συνίσταται στη διαφορετική, πιο επιμελημένη ενορχήστρωση και ερμηνεία. Kύριοι εκφραστές, οι συνθέτες Iωσήφ Pιτσιάρδης, Mιχάλης Σουγιούλ, Γιώργος Mουζάκης. Πρέπει να σημειώσουμε όμως, ότι και παλαιότερα είχαν γίνει ανάλογες μουσικές επιμειξίες ανάμεσα στα δύο είδη, το ελαφρό και το λαϊκό.

Tην ίδια πάνω - κάτω περίοδο, έχουμε τα «δημοτικοφανή» τραγούδια, που οι μουσικές ρίζες τους έχουν την απώτερη καταγωγή τους στην Eθνική Mουσική Σχολή. Eπίσης παρατηρείται το φαινόμενο της μεταγλώττισης (πολλές φορές ελεύθερης μετάφρασης, ακόμα και παράφρασης) πολλών ξένων τραγουδιών, που προέρχονται κυρίως από τον αμερικανικό κινηματογράφο, αλλά και την ευρωπαϊκή δισκογραφία.

Nα σημειώσουμε επίσης τα τραγούδια του πολέμου 1940-41, τα οποία, βέβαια, τραγουδήθηκαν και λειτούργησαν κατά τη διάρκειά του (Σοφία Bέμπο), όμως δισκογραφήθηκαν μετά την απελευθέρωση.




Συνθέτες - στιχουργοί - εκτελεστές

Σημαντικότεροι εκπρόσωποι του ελαφρού τραγουδιού την περίοδο αυτή είναι οι συνθέτες Mενέλαος Θεοφανίδης, Γιάννης Bέλλας, Γιώργος Mυρογιάννης, Γιάννης Σπάρτακος, Kώστας Kαπνίσης, Λεό Pαπίτης, Tάκης Mωράκης, Nίκυ Γιάκοβλεφ, Zακ Iακωβίδης κ.ά. Ξεχωριστή θέση ανάμεσά τους έχει ο πληθωρικός και πολυγραφότατος Γιώργος Mουζάκης, που έφυγε πρόσφατα από τη ζωή. Aκόμα να σημειώσουμε τους συνθέτες Λυκούργο Mαρκέα, Aνδρέα Πόγγη, Λάκη Kέκεση, Γιώργο Mαλλίδη, Tάκη Aθηναίο, Aλέκο Σπάθη, Hρακλή Θεοφανίδη και πολλούς άλλους. Aξιομνημόνευτη είναι η περίπτωση του Σπήλιου Mεντή, ο οποίος φέρνει με τα τραγούδια του μια νέα δροσιά και μια σφραγίδα ελληνικότητας στο είδος αυτό. Bέβαια, οι δύο συνθέτες που κυριαρχούν και ξεχωρίζουν όλη αυτήν την περίοδο με τα τραγούδια τους είναι ο Kώστας Γιαννίδης και ο Mιχάλης Σουγιούλ.

Aπό την πληθώρα των στιχουργών αυτές τις δύο δεκαετίες, ξεχωρίζουν οι Kώστας Kοφινιώτης, Aλέκος Σακελλάριος, Xρήστος Γιαννακόπουλος, Mίμης Tραϊφόρος, Kώστας Kιούσης, Xαράλαμπος Bασιλειάδης, Γιώργος Oικονομίδης, Nίκος Φατσέας, Θάνος Σοφός, Γιάννης Φερμάνογλου, Kρέων Pηγόπουλος, Kώστας Nικολαΐδης κ.ά. Kαι από τους τραγουδιστές, οι μοναδικοί: Σοφία Bέμπο, Δανάη, Kάκια Mένδρη, Pένα Bλαχοπούλου, Nίκος Γούναρης, ο οποίος έγραψε επίσης αρκετά πανέμορφα τραγούδια, Tώνης Mαρούδας, Φώτης Πολυμέρης, Nινή Zαχά (και οι τρεις έγραψαν ωραία τραγούδια), Στέλλα Γκρέκα, Zωή Mάγκου, Nίτσα Mόλυ, Kούλα Nικολαΐδου, Tζένη Xαρίτου, Kώστας Mανιατάκης, Φρατζέσκα Iακωβίδου, Kαίτη Mπελίντα, Mαριάννα Xατζοπούλου, Nίκος Παπαδάκης και πολλοί άλλοι. Tέλος, σημειώνουμε τα διάφορα «τρίο», που ήταν της μόδας στη δεκαετία του '50: Tρίο Kιτάρα, Tρίο Kαντσόνε, Tρίο Mπελκάντο, Tρίο Mουτσάτσος, Tρίο Γκρέκο κ.ά.

O KΩΣTAΣ KAΠNIΣHΣ ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του '40, αλλά το μεγάλο, πρωτοπόρο ταλέντο του αναγνωρίστηκε μερικά χρόνια αργότερα. Aπό τους κορυφαίους ενορχηστρωτές της μεταπολεμικής περιόδου, υπήρξε ο κύριος εκφραστής της μετάγγισης του αμερικανικού μουσικού ιδιώματος στο ελληνικό τραγούδι, διευρύνοντας τους ορίζοντες που είχε ανοίξει λίγο νωρίτερα ο Γιάννης Σπάρτακος. H μουσική του δεν θωπεύει το γούστο του απλού ακροατή, απευθύνεται περισσότερο σ' ένα πιο καλλιεργημένο κοινό.

O πλούτος της μουσικής φαντασίας και του ταλέντου τού Kαπνίση αναδείχθηκαν κατ' εξοχήν στον κινηματογράφο. Eπενδύοντας μουσικά αναρίθμητες ταινίες με τρόπο μοναδικό, καταξιώθηκε ως ένας από τους λίγους σημαντικούς συνθέτες μας στο είδος αυτό.

Ξεκινώντας δεκαεννιάχρονος(!), υπήρξε για πολλά χρόνια μόνιμος συνεργάτης της ραδιοφωνίας, διευθύνοντας την ορχήστρα ποικίλης μουσικής. Δεν έγραψε πολλά τραγούδια, αλλά η ιδιαιτερότητα και η ποιότητά τους άρκεσαν για να του χαρίσουν την ξεχωριστή θέση που κατέχει στο ελληνικό πεντάγραμμο. Aπό τα τραγούδια του που αγαπήθηκαν: «Γελάς» (Γελάς και τ' άστρα θαρρείς), «Eνα γέλιο, ένα δάκρυ», «Xθεσινή μου άγνωστη» (Xθεσινή μου άγνωστη και σημερινή μ' αγάπη / τίποτα άλλο πια, τίποτα άλλο πια δεν καρτερώ), «Eίσαι ένας έρωτας παράξενος», «Aπόψε η φαντασία μου πετά» (σε κόσμους όμορφους που λεν τα παραμύθια / μέσ' σε γαλάζια κύματα βουτά / εκεί που σμίγουν η ψευτιά με την αλήθεια), «Aύριο θα 'σαι μια ξένη». Στη φωτογραφία, ο Kώστας Kαπνίσης, κοιτώντας τον φακό, στο κέντρο μιας καλλιτεχνικής συντροφιάς. Aπό αριστερά, ο ιμπρεσάριος Tάκης Kαμπάς, η σύζυγος τού Kαπνίση, Mπέμπα, οι ερμηνευτές Nάντια Kωνσταντοπούλου, Λένα Παμέλα, Mαίρη Λω, Παύλος Πατάκας και πίσω, με υψωμένο το χέρι, ο συνθέτης Nίκυ Γιάκοβλεφ. Bαρκελώνη, Φεστιβάλ Tραγουδιού, αρχές του '60 


ευχαριστώ τον 

KΩΣTA MYΛΩNA

Συνθέτη, συγγραφέα


πηγη 

(Aρχείο Bαγγέλη Kαπετανάκη).

αρχειο www.kathimerini.gr









Αποτελώντας ένα από τα μακροβιότερα σχήματα του rock, οι Fleetwood Mac εξελίχθηκαν από κορυφαία μπάντα των βρετανικών blues 
του τέλους της δεκαετίας του '60 σε ένα από τα πιο εμπορικά διεθνή soft-rock γκρουπ των 70s και των 80s. Τα ιδρυτικά μέλη 
Peter Green (κιθάρα), John McVie (μπάσο) και Mick Fleetwood (ντραμς) είχαν συναντηθεί ως μέλη των θρυλικών Bluesbreakers 
του John Mayall και το 1967 έφτιαξαν τους Peter Green's Fleetwood Mac, όνομα που αντικατόπτριζε το κύρος του Green ως blues 
σολίστα (την εποχή εκείνη υπολειπόταν μόνο του Eric Clapton). Στις αρχές της δεκαετίας του '70 ο Green αποχώρησε από το 
γκρουπ, καθώς και από την ενεργό καλλιτεχνική δράση γενικότερα, εγκαινιάζοντας μια μακριά αλυσίδα αλλαγών στη σύνθεση των 
Fleetwood Mac (συνολικά 16 μουσικοί υπήρξαν μέλη τους σε διάφορες φάσεις). Η κατά γενική παραδοχή αρτιότερη στελέχωσή τους 
υπήρξε αυτή των επιδέξια δουλεμένων και μελωδικών άλμπουμ "Fleetwood Mac" (1975), "Rumours" (1977) και "Tusk" (1979, όλα στη 
Reprise), με τα οποία το συγκρότημα γνώρισε την ευρύτερη εμπορική επιτυχία της ιστορίας του. Συγκεκριμένα, την περίοδο 
εκείνη οι Fleetwood Mac αποτελούνταν από τους John McVie (μπάσο), Christine McVie (πιάνο, φωνητικά), Mick Fleetwood (ντραμς), Stevie Nicks (φωνητικά). Το σύνολο διαλύθηκε το 1982. Όλα τα μέλη ακολούθησαν προσωπική καριέρα, με πιο επιτυχημένη αυτή της Stevie Nicks. Το 1987 επανασυνδέθηκαν προσωρινά και κυκλοφόρησαν το "Tango In The Night", άλμπουμ που γνώρισε μεγάλη εμπορική επιτυχία. Το 1993, έπειτα από πρόσκληση του προέδρου Clinton, η ομάδα μουσικών που είχε ηχογραφήσει το "Rumours", βρέθηκε ξανά επί σκηνής, συμμετέχοντας σε επετειακό κοντσέρτο προς τιμήν της αμερικανικής προεδρίας. Παρ' ότι η Nicks και ο Buckingham ήταν απόντες από τη σύνθεση του γκρουπ που περιόδευσε το 1994, η ίδια ομάδα έκανε μια αιφνιδιαστική επανεμφάνιση το καλοκαίρι του 1997, ακολουθώντας ένα καλοστημένο πλάνο, ίδιο πάνω κάτω με αυτό της επανένωσης των Eagles: Η επανασύνδεση των Fleetwood Mac (που συνέπεσε με τη συμπλήρωση 20 χρόνων από την κυκλοφορία του "Rumours") γιορτάστηκε με τρεις συναυλίες στο στούντιο Third Encore του Λος Άντζελες, εμπρός σε κοινό προσκεκλημένων δημοσιογράφων και στελεχών των μέσων ενημέρωσης και της μουσικής βιομηχανίας. 
Οι συναυλίες μαγνητοσκοπήθηκαν και μεταδόθηκαν από το MTV, ενώ από το υλικό που συγκεντρώθηκε κυκλοφόρησαν ένα CD και ένα 
βίντεο με κοινό τίτλο "The Dance"

Δισκογραφία
1968, Peter Green's Fleetwood Mac - Blue Horizon
1969, English Rose - Epic
1969, Then Play On - Reprise
1970, Kiln House - Reprise
1971, Future Games - Reprise
1972, Bare Trees - Reprise
1973, Penguin - Reprise
1973, Mystery To Me - Reprise
1974, Heroes Are Hard To Find - Reprise
1975, Fleetwood Mac - Reprise
1977, Rumours - Reprise
1979, Tusk-Reprise
1980, Fleetwood Mac Live - Reprise
1982, Mirage - Reprise
1987, Tango In The Night - Reprise
1990, Behind The Mask - Reprise
1992, Boston Live - Castle
1992, Live At The Marquee, 1967 - Trojan
1995, Time - Warner
1997, The Dance -Reprise
1999, Shrine '69 (live) - Rykodisc





Tracklist:

CD 1

01 Rattlesnake Shake
02 Sandy Mary
03 Believe My Time A'int Long
04 Although The Sun Is Shining
05 Only You
06 You Never Know What You're Missing
07 Oh Well
08 Can't Believe You Wanna Leave
09 Jenny Lee
10 Heavenly
11 When Will I Be Loved
12 When I See My Baby
13 Buddy's Song
14 Honey Hush
15 Preachin'
16 Jumping At The Shadows
17 Preachin' Blues
18 Need Your Love So Bad


CD 2

01 Long Grey Mare
02 Sweet Home Chicago
03 Baby Please Set A Date
04 Blues With A Feeling
05 Stop Messing Around
06 Tallahassee Lassie
07 Hang On To A Dream
08 Linda
09 Mean Mistreating Mama
10 World Keeps Turning
11 I Can't Hold Out
12 Early Morning Come
13 Albatross
14 Looking For Somebody
15 A Fool No More
16 Got To Move
17 Like Crying Like Dying
18 Man Of The World


Καλή σας ακρόαση...



Ανδρέας Δηλές




Soul: η μουσική της ψυχής

 

Ψυχή: η πεμπτουσία του ανθρώπινου είναι. Soul Music: η μουσική έκφραση της ανθρώπινης ψυχής και ιδιαίτερα αυτής του μαύρου πληθυσμού της Αμερικής που προσπαθούσε από τα τέλη της δεκαετίας του '50 να βρει μια ισότιμη φωνή στο κοινωνικό γίγνεσθαι. 

Στην αρχή της αλυσίδας βρίσκονται φυσικά τα blues, που στα τέλη του 19ου αιώνα πήραν τη σκυτάλη από το δημοτικό μαύρο τραγούδι, αποτελώντας το μουσικό αφηγηματικό όχημα της τυραννισμένης ψυχής των μαύρων κατά τη μετάβασή τους από την επαρχία στις πόλεις και από τη σκλαβιά στην ελευθερία. Τα blues, το αντίστοιχο των δικών μας ρεμπέτικων, άρχισαν σταδιακά και από τις αρχές της δεκαετίας του '40 να μπολιάζονται με στοιχεία από την jazz και ειδικά τη swing-jazz, δημιουργώντας τα jump-blues με πρωτεργάτη τον Louis Jordan. 

Τα blues απομακρύνονται από το περιθώριο και μετατρέπονται από μέσο αφήγησης και παραπόνου σε μαζικό φορέα διασκέδασης. Η μαύρη μουσική αρχίζει να γίνεται δημοφιλής και στους κύκλους των λευκών, ενώ εκφράζει πλέον όλες τις ηλικίες και τις κοινωνικές τάξεις. Η εξέλιξη όμως δεν σταματά και η μουσική δεν πάυει ποτέ να ακολουθεί πάντα πιστά τις κοινωνικοπολιτικές μεταβολές. Τα jump-blues γίνονται ακόμη πιο απλά, απαλλάσσονται από τις τζαζίστικες τάσεις των αυτοσχεδιασμών και δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στο τραγούδι και το ρυθμό. Το αποτέλεσμα των ζυμώσεων αυτών ήταν το πιο διάσημο, μακροβιώσιμο και επιδραστικότερο μουσικό ιδίωμα της σύγχρονης δυτικής μουσικής, το Rhythm & Blues ή R&B όπως συνηθίζεται να αναφέρεται. Δεν χρειάζεται να αναφέρουμε τίποτα περισσότερο από το γεγονός ότι το R&B αποτέλεσε το σπόρο για τη γέννηση του Rock & Roll.

Η soul γεννιέται, αλλά απομακρύνεται από τις ρίζες της
Το πιο πιστό όμως τέκνο του R&B, η απόλυτα φυσική του εξέλιξη, ήταν η soul. 

Γεννήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του '60 στην Αμερική και μπορεί να θεωρηθεί η μαύρη απάντηση στην ποπ του Phil Spector και του Brill Building. Η soul προέκυψε αφενός με την αστικοποίηση και την εμπορευματοποίηση του R&B και αφετέρου με την ταυτόχρονη συνενωσή του με τα gospel. Νονός της θεωρείται ο Ray Charles, που ήταν και από τους πρώτους που κατηγορήθηκαν ότι ξεπουλιούνταν, ότι προέδιδαν τον Κύριο και την καταγωγή τους χάρη της εμπορικής αποδοχής και των χρημάτων, μεταφέροντας τα εκκλησιαστικά τραγούδια στις χορευτικές σάλες και στα κέντρα διασκέδασης. 


Αυτή η στάμπα θα ακολουθεί για πολλά χρόνια όλους τους μεγάλους ερμηνευτές της soul, όπως ο Sam Cooke και ο Marvin Gaye. Η αντίδραση θα ενισχύεται μάλιστα και από το γεγονός ότι οι στίχοι των τραγουδιών της soul θα εκφράζουν για πάρα πολλά χρόνια μόνο τις εφηβικές ανησυχίες της ανέμελης νεολαίας, εστιάζοντας ειδικά στη διασκέδαση και στο σεξ. Η μουσική ήταν κατά κανόνα χαλαρή, εύπεπτη και χορευτική, και οι στίχοι δεν άγγιζαν καν τα θρησκευτικά και τα σημαντικά κοινωνικά ζητήματα. Η φυσική συνέχεια των blues και των gospel δεν θύμιζε τίποτα και σε κανένα σημείο τις καταβολές της.


Η Stax και η Motown
Οι εταιρείες και οι καλλιτέχνες που είχαν "αναλάβει" την προώθηση των soul δημιουργιών ήταν δεκάδες. Τα πρώτα όμως χρόνια και πριν προκύψουν τα αμέτρητα παρακλάδια της, η συντριπτική πλειονότητα της παραγωγής της soul μουσικής ήταν στα χέρια δύο εταιρειών, των διάσημων και αντιμαχόμενων Stax και Motown. Η αντιπαλότητά τους δεν οφειλόταν τόσο στην εμπορική τους άμιλλα, όσο στις διαφορετικές φιλοσοφίες που πρέσβευαν. Η έδρα της Stax ήταν το μουσικό Memphis και αντλώντας έμπνευση από την παράδοσή του, ο ήχος της ήταν έντεχνος και σοφιστικέ, ενώ ο στόχος της δεν ήταν μόνο η επιτυχία, αλλά ο συνδυασμός της με την επίτευξη ποιοτικής μαύρης και χορευτικής μουσικής. Το ενδιαφέρον μάλιστα στοιχείο είναι ότι ο πιο σημαντικός μουσικός της Stax, ο εγκέφαλός της, ήταν λευκός και συγκεκριμένα ο κιθαρίστας, συνθέτης και παραγωγός Steve Cropper, που θεωρούσε προσβλητικό να πιστεύει κανείς ότι η Stax ήταν μέρος της βιομηχανίας της ποπ μουσικής και των σόου.

 

Εκατοντάδες εταιρείες έχουν δημιουργηθεί από καταβολής της μουσικής βιομηχανίας, αλλά καμία δεν έχει ταυτιστεί τόσο πολύ με ένα συγκεκριμένο είδος μουσικής όσο η Motown. Ο ήχος της ήταν δημιούργημα του Berry Gordy, ενός επιτυχημένου συνθέτη που εργάστηκε για κάποιο διάστημα στο εργοστάσιο της Ford. Έδρα της ήταν το Detroit, το κέντρο της αυτοκινητοβιομηχανίας, στο οποίο οφείλει και το όνομά της, αφού το Motown είναι η συντομογραφία του Motor Town. Η πορεία της ξεκίνησε στα τέλη του '50 και η συνταγή αποδείχθηκε ευφυέστατη. Πιασάρικες και ευκολομνημόνευτες μελωδίες που τραγουδιόνταν αιθέρια και με μια δόση από gospel, μια ισχυρή ρυθμική βάση με προεξέχουσες γραμμές μπάσου, παλαμάκια και ότι άλλο ήταν αναγκαίο για να προσδώσει την αίσθηση της παρέας και μια χορευτική διάθεση στο τραγούδι, και τέλος μια σειρά από δεύτερα φωνητικά που δεν συνόδευαν απλώς, αλλά έπαιρναν ενεργό ρόλο στην απόδοση των στίχων. Ο τέλειος συνδυασμός του R&B με την ποπ, με την παραγωγή να πατά περισσότερο στην τελευταία και να αποτελεί τη χρυσή τομή μεταξύ του λιτού και έντεχνου ύφους της Stax και του ολοκληρωτικά ισοπεδωτικού ήχου του Phil Spector.

H μηχανή των επιτυχιών της Motown
Σε αντίθεση με τη Stax, στο στρατόπεδο της Motown όχι μόνο θεωρούσαν τιμή το να αποτελούν μέρος της βιομηχανίας του θεάματος και της μουσικής ποπ, αλλά ανήγαγαν αυτή την ενασχόλησή τους σε τέχνη και μάλιστα του υψίστου βαθμού. Επειδή όμως συνηθίζεται να ταυτίζουμε το εμπορικό με το δεύτερης διαλογής και το άτεχνο, είναι επιβεβλημένο να τονιστεί ότι η Motown αποτελεί ίσως τη φωτεινότερη, πιο χαρακτηριστική και καθολικά αποδεκτή περίπτωση εξαίρεσης στο γενικό κανόνα. Έχουμε όντως να κάνουμε με μια πραγματική, ολοκληρωμένη και αυτόνομη μηχανή παραγωγής επιτυχιών που δούλευε ασταμάτητα επί μία περίπου δεκαετία και τροφοδοτούσε συνεχώς την αγορά με νέο υλικό. Τη μηχανή όμως αυτή την κινούσε μια πολύ υψηλού επιπέδου και σχετικά κλειστή καλλιτεχνική ομάδα συνθετών, παραγωγών και μουσικών, που δούλευαν με απόλυτη ομαδικότητα. Έτσι οι τελικές παραγωγές ήταν κορυφαίες και κάθε νέα κυκλοφορία αποτελούσε ένα σημαντικό μουσικό, καλλιτεχνικό και εμπορικό γεγονός. Επιπλέον, ο ήχος της ήταν συγκεκριμένος. Όλα τα τραγούδια ηχογραφούνταν στον ίδιο χώρο, με τις ίδιες τεχνικές και κατά κανόνα από την ίδια ομάδα μουσικών, γνωστών ως "The Funk Brothers". Πολύ συχνά μάλιστα το μουσικό υλικό ανακυκλωνόταν ανάμεσα στους καλλιτέχνες της και έβγαινε ανά διαστήματα σε διαφορετικές εκτελέσεις. Το τελικό όμως αποτέλεσμα είχε πάντα ανεξίτηλη τη σφραγίδα της εταιρείας.

Ένας γαλαξίας αστέρων και επιτυχιών
Η 
Motown ήταν η πιο επιτυχημένη δισκογραφική εταιρεία στην εποχή της και η μεγαλύτερη εταιρεία της Αμερικής που ανήκε και διοικούνταν από μαύρους. Από εδώ ξεκίνησαν την καλλιτεχνική τους πορεία δημοφιλή ονόματα που θα κυριαρχήσουν πάρα πολλά χρόνια στην παγκόσμια μουσική σκηνή και θα συμβάλουν τα μέγιστα στην ενσωμάτωση της αφροαμερικάνικης μουσικής ως μέρος της αμερικανικής κουλτούρας. Σε συνθετικό επίπεδο, στη Motown προσέφεραν το ταλέντο τους, μεταξύ άλλων, οι Smokey Robinson, Brian και Eddie Holland, Lamont Dozier, Norman Whitfield, Barrett Strong, Nickolas και Valerie Simpson, Jim Webb και φυσικά ο Marvin Gay, ο Stevie Wonder αλλά και ο ίδιος ο Gordy. Αρκετοί από αυτούς ήταν συγχρόνως και εκτελεστές, και παραγωγοί, όπως για παράδειγμα, ο Smokey Robinson, ο Marvin Gaye και ο Stevie Wonder. Πολλοί τραγουδιστές επιλέγονταν με γνώμονα όχι μόνο τα μουσικά τους προσόντα, αλλά σύμφωνα και με την εμφάνισή τους καθώς και τη σκηνική τους παρουσία. Ο Gordy έψαχνε πρωτίστως για πρόσωπα που ακτινοβολούν και καλλιτέχνες με άνεση και αέρα, που να μπορούν να εδραιωθούν ως σύμβολα του σεξ, αλλά και γενικότερα ως πρόσωπα με τα οποία μπορεί να ταυτιστεί η νεολαία. Χαρακτηριστικά παραδείγματα ήταν η Diana Ross των Supremes που είχε στεφτεί Miss Detroit και η Marta Reeves των Martha And The Vandellas που ήταν η αρχηγός των cheerleaders του σχολείου της. Την εικόνα συμπλήρωναν οι Miracles του Smokey Robinson, οι Temptations, οι Four Tops, η Gladys Knight, η Mary Wells, ο Edwin Starr, οι Isley Brothers, ο Wilson Pickett, ο Junior Walker και φυσικά ο Michael Jackson και οι Jackson 5.

Η Soul αναζητεί το κοινωνικό της πρόσωπο
Οι επιτυχίες διαέχονταν η μία την άλλη και τα πάντα κυλούσαν σε ένα ειδυλλιακό μοτίβο, ίδιο με αυτό που σκιαγραφούσαν -μουσικά και στιχουργικά- τα τραγούδια της. Οι στίχοι απευθύνονταν στη νεολαία της εποχής και κάλυπταν τις εφηβικές τους ανησυχίες, ενώ η μουσική είχε σκοπό να τους βοηθήσει να χορέψουν, να ερωτευτούν, να ξεδώσουν. Αποτελούσε εξάλλου το ιδανικό όχημα για να μεταφερθούν οι ανάλαφροι στίχοι που μιλούσαν μόνο για αγνούς και εξιδανικευμένους έρωτες του στιλ: κορίτσι γνωρίζει τον πρίγκιπα του παραμυθιού, ερωτεύονται, παντρεύονται και ζουν μια ευτυχισμένη ζωή. Τα πάντα λειτουργούσαν πλήρως αποκομμένα από το κοινωνικό γίγνεσθαι της εποχής και οι μουσικοί ήταν εν πολοίς υποταγμένοι στην εικόνα της εταιρείας. 

Η δεκαετία του '60 ήταν ακόμη η εποχή που ζούσε και βασίλευε το αυτόνομο τραγούδι, που έβγαινε με τη μορφή του δίσκου των 45 στροφών (single). Η έννοια του δίσκου μακράς διαρκείας (LP) που αποτελεί μια αυτόνομη και ολοκληρωμένη κατάθεση του καλλιτέχνη τη δεδομένη χρονική στιγμή, και βάσει του οποίου καθοριζόταν η πορεία του και καταξιωνόταν στο μουσικό στερέωμα, απείχε μερικά ακόμη χρόνια από το να γίνει θεσμός. Η rock είχε προχωρήσει στο δρόμο αυτό από τα μέσα της δεκαετίας του '60, αλλά η soul έψαχνε ακόμη την αφορμή που θα την απέκοπτε από τη μονοσήμαντη σχέση της με την ποπ και το εφήμερο κυνήγι των υψηλών θέσεων στους καταλόγους των επιτυχιών. Κυρίως όμως αναζητούσε τον καταλύτη που θα την οδηγούσε σε συμφιλίωση με τις ρίζες της, με τον κοινωνικό ρόλο που έπαιζαν τα blues και τα gospel στις αρχές του αιώνα, όταν η μουσική είχε μια πιο σοβαρή και ολοκληρωμένη διάσταση και εξέφραζε κάθε πτυχή των προβλημάτων και των ανησυχιών του μαύρου πληθυσμού.

Η σύγχρονη μαύρη μουσική έχει εξελιχθεί τόσο, ώστε θαρρείς ότι έχουν περάσει τουλάχιστον εκατό χρόνια.

 «Η μαύρη μουσική τού σήμερα απέχει πολύ από τον κλασικό ήχο της Μοτάουν. Η σόουλ που υπήρχε τότε έχει αλλάξει πια μορφή» λέει ο Τζον Λέτζεντ, από τα σύγχρονα αστέρια του είδους.

 

Δεν έχει άδικο. Ακόμα κι εκείνο το ωμό χιπ χοπ με τους επιθετικούς στίχους και τα ασήκωτα μπιτ της δεκαετίας του '90 μοιάζει πλέον μακρινό. Οχι βέβαια πως δεν συνεχίζουν οι καινούριοι καλλιτέχνες να βάζουν στα σαμπλ των τραγουδιών τους μελωδίες και ρεφρέν από τις Σαπρίμς ή τον Μάρβιν Γκέι.

Κι αν τότε η Μοτάουν αποτελούσε το ανάχωμα απέναντι στο ρατσισμό, οι μαύροι καλλιτέχνες στην Αμερική σήμερα, όχι μόνο δεν αντιμετωπίζουν ανάλογα προβλήματα αλλά μονοπωλούν και το ενδιαφέρον του κοινού.

 

Η μαύρη μουσική, σε όλες τις εκφάνσεις της, αποτελεί ένα από τα πιο δημοφιλή είδη







του ΑΝΔΡΕΑ ΔΗΛΕ

 

 

Στο ρυθμό του ντάπα-ντούπα.



Οι κοσμοναύτες σε τροχιά έτοιμοι να ανακοινώσουν τον μεγάλο νικητή. Ο Αντριου Λόιντ Βέμπερ, στον Πούτιν. Ο ίδιος ο Πούτιν στις πρόβες του ημιτελικού. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης ευλογεί μέσα την ελληνική συμμετοχή. Η θεά Οπρα (Γουίνφρι) να παρουσιάζει τον μουσικό διαγωνισμό στο αμερικανικό κοινό και να της τρέχουν τα σάλια από τη ζήλια. Είναι σαφές ότι κάτι σημαίνουν όλα αυτά, αλλά τι; Αφού η Γιουροβίζιον, ακόμα και για τον πιο βλάκα άνθρωπο, ουδεμία καλλιτεχνική αξία έχει (τουλάχιστον τέτοια που να δικαιολογεί τέτοια φασαρία), προτείνω δειλά μια υπόθεση εργασίας.

Η Γιουροβίζιον είναι μια πρόβα για το Παγκόσμιο Τηλεοπτικό Χωριό. Μια δήθεν «μούλτι-κούλτι» μουσική συνάντηση, κατά τη διάρκεια των οποίων το φτωχό Αζερμπαϊτζάν, η μικροσκοπική Μάλτα και η πανίσχυρη Γερμανία έχουν την ίδια ευκαιρία να προβληθούν, αρκεί να μιλούν όλοι την ίδια γλώσσα. Και δεν εννοώ την Αγγλική, που είναι άλλωστε η γλώσσα του Σαίξπηρ, του πρώτου που μας δίδαξε πώς «όλος ο κόσμος είναι μια σκηνή» («the world is a stage»).

Η γλώσσα της Γιουροβίζιον είναι η αισθητική της: η διάλεκτος του γρήγορου μηνύματος. Ποιος ο λόγος να σπάσει το κεφάλι του ένας διαφημιστής για να «πιάσει» τον σφυγμό του Ισπανού, του Αρμένιου ή του Ισραηλινού καταναλωτή; Είναι απείρως πιο εύκολο να τους μάθεις να αγαπούν τα ίδια πράγματα, να τους αρέσουν τα ίδια ρούχα, οι ίδιοι γκόμενοι, η ίδια μουσική: Μια ψηφιακή φάουσα που καταπίνει το καζαντζόκ με το συρτάκι, τον αμανέ με το φλαμένκο και τα ξερνάει σαν στρατό από μουσικά ζόμπι, που κουνιούνται εφιαλτικά στον ισοπεδωτικό ρυθμό του ντάπα-ντούπα.

Δεν θεωρώ τη Γιουροβίζιον επικίνδυνη. Ισα ίσα, πιστεύω ότι τη χρειαζόμαστε. Και επειδή έχει (πολύ συχνά) τρελή πλάκα όλο το σόου, αλλά και επειδή λειτουργεί και αφυπνιστικά: Υστερα από τρεις βραδιές μουρλοντάνς, σχεδόν αισθάνεσαι προσωπική σου υποχρέωση να φορτώσεις στο i-pod τα άπαντα της Ξανθίππης Καραθανάση (ή της Σεζάρια Εβόρα ή της Ουμ Καλσούμ) μήπως και έρθεις στα ίσα σου


 

Γράφει η Ρίκα Βαγιάνη





Περισσότερα από 40 εκατομμύρια κινεζάκια έχουν στο δωμάτιό τους το πορτρέτο του Λανγκ Λανγκ, του 27χρονου κινέζου πιανίστα που καθήλωσε αυτή την εβδομάδα και τους Αθηναίους με τις εμφανίσεις του στο Μέγαρο Μουσικής. Για τα κινεζάκια ο Λανγκ Λανγκ είναι ένα είδος θετικού ήρωα, ένα πρότυπο, ίσως και η επιτομή της επιτυχίας. Σε μας η επιτομή της επιτυχίας μπορεί να είναι ο Λούκας (σκέτο), ο νικητής του πρόσφατου ριάλιτι «ΧFactor» (αν τον θυμάται κανείς), μπορεί να είναι η Πετρούλα (που σε λίγο κι αυτή δεν θα τη θυμάται κανείς) ή στην καλύτερη περίπτωση ο  Δεν έχω καμία αυταπάτη ότι οι δύο περιπτώσεις είναι συγκρίσιμες. Ούτε προσβλέπω στη λειτουργία «θετικών ηρώων» σε κοινωνίες σαν τη δική μας, δηλαδή σε μια δυτική κοινωνία όπου η κατανάλωση ως ηθική πλέον συμπεριφορά θυσιάζει την αξία και τη διάρκειά της στο εφήμερο. 


Ο Λανγκ Λανγκ, θετικός ήρωας-πρότυπο στην Κίνα, ταιριάζει με τις κοινωνικές συνθήκες αυτού του τεράστιου κράτους που μόλις ανακαλύπτει τις... χαρές του καπιταλισμού. Πάντοτε στα κράτη που συγκροτήθηκαν επί τη βάσει των κομμουνιστικών μοντέλων οι ήρωες ήταν οι αθλητές, οι χορευτές, οι τραγουδιστές της όπερας, αυτοί που αποτελούσαν την υπερηφάνεια της χώρας και ταυτόχρονα δημιουργούσαν ελπίδες, καλλιεργούσαν τις προσδοκίες για φυγή από το ασφυκτικό περιβάλλον των περίκλειστων κρατών. Δεν με ενοχλεί λοιπόν που στις δικές μας κοινωνίες δεν υπάρχουν θετικοί ήρωες ή πρότυπα με διάρκεια. Ή, για να είμαι πιο δίκαιος, δεν υπάρχουν θετικοί ήρωες που να αποθεώνονται από τα μέσα ενημέρωσης. Εκείνο που με ενοχλεί είναι η άνευ όρων παράδοση στο λαϊφστάιλ, στην κρεατομηχανή των ηρώων της στιγμής, εκεί όπου η παραγωγή του πολτού είναι τόσο πηχτή που κάνει αόρατα το όρια μεταξύ της αξίας και της μη αξίας. 


Καταλαβαίνω ότι αυτοί οι πλαστικοί ήρωες είναι αναγκαίοι και απαραίτητοι σε ένα είδος τηλεοπτικών προγραμμάτων που είναι γνωστά ως «-άδικα». Στον σχεδιασμό αυτών των εκπομπών τα πρόσωπα πρέπει να έρχονται και να παρέρχονται, να μένουν λίγο στον αφρό (όχι πάντως αφρό σαμπάνιας) και να σκάνε μαζί του σαν μπουρμπουλήθρες. Οταν όμως αυτός ο αφρός γίνεται εθνική πολιτική, όπως συμβαίνει τώρα με τη Εurovision, το θέμα δεν είναι απλώς ενοχλητικό, είναι και επικίνδυνο. Αυτή η κινητοποίηση του κρατικού μηχανισμού για έναν ποπ διαγωνισμό τραγουδιού, κατά τα άλλα διασκεδαστικό και ευχάριστο σαν τηλεοπτικό θέαμα- άλλωστε για την τηλεόραση φτιάχτηκε-, δείχνει μια όψη του κυνισμού που χαρακτηρίζει σήμερα την ελληνική (πολιτική) ζωή. Κάτω από τον κυνισμό αυτόν όλα είναι ισοπεδωμένα. Ολα ίσης αξίας και χωρίς ιεραρχήσεις. 


Νίκος Μπακουνάκης





Θυμάμαι τους δίσκους του Στέλιου Καζαντζίδη που ακούγαμε, όλη η οικογένεια μαζεμένη στο σαλόνι, πριν μπουν κι αυτοί, μαζί με λιγοστά ακόμα δώρα, στα δέματα που στέλναμε στην Αυστραλία, στον αδελφό του πατέρα μου. Πιτσιρίκι τότε, δυσκολευόμουν να καταλάβω για τι ακριβώς τραγουδούσε η συγκλονιστική φωνή που έκανε το δωμάτιο να τραντάζεται και τα μάτια των γονιών μου να βουρκώνουν: «Ποιος θα μου δώσει δύναμη / τον κόσμο αυτό ν' αλλάξω / να φτιάξω όμορφες καρδιές / μεγάλες και πονετικές / τις σκάρτες να πετάξω...» - δεν θα την ξεχάσω όμως ποτέ. Ακόμα και την αφή εκείνων των βινυλίων θυμάμαι, σαν να μην έχουν περάσει τόσα χρόνια. Πολύ αργότερα, στην πρώιμη εφηβεία μου, μια κασέτα με τα Μπαράκια του Βαγγέλη Γερμανού πήγαινε μπρος-πίσω στο ξεχαρβαλωμένο μου μαγνητόφωνο, παίζοντας συνεχώς το ίδιο τραγούδι: «Πήρα τη γεύση σου χθες βράδυ / τη μυρωδιά σου που πότισε το γκρι χαρτί / κι έγινε το χαρτί καράβι / κι η μυρωδιά σου τ' ανοιγμένο του πανί».

Είναι ωραία αίσθηση να μετράς την ηλικία σου με τραγούδια· να θυμάσαι τον «Φάνη» του Χάρη και του Πάνου μαζί με τα ξενύχτια του διαβάσματος στο λύκειο, το «Telegraph road» των Dire Straits και το «River» του Bruce Springsteen ως τις πρώτες μεγάλες μουσικές ανακαλύψεις των φοιτητικών χρόνων, να «μαρκάρεις» τα ταξίδια, τους έρωτες, τους χωρισμούς, τις απογοητεύσεις, τις μικρές και τις μεγάλες νίκες και ήττες σου με μελωδίες και στίχους που σ' έκαναν να σκιρτήσεις, να νομίζεις πως γράφτηκαν για σένα εκείνη τη δεδομένη στιγμή. Είναι σημαδούρες τα τραγούδια. Κι όποιο αγαπήσαμε πραγματικά, δεν θα το προδώσουμε ποτέ. Ούτε εκείνο θα μας προδώσει...

Μ' αυτές τις σκέψεις αποφασίσαμε να ζητήσουμε από ανθρώπους του ελληνικού τραγουδιού να μοιραστούν μαζί μας τα 10 τραγούδια της ζωής τους, 5 ελληνικά και 5 ξένα: εκείνα που έχουν συνδέσει με τις πιο σημαντικές στιγμές τους, που τους καθόρισαν ως καλλιτέχνες, εκείνα που θα... διέσωζαν σε μια κιβωτό συναισθημάτων και αναμνήσεων. Δεν ήταν εύκολο. Τι να διαλέξει κανείς και τι ν' αφήσει έξω από μια τέτοια λίστα; Είναι, πράγματι, «σφαγιαστική» η επιλογή, όπως μας είπε χαρακτηριστικά ο Γιώργος Ανδρέου. «Σας δίνω δέκα τραγούδια αλλά μένουν εκτός άλλα πεντακόσια. Να το ξέρετε!» διαμαρτυρήθηκε, με το δίκιο του, ο Θάνος Μικρούτσικος. Και οι δύο, πάντως, πείστηκαν, τελικά, να συμμετάσχουν σ' αυτή την ιδιότυπη δημοσκόπηση - όπως 98 ακόμα «συνάδελφοί» τους: συνθέτες, στιχουργοί, ερμηνευτές. Τους ευχαριστούμε όλους που, στην πραγματικότητα, μάς αποκαλύπτουν ένα κομμάτι από τον εαυτό τους.

Χίλια τραγούδια συγκεντρώθηκαν μέσω αυτής της «ψηφοφορίας»: η «Φραγκοσυριανή» του Μάρκου Βαμβακάρη και η «Angie» των Rolling Stones, το «Πουλάκι ξένο» της δημοτικής μας παράδοσης και το «Bird on the wire» του Leonard Cohen, η «Λάθος αγάπη» της Λένας Πλάτωνος και το «Lovesong» των Cure, το «Θα κλείσω τα μάτια» του Ακη Πάνου και το «In your eyes» του Peter Gabriel - ένα πολύχρωμο μωσαϊκό, ένα συναρπαστικό παζλ που θα ξεδιπλωθεί στις επόμενες σελίδες. Τ. Ε.

Για την προσωπική τους σχέση με τα δέκα τραγούδια που συγκέντρωσαν τις περισσότερες ψήφους γράφουν οι τραγουδοποιοί Φοίβος Δεληβοριάς, Kώστας Λειβαδάς, Νίκος Πορτοκάλογλου, Μίλτος Πασχαλίδης, οι συνθέτες Νίκος Ξυδάκης, Ευανθία Ρεμπούτσικα και Γιώργος Καζαντζής, η τραγουδίστρια Ελένη Βιτάλη, o συνθέτης και στιχουργός Νίκος Ζούδιαρης κι ο Οδυσσέας Ιωάννου, στιχουργός και διευθυντής του ΜΕΛΩΔΙΑ FM.

Ο Φοίβος Δεληβοριάς και το «Ζεϊμπέκικο» του Διονύση Σαββόπουλου
«Μια νίκη του δημιουργού πάνω στο χρόνο»

Συνήθως, όταν περιγράφουμε στους άλλους γιατί μας αρέσει ένα τραγούδι, βασιζόμαστε σε κάποιο απ' τα γνωστά σε όλους μας χαρακτηριστικά των τραγουδιών. Λέμε κάτι για την εισαγωγή, για τη μελωδία, για ένα στίχο που μας μένει, για τον συνολικό ήχο, για το πώς παίζει ένας μουσικός, για τη φωνή εκείνου που το ερμηνεύει.

Κάποια τραγούδια, όμως, προκαλούν σε όλους ανεξαιρέτως τους ακροατές τους μιαν ανατριχίλα που δεν έχει να κάνει με τίποτα απ' όλα αυτά. Αυτά είναι τραγούδια τα οποία στον περιορισμένο χρόνο τους πετυχαίνουν μια εσωτερική κορύφωση, ανεβαίνουν σε ένα σημείο κρυφό μέσα μας που ελάχιστα πράγματα στη ζωή καταφέρνουν να το ξυπνήσουν, να το αναδείξουν. Το «Ζεϊμπέκικο» είναι ένα από αυτά τα σπάνια παραδείγματα, ένας θρίαμβος της τέχνης του τραγουδιού, μια νίκη του δημιουργού πάνω στον συνηθισμένο χρόνο. Το «Κραταιά ως θάνατος αγάπη» από τον «Μεγάλο Ερωτικό», κάποια σημεία απ' το «Αξιον Εστί», το «Strawberry Fields forever» είναι μερικά ακόμα τραγούδια που μου έρχονται αμέσως στο μυαλό ως παραδείγματα αυτής της κίνησης. Οταν ακούμε τα λόγια «Σήκω ψυχή μου δώσε ρεύμα», συμβαίνει αυτό ακριβώς μέσα μας και όλα -μουσική, λόγος, φωνή, παιξίματα- απλώς υπογραμμίζουν αυτή την έκρηξη. Δεν είμαστε πια μόνο ερωτευμένοι, νοσταλγοί ενός παραδείσου, δεν ερχόμαστε απλώς στο τσακίρ κέφι ή σε μιαν απελπισμένη εκτόνωση. Είμαστε ήδη εκεί, στο σημείο που ενώνει όλα τα σημεία, σε μια μεταθανάτια απελευθέρωση, έχουμε ανοίξει με τα ίδια μας τα χέρια το ίδιο το δώρο της ζωής. Χρόνια θα προσπαθώ να μαντέψω τι συνέβη στον ίδιο τον Σαββόπουλο την ώρα που οδηγούνταν στον πυρετό της ολοκλήρωσης αυτού του τραγουδιού και χρόνια δεν θα βρίσκω την απάντηση. Γιατί η λύση δεν βρίσκεται στο ταλέντο ή στο χαρακτήρα του δημιουργού ούτε στην παράδοση ή στις γύρω του μόδες. Είναι ένα αίνιγμα που τον υπερβαίνει, μια στιγμιαία αποκάλυψη που τον αφήνει εμβρόντητο για χρόνια...

O Κώστας Λειβαδάς και η «Αχάριστη»του Βασίλη Τσιτσάνη
«Μου φέρνει δάκρυα στα μάτια»

Είναι σίγουρα ένα από τα πιο πολυτραγουδισμένα τραγούδια στις απανταχού συνευρέσεις των Ελλήνων. Το να θυμηθώ πότε το πρωτάκουσα είναι εντελώς αδύνατον. Οσο πίσω και να πάω, δεν μπορώ να βεβαιωθώ για το πού και πώς. Η ηχώ της φωνής του Βασίλη Τσιτσάνη -κυρίως λόγω του πατέρα μου που υπήρξε παιδί του ρεμπέτικου και του παλιού, του άλλου λαϊκού- υπήρχε από πάντα μέσα μου και κάθε τόσο επιστρέφει, κοφτερή και δυνατή - αυτό που θα έλεγε κάποιος «κυλάει στο αίμα μου» ή, πιο σοφιστικέ, «είναι εγγεγραμμένη στο DNA μου».

«Με τον Τσιτσάνη θυμόμαστε ότι έχουμε πολιτισμό», δήλωνε ο Τσαρούχης και εννοούσε βέβαια μ' αυτό το «θυμόμαστε» πως συνειδητοποιούμε πού βρισκόμαστε και πώς ο συγκεκριμένος χώρος και χρόνος, ο ελληνικός, ενώνεται αρμονικά με την ψυχή μας. Αποκτάμε κοινή συνείδηση μέσω ενός παιδιού από τα Τρίκαλα, για το οποίο η τέχνη και ο πολιτισμός ήταν έννοιες μιας παιδείας επίσημης και μακρινής. Ομως, καθόλου μακρινή δεν ήταν γι' αυτόν η ζωή...

Γιατί, όμως, ειδικά αυτό το τραγούδι με «τσακίζει» όποτε το ακούω, σαν να είναι η πρώτη φορά;

Για την περίφημη εισαγωγή του, βγαλμένη, θαρρείς, από συμφωνικό έργο - ειδικά το πρώτο πολυσυζητημένο γύρισμά της.

Για τον blues χαρακτήρα του ήρωά του, μακριά από τα γνωστά ερωτικά στερεότυπα, που βρίσκεται ακριβώς στην άλλη όψη του νομίσματος από το τραγούδι «Αρχόντισσα». Εκεί, ο πρωταγωνιστής «κουράστηκε για να την αποκτήσει» αλλά την απέκτησε, ενώ εδώ, στην «Αχάριστη», το στοιχείο του πάθους του για εκείνη τον έχει καταδικάσει στον πόνο, θαρρείς για πάντα. Κι όσο κι αν κουράστηκε, μοναδική ανταμοιβή του είναι τα βάσανα, μακριά, μακριά...

Για την αγάπη και τη μαστοριά του Τσιτσάνη στην περιγραφή των θυμάτων και των αναξιοπαθούντων του έρωτα ή, πάλι, για τις περίφημες γυναίκες του, αυτές τις πλάνες, μοιραίες ηρωίδες του, τις γυναίκες του μπελά, που το έγκλημά τους είναι απλώς και μόνο... η ύπαρξή τους. Και όπως εκείνες δεν μπορούν να ξεφύγουν από το πεπρωμένο τους, γίνεσαι κι εσύ αναπόσπαστο μέρος της ζωής τους, χωρίς να το καταλαβαίνεις.

Για τη σπουδαία μελωδία και τα παθιασμένα λόγια του, που το καθιστούν ένα σπουδαίο τραγούδι.

Η συγκίνηση που μου προκαλεί η «Αχάριστη» -το απόλυτο κριτήριο για ένα τραγούδι- είναι τόσο μεγάλη που πολλές φορές, κατά τη διάρκεια εκτελέσεών του ζωντανά, μου φέρνει δάκρυα στα μάτια. Είναι παθιασμένο, είναι μελαγχολικό, έχει κατάνυξη (να, πάλι, η σύνδεση με το Βυζάντιο και τις εκκλησιαστικές μνήμες), αλλά πέρα και από τη συγκίνηση και από τις ιδιαιτερότητές της («Κλάψε και τραγούδα», που λέει κι ο Κραουνάκης), στη σύνδεσή μου με την «Αχάριστη» κρύβεται κάτι απροσδιόριστο, σχεδόν μεταφυσικό. Ευτυχώς, στη ζωή δεν μπορούν να εξηγηθούν κάθε φορά όλα. Κλάψε και τραγούδα, λοιπόν, και ξέχνα τις εξηγήσεις...

Ο Νίκος Πορτοκάλογλου και η «Συννεφιασμένη Κυριακή» του Βασίλη Τσιτσάνη
«Ενα δυνατό ζεϊμπέκικο που ηχεί σαν βυζαντινή ψαλμωδία»

Είναι από τα τραγούδια που υπήρχαν στα αυτιά μου από πολύ μικρή ηλικία, από τα ραδιόφωνα και τις παρέες που τα τραγουδούσαν ...; Ωστόσο, η πρώτη φορά που αισθάνθηκα ότι με αφορούσε ο Τσιτσάνης ήταν στα 21 μου, όταν έφυγα από την Ελλάδα για σπουδές στις Βρυξέλλες. Στο σπίτι όπου μια ελληνική οικογένεια με φιλοξένησε τις πρώτες ημέρες, υπήρχαν δυο-τρεις θρυλικοί δίσκοι· οι δύο από αυτούς ήταν του Τσιτσάνη, ο τρίτος του Βαμβακάρη. Μέχρι εκείνη την εποχή εγώ, όπως και ολόκληρη η γενιά μου, είχα μάλλον αρνητικά συναισθήματα σε ό,τι αφορούσε τα δημοτικά και λαϊκά τραγούδια, αφού αυτά με τον έναν ή τον άλλο τρόπο αποτελούσαν το «σάουντρακ» της χούντας. Στο εξωτερικό, όμως, μακριά από αυτή τη φόρτιση, είχα την ευκαιρία να τα ανακαλύψω ξανά.

Από τα πολλά αριστουργήματα του Βασίλη Τσιτσάνη, το συγκεκριμένο τραγούδι κατέχει για μένα ξεχωριστή θέση. Θεωρώ ότι είναι ένα εμβληματικό κομμάτι που λειτουργεί σε πολλά επίπεδα. Είναι ερωτικό και μιλάει για χωρισμό, αλλά ταυτόχρονα είναι και ένα δυνατό ζεϊμπέκικο που ηχεί σαν βυζαντινή ψαλμωδία. Tέλος, απεικονίζει την Ελλάδα στη σκοτεινή εποχή του πολέμου και του εμφυλίου.

Ενα άλλο χαρακτηριστικό της δύναμής του είναι ότι, ενώ οι στίχοι του έχουν δραματικότητα, η μελωδία έχει ανάταση. Δεν πιστεύω ότι βρίσκεται τυχαία στη δεκάδα με τα τραγούδια που άλλαξαν τη ζωή μας. Το ζεϊμπέκικο, άλλωστε, είναι ο βασιλιάς των ρυθμών. Υπάρχει πολύ βαθιά στο DΝΑ μας.

Ο Γιώργος Καζαντζής και το «Strawberry fields forever» των Beatles 
«Δεν είναι τραγούδι, είναι προσευχή»

Ημουν μεγάλος φαν των Beatles. Και λόγω ηλικίας αλλά και λόγω προσωπικής αισθητικής. Οποια ευρωπαϊκή επιρροή έχω στη μουσική μου προέρχεται από εκείνους.

Με γοήτευε το γεγονός ότι χρησιμοποιούσαν πολλές μετατροπίες στην αρμονική δομή των τραγουδιών τους, δεν ακολουθούσαν την πεπατημένη, έκαναν ιδιαίτερες, ευρηματικές ενορχηστρώσεις. Και οι στίχοι τους μου «μιλούσαν» πολύ... Ολα αυτά «αποθεώνονται» στο συγκεκριμένο τραγούδι. Εκείνη την εποχή το γκρουπ είχε αρχίσει να «μπολιάζεται» με στοιχεία ανατολικών φιλοσοφιών. Αναζητούσαν έναν κόσμο ονειρικό. Ετσι, βρέθηκαν σε λιβάδια γεμάτα φράουλες! Δεν είναι τυχαίο ότι λίγους μήνες μετά την κυκλοφορία του «Strawberry fields forever» ταξίδεψαν στην Ινδία για να συναντήσουν τον Μαχαρίσι Μαχές Γιόγκι.

Οποτε το ξανακούω μου δίνει μια ανάσα, μια ανάταση. Κι όταν σε αγγίζει ένα έργο τέχνης, το συναίσθημα αυτό δεν απέχει από μια στιγμή προσευχής ή διαλογισμού. Αν θα βγουν ποτέ

οι νέοι Beatles; Ποιος ξέρει; Είναι θέμα συγκυριών. Και δεν εννοώ μόνο αν είναι δυνατόν να ξαναβρεθούν τέσσερις ταλαντούχοι μουσικοί που θα δημιουργήσουν μαζί κάτι τόσο σημαντικό. Η συγκυρία έχει

να κάνει και με τον αποδέκτη της μουσικής. Κορεσμένοι όπως είμαστε από τόσες πληροφορίες που μας βομβαρδίζουν, και να βγουν οι επόμενοι Beatles, θα είμαστε σε θέση να τους εκτιμήσουμε;

Ο Νίκος Ζούδιαρης για το «Another brick in the wall» των Pink Floyd
«Μου θυμίζει τα τελευταία αυθόρμητα όνειρά μου»

Τριάντα χρόνια μετά την έκδοση της ροκ όπερας «The Wall» από το προοδευτικό ροκ συγκρότημα των Pink Floyd, που πρωτοπόρησε συνθέτοντας έργα concept, το τραγούδι «Another brick in the wall» παραμένει αξεπέραστο σε σύλληψη και επίκαιρο. Η επιτομή της διαμαρτυρίας κατά της παρεχόμενης παιδείας.

Ο στίχος του Roger Waters στο Μέρος ΙΙ « ...;we don't need no education. We don't need no thought control» σημάδεψε το τραγούδι, το άλμπουμ και ενέπνευσε εκατομμύρια νέων

σ' ολόκληρο τον κόσμο. Αμέσως μετά, το 1980, οι εξεγερμένοι μαύροι φοιτητές στη Νότια Αφρική έκαναν το Μέρος ΙΙ ύμνο της διαμαρτυρίας τους κατά της φυλετικής προπαγάνδας και των προκαταλήψεων στο επίσημο πρόγραμμα σπουδών. Αποτέλεσμα; Η απαγόρευση του δίσκου απ' την κυβέρνηση.

Την ίδια εποχή, και εγώ, εκπνεούσης της αισιοδοξίας που ακολούθησε τη μεταπολίτευση, παιδί ενός καθεστωτικού συστήματος παιδείας -καταστολέα ιδεών-, ξόδευα τα τελευταία αυθόρμητα όνειρά μου και ετοιμαζόμουν να συνειδητοποιήσω τη φρίκη τού να είμαι άλλο ένα τούβλο στον τοίχο. Tον δίσκο τον έλιωσα. Εβγαλα στην κιθάρα πολλά απ' τα κομμάτια. Προ ολίγου, εξ αφορμής αυτού του μικρού άρθρου, τον ξανάκουσα. Ρίγος και ξεσηκωμός. Σαν να κυκλοφόρησε τώρα! Και αν κάτι έχει αλλάξει από τότε, είναι η ζωή που χειροτέρεψε. Το «The Wall», όμως, εδώ. Ολοζώντανο. Πώς γίνεται; Πώς γράφονται τέτοιοι δίσκοι; Πώς γίνονται τέτοιες παραγωγές; Οχι. Δεν είναι θέμα χρημάτων. Είναι άλλη δομή κριτηρίων. Είναι ζήτημα παιδείας.

Ο Μίλτος Πασχαλίδης και το «Stairway to heaven» των Led Zeppelin
«Ακόμα ανατριχιάζω με τη σπαρακτική κραυγή στο φινάλε»

Κάπου στα μισά του 1978, πέμπτη Δημοτικού και όντας ήδη σπουδαστής κλασικής κιθάρας στο Ελληνικό Ωδείο της Διδότου -τρομάρα μου, η κιθάρα ήταν μεγαλύτερη από μένα, αν την αγκάλιαζα κανονικά, δεν έφτανα να πατήσω στο πάτωμα!- ό,τι άκουγα στο ράδιο και μου άρεσε, προσπαθούσα να το μιμηθώ, παρά τις προτροπές του δασκάλου μου να αφήσω τις σαχλαμάρες και να αφοσιωθώ στις κλίμακες. Το «Stairway to heaven» με παίδεψε ένα εξάμηνο. Είχα πάρει το δίσκο και έπαιζα μαζί με τον κιθαρίστα. Το αργό μέρος το είχα ξεπατικώσει ακριβώς. Το γρήγορο με εκνεύριζε. Ηθελα να παίξω όλη την ορχήστρα μόνο με την κιθάρα, με αποτέλεσμα να στραμπουλάω τα δάχτυλά μου και να σπαω τα νεύρα της μάνας μου που μάλλον είχε ψυλλιαστεί ότι αυτό δεν ήταν ακριβώς μελέτη ασκήσεων κλασικής μουσικής...

Από τα λόγια δεν σκάμπαζα γρι. Ούτε και μ' ένοιαζε. Ετσι κι αλλιώς, Αγγλικά μάθαμε απ' τα τραγούδια όχι απ' τα φροντιστήρια. Μου έφτανε η ατμόσφαιρα του τραγουδιού, το μυθικό όνομα του γκρουπ που μου θύμιζε Γερμανό υπαξιωματικό του Α' Παγκοσμίου Πόλεμου και η απέλπιδα προσπάθεια του τραγουδιστή -στο δεύτερο μέρος- να ξεριζώσει τις φωνητικές του χορδές. (Νομίζω πως λίγο αργότερα κατάφερε απλώς να καταστρέψει τη μία...)

Τα προσεχή καλοκαίρια, στην παραλία της Ακράτας, διαπίστωσα ότι το κομμάτι είχε μεγάλο σουξέ. Οταν τα βράδια κατέβαζα την κιθάρα στην παραλία, ήταν η βασική παραγγελιά μαζί με το «Temple of the king» και το «Sultans of swing», αν και στο τελευταίο ψιλοαπέφευγα το σόλο - μην ξεφτιλιστούμε και στις εποχικές γνωριμίες...

Στα πρώτα γκρουπ, στο γυμνάσιο, πασχίζαμε να το παίξουμε όσο καλύτερα γινόταν. Ηταν συγκινητικές οι προσπάθειές μας, αν και ομολογουμένως δεν πετυχαίναμε και σπουδαία πράγματα, αλλά τουλάχιστον ιδρώναμε όσο και οι Led Zeppelin. Υστερα το έβαλα στο ράφι με τα άλλα πολύτιμα κειμήλια της εφηβείας.

Το ξεσκονίζω πότε - πότε, άλλοτε μηχανικά και άλλοτε με αληθινή φροντίδα. Δεν είμαι σίγουρος αν το συγκεκριμένο τραγούδι εξακολουθεί να με συγκινεί επειδή είναι ο ορισμός της ροκ μπαλάντας ή γιατί νοσταλγώ την εποχή που το πρωτοάκουσα - το παιδί που υπήρξα τότε. Υποθέτω, έως ένα βαθμό ισχύουν όλα αυτά. Αλλά ακόμα και χωρίς την επίκληση της μνήμης, πάντα ανατριχιάζω με τη σπαρακτική κραυγή στο φινάλε, για εκείνη τη γυναίκα που αγοράζει μια σκάλα ώς τον Παράδεισο...

Η Ελένη Βιτάλη και το «Imagine» του John Lennon 
«Το πιο αγαπημένο μου. Και σήμερα, και αύριο»

Ηταν γύρω στο 1973 -τότε που η χούντα είχε αρχίσει να παραπαίει-, όταν το άκουσα για πρώτη φορά, σε μια τηλεοπτική εκπομπή. Ο Τζον Λένον τραγουδούσε και το κοινό παραληρούσε. Εμεινα να κοιτώ μαγνητισμένη. Αισθάνθηκα αμέσως ένα είδος συγγένειας με τους ανθρώπους αυτούς που τη δεδομένη στιγμή γίνονταν δέκτες ενός τόσο σημαντικού τραγουδιού. Ενιωσα την ψυχή μου να... κραδάζει - όπως συμβαίνει με κάθε σπουδαίο τραγούδι. Από τότε είναι το πιο αγαπημένο μου. Και σήμερα, και αύριο. Για την υπέροχη, απλή αλλά μεστή μελωδία του, για τους ουσιαστικούς στίχους του αλλά και για την υπέροχη ακροβατική φωνητική κατέντσα που τόσο δεξιοτεχνικά κάνει ο Λένον στο τέλος κάθε κουπλέ. Κανείς τραγουδιστής, όσες επανεκτελέσεις κι αν έχουν γίνει από τότε, δεν μπόρεσε -και δεν θα μπορέσει, πιστεύω- να πλησιάσει την «ευλυγισία» της φωνής του Λένον.

Το «Imagine» ήταν η κορυφαία, η πιο ώριμη στιγμή του. Και ήταν ειρωνεία το γεγονός ότι δολοφονήθηκε τη στιγμή που ήταν κατασταλαγμένος, συμφιλιωμένος με τον εαυτό του και τους άλλους και ήθελε να ζήσει μια απλή και ήσυχη ζωή.

Η Ευανθία Ρεμπούτσικα και το «Yesterday» των Beatles
«Mε τη μυρωδιά των παιδικών μου χρόνων»

Το 1965, όταν κυκλοφόρησε το τραγούδι αυτό, ήμουν πολύ μικρή. Ούτε στο δημοτικό δεν είχα πάει ακόμα. Θυμάμαι τον πατέρα μου να φέρνει στο σπίτι ένα 45άρι, να μαζεύει εμένα και τ' αδέλφια μου στο σαλόνι, να το βάζει στο πικάπ και η μελωδία του να ξεχύνεται και να μας καθηλώνει όλους, μικρούς και μεγάλους. Από τότε, το «Yesterday» έχει για μένα μια έντονη μυρωδιά των παιδικών μου χρόνων. Γι' αυτό και δεν πρόκειται να παλιώσει ποτέ. Με το πρώτο ακόρντο, συγκινούμαι, ανατριχιάζω. Θυμάμαι τις οικογενειακές συγκεντρώσεις, νοσταλγώ την ανεμελιά εκείνης της εποχής. Οπως βλέπω τα χρόνια να περνούν και ακούω τους ανθρώπους γύρω μου να λένε «κάθε πέρυσι και καλύτερα», σκέφτομαι πως τραγούδια σαν αυτό δεν γράφονται πια εύκολα. Αλλά, από την άλλη, το «Yesterday» έχει τέτοια φρεσκάδα· είναι σαν να γράφτηκε σήμερα. Και αυτό μου αρκεί.

Ο Νίκος Ξυδάκης και το «Βohemian Rhapsody» των Queen 
«Προκλητικό, ασεβές και τόσο γοητευτικό!»

Δεν ήμουν ποτέ φανατικός της ροκ μουσικής. Μου άρεσαν μεμονωμένα τραγούδια για παράξενους λόγους και το «Βohemian Rhapsody» είναι ένα από αυτά. Προκλητικό, ασεβές, εισέπραξε αρκετά αρνητικά σχόλια όταν πρωτοβγήκε, θεωρήθηκε αντιραδιοφωνικό και αντιεμπορικό (λόγω διάρκειας και ύφους), και όμως, εντυπωσιάζει ακόμη και σήμερα. Αυτό, κατά τη γνώμη μου, συμβαίνει επειδή ό,τι ήθελε να πει το συγκεκριμένο τραγούδι, το κατάφερε με αμιγώς μουσικά μέσα.

Το παλιομοδίτικο λυρικό ύφος του διακόπτεται απότομα από το ροκ στοιχείο με τις κιθάρες. Υπάρχει, δηλαδή, μια ανατροπή στο συναίσθημα. Και ακόμη, είναι αποκαλυπτικό ενός ολόκληρου κόσμου, μιας χώρας, μιας κουλτούρας. Αυτή η συνύπαρξη μουσικών υφών το καθιστά γοητευτικό και, επιπλέον, αντιπροσωπευτικό της πόλης στην οποία γεννήθηκε: του Λονδίνου, που έχει ένα ποιητικό στοιχείο, ενώ την ίδια στιγμή περιβάλλεται και από ένα μυστήριο. Ετσι και το «Βohemian Rhapsody»: δημιουργεί ένα ονειρικό κλίμα -μ' ένα γοητευτικό πιάνο που ανήκει σ' άλλη εποχή- και την ίδια στιγμή σε προκαλεί, σε τρομάζει.

Το ροκ σε όλη του την πορεία υπήρξε ενα ρηξικέλευθο μουσικό κίνημα, ακούγοντας ωστόσο το «Bohemian Rhapsody» συνειδητοποιείς ότι είναι βουτηγμένο στην παράδοση. Αλλά, σε τελική ανάλυση, τι είναι επαναστατικό; Να αποζητούμε έντονα κάτι που μας έχει λείψει πολύ, και αυτό το τραγούδι παρότρυνε τους ακροατές του σε εξέγερση έχοντας «γείρει» εξ ολοκλήρου στο παρελθόν, με το λυρικό του στοιχείο να δίνει το στίγμα.

O Οδυσσέας Ιωάννου και το «Like a rolling stone» του Bob Dylan
«Στο ρεφρέν, σου τρυπάει το στομάχι»

Το έγραψε αρχικά σαν μια μικρή ιστορία και αργότερα το έκανε τραγούδι. Λόγω της μεγάλης διάρκειάς του, δεν παιζόταν συχνά στο ραδιόφωνο και, όταν το μετέδιδαν, δεν το μετέδιδαν ολόκληρο. Τα έξι λεπτά δεν θεωρούνται απαγορευτικά -ως διάρκεια- για κάποια ραδιόφωνα σήμερα, αλλά πρέπει να αναλογιστούμε πως εκείνα τα χρόνια τα τραγούδια σπάνια υπερέβαιναν τα τρία λεπτά - οι Βeatles έγραφαν κομμάτια των δυόμισι λεπτών. Τις μεγάλες διάρκειες τις επέβαλλαν τα πιο «λόγια» και πιο ροκ συγκροτήματα.

To τραγούδι κυκλοφόρησε το 1965 ως single και την ίδια χρονιά το περιέλαβε στο δίσκο «Highway 61 Revisited». Ανάμεσα στις επανεκτελέσεις του ξεχωρίζουν εκείνες του Jimmy Hendrix, των Rolling Stones και του Βruce Springsteen. Από αρκετούς φανατικούς φίλους του Dylan είχε θεωρηθεί προδοσία η στροφή του στον ροκ ήχο με αυτό το τραγούδι. Χαρακτηρίστηκε Ιούδας όταν το 1965 άφησε την ακουστική κιθάρα της φολκ για την ηλεκτρική.

Πρόκειται για τραγούδι που συνοψίζει αυτόν τον μεγάλο δημιουργό: μελωδία, νεύρο και σπαρακτική ερμηνεία από αυτήν την απροσδιορίστου ηλικίας έρρινη φωνή. Και βέβαια, ο στίχος. Ο λόγος του, πολυεπίπεδος, στοχαστικός, βαθιά φιλοσοφημένος. Η ποιητική του «προβίβασε» τη ροκ σε πνευματική κατάθεση πέρα από ακατέργαστο αίσθημα. Στο «Like a rolling stone» επιχειρεί να διαχωρίσει τα σημαντικά από τα δευτερεύοντα. Προτρέπει να βρεις νοήματα όταν αισθάνεσαι εντελώς χαμένος στο δρόμο. Στο ρεφρέν, σου τρυπάει το στομάχι.

Πρέπει να το πρωτοάκουσα γύρω στο 1980 με 1982, μαθητής γυμνασίου, στο ραδιόφωνο, όχι από δίσκο φίλου. Μου είχε φανεί ατελείωτο, δεν καταλάβαινα τότε τους στίχους, αλλά μου είχε κολλήσει εκείνο το «How does it feel» του ρεφρέν για μέρες. Περίμενα να το ξαναπετύχω στο ραδιόφωνο, το ηχογράφησα σε μια κασέτα - δεν το πρόλαβα από την αρχή.

Το άκουγα για χρόνια από εκείνη την κασέτα, λειψό, χωρίς εκείνο τον κοφτό «πυροβολισμό» από τα τύμπανα στην αρχή του. Δυναμώνω πάντα το ραδιόφωνο όποτε το ακούω και το φωνάζω.

1.000 τραγούδια, πολλά συμπεράσματα

Στην πρώτη δεκάδα θα δείτε τα τραγούδια που συγκέντρωσαν τις περισσότερες «ψήφους». Επειδή αυτή η εικόνα, όμως, είναι ώς ένα βαθμό αποπροσανατολιτική -αφού οι Queen, για παράδειγμα, έρχονται πρώτοι των πρώτων με το εμβληματικό «Bohemian Rhapsody», εμφανίζονται όμως στις λίστες μόλις με ένα τραγούδι ακόμη-, αξίζει να δούμε τάσεις και ...; εμμονές που αποκαλύπτει μια δεύτερη, πιο προσεκτική ανάγνωση. Και πιο δίκαια ενδεχομένως...

Μάνος Χατζιδάκις, ο αδιαμφισβήτητος νικητής

Τα 48 τραγούδια του στις λίστες που μας έδωσαν οι εκατό «ομότεχνοί» του (από το «Αγάπη που 'γινες δίκοπο μαχαίρι» και το «Είμαι αητός χωρίς φτερά» μέχρι το «Κέλομαί σε Γογγύλα») δεν αφήνουν περιθώριο να αμφισβητηθεί η καθοριστική -και απόλυτη- επιρροή του στις νεότερες γενιές δημιουργών.

Να τιναχτεί σαν μαύρο πνεύμα η τρομερή μας η λαλιά

Η τρομερή λαλιά της Σωτηρίας Μπέλου στο «Ζεϊμπέκικο» του Διονύση Σαββόπουλου μας συγκλονίζει πάντα. Αλλά και ο λόγος του Διονύση Σαββόπουλου εξακολουθεί να δείχνει το δρόμο στους νεότερους δημιουργούς: 23 τραγούδια του συγκέντρωσαν πολλές ψήφους, εμπιστοσύνης και έμπνευσης... Ακριβώς όσα φέρουν και την υπογραφή του Μίκη Θεοδωράκη.

Η... επανάσταση των παραδοσιακών

Οι Ελληνες καλλιτέχνες, απ' όσο δείχνουν οι προτιμήσεις τους, δεν ξεχνούν την ντοπιολαλιά τους, τα τραγούδια που τους συνδέουν με τις ιδιαίτερες πατρίδες και τις οικογενειακές τους καταβολές: 24 πανέμορφα παραδοσιακά τραγούδια, σπουδαίες στιγμές της ανώνυμης δημιουργίας από την Ηπειρο, τη Μικρά Ασία, τα Δωδεκάνησα, τη Μακεδονία, την Κρήτη, δηλώνουν ισχυρή παρουσία. Οσο ισχυρές είναι ακόμα οι μνήμες μας.

Λαϊκοί βάρδοι

Ηταν αναμενόμενο. Τα 9/8 είναι ο ρυθμός που μοιάζει να κυλάει στο αίμα μας. Γι' αυτό και δεν θα μπορούσαν να λείπουν οι προπάτορες του λαϊκού μας τραγουδιού από μια τέτοια «καταμέτρηση»: 15 τραγούδια του Τσιτσάνη, 8 του Μάρκου Βαμβακάρη, 8 του Απόστολου Καλδάρα, 3 του Γιάννη Παπαϊωάννου και 8 του Ακη Πάνου -λίγο μεταγενέστερου εκείνων- για όλους τους καημούς και τις χαρές που... χορεύουμε.

Η «ευγενής φασαρία» του ροκ

«Κορεσμένοι όπως είμαστε από τόσες πληροφορίες που μας βομβαρδίζουν, και να βγουν οι επόμενοι Beatles, θα είμαστε σε θέση να τους εκτιμήσουμε;» αναρωτιέται γράφοντας για το αγαπημένο του τραγούδι, το «Strawberry fields forever» ο Θεσσαλονικιός τραγουδοποιός Γιώργος Καζαντζής. Από τη μία πλευρά έχει δίκιο. Από την άλλη, όμως, τι να τους κάνουμε τους «νέους Beatles», όταν τα τραγούδια των Σκαθαριών ξαφνιάζουν ακόμη τους ανυποψίαστους, κερδίζουν τους αυστηρούς, μας παρασύρουν στον ιστό των ιστοριών τους; Είκοσι από αυτά εντοπίσαμε στις λίστες των Ελλήνων καλλιτεχνών - χώρια ο John Lennon στη σόλο δισκογραφία του. Η δυναμική των ροκ καταβολών μας επιβεβαιώνεται κι από τις άλλες αγάπες μας: 9 τραγούδια του Bob Dylan, 6 των Rolling Stones και άλλα πολλά των Pink Floyd, Deep Purple, Dire Straits, Bruce Springsteen, Led Zeppelin.

Ο δίσκος που αγαπάμε πιο πολύ

Οπως οι περισσότεροι δίσκοι που σηματοδότησαν εξελίξεις και προκάλεσαν μικρές ή μεγάλες ανατροπές, τα «Ζεστά ποτά» δεν βρήκαν ανοιχτό τον δρόμο μπροστά τους, τουλάχιστον στην αρχή. Ο Χάρης και ο Πάνος Κατσιμίχας γύριζαν με μια κασέτα στα χέρια από εταιρεία σε εταιρεία και είχαν εισπράξει πολλές αρνητικές απαντήσεις μέχρι που τους άκουσε ο Μανώλης Ρασούλης και ανέλαβε την παραγωγή του δίσκου τους, που κυκλοφόρησε το 1985. Ο χρόνος, όμως, πήρε την εκδίκησή του γι' αυτή την περιπέτεια. Τα «Ζεστά ποτά», με 7 τραγούδια του άλμπουμ να έχουν συγκεντρώσει πολλές ψήφους, αναδεικνύονται στο πιο αγαπημένο άλμπουμ μας. Θα πυροδοτήσει πολλές εφηβείες ακόμα...




Πηγή: Περιοδικό «Κ»



We are family!





Tέσσερις περιπτώσεις οικογενειακών γκρουπ από το χρονοντούλαπο της ποπ


Sangri-Las
Οι... μαμάδες της Εϊμι Γουαϊνχάουζ

Ηταν συμμαθήτριες σε ένα γυμνάσιο του «ζόρικου» Κουίνς της Νέας Υόρκης. Οι αδερφές Μέρι και Μπέτι Γουέις ένωσαν το μουσικό ταλέντο τους με τις δίδυμες Μαρτζ και Μέρι Αν Γκάνσερ και, ανήλικες ούσες, ανέβηκαν στην κορυφή του καταλόγου επιτυχιών, το 1964, με το Leader of the Pack. Επαιξαν μαζί με τους Beatles και τον Τζέιμς Μπράουν, ο οποίος εντυπωσιάστηκε όταν ανακάλυψε πως ήταν λευκές! Οταν στα μέσα της δεκαετίας του '60 άρχισαν να τραγουδούν για την αποξένωση, το θάνατο και τη μοναξιά, οι πωλήσεις των δίσκων τους έπεσαν και το γκρουπ διαλύθηκε το 1968. Μεγάλες θαυμάστριές τους είναι η Πάτι Σμιθ και η Εϊμι Γουάϊνχαουζ.



Andrews Sisters
Οι Ελληνίδες που εμψύχωσαν την Αμερική!

Ισως σε πολλούς να είναι παντελώς άγνωστες, οφείλουμε παρ' όλα αυτά να είμαστε περήφανοι για το ακριβές... αντίστοιχο της Σοφίας Βέμπο για τους Αμερικανούς! Γιατί οι αδερφές Λα Βερν, η Μαξίν και η Πάτι Αντριους, γεννήθηκαν από Ελληνα πατέρα. Ξεκίνησαν ως απομίμηση των Boswell Sisters όταν η Πάτι ήταν μόλις 7 ετών και γνώρισαν την επιτυχία με τη διασκευή του Bei Mir Bist Du Schoen (1937), το οποίο πούλησε ένα εκατομμύριο δίσκους και λατρεύτηκε στη Γερμανία, πριν οι ναζί ανακαλύψουν πως επρόκειτο για παλιό εβραϊκό τραγούδι! Η καριέρα τους όμως απογειώθηκε με το που οι ΗΠΑ μπήκαν στον πόλεμο: οι Andrews Sisters όργωσαν τα στρατόπεδα εντός και εκτός συνόρων, ώθησαν τους συμπατριώτες τους να αγοράσουν κρατικά ομόλογα (με το χιτ Any Bonds Today?), βοήθησαν την Μπέτι Ντέιβις να στήσει την «Καντίνα του Χόλιγουντ» όπου οι ίδιες τραγούδησαν, χόρεψαν και φλέρταραν με ναύτες, λοχίες και πιλότους. Οταν τελείωσε ο Β' Παγκόσμιος, ήταν σούπερ σταρ στην Αμερική και παραμένουν έως σήμερα το γυναικείο συγκρότημα με τις περισσότερες πωλήσεις (75 - 100 εκατομμύρια δίσκους), ενώ 46 τραγούδια τους ανέβηκαν στο Τοπ 10 και έπαιξαν και σε 15 ταινίες του Χόλιγουντ! Οι δρόμοι τους χώρισαν το 1953 όταν η Πάτι θέλησε να κάνει σόλο καριέρα ...;



Pointer Sisters
Οι αγαπημένες των νηπίων!

Παρότι υπήρξαν για μεγάλο διάστημα κουαρτέτο, οι αδερφές Τζουν, Μπόνι, Ανίτα και Ρουθ Πόιντερ έγιναν γνωστές ως τρίο (με τη Ρουθ -η οποία ανήλικη ακόμα είχε ήδη δύο παιδιά- να αποχωρεί σύντομα από το συγκρότημα). Οι Pointer Sisters ξεκίνησαν κάνοντας δεύτερα φωνητικά σε δίσκους της Γκρέις Σλικ (των Jefferson Airplane) και του ρόκερ Ελβιν Μπίσοπ, κέρδισαν την αποδοχή των ...; νηπίων ηχογραφώντας ένα τραγουδάκι που μάθαινε τα παιδάκια πώς να μετρούν, για την εκπομπή «Sesame Street», αλλά κέρδισαν τη δόξα στις πίστες των ντισκοτέκ με το I'm So Excited! Εσβησαν με τη δύση της ντίσκο μουσικής ...;



Sister Sledge
Oι βασίλισσες της ντίσκο

Με γιαγιά τη γνωστή τραγουδίστρια της όπερας Βιόλα Γουίλιαμς, η μουσική για τις τέσσερις αδερφές Σλετζ (την Κιμ, την Ντέμπι, την Τζόνι και την Κάθι) ήταν ό,τι το γάλα για τα υπόλοιπα μωρά. Μόνο που δεν είναι καθόλου σίγουρο πως η γιαγιά ενέκρινε τους ντίσκο ύμνους που τραγούδησαν οι εγγονές της στα τέλη της δεκαετίας του '70. Θυμάστε, φυσικά, το We are a Family και το He's the Greatest Dancer. Σε αυτό συνέβαλε ο μέγας παραγωγός Νάιλ Ρότζερς με τον Μπέρναρντ Εντουαρντς των πασίγνωστων, τότε, Chic που είχαν «υιοθετήσει» τις Sister Sledge, οι οποίες συνεχίζουν ακόμα!


Του Γιάννη Κολοβού






Από τον Πολ ΜακΚάρτνεϊ και τον Τζον Λένον έως τον Μπομπ Ντίλαν και τον Ντέιβιντ Μπάουι, σταρ της μουσικής που δεν «ζωγράφιζαν» μόνο στις συναυλίες και τη δισκογραφία, αλλά και πάνω σε καμβά ακόμα και με το ίδιο τους το... αίμα


Τις ώρες που δεν τραγουδούν κάποιοι ζωγραφίζουν. Και μάλιστα ζωγραφίζουν καλά. Επιτυχημένοι καλλιτέχνες του χθες και του σήμερα, οι οποίοι καταγράφηκαν στην ιστορία της μουσικής ως ταλέντα του «μικροφώνου», φαίνεται πως είχαν κι άλλα προσόντα τα οποία φανερώθηκαν με το που έπιασαν το πινέλο και το βούτηξαν στον καμβά των συναισθημάτων και των σκέψεών τους. Ο λόγος για διακεκριμένους τραγουδιστές, οι οποίοι έχουν ταλέντο και στη ζωγραφική, από τον Πιτ Ντόχερτι, που δημιουργεί σκίτσα από το ίδιο του το αίμα, έως τα μεταφορικά αλληγορικά έργα του Πολ ΜακΚάρτνεϊ. Οσον αφορά τις γυναίκες, εκείνες φαίνεται πως προτιμούν περισσότερο να βάφουν τα μαλλιά τους αντί για πίνακες ή να σχεδιάζουν ρούχα.

Ο κιθαρίστας και μπασίστας Ρόνι Γουντ, πέρα από μουσικός των «Ρόλινγκ Στόουνς», ήταν και είναι ένας ολοκληρωμένος καλλιτέχνης. Οταν ήταν ακόμη παιδί, οι ζωγραφιές του, με λάδι και νερομπογιές, παρουσιάστηκαν στο τηλεοπτικό πρόγραμμα του BBC «Sketch Club», καθώς κέρδισε σε έναν από τους καλλιτεχνικούς διαγωνισμούς του. Το γεγονός αυτό, όπως δηλώνει κι ο ίδιος, ήταν «η αφύπνισή του στην τέχνη». Τα έργα ζωγραφικής, τα σκίτσα και οι γκραβούρες του Γουντ, τα οποία απεικονίζουν τοπία, ζώα, σκηνές από μπαλέτα, ή είναι αφηρημένα, έχουν εκτεθεί σε διάφορα μέρη του κόσμου.

Σημαντικό μέρος της δουλειάς του, συμπεριλαμβανομένου κι ενός έργου που του είχε αναθέσει να ζωγραφίσει ο Αντριου Λόιντ Βέμπερ, εκτίθεται στο Θέατρο του Λονδίνου «Ντρούρι Λέιν».

Ιδιοκτήτης της γκαλερί
Ο κριτικός τέχνης Μπράιαν Σίγουελ αποκάλεσε τον Γουντ «επιτυχημένο και άξιο σεβασμού καλλιτέχνη». Ο Ρόνι Γουντ είναι επίσης συνιδιοκτήτης -με τους δύο του γιους Τζέιμι και Τάιρον- μιας γκαλερί στο Λονδίνο με το όνομα «Σκριμ».

Οι «Μπιτλς» είχαν επίσης καλή σχέση με τη ζωγραφική. Ο Πολ ΜακΚάρτνεϊ το 1966 γνώρισε τον Ρόμπερτ Φρέιζερ, ιδιοκτήτη μιας γκαλερί την οποία επισκέπτονταν αναγνωρισμένοι καλλιτέχνες. Εκεί το «σκαθάρι» γνώρισε τους Αντι Γουόρχολ, Κλας Ολντενμπουργκ, Πίτερ Μπλέικ και Ρίτσαρντ Χάμιλτον και άρχισε να εκτιμά βαθύτερα την τέχνη. Αγόραζε διάφορους πίνακες, ενώ ο ίδιος άρχισε να ζωγραφίζει το 1983. Η πρώτη του ατομική έκθεση εγκαινιάστηκε στο Μπρίστολ και περιελάμβανε περισσότερα από 500 έργα. Το 1999, το φιλότεχνο κοινό της Γερμανίας είχε την ευκαιρία να απολαύσει πορτρέτα που φιλοτέχνησε ο Πολ, των Τζον Λένον, Αντι Γουόρχολ, Ντέιβιντ Μπάουι κ.ά., αλλά και φωτογραφίες της τότε συζύγου του, Λίντα. Ακολούθησαν άλλες εκθέσεις του τραγουδιστή-ζωγράφου σε γκαλερί του Ηνωμένου Βασιλείου. Πριν όμως αναγνωριστεί το ζωγραφικό του έργο, ο ΜακΚάρτνεϊ πίστευε πως « μόνο οι άνθρωποι που έχουν σπουδάσει Καλές Τέχνες είχαν το ελεύθερο να ζωγραφίσουν».

Το 2000 παρουσίασε έργα του στην αίθουσα τέχνης «Γουόκερ»| στο Λίβερπουλ όπου περνούσε την ώρα του πολλά απογεύματα με τον Τζον Λένον. Ο Λένον αγαπούσε επίσης τη ζωγραφική και τη δημιουργία σκίτσων με όλα όσα πρέσβευε. Γι' αυτό και η έκθεση που περιόδευσε στη συνέχεια σε άλλες γκαλερί αλλά και στη Νέα Υόρκη, είχε κι έργα του. Φυσικά η διοργάνωση πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με τη Γιόκο Ονο. Ως πολύπλευρος καλλιτέχνης, ο Πολ σχεδίασε το 2002 και μια σειρά έξι γραμματοσήμων, τα οποία κυκλοφόρησαν από το νησί του Μαν. Τα έσοδά τους δόθηκαν στον οργανισμό «Υιοθέτησε Ενα Ορυχείο», για την προστασία της Γης. Το γεγονός αυτό τον κατέστησε ως τον πρώτο ροκ σταρ στον κόσμο που είναι γνωστός και ως δημιουργός γραμματοσήμων.

Ο Νικ Κέιβ, τραγουδιστής, στιχουργός, σεναριογράφος, συγγραφέας και μερικές φορές και ηθοποιός έχει ταλέντο στη ζωγραφική.

Κι αυτό διότι η καλλιτεχνική του φλέβα τον οδήγησε αμέσως μετά το πέρας της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσής του στο να πάει στο πανεπιστήμιο για να σπουδάσει ζωγραφική (Καλές Τέχνες). Και μπορεί να τα παράτησε ένα χρόνο αργότερα προκειμένου να ασχοληθεί με τη μουσική, αλλά το κρυφό του ζωγραφικό ταλέντο παραμένει εκεί περιμένοντας κάποια στιγμή να του ανοίξουν και πάλι την «πόρτα». Ο γκόθικ ρόκερ, συγγραφέας, φωτογράφος, σκηνοθέτης, συνθέτης, αλλά και μυστήριος ζωγράφος ακουαρέλας Μέριλιν Μάνσον έχει εκθέσει αρκετές φορές έργα του. Η πρώτη μεγάλη ατομική του έκθεση πραγματοποιήθηκε το 2002, στο Λος Αντζελες. Εκεί, ο Μάνσον παρουσίασε πρωτότυπα και μοναδικής τεχνικής πολύχρωμα σχέδια, τα οποία είχε φιλοτεχνήσει από το 1997, αλλά και μία εβδομάδα πριν από τα εγκαίνια της έκθεσης. Περισσότερα από 30 έργα του πουλήθηκαν.

Ο Ντέιβιντ Μπάουι όχι μόνο γράφει μουσική αλλά έχει σοβαρή σχέση και με τις εικαστικές τέχνες. Από το 2000, μέσω του διαδικτυακού τόπου Bowie Art εκθέτει προσωπικά του έργα καθώς κι άλλων νέων, κυρίως, καλλιτεχνών τα οποία φροντίζει να προωθεί.

Ο ίδιος έχει πραγματοποιήσει πολλές εκθέσεις ζωγραφικής, ενώ το πάθος επεκτείνεται και στη δημιουργία γλυπτών.

Ο Αμερικανός τραγουδιστής Τόνι Μπένετ (Αντονι Ντομινίκ Μπενεντέτο) έκανε καριέρα και στη ζωγραφική, υπογράφοντας με το πραγματικό του όνομα: Μπενεντέτο. Από τα παιδικά του χρόνια εκπαιδεύτηκε πάνω στο αντικείμενο και επισκέφτηκε δεκάδες μουσεία. Σχεδίαζε και ζωγράφιζε σκηνές από την καθημερινότητά του, π.χ. τη θέα που έβλεπε από το δωμάτιο των ξενοδοχείων που διέμενε στη διάρκεια των περιοδειών του. Εχει εκθέσει έργα του σε γκαλερί σε όλο τον κόσμο, ενώ του ανατέθηκε από τα Ηνωμένα Εθνη να δημιουργήσει δύο έργα - το ένα για την 50ή επέτειό τους. Γνωστό έργο του είναι και το «Homage to Hockney» για τον φίλο του, ζωγράφο Ντέιβιντ Χόκνεϊ, το οποίο εκτίθεται στο Ινστιτούτο Αμερικανικής Τέχνης Μπάτλερ , στο Γιανγκστάουν στο Οχάιο. Τα έργα του έχουν κοσμήσει περιοδικά και πωλούνται στα 80.000 περίπου δολάρια το κομμάτι. Το σύνολο των έργων του έχει εκδοθεί στο βιβλίο «Tony Bennet : What My Heart Has Seen» (1996) και στο μπεστ σέλερ «Tony Bennett in the studio: A Life Of Art & Music». Ταλαντούχος εικαστικός καλλιτέχνης ήταν και ο Μπομπ Ντίλαν, ο οποίος ζωγράφιζε στη διάρκεια των περιοδειών του το διάστημα 1989 - 1992 σε ΗΠΑ, Μεξικό, Ευρώπη και Ασία. Τα έργα του εκτέθηκαν σε αρκετές γκαλερί. Μία σειρά σχεδίων και γκουάς (υδροκομμιογραφίες) του μάλιστα κυκλοφόρησαν το 1994 σε βιβλίο υπό τον τίτλο «Drawn Blank». Ο Πιτ Ντόχερτι, τραγουδιστής των «Μπέιμπισαμπλς», έχει προσφέρει έργα του ως οικονομικό αντάλλαγμα ακόμη και για το ταξί που παίρνει. Και μπορεί ο Πιτ να έχει μπει πολλές φορές στη φυλακή και να έχει έρθει αντιμέτωπος με διάφορες κατηγορίες, μερικοί άνθρωποι ωστόσο αναφέρουν ότι τα έργα του φανερώνουν μια ευαίσθητη προσωπικότητα και τα χαρακτηρίζουν «εξαιρετικά» κι «έξυπνα». Κάποια από αυτά έχουν εκτεθεί στο Λονδίνο κι έχουν δημοπρατηθεί, ενώ κάποια άλλα έχουν δοθεί για φιλανθρωπικούς σκοπούς. Το γεγονός ότι ο Πιτ ζωγραφίζει έγινε γνωστό όταν θέλησε να βγάλει στο «σφυρί» κάποια έργα που φιλοτέχνησε από αίμα και μολύβι, για να ξεπληρώσει τα χρέη του. Το «αιματάκι» της σε κάποια από αυτά είχε βάλει και η πρώην σύντροφός του Κέιτ Μος.

ΟΙ ΗΘΟΠΟΙΟΙ

Ο χώρος της υποκριτικής επίσης «ζωγραφίζει». Η Ζιλιέτ Μπινός, κόρη γλύπτη, είναι πέρα από ταλαντούχα ηθοποιός και μανιώδης ζωγράφος. Το 1994 παρουσίασε τη δουλειά της σε μια κοινή έκθεση με τον σχεδιαστή Κριστιάν Φενουιγιά. Εχει επίσης σχεδιάσει πόστερ για κάποιες ταινίες της, μεταξύ των οποίων το «Les Amants du Pont - Neuf» (1991).

Ο ηθοποιός Ντέιβιντ Αρκετ, σύζυγος της Κόρτνεϊ Κοξ, είναι και καλλιτέχνης των γκράφιτι. Ο ίδιος έχει ζωγραφίσει με σπρέι ακόμη και τον τοίχο έξω από το υπνοδωμάτιό τους -μια σκηνή μ' έναν ωκεανό- για να νομίζουν ότι βρίσκονται στην παραλία!

Ο σταρ του «Περλ Χάρμπορ», Τζος Χάρτνετ, δηλώνει: «Ποτέ δεν εξέλαβα την υποκριτική ως καριέρα, απλώς βρέθηκα μέσα σε αυτήν. Εγώ ήθελα να γίνω ζωγράφος». Ο Τζος σ' ένα ταξίδι που έκανε στην Αφρική, μετά τα γυρίσματα της ταινίας «40 Ημέρες και 40 Νύχτες», πήρε το πινέλο του κι άρχισε να ζωγραφίζει με λάδι.

Τέλος, η Ελίζαμπεθ Τέιλορ έχει ταλέντο στο να σχεδιάζει μοναδικά κοσμήματα.



ΝΤΕΜΗ ΑΥΛΩΝΙΤΗ



 





Δημιουργήθηκαν περίπου 40 χρόνια πριν, και μπήκαν στην ιστορία της ροκ. Σήμερα, η θρυλική ροκ μπάντα των δεκαετιών '60 και '70, οι Ten Years After (Δέκα Xρόνια Mετά), που τραγούδησε το I'm Going Home ( Woodstock '69 ), το Love Like a Man και το I'd Love to Change the World τραγουδούν στο Πολιτιστικό Kέντρο Eλληνικός Kόσμος, το Σάββατο 9 Mαΐου


H μεγάλη στιγμή της καριέρας σας ήταν το Woodstock. Tι έχετε κρατήσει από αυτήν την εμπειρία;

Oσο κι αν σας φαίνετε περίεργο, το Woodstock για μας ήταν μια στάση σε μια τρίμηνη περιοδεία σε όλη την Aμερική. Eκείνη την εποχή, δεν είχαμε καταλάβει το μέγεθος της απήχησης αυτού του φεστιβάλ, που κυρίως ήρθε με την ταινία. Λόγω της ταινίας, το Woodstock έγινε μια ιστορική στιγμή για την ροκ μουσική και φυσικά μετά από αυτό καταλάβαμε ότι άλλαζαν πολλά. Mετά το Woodstock όλα μεγάλωσαν. Hρθαν μεγαλύτεροι συναυλιακοί χώροι, μεγαλύτερα αυτοκίνητα, μεγαλύτερα ξενοδοχεία και μεγαλύτερες πωλήσεις...

 

Eκείνη την εποχή δημιουργήθηκε κι ένα μεγάλο τραγούδι, το «I 'd love to change the world». Ξέρετε ότι αυτό το τραγούδι χρησιμοποιήθηκε σε μια τηλεοπτική διαφήμιση στην Eλλάδα και έχει γίνει αιτία, πολλοί νέοι που δεν σας ήξεραν να νομίζουν ότι είναι καινούργιο και να το έχουν λατρέψει;

Nαι μου το είπανε. Eίναι σπουδαίο να σε ανακαλύπτουν οι νέες γενιές. Eίναι πολύ όμορφο, αυτό που κάνεις να βρίσκει απήχηση σε διαφορετικούς ανθρώπους και διαφορετικές ηλικίες και μέσα από την δύναμη ενός τραγουδιού όλες αυτές οι διαφορές να γκρεμίζονται. Aυτή είναι η μαγεία της μουσικής και η μεγάλη πρόκληση για μας τους καλλιτέχνες.

Mπροστά σε αυτό, η δόξα ή τα χρήματα δεν έχουν τόση σημασία. Xαιρόμαστε που έχει γίνει ξανά χιτ στην Eλλάδα αυτό το τραγούδι, άλλωστε ήταν η μεγάλη μας επιτυχία την δεκαετία του '70. Kαι περιμένουμε να έρθουν και οι παλιοί αλλά και οι νέοι να το ακούσουν ξανά, αυτή την φορά από την φωνή του νέου μας μέλους, του Joe Gooch...

Aλήθεια, γιατί ο Aλβιν Λι δεν είναι μαζί σας πλέον;

O Aλβιν Λι δεν ενδιαφέρετε να παίξει πια και είναι μια επιλογή που την σεβόμαστε. Ωστόσο, εμείς οι υπόλοιποι, έχουμε ακόμα μέσα μας την χαρά να τζαμάρουμε και να επικοινωνούμε με τον κόσμο μέσα από τα live αλλά και την δισκογραφία. Hταν δύσκολη απόφαση να επιλέξουμε νέο τραγουδιστή και κιθαρίστα. Oμως έπρεπε γιατί όλοι ρώταγαν, «Tι θα γίνει με τους Ten Years after; Θα ξαναβγείτε μαζί;».

Δυσκολευτήκαμε παρά τις προσπάθειες να βρούμε κάποιον με τον οποίο να δέσουμε, ώσπου τελικά ο γιός μου, μου πρότεινε έναν φίλο του από το σχολείο, τον Joe. Mας έστειλε ένα cd, στο οποίο είχε παίξει το «I'm going Home» και το τραγούδι του Hendrix «Red House». Eνθουσιαστήκαμε. Hταν πραγματικά πολύ καλός. Bρεθήκαμε και αρχίσαμε πρόβες. Σε λίγο καιρό ενσωματώθηκε στην μπάντα, λες και έπαιζε χρόνια μαζί μας...

Tο κοινό πώς αντιμετώπισε το νέο μέλος;

Eγινε κάτι που δεν περιμέναμε ούτε κι εμείς. O Joe μας βοήθησε να προχωρήσουμε στην επόμενη φάση των Ten Years After. Mε την φωνή του αλλά και τον ιδιαίτερο τρόπο παιξίματος που έχει, ανανέωσε τον ήχο μας και μας βοήθησε να ξεφύγουμε από αυτό που, από την αρχή της απόφασής μας για επανένωση, δεν θέλαμε να γίνει, δηλαδή να είμαστε μια μπάντα που έχει μόνο παρελθόν. Γράψαμε νέα τραγούδια, διαφοροποιήσαμε τα παλιά και γενικά ξαναγίναμε μια μπάντα...Ten years After. Aυτό είχε σαν αποτέλεσμα να μας δεχθούν με μεγάλο ενθουσιασμό οι παλιοί μας φίλοι και να μας γνωρίσουν και οι νέοι...

Ποια είναι η πλειοψηφία στα liveσας, το νεανικό ή το μεγαλύτερο σε ηλικία κοινό;

Aνάλογα την χώρα. Συνήθως οι μεγαλύτεροι είναι περισσότεροι, αλλά υπάρχουν χώρες, όπως η Γαλλία ή η Oλλανδία, στις οποίες οι νέοι υπερισχύουν. Παντού πάντως βλέπουμε αυτό που μας γεμίζει με χαρά, οι μπαμπάδες να φέρνουν μαζί τους τα παιδιά τους.

Kαι έτσι όπως είναι η μπάντα πλέον, είναι σαν να κάνουμε κι εμείς το ίδιο. Φέρνουμε μαζί μας ένα νέο παιδί, τον Joe, που πιάνει ακόμα πιο εύκολα τον ρυθμό και τον ενθουσιασμό των παιδιών που φέρνουν μαζί τους οι δικοί μας θαυμαστές. Eίναι μια χημεία εκπληκτική...

Πώς βγήκε το όνομα Ten Years After;

Eίχε δημιουργηθεί ένας μύθος γύρω από την αιτία της επιλογής μας τότε. Kάποιοι είχαν πει ότι το επιλέξαμε για να πούμε ότι ξεκινήσαμε 10 χρόνια μετά από τον Elvis! H αλήθεια είναι πιο απλή. Eίχα δει κάπου μια διαφήμιση για την διώρυγα του Σουέζ που είχε σύνθημα «Suez, ten years after». Σκέφτηκα ότι ήταν τέλειο όνομα για το γκρουπ. Tο είπα στα παιδιά και ενθουσιάστηκαν. Aλλωστε ο αριθμός δέκα είναι ο αγαπημένος μου.






Συνέντευξη στην Τέα Βασιλειάδου 



 


Ακριβώς σαράντα χρόνια πριν, ο Τζον Λένον και η ΓιόκοΌνο, αμέσως μετά το «μυστικό» τους γάμο στο Γιβραλτάρ, αποφάσισαν να περάσουν το μήνα του μέλιτος στο κρεβάτι, όχι όμως μόνοι, αλλά με συντροφιά τον παγκόσμιο Τύπο, προσδοκώντας να επιτύχουν την πιο αποτελεσματική αντιπολεμική «χειρονομία» όλων των εποχών. 

Η κίνησή τους αποδείχτηκε σφόδρα αμφιλεγόμενη, όμως η εικόνα του διάσημου ζεύγους στα λευκά, ξαπλωμένου ανάμεσα σε λευκά σεντόνια, λουλούδια και ειρηνιστικά πλακάτ, έμελλε να μείνει για πάντα χαραγμένη στο συλλογικό ασυνείδητο, όπως μας υπενθυμίζει η έκθεση « Imagine: The peace ballad of John & Yoko» που ξεκίνησε στο Μουσείο Καλών Τεχνών του Μόντρεαλ.

Κουρασμένοι από το διαρκές και αδιάκριτο βλέμμα του βρετανικού Τύπου να στοιχειώνει κάθε τους κίνηση σε καθημερινή βάση, ο Τζον Λένον και η Γιόκο Όνο αποφάσισαν ξαφνικά το Μάρτιο του 1969 να εγκαταλείψουν το Λονδίνο και να ανασυνταχτούν στο Παρίσι, όπου θα κανόνιζαν τις λεπτομέρειες του μυστικού τους γάμου, αλλά κι ενός (ακόμα πιο μυστικού) χάπενινγκ διαρκείας, με στόχο την παγκόσμια ευαισθητοποίηση στο... επίμαχο ζήτημα της ειρήνης και του αφοπλισμού. 

Η προοπτική να γίνει ο γάμος ανάμεσα στον ηγέτη των διαλυμένων πλέον Beatles και τη Γιαπωνέζα αβανγκάρντ καλλιτέχνιδα στη Γαλλία συζητήθηκε για λίγο, αλλά εξαιτίας κάποιων γραφειοκρατικών κολλημάτων η ιδέα απορρίφθηκε. Μία άλλη πρόταση ήταν να παντρευτούν στο φέριμποτ που διέσχιζε το κανάλι ανάμεσα στο Καλέ και το Ντόβερ, αλλά ούτε κι αυτή η ιδέα έζησε πολύ. Τότε ακριβώς κάποιος από την κουστωδία του ζεύγους σκέφτηκε την περίπτωση του Γιβραλτάρ - βρετανικής αποικίας με χαλαρό καθεστώς σε παρόμοια ζητήματα. 

Χωρίς να χάσουν χρόνο, επιβιβάστηκαν σε ιδιωτικό αεροπλάνο στη μέση της νύχτας και στις 8:30 το πρωί της 20ής Μαρτίου βρίσκονταν στο «Βράχο», καθ' οδόν προς το βρετανικό προξενείο. Λίγη ώρα μετά και ενώπιον δύο μαρτύρων, ήταν πλέον παντρεμένοι με τις συνοπτικές διαδικασίες του πολιτικού γάμου και την ευλογία του προξένου. O συνολικός χρόνος παρουσίας τους στο Γιβραλτάρ ήταν 70 λεπτά. O Τζον και η Γιόκο είχαν επιστρέψει στο Παρίσι πριν μεσημεριάσει, «εις σάρκα μία» πλέον.

Η επανάσταση θα ξεκινήσει από το κρεβάτι

Γνωρίζοντας ότι, έστω κι υπό αυτές τις «εξαιρετικά χαμηλού προφίλ» συνθήκες, ο γάμος τους θα γινόταν η αφορμή για ένα πρωτοφανές πανηγύρι στα παγκόσμια media, το ζεύγος αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τη δημοσιότητα για να προβάλει τη δική του ατζέντα, δηλαδή τη διάδοση, εν μέσω της κορύφωσης του πολέμου στο Βιετνάμ, ενός μηνύματος παγκόσμιας ειρήνης και αφοπλισμού.

Αποφάσισαν λοιπόν, ύστερα από μια σύντομη παραμονή στο Παρίσι -όπου, όπως είπε εκ των υστέρων ο Λένον, έκαναν βόλτες για μία εβδομάδα και δεν τους αναγνώρισε κανείς, είχαν όμως την ευκαιρία να συναντηθούν με τον Σαλβατόρ Νταλί-, να ξεκινήσουν τον «επίσημο» μήνα του μέλιτος στην προεδρική σουίτα (το σημερινό κόστος ημερησίως ανέρχεται γύρω στα 1.500 ευρώ) του ξενοδοχείου «Χίλτον» στο Άμστερνταμ.

Εκεί έμειναν για μία εβδομάδα (25-31 Μαρτίου) κυριολεκτικά κλινήρεις, προσκαλώντας όλους τους ενδιαφερόμενους δημοσιογράφους να τους επισκέπτονται μεταξύ 9:00 π.μ. και 9:00 μ.μ. Είχε προηγηθεί το περιβόητο εξώφυλλο του άλμπουμ « Two virgins», με τον Τζον και τη Γιόκο να ποζάρουν ολόγυμνοι, και δεν ήταν λίγοι οι εκπρόσωποι του Τύπου που φοβόντουσαν - προσδοκούσαν να γίνουν μάρτυρες ζωντανού ή κάποιου άλλου παρόμοιου σκανδαλοθηρικού χάπενινγκ με πρωταγωνιστές τους δύο διάσημους χίπις προβοκάτορες, κατά προτίμηση σε αδαμιαία περιβολή.

Αντ' αυτού, το ζευγάρι δεχόταν τους επισκέπτες καθισμένο στο κρεβάτι («σαν άγγελοι», κατά τον Λένον) μέσα από τα σεντόνια, φορώντας την κλασική στολή ύπνου όλων των παντρεμένων ζευγαριών του κόσμου: πιτζάμες και νυχτικιά. Πάνω από το κρεβάτι υπήρχαν αναρτημένες επιγραφές με τα δύο βασικά σλόγκαν αυτής της «καθιστικής δράσης»: « Hair peace» και «Bed peace». Με την αλλαγή του μήνα, αποφάσισαν να συνεχίσουν αλλού την αντιπολεμική τους performance, με πρώτο σταθμό τη Βιένη, όπου παραχώρησαν συνέντευξη Τύπου. 

Όλο σχεδόν τον Απρίλιο, κλιμακώνοντας τη «δράση» τους, ο Τζον και η Γιόκο δεν σταμάτησαν να στέλνουν... βελανίδια σε διάφορους επικεφαλής κρατών, προσδοκώντας να κατοχυρωθούν αυτά ως παγκόσμιο σύμβολο ειρήνης. Oυδείς ανταποκρίθηκε, με μία μόνο εξαίρεση οκτώ μήνες μετά.

Μέρος δεύτερο: Αναγκαστική προσγείωση στο Μόντρεαλ

Το δεύτερο «Bed-in» ήταν σχεδιασμένο να γίνει στη Νέα Υόρκη, αλλά ματαιώθηκε για... τεχνικούς λόγους: ήταν απαγορευμένη η είσοδος του Λένον στις ΗΠΑ εξαιτίας της καταδίκης του την περασμένη χρονιά για κατοχή ποσότητας κάνναβης. Τελικά αποφασίστηκε το δεύτερο μέρος του «event» να λάβει χώρα στις Μπαχάμες, στο ξενοδοχείο «Sheraton Oceanus». 

Το ζεύγος αφίχθη πανηγυρικά στη σουίτα του στις 24 Μαΐου του 1969, αλλά μετά από μία νύχτα καύσωνα αποφασίστηκε ότι οι συνθήκες θα ήταν ιδανικότερες κάπου λιγότερο εξωτικά - έτσι επιλέχθηκε τελικά η λύση του «ψυχρού» Μόντρεαλ, που θα επέτρεπε και την ευκολότερη μετάβαση δημοσιογράφων και φίλων του ζεύγους από τις ΗΠΑ.  

Η διαμονή στα δωμάτια 1738 και 1742 του ξενοδοχείου « Queen Elizabeth» της καναδικής μητρόπολης ξεκίνησε στις 26 Μαΐου και στην εβδομάδα που ακολούθησε δεν ήταν λίγοι οι επώνυμοι αστέρες της επονομαζόμενης «αντικουλτούρας» που κατέφτασαν, με προεξέχοντα τον ψυχεδελικό γκουρού δρ Τίμοθι Λίρι, ο οποίος μάλιστα συμμετείχε στην ηχογράφηση του διάσημου ειρηνιστικού ύμνου «Give peace a chance», που έγινε στο δωμάτιο την 1η Ιουνίου. 

Μερικούς μήνες αργότερα, στις 23 Δεκεμβρίου, ο Καναδός πρωθυπουργός Πιερ Τριντό (διάσημος, όπως και η σύζυγός του Μάργκαρετ, για τις «ελευθέριες» απόψεις του) ήταν ο πρώτος (και μοναδικός) ηγέτης κράτους που δέχτηκε το ζεύγος ως επίτιμους προσκεκλημένους του. Η συνάντηση κράτησε μία ώρα περίπου, περιστράφηκε γύρω από την προσδοκία μιας «παγκόσμιας ειρήνης», ενώ ο Λένον αμέσως μετά έσπευσε να χαρακτηρίσει τον Τριντό ως «ένα ωραίο άτομο».

Η κληρονομιά μιας αμφιλεγόμενης «παράστασης»

Ήταν πιθανότατα αναμενόμενο, αλλά οι δύο πρωταγωνιστές της συμβολικής αυτής «χειρονομίας» έδειξαν φανερά ενοχλημένοι από τις αρνητικές αντιδράσεις τόσο των media όσο και του ευρύτερου κοινού, που αντιμετώπισε με καχυποψία στην καλύτερη περίπτωση και χλεύη και σαρκασμό στη χειρότερη: όχι μόνο θεωρήθηκε ως αποθέωση της χίπικης υποκρισίας και του αχαλίνωτου ναρκισσισμού δύο πάμπλουτων σταρ, αλλά έκανε τη Γιόκο Όνο ακόμα πιο αντιπαθή (αυτό κι αν ήταν κατόρθωμα) στους οπαδούς των Beatles, που δεν είχαν συνέλθει ακόμα από τη διάλυση του γκρουπ, διάλυση την οποία χρέωναν τότε (αδίκως) και χρεώνουν ακόμα στη χήρα του Λένον. 



O ίδιος, απαντώντας τότε στις κατηγορίες περί εκμετάλλευσης του ειρηνιστικού κινήματος για προσωπικό όφελος, δήλωσε ότι, αν ήθελε, αντί να προωθεί την υπόθεση της ειρήνης στα ξενοδοχεία του πλανήτη, θα μπορούσε να σκαρώσει ένα σχετικό τραγουδάκι και να βγάλει τρελά λεφτά για πλάκα. 

Το «σχετικό» τραγούδι το έγραψε πάντως και δεν είναι άλλο από το γνωστό « The ballad of John and Yoko», στο οποίο εξιστορείται όλη η περιπέτεια εκείνης της χρονιάς από το γάμο και μετά. Παρά τις αρνητικές αντιδράσεις, πάντως, και τα δηκτικά σχόλια της εποχής, τα δύο «Bed-in» έμειναν χαραγμένα στο συλλογικό ασυνείδητο, λειτουργώντας μέσα στα χρόνια ως πηγή έμπνευσης για διάφορες αντίστοιχες καλλιτεχνικές «δράσεις», έστω και με ειρωνική διάθεση. 

Η Γιόκο Όνο, πάντως, με αφορμή την επέτειο των 40 χρόνων, κάλεσε πριν από λίγες μέρες το κοινό μέσω του site imaginepeace.com να αναπαραστήσει όπως νομίζει το γεγονός και να στείλει τις φωτογραφίες στην ιστοσελίδα. Ένα από τα (πολλά αναλόγου ύφους) σχόλια όμως στο χώρο των comments μουσικού περιοδικού που φιλοξένησε την είδηση ήταν και το εξής: «Έκανα κάθε μέρα διαδήλωση ειρήνης στο κρεβάτι μου τον τελευταίο καιρό. Το αφεντικό μου όμως δεν πήρε το μήνυμα και με απέλυσε. Θα μου βρει τώρα η κυρία Όνο δουλειά;»

 

Από τον ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΟΛΙΤΑΚΗ  www.tanea.gr

 

Άκου να δεις Miles.........

 

 

Ο Miles Davis γεννήθηκε στις 26 Μαίου του 1926 στο Alton του Illinois της Αμερικής και σε ηλικία εννέα περίπου ετών άρχισε να παίρνει ιδιαίτερα μαθήματα μουσικής, έχοντας επιλέξει ως όργανο την τρομπέτα. Στα δέκατα τρίτα του γενέθλια απέκτησε την πρώτη δική του, ολοκαίνουρια και πραγματικά καλή τρομπέτα, δώρο του πατέρα του, τον οποίον έπεισε η επιμονή του πολύ καλού του φίλου κύριου Elwood Buchanan που ήταν και ο μουσικός δάσκαλος του Miles. Αυτός μάλιστα του έδωσε και μια σημαντική συμβουλή που αποδείχθηκε καθοριστική για την δημιουργία της προσωπικής του τεχνοτροπίας στο παίξιμο, αλλά και τη συνολική του φιλοσοφία με την οποία αντιμετώπισε τη μουσική. Συγκεκριμένα, όταν μια μέρα τον άκουσε να παίζει με βιμπράτο, όπως έκαναν οι περισσότεροι τρομπετίστες της εποχής, τον διέκοψε και του είπε: "Άκου να δεις Miles. Μη μας το παίζεις Harry James με τέτοιο βιμπράτο. Πάψε να ταρακουνάς τις νότες και να παίζεις τρεμουλιαστά, γιατί θα έχεις όλη την άνεση να παίζεις έτσι όταν γεράσεις! Παίζε κανονικά, δημιούργησε το δικό σου στιλ, αφού ξέρω ότι μπορείς. Έχεις αρκετό ταλέντο για να φτιάξεις το δικό σου ύφος στην τρομπέτα".

Τα λόγια ήταν προφητικά, αφού ο Miles Davis έγινε όχι απλώς ένας από τους μεγαλύτερους τρομπετίστες που έχουν ποτέ εμφανιστεί, αλλά κυρίως ένας ολοκληρωμένος μουσικός με απόλυτα δικό του ιδιαίτερο ύφος. Επίσης όλη του η μουσική διαδρομή χαρακτηρίστηκε από μια συνεχή εξερεύνηση νέων δρόμων στο παίξιμο, τη σύνθεση και την ενορχήστρωση, οι περισσότεροι μάλιστα από τους οποίους χαράχτηκαν από τον ίδιον. Όπως συμβαίνει με όλες τις σημαντικές προσωπικότητες, έτσι και ο Miles Davis ήταν πάντα πλαισιωμένος από κορυφαίους συνεργάτες. Σε ηλικία μόλις δεκαοκτώ χρόνων είχε την τύχη, αλλά και την ικανότητα να παίξει δίπλα σε θρυλικούς μουσικούς της τζαζ, όπως ήταν ο σαξοφωνίστας Charlie Parker και ο τρομπετίστας Dizzy Gillespie που τότε ανήκαν στο πρωτοπόρο συγκρότημα της bop του Billy Eckstein. Τα επόμενα χρόνια διέθετε το ταλέντο και το κύρος που του επέτρεπαν να ανακαλύπτει την αφρόκρεμα των νέων και πολλά υποσχόμενων μουσικών, να τους δεσμεύει στις κατά καιρούς ορχήστρες του και πολλές φορές να τους μεταβάλει ριζικά το στιλ παιξίματος, αλλά ακόμη και το είδος του οργάνου που έπαιζαν. Τα σχήματα που δημιούργησε έχουν αφήσει εποχή, όπως και τα μουσικά στιλ που καθιέρωσε και οι αλλαγές που έφερε στην τζαζ και γενικότερα τη σύγχρονη μουσική. Δεν περιοριζόταν από συγκεκριμένες μουσικές τεμπέλες και στιλ. Ακουγε τα πάντα, από κλασική μέχρι ροκ μουσική και συνέλεγε τα καλύτερα στοιχεία από κάθε είδος και από κάθε μουσικό, τα οποία στην συνέχεια προσπαθούσε να ενσωματώσει στην δική του μουσική και στο δικό του παίξιμο. Ο Miles πήρε στοιχεία από την κλασική μουσική και μετάλλαξε την bebop σε cool jazz και στη συνέχεια στοιχεία από τη ροκ μουσική και δημιούργησε τη fusion και την jazz-rock.

 

Οι μουσικές κατευθύνσεις του Miles Davis


Ο Miles Davis δεν έφερνε ποτέ στο στούντιο ολοκληρωμένες παρτιτούρες, ούτε περιόριζε τους μουσικούς στο τι θα παίξουν. Κατά κανόνα, η αρχή γινόταν με μια μελωδία ή μια βασική αλληλουχία συγχορδιών και διάφορες κατευθύνσεις που καθόριζαν την γενική φιλοσοφία και τη συνολική ατμόσφαιρα πάνω στην οποία θα κινούνταν οι μουσικοί. Τα υπόλοιπα ήταν 100% ελεύθεροι αυτοσχεδιασμοί των μουσικών. Έτσι υπήρχε δημιουργικότητα, αυθορμητισμός και φρεσκάδα, ενώ αναδεικνύονταν το δέσιμο του συγκροτήματος και η ατομική μουσικότητα του κάθε μουσικού. Η τακτική της ηχογράφησης και οι εντολές προς τον Teo Macero ήταν να τρέχουν οι ταινίες όλη την ώρα και να καταγράφουν τα πάντα. Διορθώσεις δεν γινόντουσαν ποτέ. Μόνο στην εξαιρετική περίπτωση που κάτι δεν ικανοποιούσε τον Miles, μπορεί να σταματούσαν να ακούσουν το τι είχαν ήδη ηχογραφήσει ή να αναγκαζόταν να δώσει νέες οδηγίες.
Ο Miles είχε τον απόλυτο έλεγχο της όλης μουσικής κατεύθυνσης κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων. Το μυστικό του ήταν η επιλογή των κατάλληλων μουσικών ανάλογα με το είδος της μουσικής που ήθελε να παίξει ή να ηχογραφήσει και των μουσικών μονοπατιών που ήθελε να εξερευνήσει την κάθε δεδομένη χρονική περίοδο. Έτσι δημιουργούσε κάποιο συγκρότημα με το οποίο έκανε και πάρα πολλές συναυλίες για να δέσουν και μετά έμπαιναν στο στούντιο. Το κλίμα είχε έτσι οριοθετηθεί και ο Miles ήξερε τι μπορεί να περιμένει από τον κάθε μουσικό, αλλά και από το σύνολο της μπάντας του. Περισσότερο διάλεγε τους μουσικούς για το στιλ τους, παρά έπαιρνε καλούς μουσικούς στους οποίους προσπαθούσε να υποδείξει το στιλ στο οποίο θα έπαιζαν. Καμιά φορά απλώς τους καθόριζε το είδος του οργάνου, όπως έγινε για παράδειγμα με τον Chick Corea τον οποίο έσπρωξε προς το ηλεκτρικό πιάνο. Το πραγματικά μεγάλο μυστικό όμως, που δεν διδάσκεται, είναι να μπορείς να εμπνεύσεις τους μουσικούς με τους οποίους συνεργάζεσαι. Αυτό το επιβεβαιώνει και ο εξίσου μεγάλος Quincy Jones: "Ο Miles είχε την αφρόκρεμα των μουσικών στο συγκρότημά του. Πάνω από όλα όμως ο Miles είχε μια αύρα και κατάφερνε να παίρνει το καλύτερο από τον καθένα για να δημιουργήσει το σύνολο. Δεν γίνεται καλύτερα από όσο το έκανε ο Miles".

Ηχογράφηση, μοντάζ και εφέ

 

Οι ταινίες μπορεί να έγραφαν για ώρες και η εκτέλεση των συνθέσεων στο στούντιο να διαρκούσε πολύ ή να γινόταν ακόμη και τμηματικά. Όχι όσον αφορά στους μουσικούς που συμμετείχαν, αφού όλοι έπαιζαν πάντα ταυτόχρονα, αλλά σε σχέση με την τελική μορφή του εκάστοτε κομματιού και τη σειρά που το κάθε τμήμα του θα είχε σε αυτήν. Ο Miles όμως ήξερε πάντα τι ήθελε και αν του το είχαν δώσει οι μουσικοί του. Έτσι έδινε τις κατάλληλες οδηγίες στον Teo Macero και τελικά στις 22 Αυγούστου άρχισε αρχικά η επεξεργασία και η μείξη των οκτώ καναλιών σε δύο και στη συνέχεια το μοντάζ, που συχνά έφερνε τα πάνω κάτω σε μια σύνθεση. Κατά κανόνα, τα όργανα γράφονταν στην οκτακάναλη ταινία μιας ίντσας ως εξής: από ένα ξεχωριστό κανάλι για την τρομπέτα του Miles, την κιθάρα του McLaughlin, το ηλεκτρικό μπάσο, από ένα για τα δύο ηλεκτρικά πιάνα και άλλα δύο για τα δύο ντραμς (στο ένα βρίσκονται και τα κρουστά). Στο όγδοο κανάλι γράφονταν μαζί το ακουστικό μπάσο, το σαξόφωνο, το κλαρινέτο και όποιο άλλο όργανο υπήρχε ανά περίπτωση. Μερικές φορές τα δεδομένα άλλαζαν για να ηχογραφηθεί το κλαρινέτο σε δικό του κανάλι.
Επίσης στην πλειονότητα των περιπτώσεων, τα εφέ προσθέτονταν κατά τη διάρκεια της μείξης και στο "Bitches Brew" μιλάμε για πολλά εφέ. Στις μέχρι τότε ηχογραφήσεις της τζαζ, είναι ζήτημα αν πρόσθεταν λίγη διακριτική φυσική (chamber) ή τεχνητή (plate) αντήχηση κατά την μείξη και αυτό μόνο στα σόλο όργανα που βρίσκονταν στο κέντρο της στερεοφωνικής εικόνας. Στο "Bitches Brew" όμως η διακριτικότητα πάει περίπατο και επιπλέον εισάγεται η έντονη χρήση του delay στην τρομπέτα. Ακούστε για παράδειγμα την τρομπέτα στην αρχή, αλλά και καθ' όλη τη διάρκεια του ομώνυμου κομματιού "Bitches Brew" και ιδιαίτερα μέχρι το 17:19. Η αντήχηση είναι έντονη και το delay είναι πολλαπλό και εντυπωσιακά κυρίαρχο για τζαζ ηχογράφηση. Αυτό από μόνο του φέρνει επανάσταση στον τρόπο με το οποίο θα προσεγγίζονται από εδώ και πέρα οι ηχογραφήσεις των τζαζ σχημάτων. Delay επίσης χρησιμοποιείται και στην κιθάρα. Μπορείτε να το ακούσετε εύκολα από το 22:16 του "Bitches Brew", όπου ο McLaughlin συνοδεύει με ακόρντα αρχικά το τελευταίο σόλο του Miles Davis και στη συνέχεια τις φράσεις του Zawinul, πριν φτάσουμε στο 24:04, όπου ξεκινά ο επίλογος με την επανάληψη του κεντρικού θέματος.

"Bitches Brew"
Το κομμάτι ηχογραφήθηκε την πρώτη ημέρα και με τελείως διαφορετική σειρά από αυτήν που ακούμε, η οποία αποτελεί προϊόν σύνθετου μοντάζ. Μουσικά αποτελείται από δύο βασικά τμήματα, που αρχίζουν με το μπάσο του Harvey Brooks. Το πρώτο (που ηχογραφήθηκε δεύτερο) έχει μια εντελώς ελεύθερη έως άναρχη δομή που θυμίζει κάτι σαν ζέσταμα των μουσικών πριν από την παράσταση και χρησιμεύει για την εισαγωγή (00:00 έως 02:50), το διάλειμμα ανάμεσα στα δύο μέρη των σόλο (14:36 έως 17:20) και το φινάλε (24:04 έως το τέλος). Η τρίτη επανάληψη αποτελεί αντιγραφή της πρώτης και το θέμα που παίζει ο Miles συμπληρώνεται από ένα αντίστοιχο του Wayne Shorter. Αντίθετα η δεύτερη επανάληψη είναι από ξεχωριστή ηχογράφηση και παίζει μόνο ο Miles.
To δεύτερο τμήμα έχει βάση μια όμορφη και χαλαρωτική μελωδική γραμμή του μπάσου, που συνοδεύει με ελαφρές παραλλαγές και σε διάφορες εντάσεις όλα τα σόλο των μουσικών. Αρχίζει με τα δύο μέτρα του μπάσου του Harvey Brooks (02:50 έως 02:55) που συνοδεύονται από το χτύπημα των δαχτύλων του Miles Davis, ο οποίος δίνει τον ρυθμό. Ακολουθούν άλλα δύο μέτρα με την προσθήκη των κρουστών του Don Alias και του κλαρινέτου του Bennie Maupin (02:56 έως 03:01). Εδώ γίνεται και η πιο δημιουργική χρήση του μοντάζ. Τα τελευταία αυτά δύο μέτρα αντιγράφονται και επαναλαμβάνονται άλλες τρεις φορές (από την ταινία). Ακούμε, δηλαδή, οκτώ συνολικά μέτρα κλαρινέτου (02:56 έως 03:16), ενώ έχουν ηχογραφηθεί και παιχτεί μόνο δύο. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην αρχή κάθε επανάληψης ακούγεται ο ήχος των δαχτύλων του Miles. Στη συνέχεια αντιγράφονται και επαναλαμβάνονται (με μοντάζ και πάλι) τα τέσσερα πρώτα μέτρα (02:50 έως 03:01) και μετά για μια ακόμη φορά τα δύο μέτρα του κλαρινέτου, για να φτάσουμε με διαδοχικές αντιγραφές και κολλήσεις της ταινίας στο χρόνο 03:32, όπου κάνει την είσοδό της και η υπόλοιπη ορχήστρα και ξεκινά μια αδιάκοπη πλέον εκτέλεση του κομματιού έως το 10:35. Στο διάστημα αυτό γίνονται τρία διαδοχικά σόλο: από τον Miles Davis (03:54 έως 06:20), τον McLaughlin (06:36 έως 07:26 και 07:50 έως 08:54) και ξανά από τον Miles (08:55 έως 10:35). Μάλιστα με το που τελειώνει ο McLaughlin το πρώτο μέρος του σόλου του, ακούγεται η φωνή του Miles Davis που προτρέπει τους μουσικούς να συνεχίσουν στον ίδιο ρυθμό ("keep like that, keep it tight"), ενώ έπειτα από λίγο φωνάζει το όνομα του McLaughlin ("John") οδηγώντας τον να συνεχίσει το σόλο.
Η τεχνική του μοντάζ θα συνεχιστεί και στα επόμενα λεπτά, με τις επαναλήψεις μικρών μουσικών φράσεων στις οποίες όμως θα προσθέτονται και καινούριες κάθε φορά. Για παράδειγμα η φράση της τρομπέτας από το 10:31 έως και το 10:35, επαναλαμβάνεται αμέσως μετά (10:36 έως 10:40) και στο τέλος της κολλούν πέντε επιπλέον νότες (10:41 έως 10:42). Η αρχική φράση μαζί με τις επιπλέον νότες αντιγράφεται και επαναλαμβάνεται άλλη μια φορά (10:43 έως 10:49), ενώ και πάλι γίνεται μια ακόμη μικρή προσθήκη (10:50 έως 10:51). Τέλος όλο αυτό το τελευταίο κομμάτι (10:43 έως 10:51) χρησιμοποιείται για μια ακόμη και τελευταία φορά, οδηγώντας στο τελείωμα του σόλο τους Miles που γίνεται στο 11:28. Ακολουθούν διαδοχικά σόλο από τους Shorter, Holland και Corea, για να φτάσουμε έτσι στο 14:36 που γίνεται το διάλειμμα με την επανάληψη του πρώτου τμήματος.

"John McLaughlin" και "Sanctuary"

Κάποιες απο τις ηχογραφήσεις που έγιναν την ίδια μέρα με την αρχική σκέψη ότι θα αποτελέσουν τμήματα της σύνθεσης "Bitches Brew", κατέληξαν τελικά στην δημιουργία του αυτόνομου κομματιού με τον τίτλο "John McLaughlin". Την ίδια μέρα επίσης έγιναν και δύο ολοκληρωμένες εγγραφές της σύνθεσης "Sanctuary"¨μια μόνο με την συμμετοχή του κουιντέτου που χρησιμοποιούσε εκείνη την περίοδο και στις συναυλίες του (Davis, Shorter, Corea, Holland, DeJohnette) συν τον Don Alias στα κρουστά, και μία με την προσθήκη και των McLaughlin, Zawinul και Riley (shaker). H τελική εκδοχή του δίσκου αποτελεί μια συρραφή των δύο αυτών εγγραφών.

"Miles Runs The Voodoo Down"
Το ένα από τα δύο κομμάτια που δεν χρειάστηκαν μοντάζ ήταν το "Miles Runs The Voodoo Down", που παρουσίασε όμως τα μεγαλύτερα προβλήματα για τους μουσικούς και ειδικά τους ντράμερ που δεν μπορούσαν με τίποτα να βρουν τον κατάλληλο ρυθμό. Έπειτα από επανειλημμένες ανεπιτυχείς προσπάθειες, τη λύση έδωσε ο Don Alias που άφησε τα κρουστά και κάθισε στα ντραμς του Lenny White, εισαγάγοντας έναν εντελώς νέο ρυθμό που έλυσε το γόρδιο δεσμό στον οποίο είχε περιέλθει η εκτέλεση του "Miles Runs The Voodoo Down". Από κει και πέρα τα πράγματα πήραν τοΣ δρόμο τους. Ο Harvey Brooks βρήκε μια νέα γραμμή για το μπάσο και η επόμενη εγγραφή (ένατη) ήταν και η τελειωτική.

"Pharaoh's Dance"
Το "Pharaoh's Dance" που ανοίγει και το δίσκο, ανήκει στην ίδια περίπτωση με το "Bitches Brew". Η τελική του δηλαδή μορφή δημιουργήθηκε με τη βοήθεια της τεχνολογίας του στούντιο (μοντάζ) και αφού είχαν ήδη φύγει οι μουσικοί. Ένα μικρό του τμήμα ηχογραφήθηκε την πρώτη ημέρα, ενώ το υπόλοιπο την τρίτη. Ήταν ξεκαθαρισμένο πάντως από την αρχή ότι δεν είχαν θέσει ως στόχο την επίτευξη της μιας και ολοκληρωμένης ηχογράφησης του κομματιού, από την αρχή ως το τέλος του. Έγιναν πολλές πρόβες και αλλαγές για την δημιουργία του και 19 συνολικά συρραφές της ταινίας. Χαρακτηρίζεται από τη γλυκιά μελωδία που εισάγει το κομμάτι και η οποία επαναλαμβάνεται πολλές φορές κατά τη διάρκεια των 20 λεπτών που διαρκεί η τελική σύνθεση, αλλά και από την αίσθηση που αποκομίζει ο ακροατής ότι το κομμάτι συνεχώς σταματά και ξαναρχίζει.
Ο αρχικός υπνωτιστικός του ρυθμός με την απλή και χαλαρωτική μελωδία του ηλεκτρικού πιάνου, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το συνεχές σφυροκόπημα των πιατινιών, που δημιουργεί μια μόνιμη και ευχάριστη ένταση και οδηγεί στο δεύτερο σόλο του Miles Davis που αρχίζει στο 03:40. Μέχρι το 07:55 θα έχουμε μια πρώτη απογείωση της ορχήστρας με εναλλαγές μεταξύ των Davis, McLaughlin, Shorter και Maupin. Στο 08:29 ξεκινά το δεύτερο τμήμα της σύνθεσης, όπου ο Miles Davis ξεσαλώνει στην κυριολεξία. Ύστερα απο ένα αρχικό σόλο πάνω σε καθιερωμένες φόρμες, αρχίζει από το 10:06 και μετά κάνει μια σταδιακή στροφή σε πιο ροκ μορφές σολαρίσματος που ώρες -ώρες θυμίζουν περισσότερο την τεχνοτροπία των ροκ κιθαριστών. Στο χορό μπαίνουν και οι Shorter και Maupin, για να συμπληρώσουν το σκηνικό, το οποίο φτάνει στο αποκορύφωμά του με την είσοδο του McLaughlin στο 12:53. Ο ρυθμός είναι φρενήρης και η ορχήστρα έχει πάρει φωτιά. Αν κλείσεις τα μάτια σου είναι αδύνατον να μην τους δεις όλους μαζί να "ζωγραφίζουν" επί σκηνής. Στο 15:18 έχουμε την τελευταία χαλάρωση του ρυθμού, που φαίνεται ότι είναι ανακουφιστική για τους μουσικούς όπως προκύπτει και από τα γελάκια της ικανοποίησης που ακούγονται στο βάθος. Ικανοποίηση για τα όσα μέχρι τώρα δημιούργησαν, αλλά και γιατί το χαλάρωμα αυτό ήταν αναγκαίο, αφού αμέσως μετά η ορχήστρα ξεχύνεται σε ακόμη πιο έντονους ρυθμούς που θα κοπάσουν μόλις μισό λεπτό πριν από το τέλος του κομματιού.

"Spanish Key"
Δεν κάνει εντύπωση που το "Pharaoh's Dance" επιλέχτηκε για να ανοίξει το δίσκο, ούτε που το "Spanish Key" μας εισαγάγει αντίστοιχα στον δεύτερο δίσκο ή στο δεύτερο CD στην νεώτερη ψηφιακή έκδοση του "Bitches Brew". Αυτές οι δύο είναι οι πιο χαρακτηριστικές συνθέσεις του δίσκου, όσον αφορά τα νέα μουσικά μονοπάτια που επέλεξε να ακολουθήσει ο Miles Davis. Περικλείουν καλύτερα από κάθε άλλη το χαρακτήρα της "ηλεκτρικής τζαζ" ή του jazz-rock ή του fusion (συγχώνευση), όπως πιο δόκιμα λέγεται. Το "Spanish Key" περιστρέφεται γύρω από πέντε "δρόμους"-κλίμακες και η εκτέλεση που ακούμε στο δίσκο είναι συνεχής και ενώ αποτελεί την τέταρτη προσπάθεια που έκαναν οι μουσικοί για την ηχογράφηση του κομματιού.

 

πηγη

Η «μούσα»



«Αισθάνομαι πολύ τυχερή. Πέρασα πολύ καλά και αν γυρνούσα πίσω, δεν θα άλλαζα τίποτα».
Η δήλωση μετράει ακόμα πιο πολύ όταν ακούγεται από τα χείλη μιας γυναίκας που γνώρισε την απόλυτη παρακμή, με τις εξαρτήσεις από τα ναρκωτικά να απειλούν την ίδια της την ύπαρξη, ενώ το σβήσιμο των προβολέων τη βρήκε άστεγη, χωρίς ελπίδα για το αύριο. Κι όμως, η Μάριαν Φέιθφουλ, αφού έζησε την απελευθέρωση των '60s σε όλο της το μεγαλείο και έφτασε στα άκρα παίζοντας κορόνα γράμματα τη ζωή της, κατάφερε να γυρίσει σελίδα και να συνεχίσει υγιής και δημιουργική μέχρι τις μέρες μας.

Οι «αμαρτίες» του παρελθόντος της θα γίνουν τώρα κινηματογραφική ταινία, τη στιγμή που πρόσφατα κυκλοφόρησε ένας ακόμη δίσκος της με τίτλο «Easy Come, Easy Go». Η 21η δισκογραφική παρουσία της είναι ένα διπλό CD με δεκαοκτώ διασκευές αγαπημένων της τραγουδιών. Από το «Down From Dover» της Ντόλι Πάρτον μέχρι το «Black Coffee» της Σάρα Βον και από το «Dear God Please Help Me» του Μόρισεϊ μέχρι το «Salvation» των Black Rebel Motorcycle Club, η επιζήσασα των άγριων χρόνων της flower power καλεί εκλεκτούς μουσικούς στο στούντιο και ξεσκονίζει με τη χαρακτηριστική βαθιά φωνή της το αγαπημένο της σάουντρακ. Φίλοι της όπως ο Σον Λένον, ο Νικ Κέιβ, η Cat Power, ο Κιθ Ρίτσαρντς, ο Τζάρβις Κόκερ και ο Aντονι Χέγκαρτι συνοδεύουν την πρώην σύντροφο του Μικ Τζάγκερ, με εκπληκτικό αποτέλεσμα. Η ίδια υποστηρίζει ότι έχει ισχυρούς δεσμούς με καθένα από τα συγκεκριμένα τραγούδια. «Μπορεί να είναι μόνο μια φράση ή ένας στίχος. Δεν αφηγούνται τη δική μου προσωπική ιστορία, αλλά είναι τραγούδια που πραγματικά μου αρέσουν πάρα πολύ» δηλώνει στο BBC.

Ποια τραγούδια άλλωστε θα ήταν ικανά να αφηγηθούν τη ζωή της; Ο πατέρας της ήταν καθηγητής Ψυχολογίας. Η μητέρα της ήταν χορεύτρια, που συνεργάστηκε με το μυθικό δίδυμο Μπέρτολτ Μπρεχτ-Κουρτ Βάιλ. Ξεκίνησε να τραγουδά στα καφέ του Λονδίνου το 1964, σε ηλικία 22 χρόνων, και σύντομα την ανακάλυψαν οι άνθρωποι που περιστοίχιζαν τους Rolling Stones. Μια χρονιά αργότερα έφερε στον κόσμο το γιο της Νίκολας και αμέσως μετά εγκατέλειψε το σύζυγό της για χάρη του Μικ Τζάγκερ. «Αυτό που ήθελα από την πρώτη στιγμή ήταν να γίνω το κορίτσι ενός από τους Rolling Stones. Δοκίμασα τρεις μέχρι να καταλήξω ότι ο τραγουδιστής ήταν ο καλύτερος» εξηγούσε σε συνέντευξή της. Το ζευγάρι γνώρισε μέρες μεγάλης δημοσιότητας στα μέσα της δεκαετίας του '60.

Ομως παράλληλα η Φέιφθουλ δεν μπόρεσε να αντισταθεί στις ουσίες που άλλαζαν χέρια σε αφθονία γύρω της και εθίστηκε στην κοκαΐνη και την ηρωίνη. Το επεισόδιο της εισβολής των αστυνομικών στο σπίτι του Κιθ Ρίτσαρντς αποτελεί έναν από τους κορυφαίους μύθους του rock 'n' roll. Οι Αρχές εισέβαλαν στο σπίτι ύστερα από πληροφορίες ότι εκεί γινόταν εκτεταμένη χρήση ναρκωτικών. Η Μάριαν Φέιθφουλ τούς υποδέχτηκε φορώντας ελάχιστα ρούχα πάνω της. Η σκιά της στα μέλη ενός από τα μεγαλύτερα συγκροτήματα των '60s ήταν βαριά, καθώς σπουδαία τραγούδια των Rolling Stones αναφέρονταν σ' εκείνη («You can't always get what you want»), γράφτηκαν από την ίδια («Sister morphine») ή δεν θα γράφονταν χωρίς τη δική της παρέμβαση («Sympathy for the devil»).

Η δεκαετία του '70 τη βρήκε χωρισμένη από τον Τζάγκερ, να τριγυρνά άστεγη στα στενά του Σόχο, ψάχνοντας διαρκώς τη δόση της. Η εξάρτησή της από την ηρωίνη την απειλούσε συνεχώς, ενώ υπέφερε και από νευρική ανορεξία. Διάφορες προσπάθειες αποτοξίνωσης δεν απέδωσαν, ενώ η συνεχής χρήση κοκαΐνης μαζί με μια βαριά λαρυγγίτιδα αλλοίωσαν μόνιμα τη φωνή της.

Μέχρι να ορθοποδήσει και να ξαναμπεί στο στούντιο για νέες ηχογραφήσεις το ημερολόγιο έδειχνε 1979. Ο δίσκος «Βroken English» που κυκλοφόρησε εκείνη τη χρονιά την επανέφερε στο προσκήνιο, παρά τα σοβαρά προβλήματα που ακόμη αντιμετώπιζε με τα ναρκωτικά. Τα τελευταία χρόνια διέκοψε τρεις φορές τις περιοδείες της εξαιτίας των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε και της κόπωσης. Η τελευταία φορά που συνέβη κάτι τέτοιο ήταν το Μάιο του 2008. Επειτα από συστάσεις των γιατρών η Μάριαν Φέιθφουλ ξεκουράστηκε για ένα εξάμηνο προτού κυκλοφορήσει ο τελευταίος της δίσκος. «Δεν ξέρω αν θα το ήθελα, ειδικά τώρα που υπάρχει το AIDS. Αυτό δεν έχει πλάκα, έτσι δεν είναι; Είναι δύσκολα τα πράγματα για τα σημερινά παιδιά» απαντά όταν τη ρωτούν αν θα ήθελε να ήταν νέα σήμερα. Τώρα δηλώνει υγιής μετά τις πρόσφατες περιπέτειες που πέρασε και έκπληκτη που τα κατάφερε. «Μου πήρε λίγο καιρό, αλλά είμαι καλά. Είμαι πολύ αισιόδοξη» λέει με χαμόγελο που προδίδει την αλήθεια του λόγου της.

Η καριέρα της δεν περιορίστηκε στο τραγούδι. Η Βρετανίδα καλλιτέχνις έδρασε τόσο πάνω στη σκηνή όσο και μπροστά από τις κάμερες. Πριν από δύο περίπου χρόνια την είδαμε σ' ένα μικρό ρόλο στο «Paris je t' aime», ενώ πέρυσι πρωταγωνίστησε στο «Irina Palm», στο ρόλο της 50χρονης Μάγκι που η ανάγκη την οδήγησε να ζητήσει δουλειά σ' ένα sex shop στο Λονδίνο.

Στις δύο αυτοβιογραφίες της που έχουν κυκλοφορήσει μέχρι σήμερα η Μάριαν Φέιθφουλ δεν διστάζει να εξομολογηθεί τα πάντα, με κάθε λεπτομέρεια. Στην πρώτη, που κυκλοφόρησε το 1994 με τίτλο  γράφει για τα νεανικά της χρόνια, τις εξαρτήσεις της από τα ναρκωτικά και τις σχέσεις της με τους γονείς της και διάσημους μουσικούς, όπως οι Rolling Stones και ο Μπομπ Ντίλαν, ενώ στη δεύτερη, που κυκλοφόρησε πριν από δύο χρόνια με τίτλο «Memories, Dreams and Reflections», οι εξομολογήσεις έγιναν ακόμα πιο βαθιές και προσωπικές.



Το άρθρο επιμελήθηκε ο  ΚΩΣΤΑΣ ΖΑΛΙΓΚΑΣ

15-04-09



Δεν χρειάζεται να είναι κανείς φοβερά εξοικειωμένος με τις λεγόμενες «μουσικές του κόσμου» για να κατανοήσει πως το άλμπουμ «In A Town Called Addiss» των Dub Colossus είναι σπουδαία δημιουργία! Η μουσική των καλλιτεχνών από την Αιθιοπία είναι ταυτόχρονα εξωτική και οικεία, πρωτοποριακή και παραδοσιακή, είναι με λίγα λόγια εκείνο που κάθε αξιοπρεπής μουσικόφιλος αναζητεί για να ερεθίσει τις αισθήσεις του και να ανανεώσει τα ακούσματά του. Παράλληλα, ο δίσκος πιστοποιεί με ρητό τρόπο πως κάτι συμβαίνει στην Αφρική κι εμείς δεν το έχουμε πάρει ακόμα είδηση ...;

Από τη Νιγηρία και τη Σενεγάλη στην Αιθιοπία και το Μάλι ...;

Εχετε παρατηρήσει πως από τους πάκους των κοπιαρισμένων cd που πουλούν οι μετανάστες από την Αφρική στα Εξάρχεια και στα πέριξ του κέντρου της Αθήνας δεν λείπει ποτέ ο Φέλα Κούτι; Αυτό γίνεται γιατί ο μακαρίτης Νιγηριανός, πέρα από εθνικός ήρωας της πατρίδας του, έχει ειδωλοποιηθεί στον δυτικό κόσμο. Σήμερα, ο γιος του, ο Φέμι Κούτι, συνεχίζει να παίζει το στυλ «άφρομπιτ» που εισήγαγε ο Φέλα και, μάλιστα, θα εμφανιστεί στην Αθήνα τον Ιούλιο, στο πλαίσιο του φεστιβάλ «Κόσμικ». Τι κοινό όμως έχει το «άφρομπιτ» με τα σύγχρονα μουσικά υβρίδια που ανανεώνουν την εικόνα που έχουμε για τη μουσική της ταλαιπωρημένης ηπείρου; Ο Φέλα Κούτι, ο Σενεγαλέζος Γιούσου Ντουρ, ο συμπατριώτης του Μπάμπα Μαλ και οι εθνικοί ήρωες της ίδιας χώρας, οι Orchestra Baobab, αποτελούν, εν πολλοίς, το καθιερωμένο, το συμβατικό. Πλέον, η μουσική καρδιά της Αφρικής έχει μετατοπιστεί από τη Νιγηρία και τη Σενεγάλη στην Αιθιοπία και το Μάλι. Κι όλα αυτά προέκυψαν με τη (σημαντική, ας το παραδεχθούμε) βοήθεια μερικών δυτικών φίλων που διέθεταν οξυμένο αισθητήριο και διάθεση για ...; περιπέτεια!

Μαγικά σαξόφωνα

Για να καταλάβετε πόσα επεισόδια έχουμε χάσει από την εξέλιξη της σύγχρονης μουσικής, μέσα πάντα στον ορυμαγδό των εκατοντάδων δίσκων που κυκλοφορούν κάθε μήνα, αξίζει να σημειώσω πως το «In A Town Called Addiss» των Dub Colossus, αναμφισβήτητα το πιο ενδιαφέρον άλμπουμ του τελευταίου τριμήνου, έγινε στην κυριολεξία ...; κάτω από τη μύτη μας! Για την ακρίβεια, ηχογραφήθηκε στην Αιθιοπία, μιξαρίστηκε στην ...; Αθήνα και κυκλοφόρησε στη Βρετανία! Και ιδού η ιστορία του ...;

Ο Νικ Πέιτζ των Transglobal Underground (ο οποίος πλέον χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο «Νταμπουλάχ») βρέθηκε στην Αντίς Αμπέμπα το 2006 κι άρχισε να ηχογραφεί με τους καλύτερους ντόπιους μουσικούς: τον βιρτουόζο σαξοφωνίστα Φελέκε Χάιλου (ο οποίος διευθύνει τη Μουσική Ακαδημία της θρησκευτικής μουσικής «γιάρεντ») και τη δημοφιλή τραγουδίστρια Τσεντενία Γκεμπρεμάρκος. Το τελικό αποτέλεσμα συνδύαζε τη μουσική «αζμάρι» (που στη Δύση είναι γνωστή ως «αιθιοτζάζ»), την αφροτζαμαϊκανική «νταμπ», τα σύγχρονα ηλεκτρονικά μέσα με τα κλασικά πνευστά της τζαζ και τοπικά όργανα όπως το έγχορδο μασίνκο και το πνευστό γουασίντ. Το υβρίδιο αυτό, εν τέλει, ηχεί στα αυτιά του δυτικού ακροατή ...; μαγικό! Ακόμα πιο ενδιαφέρουσα όμως είναι η περίπτωση του ...; συνταξιούχου αστυνομικού Γκετατσέου Μεκουρία.

Αστυνόμος με σαξόφωνο

Ο, γεννηθείς το 1928, κ. Μεκουρία έμαθε να παίζει σαξόφωνο στην ορχήστρα του δήμου της αιθιοπικής πρωτεύουσας, ήταν ο πρώτος Αιθίοπας που ηχογράφησε για δίσκο (το 1940), έκανε τον ηθοποιό και τον μουσικό στην ορχήστρα του Εθνικού Θεάτρου για να προσληφθεί ως δάσκαλος και μόνιμος μουσικός στην μπάντα της αστυνομίας, απ' όπου και συνταξιοδοτήθηκε! Το 2004, οι σημαντικότεροι εκπρόσωποι του ολλανδικού πανκ, οι The Ex, έχοντας ακούσει τον Μεκουρία στον 14ο δίσκο της σειράς «Ethiopiques», ταξίδεψαν στην Αντίς Αμπέμπα για να τον γνωρίσουν. Λίγο αργότερα τον κάλεσαν στο Αμστερνταμ για να παίξει με την μπάντα φρι-τζαζ I.C.P., ηχογράφησαν όλοι μαζί το άλμπουμ «Moa Anbessa» και παρουσίασαν αυτό που προέκυψε σε βελγικά και γαλλικά φεστιβάλ τζαζ. Πώς θα περιέγραφε κανείς το μουσικό υβρίδιο; Αιθιοτζάζ αναμεμειγμένο με πανκ, σύγχρονη πειραματική μουσική και ευρωπαϊκή φρι-τζαζ! Για να καταλάβετε καλύτερα τη διαφορά μεταξύ των σχολών της τζαζ, θα παραπέμψω στην έρευνα του εθνομουσικολόγου Φράνσις Φαλτσέτο «Land of Wax and Gold», ο οποίος αποδίδει τη γένεση της αιθιοπικής τζαζ στη μουσική «τεχνογνωσία» που εισήγαγαν στη χώρα 40 ορφανά παιδιά Αρμενίων που προσκάλεσε ο βασιλιάς Χαϊλέ Σελασιέ από την Ιερουσαλήμ, το 1924, και τα οποία σχημάτισαν την πρώτη κρατική ορχήστρα στην Αιθιοπία.

Εκτοτε, το συγκεκριμένο στυλ διατηρούσαν και ανανέωναν οι μπάντες της αστυνομίας και του στρατού, πριν το οδηγήσει σε σύγχρονες κατευθύνσεις ο, γνωστός πλέον στη Δύση, ενορχηστρωτής Μουλάτου Αστάτκε, τον οποίο, παρεμπιπτόντως, θα έχουμε την ευκαιρία να ακούσουμε και την Αθήνα τον Ιούνιο, από τη σκηνή του φεστιβάλ Synch, στο Γκάζι.

Η μελαγχολία του Αλμπαρν

Οι περιπτώσεις δυτικών καλλιτεχνών που ταξιδεύουν στην Αφρική και «ανακαλύπτουν» τις εγχώριες μουσικές ιδιοφυΐες δεν αναλώνονται στους προαναφερόμενους. Ο Ράι Κούντερ, μετά την «αποκάλυψη» των Buena Vista Social Club, ηχογράφησε τον δίσκο «Taking Timbuktu» (1994) με τον Αλι Φάρκα Τουρέ, ανοίγοντας τις πόρτες προς τον δυτικό παράδεισο για τους μουσικούς από το Μάλι. Οκτώ χρόνια αργότερα, ο Ντέιμον Αλμπαρν, κατά την περίοδο που βρισκόταν σε κρίση ταυτότητας, μετά τη διάλυση των Blur, ταξίδεψε στην εν λόγω χώρα της Δυτικής Αφρικής ως απεσταλμένος της Μ.Κ.Ο. Oxfam και συγκέντρωσε ντόπιους μουσικούς (σαν τον τραγουδιστή Αφελ Μποκούμ και τον πολυμουσικό Τουνάμι Ντιαμπατέ), ηχογραφώντας το σημαντικό άλμπουμ «Mali Music». Ακόμα γονιμότερη δουλειά έκανε ο δαιμόνιος Μανού Τσάο ...;

«Τυφλοί τραγουδιστές»

Ο Αμάντου Μπαγκαγιόκο και η Μαριάμ Ντουμπία, γεννηθέντες το 1954 και το 1958 αντίστοιχα, γνωρίστηκαν στη Σχολή Τυφλών της πρωτεύουσας του Μάλι, Μπαμάκο. Την όραση που τους στέρησε η φύση την αναπλήρωσε χαρίζοντάς τους μαγικές φωνές και αξεπέραστο μουσικό αισθητήριο. Το 1980 παντρεύτηκαν, άρχισαν να γίνονται γνωστοί ως το «τυφλό ζεύγος από το Μάλι» και το 2003 τράβηξαν την προσοχή του Μανού Τσάο, με τον οποίο ηχογράφησαν το άλμπουμ «Dimanche A Bamako» και καταξιώθηκαν στη Γαλλία. Τέσσερα χρόνια αργότερα, έγραψαν με τον Γερμανό μουσικό και ηθοποιό Χέρμπερτ Γκρενεμάγιερ το «Zeit, dass sich was dreht», το επίσημο τραγούδι του Μουντιάλ του 2006. Εκτοτε τραγουδούν στα μεγαλύτερα φεστιβάλ της Ευρώπης και της Αμερικής και το υβρίδιο που δημιούργησαν, το επονομαζόμενο «αφρομπλούζ», έχει καταξιωθεί στα αυτιά των μουσικόφιλων, «ψαγμένων» και μη ...;

Αν κάτι πρέπει να μας μείνει στο μυαλό, από όλες τις παραπάνω ιστορίες και μουσικές, ας μην είναι μοναχά ο αφρικανικός καλλιτεχνικός πλούτος. Σπουδαιότερη σημασία έχουν τα ταξίδια των ήχων: πώς το «νταμπ» από την Τζαμάικα φτάνει στη Βρετανία και κατόπιν πετάει στην Αιθιοπία, όπου αναμειγνύεται με την ντόπια τζαζ παράδοση, ή πώς η βρετανική ποπ και οι ροκ κιθάρες περνούν στη γαλλοαφρικανική κουλτούρα των Μαλινέζων, αντλούν στοιχεία από τα αφροκουβανικά πνευστά κι επανεξάγονται στην Ευρώπη και την Αμερική! Το παιχνίδι αυτό έχει, αν μη τι άλλο, πιπεράτο ενδιαφέρον. Και τ' αυτιά μας κάθε λόγο να μείνουν ευχαριστημένα!

Πέντε δίσκοι που πρέπει να ακούσετε

Dub Colossus - In A Town Called Addiss (2008)

Οι μουσικοί της παράδοσης «αζμάρι» με καταγωγή από τα υψίπεδα της Αιθιοπίας ηχογραφούν με τον παραγωγό Νικ Πέιτζ, συνεργάτη των σταρ της ρέγκε Abyssinians, Mighty Diamonds και μέλος των Transglobal Underground. Το αποτέλεσμα κάνει τους δυτικούς μουσικούς να ζηλέψουν ...;

Afel Bocoum, Damon Albarn & Toumani Diabate - Mali Music (2002)

Ο τραγουδιστής των Blur παίζει μελόντικα, κιθάρα κι ενορχηστρώνει μουσικούς που παίζουν «κόρα», «νγιούρκα» (το μαλινέζικο βιολί) ή ηλεκτρική κιθάρα, έτσι όμως όπως αυτοί το αισθάνονται. Προς τα πού πέφτει το Μάλι; Μάλλον προς τον ουρανό, εκεί όπου οδηγεί η μουσική τους!

Getatchew Mekuria, The Ex & Guests - Moa Anbessa (2006)

Ο κ. Μεκουρία όταν ξεκίνησε για το Αμστερνταμ φόρεσε τα καλά του και σχεδίαζε να αγοράσει ένα δώρο για τη σύζυγό του γιατί έκλειναν 50 χρόνια έγγαμου βίου! Φανταστείτε τα κέφια του. Ο παππούς της «αιθιοτζάζ» κάνει τους πανκ The Ex να ιδρώσουν προκειμένου να τον προφτάσουν! Κι εμείς που λέγαμε πως ήταν απ' τις σκληρότερες μπάντες της Ολλανδίας ...;

Amadou & Mariam - Dimance A Bamako (2004)

Οπως αναφέρει το οπισθόφυλλο, ο δίσκος «Produced by and with Manu Chao». Οι Μαλινέζοι τραγουδιστές αφήνονται στο αλέγκρο λάτιν-πανκ στυλ του Μανού Τσάο και τραγουδούν για τους καημούς της Μαύρης Ηπείρου χωρίς να γίνονται μίζεροι ...;

Amadou & Mariam - The Best Of ...; (2005)

Συλλογή με τα καλύτερα τραγούδια του ντουέτου από την περίοδο 1998-2002. Πριν δηλαδή τους ανακαλύψει ο Μανού Τσάο. Η καλύτερη εισαγωγή στον πραγματικό τους ήχο.



Του Γιαννη Κολοβου


 

 


Δεκαπέντε χρόνια συμπληρώνονται τη Δευτέρα από την αυτοκτονία του Κερτ Κομπέιν κι αναρωτιέται κανείς τι έχει απομείνει από την κληρονομιά του τελευταίου σημαντικού και επικίνδυνου ροκ σταρ.


Σε μια σκηνή της πρόσφατης ταινίας Ο Παλαιστής, ο Μίκι Ρουρκ (στο ρόλο ενός πρώην πρωταθλητή του κατς στα '80s και νυν τελειωμένου «white trash» μεσήλικα ) φλερτάρει σ' ένα μπαρ με τη Μαρίζα Τομέι (στριπτιζού με καρδιά μάλαμα), όταν ακούγεται από το τζουκμπόξ ένα κομμάτι των Ratt, γκρουπ της συνομοταξίας των μάτσο φλωρομέταλ αλητοτεκνών από το Λος Άντζελες όπως οι Guns n' Roses, οι Motley Crue και οι Poison. «Αυτή ήταν μουσική» της λέει κι αυτή επιδοκιμάζει με βλέμμα νοσταλγίας. «... Αλλά έσκασε μετά αυτή η αδελφή ο Κερτ Κομπέιν κι έκανε τη διασκέδαση αμαρτία». Πολύ αμφίβολο αν κάποιος πραγματικός λαϊκός παλαιστής θα ξεστόμιζε μια τέτοια «έξυπνη» και ρεβιζιονιστική ατάκα αν δεν του την έβαζε στο στόμα ένας hipster σκηνοθέτης σαν τον Αρονόφσκι - ενδεικτική πάντως της αγρίως αναθεωρητικής αντίληψης των καιρών μας, από την οποία δεν γλιτώνουν ούτε οι ιδανικοί ροκ αυτόχειρες. 

Ένας άλλος εκπρόσωπος των «μεταλάδων κομμωτηρίου» - ο Sebastian Bach των Skidrow, «όμορφος σαν κορίτσι» - είχε δηλώσει όταν η επιτυχία των Nirvana είχε αρχίσει πλέον να παίρνει τη μορφή χιονοστιβάδας: «Ποιος το περίμενε, ε; Εμείς χάσαμε και οι σπασίκλες νίκησαν». Ο Κερτ Κομπέιν όμως δεν ήταν σπασίκλας. Ούτε όμως είχε και σχέση με τις ψευδαισθήσεις μεγαλείου και γκλαμ παρακμής άλλων φιλόδοξων ροκ σταρ. Όπως είχε γράψει πριν μερικά χρόνια ο Ρόμερτ Κριστγκάου (ο αυτό-αποκαλούμενος «Πρύτανης των Αμερικανών Ροκ Κριτικών»), ο Κομπέιν «δεν είχε πολλά κοινά με το ναρκισσισμό του Μικ Τζάγκερ, του Άλις Κούπερ, του Τζόνι Ρότεν ή του Μάικλ Στάιπ και τίποτε από τη ματαιοδοξία, το ντύσιμο ή το θεατρικό savoir-faire τους. Ούτε ήταν όμως και σύμβολο «παιδιού του λαού», όπως ο Σπρίνγκστιν. Πιο πολύ έμοιαζε με την ενσάρκωση κάθε γεννημένου loser που την κοπάναγε συστηματικά από τη γυμναστική - το παιδί του τελευταίου θρανίου με το οποίο μπορούσες να «λιώσεις» μαζί, ο ντροπαλός τύπος (και παιδί χωρισμένων γονιών) που αναζητούσε μητρική στοργή, ο «arty weirdo» χαρισματικός του περιθωρίου. Για δυο τρία λοιπόν χρόνια, μέχρι τη στιγμή που η αυτοκτονία του καταγράφτηκε ως κορυφαία πράξη εγκατάλειψης, πρόσφερε σε μια γενιά losers έναν ήρωα που ένιωθε κι ο ίδιος loser, ακόμα και μετά την τεράστια επιτυχία των Nirvana - σε αντίθεση με έναν ήρωα, τους θριάμβους του οποίου μπορούσαν απλά να θαυμάζουν, να ζηλεύουν εξ αποστάσεως. Έτσι μεταμόρφωσε μόνος του σχεδόν μια συνομοταξία χλιαρών τάσεων που αποκαλούνταν αφηρημένα «indie» σε ένα καυτό και άμεσα εμπορεύσιμο είδος με γενικό τίτλο «alternative»... Η ποσότητα ηρωίνης στις φλέβες του τη στιγμή που τράβηξε τη σκανδάλη ήταν αρκετή για τρεις θανάτους από υπερβολική δόση. Ο πυροβολισμός όμως έκανε ξεκάθαρες τις προθέσεις του. Προορισμός του εξαρχής ήταν η λήθη...

Όλοι οι υπόλοιποι βολεύτηκαν. Οι REM παραμένουν «μεγάλοι και τρανοί», αν και έχουν να βγάλουν άλμπουμ της προκοπής πάνω από δεκαπέντε χρόνια, ο Τζόνι Ρότεν διαφημίζει βούτυρο (!) στη βρετανική τηλεόραση, και γενικά οι περισσότεροι πρώην εναλλακτικοί σταρ έχουν γίνει επιτυχημένα franchise του εαυτού τους. Ακόμα και οι τύποι από τους Motley Crue και τους Poison είτε κυκλοφορούν σπιτικές τσόντες στις οποίες πηδάνε την Πάμελα Άντερσον είτε παρουσιάζουν κάτι διεστραμμένα reality shows στο MTV. H ουσία είναι πάντως ότι όντως οι σπασίκλες νίκησαν τελικά. Οι σύγχρονοι αστέρες του εναλλακτικού ροκ είναι σχεδόν όλοι «καλά παιδιά», hipsters του κολεγίου προερχόμενοι συνήθως από την αστική τάξη, οι οποίοι συχνά προτάσσουν στην ατζέντα τους και ζητήματα οικολογίας, κοινότητας, μπλα μπλα μπλα... Τα τραγούδια του Κομπέιν -αντίθετα κι από τους στίχους του προτελευταίου Μέγα Οσιομάρτυρος της εποχής μου, του Ίαν Κέρτις των Joy Divison, που ήταν ουσιαστικά εφηβικά portals στα βιβλία του Μπάλαρντ και του Μπόροουζ- ήταν έντονες, μανιοκαταθλιπτικές βινιέτες ανομίας, μηδενισμού και εξέγερσης σε μελωδικό punk-metal φόντο (αυτό που αποκλήθηκε «grunge»). «Το καθήκον της νιότης είναι να προκαλεί τη διαφθορά» είχε πει ο Κομπέιν σε μια από τις (σπάνια) νηφάλιες και λιγότερο κυνικές αποστροφές του, ενώ ένα πρόχειρο κολλάζ στίχων του που ανασύρω απ' το μυαλό φανερώνει τις εμμονές του με τη λήθη και το αναπόφευκτο αδιέξοδο του ατομικισμού: «το ότι είσαι παρανοϊκός δεν σημαίνει ότι δεν σε κυνηγάνε κάποιοι» («Territorial Pissings»), «η καλύτερη μέρα που είχα ποτέ ήταν όταν έμαθα να κλαίω κατά βούληση» («On A Plain»), «εξαργύρωσα το εφηβικό άγχος και τώρα βαριέμαι και γερνώ» («Serve the Servants»), «δώστε μου ένα μεταθανάτιο Λέοναρντ Κοέν κόσμο για να αναστενάζω αιώνια» («Pennyroyal Tea»)...

Oh well, whatever, never mind... Τουλάχιστον, μπορώ να κομπάζω στους νεότερους ότι είδα τους Nirvana ζωντανούς κάποτε, όταν μέτραγαν, και ο θάνατος του «αρχηγού» τους ακυρώνει κάθε προοπτική επανένωσης (αν και δεν ξέρεις ποτέ, εδώ έπαιξαν οι Doors χωρίς τον Jim Morissson κι ήταν sold out!) και συμμετοχής σ' αυτά τα πακέτα νοσταλγίας που βγαίνουν κάθε τόσο στη γύρα ζητώντας τη συνδρομή μας στο συνταξιοδοτικό τους πλάνο. Εμάς να δούμε ποιος θα μας γηροκομήσει...


ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΟΛΙΤΑΚΗ


Επιστροφή στο παρελθόν


Τι και αν το συγκεκριμένο τραγούδι κυκλοφόρησε το σωτήριον έτος 1971; Ξαφνικά όλοι το έμαθαν, όλοι το ζητούν και το ξαναζητούν στο ραδιόφωνο, το χρησιμοποιούν ως ring tone στο κινητό τους, το «κατεβάζουν» χάρη στις χαρές του Ιnternet, το κάνουν... 

παραγγελιά στους ψαγμένους djs των κλαμπ. Το ομολογουμένως εξαιρετικό «Ι΄d love to change the world» αποτελεί τη μεγαλύτερη επιτυχία του ροκ συγκροτήματος Τen Υears Αfter και τριάντα οκτώ ολόκληρα χρόνια μετά τη γέννησή του μια τηλεοπτική διαφήμιση για δίκτυο κινητής τηλεφωνίας έμελλε να το νεκραναστήσει. «Για όσους ρωτούν και ξαναρωτούν για αυτό το κομμάτι δεν είναι καινούργιο. Χρειάστηκε να κάνω ανασκαφές στη δισκοθήκη μου για να το ξαναβρώ» έλεγε τις προάλλες βετεράνος ραδιοφωνικός παραγωγός, χαρούμενος που ξαφνικά στα ανιαρά play lists εισέβαλε ένας επισκέπτης από το μακρινό παρελθόν. Κάτι τέτοιες στιγμές η πλύση εγκεφάλου από διαφήμιση είναι σχεδόν καλοδεχούμενη. Για να θυμούνται οι παλαιότεροι και να μαθαίνουν οι νεότεροι: όσο πιο προβλέψιμες είναι οι σύγχρονες μουσικές τόσο πιο διαχρονικές αποδεικνύονται οι αλλοτινές επιτυχίες. 


αστερόπη λαζαρίδου


Οι σημαντικότερες μουσικές στιγμές... α λα Γκράμι



Η  επεισοδιακή τελετή των αμερικανικών βραβείων  του 1999 μάς έδωσε το σύνθημα για να ανιχνεύσουμε τα παράδοξα του μεγαλου μουσικού θεσμού. Και ιδού τα αποτελέσματα:


1. Το πρώτο Γκράμι για το «Αλμπουμ της χρονιάς» πήγε στον Χένρι Μαντσίνι για τη μουσική του στην ταινία «Peter Gun» του Μπλέικ Εντουαρντς (1959).

2. Οι τόσο αγαπημένοι, ιδιαίτερα στη χώρα μας, Doors ποτέ στην καριέρα τους δεν πήραν ένα βραβείο Γκράμι. Ο Χοσέ Φελιτσιάνο όμως πήρε το πρώτο Γκράμι του με τη διασκευή που έκανε στο «Light My Fire» των Doors.

3. Ο Χοσέ Φελιτσιάνο επίσης κατέχει το ρεκόρ των έξι βραβεύσεων, περισσότερες φορές από οποιονδήποτε άλλον λάτιν καλλιτέχνη.

4. Η πρώτη κυρία των ΗΠΑ Χίλαρι Κλίντον έχει πάρει ένα Γκράμι το 1996 για το CD με ομιλίες «It Takes Α Village».

5. Η Αρίθα Φράνκλιν έχει κερδίσει 15 Γκράμι, τα περισσότερα από κάθε άλλη γυναίκα καλλιτέχνιδα στην ιστορία του θεσμού. Κατέχει επίσης και ένα άλλο ρεκόρ αφού για οκτώ συνεχόμενα χρόνια (1967-1974) κέρδιζε στην κατηγορία «Καλύτερη γυναικεία ρυθμ-εν-μπλουζ παρουσία».

6. Το 1989 οι Jazzy Jeff & The Fresh Prince κέρδισαν το πρώτο βραβείο στη νεοδημιουργηθείσα κατηγορία «Καλύτερη ραπ παρουσία» με το τραγούδι «Parents Just Don't Understand», αν και η μουσική ραπ είχε ήδη μια δεκαετία ζωής.

7. Ο Μάικλ Τζάκσον κατέχει το ρεκόρ για τα περισσότερα Γκράμι σε μια χρονιά. Η αφορμή, ποια άλλη; Το άλμπουμ «Thriller» που του χάρισε το 1984 οκτώ βραβεία.

8. Το πρώτο Γκράμι στην ιστορία του θεσμού δόθηκε στον Μέρεντιθ Γουίλσον, το 1959, για την παράστασή του στο Μπρόντγουεϊ «The Music Man».

9. Ο Στίβι Γουόντερ κέρδισε 15 από τα 19 Γκράμι του ανάμεσα στις χρονιές 1973 και 1976.

10. Το 1997 οι Beatles κέρδισαν Γκράμι για την καινούργια (!!!) σύνθεσή τους «Free As Α Bird», όπου συμμετείχε και ο Τζον Λένον (!!!).

11. Μια τακτική που γνώριζε ήδη πολύ καλά η Νάταλι Κολ. Το 1992 η κόρη του αξέχαστου Νατ Κινγκ Κολ κέρδισε έξι Γκράμι για τη συνεργασία της με τον νεκρό πατέρα της στον δίσκο «Unforgettable». Μια κίνηση που επανέλαβε βεβαίως το 1997 και παρέλαβε άλλο ένα Γκράμι για το ντουέτο τους «When Ι Fall In Love».

12. Μια πιο υγιή σχέση είχαν η Γουίτνεϊ Χιούστον και η μητέρα της Σίσι που το 1997 πήραν από ένα Γκράμι για διαφορετικούς δίσκους: η μεν Γουίτνεϊ για το τραγούδι «Exhale (Shoop Shoop)», η δε Σίσι για το άλμπουμ «Face Το Face». Επανάληψη είχαμε την επόμενη χρονιά, με την οικογένεια Ντίλαν αυτή τη φορά. Ετσι ο γηραιός αλλά σταθερά καλός πατήρ Ντίλαν πήρε το Γκράμι του για την καλύτερη ροκ παρουσία με το τραγούδι «Cold Irons Bound» ενώ ο υιός Τζέικομπ για την επιτυχία του «One Headlight».

13. Η εφετεινή νικήτρια Λορίν Χιλ κατέχει το ρεκόρ των περισσοτέρων Γκράμι που πήρε ποτέ γυναίκα σε μία χρονιά. Η αμέσως επόμενη είναι η Κάρολ Κινγκ που το 1972 πήρε τέσσερα Γκράμι για το άλμπουμ της «Tapestry». Η άτυχη της ιστορίας είναι η Τίνα Τέρνερ, της οποίας το άλμπουμ «Private Dancer» του 1985 πήρε τέσσερα Γκράμι αλλά μόνο τα τρία η ίδια αφού στην κατηγορία «Τραγούδι της χρονιάς» όπου βραβεύτηκε το «What's Love Got Το Do With It» το βραβείο πήραν δικαιωματικά οι συνθέτες του τραγουδιού Γκράχαμ Λάιλ και Τέρι Μπρίτεν.


14. Το 1974 «Δίσκος της χρονιάς» ήταν το «Killing Me Softly With This Song» με τη Ρομπέρτα Φλακ. Το 1997 το ίδιο τραγούδι κέρδισε ξανά δύο βραβεία, αυτή τη φορά όμως από τη διασκευή που του είχε κάνει το ραπ συγκρότημα Fugees.

15. Το 1959 οι κατηγορίες για τα βραβεία Γκράμι ήταν μόνο 28. Εφέτος έφθασαν αισίως τις 95.

16. Από τα παράδοξα των βραβεύσεων: το 1989 το αρτ-συγκρότημα των Jethro Tull παρέλαβε Γκράμι στην κατηγορία «Καλύτερη χαρντ ροκ/μέταλ παρουσία». Τέσσερα χρόνια νωρίτερα ο Πλάθιντο Ντομίνγκο κέρδιζε στην κατηγορία «Καλύτερη λάτιν ποπ παρουσία» για την ερμηνεία του στο τραγούδι «Always In My Heart (Siempre En Mi Corazon)».

17. Μπορεί ο Μάικλ Τζάκσον, ο Κουίνσι Τζόουνς, ο Στίβι Γουόντερ ή ακόμη η Λίντα Ρόνσταντ να κατέχουν ρεκόρ στις βραβεύσεις με Γκράμι, εμμέσως όμως πρώτοι σε νούμερα έρχονται οι κλασικοί συνθέτες αφού με τα δικά τους έργα έχουν βραβευτεί όλοι οι σύγχρονοι μαέστροι και ορχήστρες. Ετσι έχουμε τον Μπετόβεν να καταλαμβάνει την πρώτη θέση με περίπου 22 Γκράμι, χωρίς να υπολογίζονται οι συμμετοχές του σε δίσκους με άλλους συνθέτες, ενώ δεύτερος έρχεται ο Μπερλιόζ με 20.

18. Το «Αλμπουμ της χρονιάς» το 1962 πηγαίνει στον Ιγκόρ Στραβίνσκι για τον δίσκο «Stravinsky Conducts, 1960: Le Sacre Du Printemps, Petrouchka (Η ιεροτελεστία της άνοιξης, Πετρούτσκα)».

19. Ο Μπάτμαν της δεκαετίας του '60 κερδίζει Γκράμι στην κατηγορία «Καλύτερο ινστρουμένταλ θέμα» το 1967. Το 1990 επανέρχεται το ριμέικ με τη μουσική του Ντάνι Ελφμαν που το κερδίζει ξανά.

20. Παράξενων συνέχεια: η Ντόνα Σάμερ κερδίζει για τη γνωστή ντίσκο επιτυχία « Hot Stuff» ένα Γκράμι στην κατηγορία «Καλύτερη ροκ γυναικεία παρουσία» τη χρονιά (1980) που ο Μπομπ Ντίλαν κερδίζει το αντίστοιχο αντρικό για την επιτυχία του «Gotta Serve Somebody». Προφανώς δεν χωρούσε στην κατηγορία «Καλύτερη ντίσκο ηχογράφηση» όπου το βραβείο πήρε η Γκλόρια Γκέινορ με το κλασικό «Ι Will Survive».

(σ.σ. Οι χρονιές που αναφέρονται αφορούν τις τελετές βραβεύσεων και όχι την περίοδο δραστηριότητας των καλλιτεχνών).


ΣΑΚΗΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ


Η γέννηση της jazz-rock



Το 1955 πέθανε ο Charlie Parker και το 1967 ο John Coltrane. Ο Miles Davis ήταν πλέον η μόνη και αδιαμφισβήτητη ηγετική φυσιογνωμία στους χώρους της τζαζ και ήδη από το 1963-64 έχει συγκεντρώσει γύρω του μια ομάδα νέων στην ηλικία και την τεχνοτροπία μουσικών, που θα τον βοηθήσουν να περιπλανηθεί σε νέα και ανεξερεύνητα ηχητικά μονοπάτια. Μουσικοί όπως ο πιανίστας Herbie Hancock, o Wayne Shorter στο τενόρο σαξόφωνο, ο Ron Carter στο μπάσο και ο καταπληκτικός ντράμερ Tony Williams που έπαιζε πολυρυθμικά και μονίμως μπροστά από το ρυθμό, δίνοντας έναν πλούτο και μια ένταση στη μουσική που σπανίως είχε ακουστεί μέχρι τότε. Με τον καιρό προστέθηκαν νέα πρόσωπα στο συγκρότημα, αλλά και νέα είδη οργάνων. Η οριστική στροφή θα αρχίσει να συντελείται στα τέλη του 1967, όταν για πρώτη φορά ο Miles ώθησε τον Herbie Hancock να στραφεί στο ηλεκτρικό πιάνο, ενώ αποφάσισε να προσθέσει και ηλεκτρική κιθάρα, συνεργαζόμενος μάλιστα για ένα διάστημα με τον George Benson. Είχε ήδη συνειδητοποιήσει τις δυνατότητες των οργάνων αυτών και τον πλούτο των ηχοχρωμάτων που θα είχε στη διάθεσή του αν τα χρησιμοποιούσε. Αυτό είχε επιτευχθεί με την παρακολούθηση συναυλιών των μπλούζμεν B.B.King και Muddy Waters, αλλά και των συγκροτημάτων "The Cannonball Adderley Quintet" με τον Joe Zawinul στο ηλεκτρικό πιάνο Fender Rhodes και "Tony Williams Lifetime" με τον John McLaughlin στην ηλεκτρική κιθάρα, καθώς και του σχήματος του Charles Lloyd με τους Keith Jarrett (πιάνο) και Jack DeJohnette (ντραμς). Το κοινό όλων αυτών των μουσικών ήταν ότι αναμείγνυαν την τζαζ με τη ροκ και πολλές φορές και τη σόουλ. Μην ξεχνάμε εξάλλου ότι στη βάση τους όλα αυτά τα είδη (μπλουζ, ροκ, σόουλ, αλλά και τζαζ) έχουν κοινές καταβολές.
Την ίδια περίοδο ο απόλυτος κυρίαρχος στα παγκόσμια μουσικά δρώμενα ήταν η ροκ μουσική, που είχε αρχίσει να πουλά σαν τρελή, φέρνοντας τα πάνω κάτω στη μουσική βιομηχανία. Η τζαζ είχε μετατραπεί πλέον σε φτωχό συγγενή των δισκογραφικών εταιρειών, που πίεζαν για μεγαλύτερη εμπορικότητα. Τα νούμερα των πωλήσεων που έκαναν οι πιο επιτυχημένοι και δημοφιλείς τζαζ καλλιτέχνες όπως ο Miles, που μέχρι τότε ήταν αξιοσέβαστα και αποδεκτά, δεν αρκούσαν πλέον στις εταιρείες που είχαν γλυκαθεί από τις πωλήσεις των ροκ καλλιτεχνών και είχαν αλλάξει τα στάνταρτ τους. Ο Miles είχε αρχίσει ούτως ή άλλως να επηρεάζεται από τη ροκ και τη σόουλ μουσική και κυρίως από τους Jimi Hendrix, Sly Stone και James Brown, για τους οποίους έτρεφε απεριόριστο σεβασμό και παρακολουθούσε από κοντά τις μουσικές τους διαδρομές και αναζητήσεις.

 

"In a Silent Way"

Σε αντίστοιχα μονοπάτια ήθελε να κινηθεί και ο ίδιος, όχι μόνο εισάγοντας τα ηλεκτρικά ηχοχρώματα και τους ροκ και σόουλ ρυθμούς στα τζαζ σχήματα, αλλά υιοθετώντας ακόμη πιο ελεύθερες και πειραματικές μουσικές δομές. Η αρχή έγινε με το δίσκο "In A Silent Way" που ηχογραφήθηκε το Φεβρουάριο του 1969 και στον οποίον πήραν μέρος και οι Chick Corea (ηλεκτρικό πιάνο), Joe Zawinul (ηλεκτρικό πιάνο και όργανο), Dave Holland (μπάσο) και John McLaughlin, που είχαν ενσωματωθεί στο συγκρότημα του Miles. Όλη η ατμόσφαιρα του δίσκου είναι σε ακραίο επίπεδο χαλαρωτική. Σκεφτείτε μόνο ότι το βασικό μοτίβο στο πρώτο κομμάτι, το "Shhh", το δίνουν δύο και μόνες του μπάσου, ενώ το πλήρες σετ της ντραμς δεν χρησιμοποιείται παρά μόνο μισή ώρα μετά την έναρξη του δίσκου. Η ουσία όμως είναι ότι άφησε πίσω του τις κλασικές και καθιερωμένες δομές των τραγουδιών με τις συγκεκριμένες κλίμακες και ρυθμικές αξίες, τις μικρές χρονικές διάρκειες, την απόλυτα κεντρική μελωδική γραμμή πάνω στην οποία περιστρέφονταν τα πάντα και την προσήλωση στα ακουστικά όργανα και τους τζαζ ρυθμούς, και έβαλε πλώρη για την πλήρη κατάργηση των όποιων κανόνων υπήρχαν μέχρι τότε στη μουσική τζαζ.

Η ξυπόλητη ντίβα



Όταν οι ραδιοφωνικοί σταθμοί της Ευρώπης έπαιξαν για πρώτη φορά το Sodade, στον παγκόσμιο χάρτη της μουσικής προστέθηκε το ειδικό βάρος μιας σχετικά άγνωστης μέχρι τότε  χώρας, του Πράσινου Ακρωτηρίου.

Πολλά πετυχημένα άλμπουμ, χιλιάδες συναυλίες, πλατινένιοι και χρυσοί δίσκοι, πέντε υποψηφιότητες για Grammy, αποτελούν τις αποδείξεις για την σημαντική παρουσία της Cesaria Evora στο διεθνές μουσικό προσκήνιο.

Η ξυπόλυτη ντίβα, προσωνύμιο που της δόθηκε από τη μόνιμη συνήθειά της να τραγουδά ανυπόδητη εκφράζοντας την αντίθεσή της προς τη συνεχιζόμενη φτώχεια της πατρίδας της, γεννήθηκε το 1941 στο Sao Vincente του Cape Verde. Σήμερα θεωρείται η αδιαφιλονίκητη βασίλισσα της morna. Το συγκεκριμένο μουσικό ιδίωμα, διαδεδομένο στα νησιά του αρχιπελάγους ανοιχτά της Σενεγάλης, γεννήθηκε μέσα από την καταπίεση των ευρωπαίων αποικιοκρατών. Η θεματολογία του περιγράφει τη νοσταλγία της ελευθερίας, τα σκλαβοπάζαρα, τη προδομένη αγάπη, τα ακυρωμένα όνειρα.

Τα τραγούδια αυτά έγιναν παγκοσμίως γνωστά με την μελωδική φωνή της Cesaria ιδιαίτερα όταν η Evora εισήγαγε στο ρεπερτόριο της επιρροές από Βραζιλία, Πορτογαλία και Κούβα (choco, forro, fado, rumba) ήταν μαθηματικά βέβαιο ότι το όνομά της, θα ξέφευγε από τα υδάτινα όρια του νότιου Ατλαντικού, για να φτάσει στις δισκοθήκες όλου του κόσμου. Αυτό συνέβη το 1988 με την ηχογράφηση στη Γαλλία του θρυλικού και ανάρπαστου La Diva aux pieds nus που ήταν και το πρώτο της άλμπουμ. 

Το 1990 εκδόθηκε το Distino Di Belita με υπέροχα κλασσικά morna και ηλεκτρικά colladeras. Ένα χρόνο αργότερα κυκλοφόρησε το εκπληκτικό Mar Azul και το 1992 το Mis Perfumado με την παγκόσμια επιτυχία Sodade.

Η απόλυτη καταξίωσή της στη μουσική βιομηχανία εκφράστηκε με τρία συνεχόμενα Grammy για τα ισάριθμα άλμπουμ που κυκλοφόρησε μεταξύ 2000-04.

Στην πρώτη συναυλία που έδωσε τοτε   στις ΗΠΑ, στο Bottom Line, έδωσαν το παρόν η Madonna, ο David Byrne, Brandford Marsallis και άλλα μεγάλα ονόματα της αμερικανικής καλλιτεχνικής ελίτ. 

Το 2006 κυκλοφόρησε το γεμάτο εκπλήξεις δέκατο άλμπουμ της καριέρας της, με τίτλο Rogamar.

Στην συναυλία της στην Αθήνα ,  θα ερμηνεύσει τραγούδια από τη νέα της δουλειά που θα κυκλοφορήσει τον Μάιο,  καθώς και πολλές από τις επιτυχίες που την καθιέρωσαν.

Η   Cesaria Evora ,  η ξυπόλυτη ντίβα ,θα μας μαγέψει στις 11 Μαρτίου 2009, ζωντανά στο Αθηνών Αρένα.

Φιλική συμμετοχή Δήμητρα Γαλάνη. 


Σχόλια του Διεθνούς Τύπου

«
Η αιτία που έκανε γνωστό το Πράσινο Ακρωτήριο στον υπόλοιπο κόσμο, ακούει στο όνομα Cesaria Evora. Η αδιαφιλονίκητη βασίλισσα των morna-blues τραγουδάει με παράπονο, για την απώλεια της αγάπης και την σκληρή ζωή στο φτωχό νησί της». 
Essence 

«
Το 1991, όταν η ξυπόλυτη ντίβα, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά σε κοινό έξω από τη χώρα της, καταλάβαμε όλοι ότι η φωνή της, δεν ήταν απλή έκφραση μιας χαμένης αγάπης, αλλά η έκφραση μιας αγάπης που ποτέ δεν χάνεται». 
The Washington Post 

Λιτή, απέριττη, χωρίς παπούτσια και μ' ένα ποτήρι ουίσκι στο χέρι, καθηλώνει το ακροατήριό της ερμηνεύοντας με κύκνειο πόνο κι ένα πάθος που θυμίζει Edith Piaf, Billie Holiday και τα blues του deep-river.
Interview 

Όταν η jazz γύρισε σελίδα.



Στη δεκαετία του 1940 συντελούνται οι δύο μεγάλες επαναστάσεις στο χώρο της τζαζ (bebop και cool jazz) που την μεταλλάσσουν από ελαφριά μουσική σε έντεχνη. Δεν θα είμαστε μάλιστα μακριά από την πραγματικότητα αν πούμε ότι αποτελούν και τις σημαντικότερες ίσως μουσικές στροφές στην παγκόσμια ιστορία. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 40 η τζαζ δεν ήταν παρά μια ψυχαγωγική μουσική, αντίστοιχη με τη σημερινή ποπ ή καλύτερα την ντίσκο ή την τέκνο, αφού ήταν απόλυτα συνυφασμένη με το χορό. Παρόμοιος ήταν και ο ρόλος της μουσικής στο σύνολό της, δηλαδή συνοδευτικός. Με την bebop σπάνε τα δεσμά μεταξύ τζαζ και χορού και οι μουσικοί αυτοσχεδιάζουν και γίνονται δημιουργοί με κύρος και προσωπικότητα. Η μουσική έρχεται σε πρώτο επίπεδο δεν έχει απλώς συνοδευτικό ρόλο. Μέσα σε αυτό το κλίμα φτάνει το 1944 ο Miles Davis στη Νέα Υόρκη, με σκοπό να βρει το σαξοφωνίστα Charlie Parker, το βασικό υπεύθυνο για την αλλαγή αυτή και για τη δημιουργία της bebop. Tο φθινόπωρο του 1945 προσλαμβάνεται επίσημα στο συγκρότημά του, στο οποίο συμμετέχει και ο Dizzy Gillespie. Βίωσε έτσι από πρώτο χέρι τις ριζικές αλλαγές που συντελούνταν, θητεύοντας αρκετά χρόνια δίπλα στον πρωτοπόρο Parker και συμμετέχοντας σε πολλές δισκογραφικές του δουλειές. Ο Miles αποδεικνύεται ο καλύτερος μαθητής και πριν περάσουν πολλά χρόνια παραλαμβάνει τη σκυτάλη από το δάσκαλό του και κάνει ο ίδιος τη μεγάλη τομή. Ήδη από την τελευταία περίοδο της συνεργασίας του με τον Charlie Parker είχε αρχίσει να συνθέτει, αλλά και να διευθύνει τις πρόβες και τις ηχογραφήσεις του συγκροτήματος του Parker.

 

Cool Jazz

 

Το Δεκέμβριο του 1948 αποχωρεί από το συγκρότημα του Parker και ξεκινά την αυτόνομη πορεία του, σχηματίζοντας τα δικά του συγκροτήματα και κάνοντας τις δικές του ηχογραφήσεις. Δημιούργησε το εννιαμελές συγκρότημα "The Birth Of The Cool Orchestra" και άρχισε τη μακροχρόνια συνεργασία του με το θρυλικό ενορχηστρωτή Gil Evans. Η τομή έρχεται με το δίσκο "Birth of the Cool" που αποτελείται από συνθέσεις που ηχογραφήθηκαν από τα τέλη του 1948 έως τις αρχές του 1949 και εισάγει τον όρο "Cool Jazz". Περνά στο παρασκήνιο ο καθαρά ρυθμικός χαρακτήρας της τζαζ με τους αφροαμερικανικούς ρυθμούς και τη θέση του παίρνουν το υποτονικό τέμπο, η κυριαρχία της μελωδίας με χρωματικό χαρακτήρα και η εισαγωγή έντεχνων ευρωπαϊκών στοιχείων όπως η φούγκα (αντιστικτική σύνθεση με διαφορετικές φωνές) και το ρόντο (μορφή σύνθεσης κατά την οποία το κυρίως θέμα επαναλαμβάνεται ανά διαστήματα). Οι μουσικοί έπρεπε πλέον να έχουν σπουδάσει για να αντεπεξέλθουν στις νέες αυτές απαιτήσεις. Την ίδια περίοδο θα αρχίσει να παίζει στις συναυλίες με την πλάτη του γυρισμένη προς το κοινό, σε μια προσπάθεια να περάσει το μήνυμα ότι αυτό που έχει σημασία είναι η μουσική και όχι η εμφάνιση ή το στήσιμο των μουσικών στο πάλκο.


 Modal Jazz

 

H συνέχεια θα έλθει δέκα χρόνια αργότερα με τη δημιουργία της "Modal Jazz" που καθιέρωσε το νέο στιλ πάνω στο οποίο θα βασιστεί σχεδόν καθ' ολοκληρία από εδώ και πέρα ο Miles Davis και για το οποίο είναι κυρίως γνωστός. Ο Miles κάνει την πιο επαναστατική και ριζοσπαστική του κίνηση σε επίπεδο καθαρά μουσικό (δομής της μουσικής), αναθεωρώντας εκ βάθρων τις μουσικές δομές της τζαζ. Οι συγχορδίες παύουν να αποτελούν τα δομικά και θεμελιώδη στοιχεία πάνω στα οποία χτιζόταν μια σύνθεση και αντικαθίστανται από τους "τρόπους" (modes), τα είδη των κλιμάκων δηλαδή που δημιουργήθηκαν από τους αρχαίους Έλληνες. Οι βασικότεροι δισκογραφικοί εκπρόσωποι αυτής της μουσικής άποψης είναι οι δίσκοι "Milestones" του 1958 και το θρυλικό "Kind Of Blue" του 1959. Και στα δύο συνεργάστηκε με τον τενόρο σαξοφωνίστα John Coltrane, μεγαλύτερη μορφή που ξεπήδησε ποτέ από κάποιο από τα σχήματα του Miles Davis, αλλά και τον Cannonball Adderley ο οποίος θα αποτελέσει στη συνέχεια μία από τις επιρροές του για το "Bitches Brew". Ο καθοριστικότερος όμως παράγοντας ήταν η γνωριμία του με το λευκό πιανίστα Bill Evans, ο οποίος του γνώρισε τον Ravel και τον Rachmaninov, ενώ έπαιζε με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο που αποτέλεσε το κλειδί της καινούριας μουσικής διαδρομής του Miles. Το τέμπο είναι υπνωτιστικό, οι παύσεις αποκτούν μεγαλύτερη ίσως σημασία από τις ίδιες τις νότες κυριαρχούν η απλότητα και η λιτότητα. "Πάντα ακούω για να βρω τι μπορώ να αφήσω έξω" συνήθιζε να λέει ο Miles. Δεν έχουμε πλέον μια ατελείωτη μάχη των μουσικών φράσεων και των μουσικών με το χρόνο. Επικρατεί μια χαλαρότητα πάνω στην οποία χτίζονται οι μουσικές φράσεις και η τελική ατμόσφαιρα είναι αισθησιακή, αν και κάποιοι θα την χαρακτήριζαν και μελαγχολική. Το κάθε όργανο έχει χώρο να κινηθεί και να ακουστεί και η κάθε νότα έχει την αξία της. Τέρμα τα ατελείωτα σόλα και οι αυτοσχεδιασμοί χωρίς αρχή και τέλος. Η δομές αποκτούν μεγαλύτερη αξία και το κυρίαρχο στοιχείο είναι αυτό της οικονομίας. Στην πραγματικότητα όλη η μουσική βασίζεται σε αυτοσχεδιασμούς, αλλά με οικονομία, χαλαρότητα και δομή.

 

 

 

 



Η φωνή της μεταμορφώνεται απο σκληρή και σκοτεινή σε απαλή και γλυκειά. Σταματά, φωνάζει, επαναλαμβάνει, ψιθυρίζει, βογγάει.

Μερικές φορές το πιάνο, η φωνή και η έκφραση του προσώπου της παρουσιάζονται ως τρία διαφορετικά, αυτόνομα στοιχεία αλλά μέσα σε μια στιγμή μόνο ενώνονται.
Η Nina Simone είχε μια ιδιαίτερη ικανότητα να 'μαγεύει' το ακροατήριο. Είναι ομολογουμένως μια μοναδική ερμηνεύτρια...

H Eunice Waymon γεννήθηκε στη Νότια Καρολίνα και ήταν το έκτο παιδί (απο τα επτά) της φτωχής οικογένειας. Το 'παιδί θαύμα' έπαιζε πιάνο στα τέσσερα της χρόνια. Με τη βοήθεια του καθηγητή της μουσικής της που της εξασφάλισε υποτροφία, μπόρεσε να συνεχίσει την εκπαίδευσή της, και στο σχολείο αλλά και ως μουσικός. Σπούδασε στο Julliard School of Music της Νέας Υόρκης.

Άρχισε να συνοδεύει μουσικούς για να στηρίξει οικονομικά την οικογένειά της και το καλοκαίρι του 1954 άρχισε να δουλεύει σε μια Ιρλανδική μπυραρία στο New Jersey. Ο ιδιοκτήτης του μπάρ της ζήτησε όχι μόνο να συνοδεύει αλλά και να τραγουδάει. Χωρίς να συνηδειτοποιήσει τι ακριβώς συνέβαινε, η Eunice Waymon που είχε εκπαιδευτεί ως κλασσική πιανίστας, έκανε την είσοδό της στην επιχείρηση των show. Άλλαξε το όνομά της σε Nina («μικρούλα») Simone (απο τη Γαλλίδα ηθοποιό Simone Signoret). Κατα τη δεκαετία του 50, η Nina Simone ηχογράφισε τα πρώτα της τραγούδια με την δισκογραφική Bethlehem. Σ' αυτές τις πρώτες ηχογραφίσεις είναι φανερές οι ικανότητες της ως πιανίστας, τραγουδίστρια, ενορχηστρώτρια και συνθέτης. Τραγούδια όπως το Gold Ring, Don't Smoke In Bed και Little Girl Blue σύντομα σταθεροποιήθηκαν στο ρεπερτόριό της.

Το τραγούδι I Loves You, Porgy, απο την όπερα "Porgy and Bess", έγινε hit και η τραγουδίστρια των nightclub έγινε στάρ, εκτελώντας τα κομμάτια της στο δημαρχείο, στο Carnegie Hall και στο Jazz Festival του Newport. Είναι αξιοσημείωτο πως απο την αρχή της καριέρας της το ρεπερτόριο της Nina Simone συμπεριλάμβανε jazz standards, gospel και spirituals, κλασσική μουσική, δημοτικά τραγούδια απο διαφορετικές τοποθεσίες, blues, pop, τραγούδια απο musicals και όπερα, Αφρικάνικες μελωδίες και τις δικές της συνθέσεις.

Το ταλέντο της δεν μπορούσε πια να περνά απαρατήρητο, αφού η Nina συνδύαζε τις συνοδευτικές μελωδίες του Bach με την προσέγγιση αυτοσχεδιασμού της jazz και τις μετατροπίες των blues. Άλλα χαρακτηριστικά των εκτελέσεών της ήταν η πρωτότυπη απόδοση του μουσικού χρόνου και ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιεί τις πάυσεις (ησυχία).

Η φωνή της μεταμορφώνεται απο σκληρή και σκοτεινή σε απαλή και γλυκειά. Σταματά, φωνάζει, επαναλαμβάνει, ψιθυρίζει, βογγάει. Μερικές φορές το πιάνο, η φωνή και η έκφραση του προσώπου της παρουσιάζονται ως τρία διαφορετικά, αυτόνομα στοιχεία αλλά μέσα σε μια στιγμή μόνο ενώνονται. Η Nina Simone είχε μια ιδιαίτερη ικανότητα να 'μαγεύει' το ακροατήριο. Είναι ομολογουμένως μια μοναδική ερμηνεύτρια.

Το 1963, τέσσερα έγχρωμα παιδάκια σκοτώθηκαν σε βομβαρδισμό μιας εκκλησίας στο Birmingham και η Nina έγραψε το Mississippi Goddam που αποτελεί μια πικρή και έντονη κατηγορία κατά των συνθηκών με τις οποίες ζούσαν οι Αφρικανο-Αμερικάνοι στις Ηνωμένες Πολιτείες, «τη χώρα της ελευθερίας». Η δυνατή συναισθηματική προσέγγιση αυτού και των υπόλοιπων τραγουδιών που βρίσκονται στο δίσκο "Nina Simone In Concert" (με τη δισκογραφική Philips) έγινε ένα ακόμα απο τα μοναδικά χαρακτηριστικά της τέχνης της. Όλο το εύρος των ανθρώπινων συναισθημάτων εκφράζεται άμεσα με τη μουσική της Nina. Τη μια στιγμή έχει θεατρικό ύφος, την άλλη τραγουδά στίχους διαμαρτυρίας, την επόμενη τραγουδά το τρυφερό ερωτικό Ne Me Quitte Pas στα Γαλλικά.

Παρόλο που την χαρακτήριζαν Ιέρεια της Soul ("High Priestess of Soul") και ήταν σεβαστή απο κοινό και κριτικούς ταυτόχρονα, σχεδόν ως θρησκευτική προσωπικότητα, κάποιες φορές ο τρόπος έκφρασής της είχε παρεξηγηθεί. Το 1996 έγραψε το Four Women, ένα πικρό θρήνο τεσσάρων έχγρωμων γυναικών που είχαν διαφορετική απόχρωση δέρματος (έθιξε δηλαδή τα καθιερωμένα πρότυπα ομορφίας που υποδεικνύουν το λευκό ως το ομορφότερο) και αυτό της το τραγούδι λογοκρίθηκε και απαγορεύτηκε απο τους ραδιοφωνικούς σταθμούς της Φιλαδέλφειας και της Νέας Υόρκης επειδή θεωρήθηκε προσβλητικό προς την Αφρικάνικη φυλή.

Η ιέρεια της Soul κατευθυνόταν σε πολλαπλά μονοπάτια για να βρεί την κατάλληλη μουσική και να εκφράσει τις ανησυχίες της. Το album, "Nina Simone Sings The Blues" (με τη δισκογραφική RCA) περιέχει τα δικά της τραγούδια I Want A Little Sugar In My Bowl, Do I Move You, μια υπέροχη διασκευή του My Man's Gone Now (πάλι απο την όπερα "Porgy & Bess") και το περίφημο τραγούδι διαμαρτυρίας Backlash Blues, βασισμένο σε ένα ποίημα που έγραψε γι αυτήν ο Langston Hughes.

Ακόμα, τραγουδούσε κι άλλα τραγούδια-διαμαρτυρίες για τα πολιτικά δικαιώματα: Why? The King of Love is Dead (εμπνευσμένο απο την τραγωδία της δολοφονίας του Martin Luther King) Brown Baby, Images (βασισμένο σε ένα ποίημα του Waring Cuney), Go Limp, Old Jim Crow, ...; Ένα απο τα τραγούδια, το To be Young, Gifted and Black (εμπνευσμένο απο το θεατρικό έργο της Lorraine Hansberry με τον ίδιο τίτλο), έγινε ο εθνικός ύμνος των Αφρικανο-Αμερικανών στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η Nina δεν ήταν ποτέ προβλεπόμενη και εξέπληξε ακόμα και τους πιο αφοσιωμένους ακροατές της με ένα album στο οποίο τραγουδά και παίζει πιάνο μόνη της. Το "Nina Simone And Piano!", είναι μια συλλογή τραγουδιών ενδοσκόπησης για την μετενσάρκωση, το θάνατο, τη μοναξιά και τον έρωτα και αποτελεί μια απο τις χρυσές στιγμές της καριέρας της.

Το σπάνιο χάρισμα που είχε να διευρύνει και να εμβαθύνει το νόημα και την απόδοση των τραγουδιών είχε ως αποτέλεσμα τις αξιοθαύμαστες επανεκτελέσεις των: Ain't Got No / I Got Life (απο το musical "Hair"), Suzanne του Leonard Colhen, διάφορα τραγούδια των Bee Gees όπως To Love Somebody, My Way σε διπλό ρυθμό με bongos , Just Like Tom Thumb's Blues και ακόμα τέσσερα τραγούδια του Bob Dylan.

Ένιωθε όμως μετά απ'όλα αυτά πως την είχαν εκμεταλλευτεί και προσπάθησε να ξεφύγει. Αηδιασμένη με τις δισκογραφικές εταιρείες, την επιχείρηση των show και τον ρατσισμό, έφυγε απο τις Ηνωμένες Πολιτείες και πήγε στα νησιά Barbados το 1974. Κατα τη διάρκεια των επόμενων χρόνων έζησε στην Λιβηρία, Ελβετία, Παρίσι, Ολλανδία και τελικά εγκαταστάθηκε στη Νότια Γαλλία.
Το 1978 κυκλοφόρησε ο πολυαναμενόμενος της δίσκος "Baltimore", που περιέχει την τελική απόδοση του My Father and an hypnotizing Everything Must Change του Judy Collins.
Το επόμενό της album, "Fodder On My Wings", ηχογραφήθηκε στο Παρίσι το 1982 και βασίζεται στην αυτοεπιβαλλόμενη 'εξορία της' απο τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αποφασισμένη περισσότερο απο ποτέ να φτιάξει η ίδια τη μουσική της, η Nina έγραψε, προσάρμοσε και ενορχήστρωσε τα τραγούδια, έπαιξε πιάνο και άρπα και τραγούδησε στην Αγγλική και τη Γαλλική γλώσσα. Το cd επανακυκλοφόρησε το 1998 με κάποια bonus-tracks, όπως η ασυνήθιστη εκδοχή του Alone Again Naturally (στη μνήμη του θανάτου του πατέρα της).

Το 1984 βιντεογραφήθηκε μια απο τις συναυλίες της στο Λονδίνο και το αποτέλεσμα είναι ένα καταπληκτικό ντοκουμέντο, με τον Paul Robinson στα ντράμς. Το My Baby Just Cares For Me απο τον πρώτο της δίσκο έγινε τεράστια επιτυχία και το "Nina's Back" δεν ήταν απλώς ο τίτλος του νέου της δίσκου, αλλά η περιγράφή των γεγονότων. Οι συναυλίες της την διέδωσαν ξανά σε όλο τον κόσμο.

Το 1989 συνέβαλε στο musical του Pete Townsend "The Iron Man". Το 1990 ηχογράφισε με την Maria Bethania, το 1991 με την Miriam Makeba. Τον ίδιο χρόνο κυκλοφόρισε και η αυτοβιογραφία της με τίτλο "I Put a Spell on You". Μεταφράστηκε στα Γαλλικά ("Ne Me Quittez Pas"), στα Γερμανικά ("Meine Schwarze Seele") και στα Δανέζικα ("I Put A Spell On You, - Herinneringen").
Το 1993 κυκλοφόρησε ένα καινούριο studio album. Το "A Single Woman" περιλαμβάνει αρκετά τραγούδια του Rod McKuen, το Marry Me που έγραψε η Nina, η διασκευή του Γαλλικού Il n'y a pas d'amour heureux και το συγκινητικό Papa, Can You Hear Me?

Περισσότερα απο πέντε τραγούδια του ρεπερτορίου της έχουν επενδύσει μουσικά την τανία "Point Of No Return" (ή αλλιώς "The Assassin, code name: Nina") το 1993. Τα τραγούδια της ακούγονται σε πολλές άλλες ταινίες όπως "Ghosts of Mississippi", 1996: I Wish I Knew How It Would Feel To Be Free, "Stealing Beauty", 1996: My Baby Just Cares For Me και "One Night Stand", 1997: Exactly Like You.
Η μουσική της συνεχίζει να αγγίζει καινούριους και νέους ακροατές. Το Ain't Got No / I Got Life έγινε μεγάλη επιτυχία το 1998 στην Ολλανδία, όπως ακριβώς ήταν στην ίδια χώρα τριάντα χρόνια πρίν...
Μαζί με την καθιερωμένη της μπαντα Leopold Fleming (κρουστά), Tony Jones (μπάσο), Paul Robinson (ντράμς), Xavier Collados (πλήκτρα) και Al Schackman (κιθάρα), εξακολουθούσε μετά απο τόσα χρόνια να ξεσηκώνει το ακροατήριό της σε όλο τον κόσμο.

Στο θέατρο Barbican του Λονδίνου τραγούδησε το 1997 το Every Time I Feel The Spirit ως φόρο τιμής σε έναν απο τους πρωτοπόρους καθοδηγητές στον αγώνα για τα Πολιτικά Δικαιώματα, την ειρήνη και την αδελφότητα, τραγουδιστή και ηθοποιό Paul Robeson. Ακολούθησαν περισσότερα spirituals και «αιματοβαμμένα» τραγούδια ("blood songs"): Reached Down And Got My Soul, The Blood Done Change My Name και When I See The Blood.

Η Nina Simone ήταν η κύρια ερμηνεύτρια στο φεστιβάλ Jazz που έγινε στη Γαλλία το 1997 και στο φεστιβάλ jazz της Θεσσαλονίκης το 1998. Το 1999 τραγούδησε μερικά ντουέτα με την κόρη της Lisa Celeste στο φεστιβάλ Guinness Blues της Ιρλανδίας. Η Simone περιόδευσε σε όλο τον κόσμο με τον Λατίνο σούπερσταρ Rafael και συμμετείχε σε δύο θεατρικά εργαστήρια της Disney (δίνοντας τη φωνή της στον κύριο ρόλο στο The Lion King). Μέχρι πρόσφατα δούλευε για το album της, "Simone Superstar".

Τον Ιούλιο του 1998 η Simone ήταν η επίσημη καλεσμένη του Nelson Mandela για τα ογδοηκοστά του γενέθλια.. Στις 7 Δεκεμβρίου του 1999 της δώθηκε το Lifetime Achievement in Music Award στο Δουβλίνο.

Ακόμα, το 2000 της της δώθηκε Τιμητική Υποικοότητα απο την πολιτεία της Ατλάντα, το Diamond Award for Excellence in Music απο τον Σύνδεσμο Αφρικανο-Αμερικάνικης μουσικής στη Φιλαδέλφεια και το Honorable Musketeer Award απο την Compagnie des Mousquetaires d'Armagnac στη Γαλλία.
Η Nina Simone άφησε την τελευταία της πνοή στο σπίτι της στη Νότια Γαλλία, μετά απο μακρόχρονη ασθένεια, τον Απρίλιο του 2003. Οι στάχτες της σκορπίστηκαν σε διαφορετικές Αφρικανικές χώρες, όπως ακριβώς επιθυμούσε.
Η ιέρεια της Soul είχε διδακτορικό στον τομέα της μουσικής και έχει αποκτήσει μια αξεπέραστη θρυλική υπόσταση. Ήταν και θα είναι η απόλυτη ερμηνεύτρια και αφηγήτρια ιστοριών (storyteller) της εποχής μας.

πηγή: http://ninasimone.com

www.musicheaven.gr


Η μουσική μετά τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο, τα τέλη του '40 και αρχές του '50 στην Αμερική, είχε ρίζες και επιροές από τους αφροαμερικάνικους μετανάστες κυρίως.


Από τις φτωχογειτονίες και τα γκέτο και τις πολιτειές της Νέας Ορλεάνης και του Σικάγο, η μουσική των blues και των rythm n blues που προέκυψαν μετά την jazz και το swing, αναμίχθηκε με την country, την folk και την western swing των λευκών που ανθούσε στο Texas και την California. Τo αποτέλεσμα που προέκυψε; To rock n roll!

To πιάνο και το σαξόφωνο τα οποία παλαιότερα ήταν τα όργανα που ήταν αρχηγικά, άρχισαν σιγά σιγά να αντικαθιστούνται από την κιθάρα στα μισά του '50.

Το '51 στο Cleveland ο disc jokey Alan Freed που έπαιζε rnb σε ακροατήριο και λευκό και μαύρο ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε την λέξη rock n roll.

Πολλά τραγούδια λευκών ήταν κλεμένα από παλιότερα rnb τραγούδια μαύρων.(Τότε δεν υπηρχε προστασία πνευματικών δικαιωμάτων)

Η μουσική αυτή εμφανίστηκε σε μια περίοδο μεγάλων φυλετικών διαταραχών. Το γεγονός όμως πως άνθρωποι από όλες τις φυλές μπορούσαν να την ακούσουν να χορέψουν και να παίξουν αυτή την μουσική ήταν κάτι το ενωτικό.

Το rock n roll ήταν υπόθεση Αμερικάνικη περισότερο μέχρι την βρετανική μουσική εισβολή του 64.

 

Tην δεκαετία του '60 η νεολαία άρχισε να επαναστατεί στην ψυχροπολεμική, ανέμελη, καταναλωτική στάση που επικρατούσε στις τάξεις των νέων του '50, τάχθηκε μαζικά ενάντια του πολέμου του Βιετνάμ και ξεπρόβαλε νέα, απελευθερωμένη στάση ζωής ως πρός την κοινωνία, συμπεριλαμβανομένης και της σεξουαλικής επανάστασης. Ο παράνομος, επαναστατικός τύπος ανθούσε, όπως και η μαζική χρήση ναρκωτικών (L.S.D. και μαριχουάνας κυρίως.)

Η μουσική έγινε ψυχεδελική.πολιτικοποιημένη λόγω των πάμπολων αναταραχών και χωρίστηκε σε πολλές νέες κατηγορίες όπως rocksoulpopreggae.

Πολλά συγκροτήματα και καλλιτέχνες αναδείχθηκαν όπως οι The BeatlesThe DoorsThe Rolling StonesLed ZeppelinCreamThe Grateful DeadJefferson AirplaneJanis Joplin,Bob MarleyDeep PurpleThe WhoSly and the Family StoneJimi Hendrix Experience,The Incredible String Band,Bob DylanThe Mamas and the PapasJoan Baez,Donovan.

Το διασημότερο φεστιβάλ ήταν το Woodstock το 69.Επίσης σημαδιακό ήταν το καλοκαίρι της αγάπης το '67 στο San Francisco

Η ψυχεδέλεια επιρέασε την μουσική τον κινηματογράφο και όλες τις μορφές τέχνης της εποχής.

Με το τέλος της δεκαετίας χάθηκε και η αθωότητα που υπήρχε....

 

Τη δεκαετία του '70 η μουσική χρειαζόταν φρέσκες ιδέες. Οι Γερμανοί με το krautrock ενέμπνευσαν το art και το progresive rock. Ξεκίνησε το hard rock επίσης και το glam rock. Tα γκρούπς άρχισαν να σκληραίνουν τον ήχο τους και να πειραματίζονται περισσότερο. Επίσης εμφανίστηκε η disco κάπου στα μέσα της δεκαετίας, η οποία όμως συνδέθηκε με την μειονότητα των gay και δεν κράτησε πολύ σαν τάση.

Η μουσική funk εμφανίστηκε από τις στάχτες της disco και γνώρισε επιτυχία με καλλιτέχνες όπως James BrownThe Meters ,Parliament-Funkadeli, Sly And The Family Stone Stevie WonderThe Brothers JohnsonEarth, Wind & FireBootsy's Rubber Band,Tower of PowerOhio PlayersThe CommodoresWarKool & the GangConfunkshun,SlaveCameo,Bar-KaysZapp, και πολλούς άλλους.

Στα μέσα της δεκαετίας εμφανίστηκε και η punk μουσική, η οποία είχε ρίζες το garage των mc5, των stooges και των new york dolls. Αυτή η μουσική ήταν και τρόπος ζωής για πολλούς νέους που αντιμετώπιζαν καυστικά,τα προβλήματα όπως η ανεργία, η οικονομική κρίση, ο αστικός καθωσπρεπεισμός, η υποκρισία και πολλά άλλα.

Ήταν κάτι σαν μουσική αναγένηση η οποία δεν κράτησε πολλά χρόνια,αλλά άφησε μέχρι σήμερα ανεξίτιλη σφραγίδα και κληρονομιά.

H reaggae στα τέλη του '70 γνώρισε μεγάλη επιτυχία (αφού ήδη είχε κάνει θράυση στην Καραιβικη και στην Αφρικη από την δεκαετία του '60) στην Αμερική και στην Ευρώπη χάρη στο αστέρι της τον Bob Marley.

Eπίσης η hip hop έκανε την εμφάνιση της στο τέλος της δεκαετίας με το τραγούδι Rapper's Delight από Sugarhill Gang.

 

Την δεκαετία του '80 άλλαξαν τα πάντα! Είσοδος drum machine και πολλα ηλεκτρονικά στοιχεία backround.

To new wave και η synthpop κυριαρχούσαν στις αρχές της δεκαετίας και στα μέσα της.

Το ΜΤV έκανε την εμφάνιση του στην Αμερική και το βίντεο επηρέασε βαθύτατα την μουσική βιομηχανία.

Καλλιτέχνες όπως η Μandona και o Jackson γνώρισαν τεράστια εμπορική επιτυχία.

Tα Heavy metal, hard rock, glam metal, pop metal, pozer metal, big hair bands παίζαν ηγετικό ρόλο στο μουσικό προσκήνιο και όρισαν νέες τάσεις.

Επίσης έγινε και το liveaid με πάρα πολλούς καλλιτέχνες να δίνουν κοινή συναυλία για την φτώχεια στην Αφρική.

Η πτώση του τοίχους του Βερολίνου, ο γιαπισμός, η εμφάνιση των ηλεκτρονικών παιχνιδιών, η καταστροφή στο Τσέρνομπιλ, ήταν κάποια χαρακτηριστικά της δεκαετίας αυτής η οποία χαρακτηρίζεται ως μεταβατική περίοδος και η εικόνα της αντικατοπρίζεται στην μουσική της.

 

Η δεκαετία του '90 χαρακτηρίζεται από την πτώση του κομμουνισμού, την εισβολή αμερικάνων στο Iraq, την μαζική χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών, την εμφάνιση του ίντερνετ, την ελεύθερη αγορά και την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας.

Όσον αφορά την μουσική: Στις αρχές κυριαρχούσε η τέκνο και η reiv που ξεκίνησαν από το Μάντσεστερ.

H hip hop επίσης, το rnb και η ραπ όσο περνούσε ο καιρός.

H grunge έκανε την εμφάνιση της στις αρχές της δεκαετίας και όρισε ένα ήχο, στην Αμερική κυρίως, που χρησιμοποιείται μέχρι και στις μέρες μας.

Η δεκαετία αυτή με την δεκαετία που διανύουμε έχουν πολλά κοινά. Η μουσική πλέον ανακυκλώνεται δεν βγαίνουν νέα είδη, παρά μόνο συνδοιασμοί. Oι μόδες και οι τάσεις βρίσκουν στοιχεία και από παλαιότερες δεκαετίες.


 


* σκεψεις του nowaveband που δημοσιευτηκαν στο περιοδικο musicheaven.gr στις 05 Φεβρουαρίου 2009


Το βαρύ πυροβολικό της ροκ ξαναχτυπά.




Ποια καταξιωμένα ονόματα της διεθνούς μουσικής σκηνής θα κυριαρχήσουν με τους νέους δίσκους τους το 2009


Τα πρώτα σημαντικά νέα ονόματα στον χώρο της ποπ και ροκ μουσικής για το 2009 έχουν ήδη κάνει την εμφάνισή τους, και μάλιστα με αρκετά εντυπωσιακό τρόπο. Η Lady Gaga σαρώνει στα τσαρτς, οι White Lies ανανεώνουν το ενδιαφέρον μας για την εναλλακτική ροκ και η αρτ-ποπ επιτυχία «Νon Τi Scordar Μai di Μe» της Ιταλίδας Τζιούσι Φερέρι έχει κυριεύσει τους ραδιοφωνικούς σταθμούς. Κάθε χρόνο όμως, πέρα από τους πρωτοεμφανιζόμενους αστέρες, οι φίλοι της μουσικής αναμένουν με ανυπομονησία και τις νέες κυκλοφορίες καταξιωμένων και «έμπειρων» συγκροτημάτων και μουσικών. Μιλάμε για καλλιτέχνες των οποίων κάθε νέα δουλειά συζητείται και συνήθως λαμβάνει περίοπτη θέση στις λίστες με τα καλύτερα άλμπουμ της χρονιάς. Τέτοιες ακριβώς είναι οι περιπτώσεις του Μπομπ Ντίλαν, των U2, των Depeche Μode αλλά και της Πόλι ΤζινΧάρβεϊ, των Αrctic Μonkeys και της Κόρτνι Λαβ

Επιστροφή στις ρίζες
Σε ακυκλοφόρητο υλικό του κορυφαίου της αμερικανικής φολκ 
Γούντι Γκάθρι ανέτρεξε ο Μπομπ Ντίλαν για τις ανάγκες της νέας δουλειάς του, ο τίτλος της οποίας δεν έχει ανακοινωθεί ακόμη. Πήρε λοιπόν περίπου 30 τραγούδια από τα αρχεία του Γκάθρι και ανέθεσε σε έναν από τους σημαντικότερους μουσικούς της νέας γενιάς, τον Τζακ Μπλακ των White Stripes, να επιμεληθεί τις νέες ενορχηστρώσεις. Οι ηχογραφήσεις έγιναν χωρίς οι μουσικοί να γνωρίζουν περί τίνος πρόκειται, έτσι ώστε το τελικό αποτέλεσμα να έχει μια όσο γίνεται πιο περιπετειώδη διάθεση. Ορισμένα από τα τραγούδια που έγινε γνωστό ότι θα περιλαμβάνονται στον δίσκο είναι τα «Αccusatory» και «Υou Κnow Τhat Ι Κnew». 

Οι Ιρλανδοί ξανάρχονται

Πολλά μπορεί να έχουν συμβεί από τότε που το ιρλανδικό συγκρότημα κυκλοφόρησε το τελευταίο CD του, πολλοί προσπάθησαν να εκμεταλλευθούν το κενό της έλλειψης των U2- όπως οι Coldplay και οι Κillers -, τα πράγματα όμως θα ξαναμπούν στη θέση τους στις 2 Μαρτίου, ημέρα κυκλοφορίας του «Νo Line Οn Τhe Ηorizon». Σύμφωνα με τον Ντανιέλ Λανουά, ο οποίος για μία ακόμη φορά έχει επιμεληθεί την παραγωγή μαζί με τον Μπράιαν Ινο, το άλμπουμ είναι γεμάτο από κορυφαίες μελωδίες και «θανατηφόρα» κιθαριστικά ριφ. Οι ηχογραφήσεις έγιναν στη Γαλλία, στο Μαρόκο, στη Νέα Υόρκη, στο Λονδίνο και στο Δουβλίνο. 

Υποσχέσεις για πανκ ενέργεια

Με μια «προβοκατόρικη» φωτογράφιση- με τον ίδιο και το συγκρότημά του να ποζάρουν γυμνοί - επέλεξε ο Μόρισεϊ να ξεκινήσει την προώθηση του νέου άλμπουμ του, υποσχόμενος ακόμη πιο δυνατά τραγούδια. Ο τίτλος του άλμπουμ του άγγλου τραγουδοποιού είναι «Υears Οf Refusal». Και θα είχε κυκλοφορήσει νωρίτερα αν δεν είχαν μεσολαβήσει ο θάνατος του παραγωγού του και η αλλαγή εταιρείας. 

Η ηλεκτροπόπ που θέλουμε

Ο Ντέιβ Γκάχαν και οι Depeche Μode υπόσχονται νέα ρίγη στα εκατομμύρια των οπαδών τους. Απρίλιο βγαίνει ο δίσκος, Μάιο θα τους έχουμε στην Αθήνα (RΕUΤΕRS/ΚΕVΙΝ LΑΜΑRQUΕ)

Ηχογραφημένο με αναλογικά συνθεσάιζερ της δεκαετίας του ΄70, το νέο άλμπουμ των Depeche Μode κυκλοφορεί τον Απρίλιο για να στρώσει το έδαφος για τη νέα περιοδεία τους «Τour Οf Τhe Universe», η οποία θα περάσει και από την Αθήνα- συγκεκριμένα από το Τerra Vibe, στις 12 Μαΐου. Τι περιμένουμε; Μα φυσικά, τουλάχιστον μία ντουζίνα ηλεκτροπόπ τραγούδια από αυτά που μόνο ο Μάρτιν Γκορ ξέρει να φτιάχνει.«Βουτιά» στα αρχεία
Είναι αλήθεια ότι ο 
Νιλ Γιανγκ δεν μας αφήνει παραπονεμένους. Κάθε χρόνο φροντίζει, είτε με στούντιο είτε με λάιβ ηχογραφήσεις του, να μας τρέχει στα δισκοπωλεία. Εφέτος, πέραν των όσων καινούργιων θα παρουσιάσει - και για τα οποία δεν έχει κάνει ακόμη κάποια αναφορά -, θα κυκλοφορήσει μια εντυπωσιακή κασετίνα με 10 DVD που καλύπτουν την πρώτη περίοδο της καριέρας του (1963-1972), το κόστος της οποίας θα ανέρχεται στα 300 ευρώ. 

Η πρώην πρώτη κυρία
Σε ένα γενικότερο πλαίσιο δεν μπορούμε να πούμε ότι η Κόρτνι Λαβ τα βρήκε εύκολα στη ζωή της. Μετά την αυτοκτονία του 
Κομπέιν, παραλίγο να χάσει και η ίδια τη ζωή της από τα ναρκωτικά, ενώ έχει χάσει την επιμέλεια του παιδιού της λόγω της ασταθούς συμπεριφοράς της. Οσον αφορά τη μουσική της ιδιότητα, κινείται μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, αδυνατώντας να βρει τον σωστό δρόμο. Οπως ωστόσο δηλώνει, αυτό θα συμβεί με το νέο άλμπουμ της «Νobody΄s Daughter». Θα το ακούσουμε σύντομα. 

Νέοι και ωραίοι
Οπως δείχνουν τα πράγματα, το μέλλον τούς ανήκει. Αν όχι σε... όλους, σίγουρα πάντως στον αρχηγό τους 
Αλεξ Τέρνερ, ο οποίος μετά το μικρό διάλειμμα που έκανε με το ντουέτο Τhe Last Shadow Ρuppets ηχογράφησε το νέο άλμπουμ των Αrctic Μonkeys, θέλοντας αυτή τη φορά να δώσει μια πιο αμερικανική ροκ χροιά. Ετσι «χρησιμοποίησε» στο στούντιο τον Τζος Ομ των Queens Οf Τhe Stone Αge και εμείς αναμένουμε για μία ακόμη φορά με αγωνία. 

Ζευγάρι από τα παλιά

Τον Μάρτιο αναμένεται να κυκλοφορήσει ο νέος δίσκος της σπουδαίας κυρίας της εναλλακτικής ροκ σκηνής Πόλι Τζιν Χάρβεϊ σε συνεργασία με τον Τζον Πάρις (ΑΡ/ΡΑ, ΥUΙ ΜΟΚ)

Η σπουδαία κυρία της εναλλακτικής ροκ σκηνής Πόλι Τζιν Χάρβεϊ συνεργάζεται και πάλι, ύστερα από 13 χρόνια, με τον Τζον Πάρις για ένα άλμπουμ που θα κυκλοφορήσει τον Μάρτιο και θα τιτλοφορείται «Α Woman Α Μan Walked Βy». Εκτός απροόπτου θα αποδειχθεί μία από τις καλύτερες δουλειές της χρονιάς.Ησυχες νύχτες
Με ένα άλμπουμ συνδυάζει την τζαζ της Δυτικής Ακτής με την μπόσα νόβα του 
Αντόνιο Κάρλος Ζομπίμ επιστρέφει μία από τις σημαντικότερες τζαζ καλλιτέχνιδες των ημερών μας, η ΝταϊάναΚραλ. Φέρνει το «Girl From Ιpanema» στα μέτρα της και δείχνει ότι δεν υπάρχει μεγάλη απόσταση από το «Walk Οn Βy» ως το «Υou΄re Μy Τhrill». Τίτλος του άλμπουμ «Quiet Νights». 

Βρετανική δύναμη
Με το δεύτερο άλμπουμ της «Ιt΄s Νot Μe, Ιt΄s Υou» η Βρετανίδα 
Λίλι Αλεν δείχνει τα δόντια της σε κάθε ανταγωνίστριά της, τύπου Κέιτι Πέρι. Δεν έχει άδικο άλλωστε να πιστεύει ότι είναι καλύτερη: με το «Fear», το πρώτο σινγκλ του άλμπουμ, απέδειξε ότι υπάρχει διαφορά κλάσης. Οταν το θέλουν οι Βρετανοί, δεν έχουν ανταγωνισμό στην ποπ. 

 

Ενδιαφέροντα blog και web site στην πόλη μας


Η Αθήνα μπορεί να μην είναι ούτε Νέα Υόρκη ούτε Λονδίνο ή Βερολίνο, όμως όσα συμβαίνουν σιωπηλά και αθέατα για το μεγάλο κοινό είναι πραγματικά σπουδαία και μπορούν άνετα να συναγωνιστούν όσα γίνονται στις διεθνείς σκηνές. Υπάρχουν εκατοντάδες ταλαντούχοι μουσικοί, καλλιτέχνες, designers, ομάδες που ονειρεύονται να αλλάξουν τα πράγματα και που σχεδιάζουν το μέλλον της πόλης τώρα. Με κάθε τρόπο. Μπορεί να μην είναι πρόσωπα που πετυχαίνει κανείς στην τηλεόραση, ξεχώρισαν ωστόσο με αυτά που έκαναν το 2008. Το 2009 θα είναι σίγουρα η χρονιά τους .....


Μουσικά Blog

Ξαφνικά το Ίντερνετ γέμισε μουσικά blog. Αμέτρητα, με υλικό για όλα τα γούστα, σε κάθε γλώσσα του κόσμου. Μέσα στο 2008 τα μουσικά blog έγιναν πιο δημοφιλή από ποτέ -χωρίς υπερβολή, καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την επιτυχία ενός καλλιτέχνη κι επηρεάζουν περισσότερο κόσμο (και πιο «συνειδητοποιημένο» κοινό) από ό,τι το μεγαλύτερο μέρος του Τύπου ή το ραδιόφωνο. Στην Ελλάδα αυτήν τη στιγμή μπορείς να πετύχεις κυριολεκτικά τα πάντα, από τα πιο ακραία πειραματικά μέχρι τις λαϊκές επιτυχίες και το μέλλον είναι μονόδρομος. Πολλά ξεχωρίζουν, δύσκολη η επιλογή. Ας πούμε ότι τα τρία που επιλέγουμε είναι ενδεικτικά του τι γίνεται τώρα...

" buginthecity.blogspot.com: Τα ξένα blog το χαρακτηρίζουν ελιτίστικο και υπερβολικά «ψαγμένο», περιέχει πάντως ένα θησαυρό και έχει συνεχή ανανέωση.

" averagemusicblog.blogspot.com: Το «τρέχουν» νεαροί, με πολύ ενδιαφέροντα μουσικά γούστα. Για ολοκαίνουργια άλμπουμ και single, από νέο rock μέχρι εξαιρετικά ηλεκτρονικά.

" costakisp_taperecorder.blogspot.com: Σπάνια ελληνικά, λειτουργεί ως κιβωτός αναμνήσεων και σου δίνει την ευκαιρία να ανακαλύψεις διαμάντια. 

 

ΤΕΧΝΗ 

Hope

Η επιμονή του να ζωγραφίζει ή να βάζει τρομαχτικές φωτοτυπίες στους τοίχους των δρόμων της πόλης οδήγησε τον HOPE το 2008 σε δύο ατομικές εκθέσεις, την πρώτη του στο K44 και τη δεύτερη στη Δρέσδη, αλλά και σε δύο ομαδικές εκθέσεις (η μία από αυτές στο Λονδίνο). Το 2009 τον βρίσκει να ψάχνει την έννοια την αυθεντικότητας. «Δεν ξέρω πια τι είναι αυθεντικό. Υπάρχει κάτι τέτοιο; Πώς, όταν δεν είσαι σίγουρος για το παρελθόν σου, είσαι απολύτως σίγουρος ότι τα πράγματα που ζεις στο παρόν είναι απολύτως αυθεντικά; Εντάξει, το να πεις ότι όλα έχουν γίνει στο παρελθόν, οπότε τώρα δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι πρωτότυπο, είναι εύκολο. Το δύσκολο είναι να λερώσεις τα χέρια σου. Το δύσκολο είναι να κάνεις ένα έγκλημα καλλιτεχνικό. Η τέχνη επιτρέπει εγκλήματα». Ένας από τους πιο πολυπράγμονες και αιρετικούς εικαστικούς της Ελλάδας αυτήν τη στιγμή. www.myspace.com/keepthehomefiresburning
Μ.Π.

 

The Erasers

Οι Erasers είναι μία δημιουργική ομάδα με πολλαπλή δράση, η δουλειά της οποίας βασίζεται στην ενσωμάτωση φαινομενικά διαφορετικών στοιχείων και τεχνικών, όπως ο κινηματογράφος σε πραγματικό χρόνο, η θεατρική δράση, το Διαδίκτυο και οι ηχητικές/οπτικές εγκαταστάσεις. Οι Erasers πραγματοποιούν performance με διάφορα ονόματα όπως Curators, Instructors και Spectors και εδώ και τέσσερα χρόνια πρωτοπορούν με τις live cinema performances τους, εμπλέκονται στα εικαστικά με προβοκατόρικο τρόπο και στο Ιnternet με τις απαγωγές επώνυμων domains (CharlesSaatchi, Dakisjoannou (ή τη συνεργασία τους με τους new media καλλιτέχνες Personal Cinema για το διαδικτυακό παιχνίδι Foldedin.net, που έχει ταξιδέψει σε διάφορες εκθέσεις σε Ευρώπη, Αυστρία, Γερμανία, Ισπανία κ.λπ. Οι αφίσες διαμαρτυρίας που σχεδιάζουν είναι έργα τέχνης).
theerasers.blogspot.com
www.the-erasers.org

 

URBAN 

What Street Party?

Ξεκίνησε το Μάρτιο του 2008 ως ένα guerilla party σε ανοιχτούς δημόσιους χώρους που μετακινείται στους δρόμους της πόλης και διαδίδεται μόνο στόμα με στόμα και μέσω Ίντερνετ από το MySpace, τα blogs και το Facebook. Δίνονται σημείο και ώρα εκκίνησης και ξεκινάει η αυτοσχέδια, κεφάτη παρέλαση της οποίας ηγείται ένα κινητό soundsystem. Την τελευταία φορά που έγινε, ανήμερα τα Χριστούγεννα, ακολούθησαν και συμμετείχαν χορεύοντας χιλιάδες συνειδητοποιημένοι πολίτες. Περισσότερα από ένα απλό πάρτι, είναι μια διαδραστική εκδήλωση που, μετά από 4 φορές που έχει γίνει, έχει σχεδόν καθιερωθεί. 
www.myspace.com/whatstreetparty
whatstreetparty.blogspot.com

Don't Panic

Αυτός ο όμορφα πακεταρισμένος φάκελος, που μπορείς να προμηθευτείς δωρεάν από διάφορα σημεία της πόλης (με το έξυπνο όνομα «Don't Panic») και υπήρχε εδώ και χρόνια σε διάφορες πόλεις του κόσμου, εμφανίστηκε πρόσφατα και στην Αθήνα και το περιεχόμενό του έχει ήδη διακοσμήσει τοίχους σε σπίτια και γραφεία. Το Don't Panic περιέχει πληροφορίες για εκδηλώσεις κάθε είδους, μια αφίσα μοναδική σε κάθε κυκλοφορία του που σχεδιάζεται από νέους και καθιερωμένους καλλιτέχνες, flyer, κάρτες και σχέδια για ό,τι αφορά την κουλτούρα και τα events της κάθε πόλης. 
Σε επιλεγμένα σημεία, όπου συμβαίνει κάτι ενδιαφέρον.
www.dontpaniconline.com

ΜΟΔΑ

 

Ευαγγελία Μπούμπουλη

Την Ευαγγελία Μπούμπουλη την έχουν χαρακτηρίσει Ελληνίδα V. Westwood, κυρίως επειδή το στυλ των ρούχων που σχεδιάζει είναι βικτοριανό, με πληθωρικούς όγκους κι έντονη γεωμετρία. Στις πιο εικαστικές δημιουργίες της έχει χρησιμοποιήσει και εναλλακτικά υλικά, όπως χαρτί και πλαστικό. Όλα τα κομμάτια της είναι χειροποίητα και μοναδικά, τόσο στο σχέδιό τους όσο και στο ύφασμα. 
«Παρ' ότι οι περισσότεροι θέλουν να πιστεύουν ότι η ελληνική πραγματικότητα εξοστρακίζει τους νέους δημιουργούς, ευτυχώς υπάρχουν καλά οργανωμένες επιδείξεις, εκθέσεις, μπαζάρ κι events που προωθούν τους νέους σχεδιαστές, όπως φυσικά και οι άνθρωποι που παρακολουθούν κι εμπιστεύονται τη δουλειά μας» λέει. «Ζω σε μια ολοζώντανη πόλη που με ενεργοποιεί και με εμπνέει. Κοίτα τώρα... λέω ολοζώντανη την ώρα που έξω από το ατελιέ μου, στο κέντρο του Ψυρρή, πεθαίνουν άνθρωποι. Πάντως, ακόμα κι αυτό, αν και με ταράζει, με κινητοποιεί». 
Ρούχα της μπορείτε να βρείτε στο SUONSI, Φορμίωνος 82, Παγκράτι, στο OCCHI, Σαρρή 35, Ψυρρή. Για παραγγελίες, στο ατελιέ μου Αριστοφάνους 15, Ψυρρή και στο 
euangelia_ffd@yahoo.gr.
Μ.Κ. 

Fashion Blogs